Κατερίνα Ζαφειροπούλου: Μεταμορφώσεις


Κα­τε­ρί­να Ζα­φει­ρο­πού­λου


Με­τα­μορ­φώ­σεις

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸ χω­ριὸ ἦ­ταν τὸ παι­χνί­δι μὲ τὸν παπ­ποῦ. Μ’ ἔπιανε μὲ τὰ δυ­να­τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­σχά­λες καὶ μὲ πε­τοῦ­σε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Κι ἀ­νέ­βαι­να, ὅ­πως τὸ μπλὲ μπα­λό­νι ποὺ γέ­μι­ζε ἡ μα­μὰ μὲ ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὴν κοι­λί­τσα της, ποὺ κά­πο­τε ἔ­μοια­ζε μὲ μπα­λό­νι, ὅ­ταν με­γά­λω­να μέ­σα της. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὅ­μως, στὴν βόλ­τα μὲ τὴ μα­μὰ καὶ τὸν παπ­ποῦ, δι­α­σχί­ζον­τας τὸν δρό­μο μὲ τὰ δέν­τρα, ἡ κλω­στὴ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νο τὸ μπλὲ μπα­λό­νι γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι μου καὶ τὸ μπα­λό­νι σκά­λω­σε στὸ κλα­δὶ ἑ­νὸς δέν­τρου. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα δυ­να­τά, για­τὶ τὸ δέν­τρο ἦ­ταν τό­σο ψη­λό, ποὺ οὔ­τε ὁ παπ­ποῦς ἔ­φθα­νε ὣς τὸ κλα­ρί του, γιὰ νὰ φέ­ρει πί­σω τὸ μπα­λό­νι μου. Καὶ ἡ μα­μὰ στε­να­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, για­τὶ σὰν ἄρ­χι­σα νὰ πα­ρα­πο­νι­έ­μαι γιὰ τὸ χα­μέ­νο μπα­λό­νι, μὲ ἄ­φη­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ παπ­ποῦ καὶ περ­πά­τη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ μο­νο­πά­τι τῶν δέν­τρων πρὸς τὸ σπί­τι. Περ­πα­τοῦ­σε πο­λὺ γρή­γο­ρα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο τὴν ἔ­χα­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια μου. Μό­νο τὰ σύν­νε­φα μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σουν, για­τὶ ἀλ­λά­ζουν εὔ­κο­λα σχῆ­μα, ὥ­στε νὰ γί­νον­ται εὐ­κί­νη­τα καὶ νὰ τὴν προ­λα­βαί­νουν. Ἡ μό­νη λύ­ση γιὰ νὰ πλη­σιά­σω στὸ μπλὲ μπα­λό­νι ἦ­ταν νὰ γί­νω δέν­τρο καὶ νὰ στα­θῶ πλά­ι στὴν κα­στα­νιὰ τοῦ μπλὲ μπα­λο­νιοῦ. Δὲν εἶ­χα λοι­πὸν πα­ρὰ νὰ μεί­νω ὄρ­θιος στὰ δυ­ό μου πό­δια καὶ ν’ ἁ­πλώ­σω τὰ κλα­διά μου, ὅ­πως ἀ­νοί­γει ὁ παπ­ποῦς τὰ χέ­ρια του κά­θε φο­ρὰ ποὺ κρα­τι­έ­μαι ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ προ­σπα­θῶ νὰ ση­κω­θῶ, γιὰ νὰ περ­πα­τή­σω με­ρι­κὰ βή­μα­τα ὣς τὴν ἀγ­κα­λιά του. Τό­τε τὰ κλα­διά μας θὰ μπλέ­κον­ταν καὶ τὸ μπλὲ μπα­λό­νι μ’­ ἕ­να ἁ­πα­λὸ φύ­ση­μα τοῦ ἀ­έ­ρα, σὰν τὴν ἀ­νά­σα τῆς μα­μᾶς, ὅ­ταν ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται στὸν κα­να­πέ, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὴν κα­στα­νιὰ γιὰ χά­ρη μου.

        Μὲ δυ­σκό­λε­ψε πο­λὺ αὐ­τὴ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση. Δὲν ἔ­νι­ω­θα πλέ­ον ἐ­λα­φρύς, ὅ­πως ὅ­ταν γεν­νή­θη­κα μπα­λό­νι ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τῆς μα­μᾶς. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη μου πτή­ση δὲν ἦ­ταν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ πιά, για­τί σὰν προ­σγει­ω­νό­μουν στὰ χέ­ρια τοῦ παπ­ποῦ, τέν­τω­να τὰ πό­δια μου στὴν γῆ, μή­πως βγά­λουν ρί­ζες, καὶ σὲ ἀ­πάν­τη­ση ἐ­κεί­νη βά­ραι­νε τὸ σῶ­μα μου καὶ μὲ μα­γνή­τι­ζε στὰ χώ­μα­τά της. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πρω­ϊ­νὰ ποὺ ἡ μα­μὰ δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ ὁ παπ­ποὺς ἔ­λει­ψε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸ σα­λό­νι, περ­πά­τη­σα μὲ χέ­ρια καὶ πό­δια ὣς τὸ δω­μά­τιό της, γιὰ νὰ τὴν συ­ναν­τή­σω, ἀλ­λὰ ἡ μα­μὰ δὲν μὲ πρό­σε­ξε, για­τὶ εἶ­χε γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη στὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ κί­τρι­νη, σὰν τὸ χρυ­σα­φὶ τῶν φύλ­λων ποὺ κά­λυ­πταν τὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ δέν­τρα, τώ­ρα ποὺ φθι­νο­πώ­ρια­σε, κι ἀ­νέ­πνε­ε μὲ δυ­σκο­λί­α, σὰν νὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὸ ὀ­ξυ­γό­νο γύ­ρω της. Καὶ τί δὲν θὰ ἔ­δι­να νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς χα­ρί­σω τὸ μπλὲ μπα­λό­νι, ποὺ ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ τὶς δι­κές της ἀ­να­πνο­ὲς – νὰ τὶς ἀ­δειά­σω ὅ­λες τὶς ἀ­νά­σες πί­σω στὸ στό­μα της, νὰ μὴν πνί­γε­ται. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ δω­μα­τί­ου, τὰ ροῦ­χα της αἰ­ω­ροῦν­ταν σὲ ἕ­ναν κα­λό­γε­ρο. Ἕ­σφι­ξα μὲ ὅ­λη μου τὴν δύ­να­μη τὴ μαύ­ρη μπλού­ζα ποὺ κρε­μό­ταν στὸ πιὸ χα­μη­λὸ ἄγ­κι­στρο, αὐ­τὴ ποὺ χά­ϊ­δευ­ε τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ μου κι εὐ­ω­δί­α­ζε σὰν τὸν κόρ­φο της καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ πα­τή­σω τὰ δύ­ο μου πέλ­μα­τα μὲ στα­θε­ρό­τη­τα, νὰ τὴν κά­νω πε­ρή­φα­νη γιὰ τὸ δεν­τρά­κι της ἢ νὰ τρα­βή­ξω πά­νω μου τὴν μπλού­ζα μὲ τὸ ἄ­ρω­μά της, δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος… ἡ βά­ση ὅ­μως τοῦ κα­λό­γε­ρου ἦ­ταν σκο­ρο­φα­γω­μέ­νη καὶ τὸ ἔ­πι­πλο ἔ­πε­σε πά­νω μου μὲ βί­α… ἄ­χνα δὲν πρό­λα­βα νὰ βγά­λω…

       Ἔ­πε­σα σὲ βα­θὺ ὕ­πνο γιὰ και­ρὸ κι ὅ­ταν πῆ­ρα ἐ­ξι­τή­ριο ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο εἶ­χα ψη­λώ­σει τό­σο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ βλέ­πω τὰ πιά­τα τοῦ φα­γη­τοῦ πά­νω στὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ νὰ τὰ πε­τά­ω στὸν παπ­ποῦ ἢ τὴ μα­μὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ποι­ός κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου, μή­πως καὶ γκρέ­μι­ζα τὸν τοῖ­χο ἀ­νά­με­σά τους. Κι ἦ­ταν σὰν νὰ τοὺς δι­α­κό­πτω ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἐρ­γα­σί­α ποὺ ἔ­κα­νε ὁ κα­θέ­νας μο­να­χός του. Τό­τε μό­νο μοῦ ἀ­πευ­θύ­νον­ταν κι ἔ­σπα­γε ἡ σι­ω­πὴ μέ­σα στὸ σπί­τι, ἀλ­λὰ τὶς λέ­ξεις ποὺ ξε­στό­μι­ζαν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὶς συν­δέ­σω. Κι ἔ­τσι δὲν ἔ­βγαι­νε μι­λιὰ ἀ­πὸ τὰ χεί­λη μου, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς ποὺ ἄλ­λο­τε θύ­μι­ζαν τὰ βε­λά­σμα­τα τοῦ κο­πα­διοῦ ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τοῦ παπ­ποῦ κι ἄλ­λο­τε τρο­μα­κτι­κὰ κρω­ξί­μα­τα που­λι­ῶν πά­νω ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Τὶς στιγ­μὲς μά­λι­στα ποὺ ὁ παπ­ποῦς βρι­σκό­ταν στὸν ἀ­γρὸ καὶ ἡ μα­μὰ στὸ δω­μά­τιό της, φώ­να­ζα στὸ ἄ­δει­ο σα­λό­νι καὶ ὁ ἀν­τί­λα­λος ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πό­κο­σμος στ’ ­αὐ­τιά μου. Λί­γο-λί­γο ἄρ­χι­σα ν’­ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­μαι παι­δί, φάν­τα­σμα ἢ μή­πως εἶ­μαι πρό­βα­το καὶ στὴ στά­νη ἔ­πρε­πε νὰ ξη­με­ρώ­νο­μαι.

       Ποι­ὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ ἑ­πό­με­νη με­τα­μόρ­φω­σή μου;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κα­τε­ρί­να Ζα­φει­ρο­πού­λου. Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρῶν καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς. Γράφει πεζογραφία και θέα­τρο. Θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς σκη­νὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴν Πά­τρα, ἐ­νῶ ἔ­χει λά­βει δι­ά­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἕ­νω­ση Ἑλ­λή­νων Λο­γο­τε­χνῶν γιὰ τὸ δι­ή­γη­μά της Ὁ θη­σαυ­ρὸ­ς τοῦ Γα­βρι­ή­λου. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ἔν­τυ­πα.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: