Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ύ­δωρ



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#17]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ύ­δωρ[1]

 

            μπα­νι­έ­ρα


Ο ΜΩΡΟ ΜΟΥ παί­ζει στην μπα­νι­έ­ρα, ευ­τυ­χι­σμέ­νο. Αρ­χί­ζω να του λού­ζω το κε­φα­λά­κι κι έ­τσι περ­νά ο χρό­νος. Τό­τε το μω­ρό ξε­κι­νά­ει. Ό­ταν αρ­χί­σω να ξε­πλέ­νω τα μαλ­λιά του, τον χά­νω. Γυρ­νά­ω και νά ’τος πά­λι. Δεν κα­τα­λα­βαί­νω τι συμ­βαί­νει και παίρ­νω το αυ­στη­ρό μου. Τον μα­λώ­νω. Δε μ’ α­ρέ­σει αυ­τό που κά­νει. Το μω­ρό γε­λά­ει, το δι­α­σκε­δά­ζει ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, α­στρά­φτει για μια στιγ­μή και ξα­να­χά­νε­ται. Η α­νυ­πο­μο­νη­σί­α μου δεν κα­τα­φέρ­νει πα­ρά να χει­ρο­τε­ρεύ­σει τα πράγ­μα­τα. Κά­θε φο­ρά εμ­φα­νί­ζε­ται κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται πιο α­στρα­πια­ία, δε μου α­φή­νει χρό­νο να δι­α­μαρ­τυ­ρη­θώ. Κά­τω α­πό τη μά­σκα της ε­νό­χλη­σής μου, πιά­νω με την ά­κρη του μα­τιού μου το πο­νη­ρό του βλέμ­μα, η τυ­φλό­τη­τά μου εί­ναι ο θρί­αμ­βός του, η ζή­λεια μου το πά­θος του. Για λί­γο, συ­νε­χί­ζω α­κό­μα να αν­τι­δρώ: δε γνω­ρί­ζω πώς να υ­πο­δε­χθώ την α­δυ­να­μί­α. Το μω­ρό θέ­λει μό­νο να παί­ξει. T­ο παι­χνί­δι θαμ­πώ­νει και δια­ρκεί ό­λη τη ζω­ή. Αυ­τή εί­ναι η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[2] με τί­τλο Το μω­ρό (The baby) της Αρ­γεν­τι­νής María Negroni που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται[3] στη δι­ε­θνή αν­θο­λο­γί­α Flash Fiction International. Στο πρω­τό­τυ­πο ι­σπα­νι­κό κεί­με­νο ό­μως, με τί­τλο El bebé, α­πό το βι­βλί­ο της Night journey, η πα­ρα­πά­νω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ξε­κι­νά­ει με το α­πό­φθεγ­μα της Μαργαρίτας Β’, Κό­μισ­σας της Φλάν­δρας και του Αι­νώ, η οποία εί­χε μια μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ζωή τον 13ο αι.: αυ­τός που δεν έχει τί­πο­τα να κρύ­ψει, δεν έχει τί­πο­τα να δεί­ξει[4].


            βρο­χή


«Λα­τρεύ­ε­τε τη μυ­ρω­διά της βρο­χής; Υπάρ­χει ένα απώ­τε­ρο κί­νη­τρο πί­σω από το δέ­λε­αρ του πε­τρι­χώ­ρου» εί­ναι ο τί­τλος του άρ­θρου[5] της Jacinta Bowler στο Science Alert, όπου ανα­φέ­ρο­νται νέα στοι­χεία για την αγα­πη­μέ­νη μας μυ­ρω­διά. Το 1964 Αυ­στρα­λοί επι­στή­μο­νες δη­μο­σί­ευ­σαν στο πε­ριο­δι­κό Nature μια με­λέ­τη για τη φύ­ση της αρ­γι­λι­κής οσμής της γε­ω­σμί­νης, μιας βιο­σύν­θε­σης που πα­ρά­γε­ται κα­τά την απο­σύν­θε­ση βα­κτη­ρί­ων και μι­κρο­βί­ων. Της απέδωσαν τον σύν­θε­το όρο πε­τρι­χώ­ρος (pe­tri­chor), από τον συν­δυα­σμό των ελ­λη­νι­κών λέ­ξε­ων «πέ­τρα» και «ιχώρ» ή «ιχώ­ρος» – το χρυ­σα­φέ­νιο αί­μα των θε­ών στην ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γία. Με­τα­γε­νέ­στε­ρες έ­ρευ­νες επα­λή­θευ­σαν την αν­θρώ­πι­νη έλ­ξη στη μυ­ρω­διά της βρο­χής. Το 2015 ερευ­νη­τές του ΜΙΤ ανα­κοί­νω­σαν τα πει­ρα­μα­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα για τον, άγνω­στο μέ­χρι τό­τε, μη­χα­νι­σμό απε­λευ­θέ­ρω­σης της γε­ω­σμί­νης στο πε­ρι­βάλ­λον, ενώ το 2018 απα­ντή­θη­κε το ερώ­τη­μα αν μό­νο ο άν­θρω­πος έχει αυ­τή την ευαι­σθη­σία. Τα πει­ρά­μα­τα έδει­ξαν ότι οι μι­κρο­σκο­πι­κοί πό­δου­ροι ή springtails, αρ­θρό­πο­δα της τά­ξης Collembola που συμ­βιώ­νουν με άλ­λους μι­κρο-ορ­γα­νι­σμούς στην υγρή, νε­κρή ορ­γα­νι­κή ύλη ενός οι­κο­συ­στή­μα­τος, μοι­ρά­ζoν­ται μα­ζί μας την ί­δια έλ­ξη, ως ανα­πό­σπα­στο μέ­ρος μιας αλ­λη­λέν­δε­της δια­δι­κα­σί­ας ανα­πα­ρα­γω­γής. Τα βα­κτή­ρια του γέ­νους των Στρεπ­το­μυ­κή­των λί­γο πριν ολο­κλη­ρώ­σουν τον κύ­κλο ζω­ής «προ­σκα­λούν» τους παμ­φά­γους πό­δου­ρους στις αποι­κί­ες τους εκλύ­ο­ντας την αγα­πη­μέ­νη οσμή που ερε­θί­ζει τις κε­ραί­ες τους, έτσι ώστε να τρα­φούν με τα υπο­λείμ­μα­τά τους και το σώ­μα τους να γί­νει φο­ρέ­ας δια­σκορ­πι­σμού των σπο­ρί­ων με τα νέα βα­κτή­ρια σε με­γα­λύ­τε­ρο εύ­ρος του συ­στή­μα­τος, ανα­κυ­κλώ­νο­ντας μια δια­δι­κα­σία εκα­τομ­μυ­ρί­ων ετών. Την επό­με­νη φο­ρά που θα μυ­ρί­σε­τε τη βρο­χή, μπο­ρεί­τε να απο­λαύ­σε­τε το γε­γο­νός ότι αυ­τό που μυ­ρί­ζε­τε εί­ναι ένας ολό­κλη­ρος κύ­κλος ζω­ής με τον δι­κό του μι­κρό τρό­πο, κα­τα­λή­γει η Bowler στο άρ­θρο της.


Ο Raymond Carver στο ποί­η­μά του με τί­τλο Βρο­χή[6] γρά­φει: Ξύ­πνη­σα σή­με­ρα το πρωί με μια τρο­με­ρή/ επι­θυ­μία να μεί­νω στο κρε­βά­τι όλη τη μέ­ρα / και να δια­βά­ζω. Πο­λέ­μη­σα για ένα λε­πτό ενα­ντί­ον της. Τε­λι­κά πα­ρα­δί­νε­ται στην ατμό­σφαι­ρα του βρο­χε­ρού πρω­ι­νού και ανα­ρω­τιέ­ται: Θα ζού­σα άρα­γε τη ζωή μου με τον ίδιο τρό­πο ξα­νά; / Θα έκα­να τα ίδια ασυγ­χώ­ρη­τα λά­θη; Ναι, και μι­σή μό­νο ευ­και­ρία να εί­χα. Ναι.

       Ο Anton Chekhov στο δι­ή­γη­μά του «Τα Φρα­γκο­στά­φυ­λα» πε­ρι­γρά­φει την εξής σκη­νή: Ο Ιβάν Ιβά­νιτς βγή­κε έξω, έπε­σε στο νε­ρό με θό­ρυ­βο και κο­λύ­μπη­σε στη βρο­χή, ανε­μί­ζο­ντας πλα­τιά τα χέ­ρια και από αυ­τόν έφευ­γαν κύ­μα­τα και στα κύ­μα­τα στα­μα­τού­σαν άσπρες γραμ­μές. Κο­λύ­μπη­σε μέ­χρι τη μέ­ση του πα­ρα­πό­τα­μου και έκα­νε βου­τιά και ύστε­ρα από ένα λε­πτό εμ­φα­νί­στη­κε σε άλ­λο ση­μείο και κο­λύ­μπη­σε πιο μα­κριά και όλο έκα­νε βου­τιές, προ­σπα­θώ­ντας να φτά­σει τον βυ­θό. «Αχ, Θεέ μου», επα­να­λάμ­βα­νε γε­μά­τος ευ­χα­ρί­στη­ση. «Αχ, Θεέ μου…». Κο­λύ­μπη­σε μέ­χρι τον μύ­λο, μί­λη­σε εκεί για κά­τι με χω­ρι­κούς και επέ­στρε­ψε πί­σω. Στη μέ­ση του πα­ρα­πό­τα­μου ξά­πλω­σε πά­νω στο νε­ρό, με το πρό­σω­πο εκτε­θει­μέ­νο στη βρο­χή. Ο Μπούρ­κιν και ο Αλιό­χιν εί­χαν ντυ­θεί ήδη και ήταν έτοι­μοι να φύ­γουν, ενώ εκεί­νος ακό­μη κο­λυ­μπού­σε και έκα­νε βου­τιές. «Αχ, Θεέ μου…», μο­νο­λο­γού­σε. «Αχ, Κύ­ριε ελέ­η­σον!» «Ελά­τε, αρ­κε­τά!», του φώ­να­ξε ο Μπούρ­κιν.

       Αυ­τή η σκη­νή απο­τε­λεί το ει­σα­γω­γι­κό ση­μεί­ω­μα του νέ­ου βι­βλί­ου δο­κι­μί­ων για την ρω­σι­κή δι­η­γη­μα­το­γρα­φία με τί­τλο A swim in a Pond in the Rain (Κο­λύ­μπι σε μια λί­μνη υπό βρο­χή) του Αμε­ρι­κα­νού George Saunders, ο οποί­ος τη δι­δά­σκει τα τε­λευ­ταία εί­κο­σι χρό­νια στο Syracuse University. Στο βι­βλίο εξε­ρευ­νά τη συγ­γρα­φι­κή δια­δι­κα­σία, την ανα­γνω­στι­κή λει­τουρ­γία και την αμ­φί­δρο­μη σχέ­ση τους, κι επι­χει­ρεί να φω­τί­σει αφε­νός την αλ­λη­λε­πί­δρα­ση των σπου­δα­στών του με αυ­τά τα κεί­με­να και αφε­τέ­ρου τον πε­ριρ­ρέ­ο­ντα στο­χα­σμό τους: Πώς οφεί­λου­με να ζού­με; Τι εί­ναι αλή­θεια και πώς μπο­ρού­με να τη γνω­ρί­ζου­με;


Έχου­με ανα­φέ­ρει σε προηγούμενο δελτίο την άπο­ψη του David Drury για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ότι μοιά­ζει με απύθ­με­νη λι­μνού­λα, η κα­τα­βύ­θι­ση στην οποία δη­μιουρ­γεί την εκ­πλη­κτι­κή αί­σθη­ση που βιώ­νει κα­νείς σε μια αιω­ρού­με­νη ανε­μό­σκα­λα, όταν γλι­στρά­ει μέ­σα σε ένα πη­γά­δι ή σε μια από­το­μη νε­ρο­τσου­λή­θρα. Η πρώ­τη πρό­τα­ση της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[7] της Αμε­ρι­κα­νί­δας Mary Hamilton με τί­τλο Η μού­χλα μυ­ρί­ζει σαν το σπί­τι (Mold smells like home) κα­τα­φέρ­νει ακρι­βώς αυ­τό και εί­ναι η εξής: Κρα­τά­με τον Γουόλ­τερ σε μιά σπη­λιά επει­δή εί­ναι άσχη­μος. Οι φί­λοι του Γουόλ­τερ τον έχουν κλει­δώ­σει σε μια σπη­λιά στο δά­σος. Η πόρ­τα που σφρα­γί­ζει τη σπη­λιά έχει ρωγ­μές κι ένα μι­κρό άνοιγ­μα αρ­κε­τό για να του δί­νουν φα­γη­τό και νε­ρό, αλ­λά και για να μπο­ρεί ο Γουόλ­τερ να βγά­ζει το χέ­ρι του και να απο­λαμ­βά­νει τη βρο­χή επά­νω του. Μέ­σα από τις ρωγ­μές βλέ­πει τον γα­λα­νό ου­ρα­νό, το δά­σος, το πο­τά­μι, τον κα­ταρ­ρά­κτη, τη λί­μνη στο βά­θος, το φεγ­γά­ρι στη λί­μνη, τα αστέ­ρια και το σύ­μπαν τις νύ­χτες, αλ­λά και τα πάρ­τι και τα λου­κούλ­λεια γεύ­μα­τα που ορ­γα­νώ­νουν οι φί­λοι του στο δά­σος. Η σπη­λιά γί­νε­ται ο κό­σμος του και η μυ­ρω­διά της μού­χλας του φαί­νε­ται οι­κεία. Στην ιστο­ρία προ­στί­θε­ται και το άλο­γο ενός γαιο­κτή­μο­να της πε­ριο­χής, το οποίο τα βρά­δια το έσκα­γε και κο­λυ­μπού­σε στη λί­μνη κυ­νη­γώ­ντας τον αντι­κα­το­πτρι­σμό του φεγ­γα­ριού, όμως ο γαιο­κτή­μο­νας το απο­κε­φά­λι­σε προς συμ­μόρ­φω­ση και πλέ­ον τη μέ­ρα τρι­γυρ­νά­ει στο δά­σος και σκο­ντά­φτει πα­ντού. Ίσως φαί­νε­ται σκλη­ρό, αλ­λά εί­ναι για το κα­λό του, ανα­φέ­ρει στην αρ­χή η Hamilton, μι­λώ­ντας για τον Γουόλ­τερ, και κα­τα­λή­γει: Και γνω­ρί­ζει ότι θα του κρα­τή­σου­με το χέ­ρι και ότι θα του πού­με ότι βρί­σκε­ται εδώ επει­δή ακρι­βώς εί­ναι υπερ­βο­λι­κά ωραί­ος για τον κό­σμο.

 

            λί­μνη


Στο δυ­τι­κό Βε­ρο­λί­νο στη λί­μνη Βαν­ζεέ στην άκρη ενός μο­νο­πα­τιού υπάρ­χουν δύο επιγραφές, μία μι­κρή και μία με­γά­λη. Στη μι­κρή ανα­γρά­φε­ται το όνο­μα της Henriette Vogel, η οποία εγκα­τέ­λει­ψε την οι­κο­γέ­νειά της και ακο­λού­θη­σε μέ­χρι το τέ­λος της σύ­ντο­μης σχέ­σης τους τον ποι­η­τή Heinrich von Kleist, το όνο­μα του οποί­ου ανα­γρά­φε­ται στη με­γά­λη. Εκεί ο Heinrich πυ­ρο­βό­λη­σε την Henriette κι έπει­τα αυ­το­πυ­ρο­βο­λή­θη­κε. Αν δε γνω­ρί­ζει κά­ποιος την ιστορία τους, ίσως προ­σπε­ρά­σει το ση­μείο. Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[8] του Ισπα­νού Rafael Pérez Estrada, από τη συλ­λο­γή του El ladrón de atardeceres, με τί­τλο Γνω­ρί­ζω μό­νο (Sólo sé), εί­ναι η εξής: Γνω­ρί­ζω μό­νο ότι, αν ανοί­ξω το ποί­η­μα θα πρέ­πει να αι­μορ­ρα­γεί. Στον ίδιο βαθ­μό γλωσ­σι­κής ακρί­βειας και λα­κω­νι­κό­τη­τας εί­ναι και η πρώ­τη στρο­φή του ποι­ή­μα­τος του Αμε­ρι­κα­νού Mark Strand με τί­τλο Eating poetryΜε­λά­νι κυ­λά­ει από τις γω­νί­ες του στό­μα­τός μου / Δεν υπάρ­χει ευ­τυ­χία σαν τη δι­κή μου. /Τρώω ποί­η­ση.


Το πρώτο βι­βλίο της Βρε­τα­νί­δας Claire-Louise Bennett με τί­τλο Pond (Λί­μνη) κι­νεί­ται στα όρια σπον­δυ­λω­τού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος-νου­βέ­λας, ή συλ­λο­γής δι­η­γη­μά­των-μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιών, οπό­τε διαφεύγει της τα­ξι­νό­μη­σης σε μία από τις πα­ρα­πά­νω κα­τη­γο­ρί­ες. Η ανώ­νυ­μη, νε­α­ρή αφη­γή­τρια κα­τα­φεύ­γει σε ένα χω­ριό στη δυ­τι­κή ακτή της Ιρ­λαν­δί­ας και αρ­χι­κά φαί­νε­ται να βυ­θί­ζε­ται στην ανυ­παρ­ξία. Κα­τα­γρά­φει την καθημερινότητά της, όπως την επι­μο­νή της να φτιά­ξει το κα­λύ­τε­ρο πό­ριτζ ή μια συ­νά­ντη­σή της με μια αγε­λά­δα σε έναν από τους μο­να­χι­κούς πε­ρι­πά­τους της, όμως δια­πι­στώ­νου­με ότι κά­τω από την ακύ­μα­ντη αφη­γη­μα­τι­κή επι­φά­νεια και την αδιό­ρα­τη πλο­κή μαί­νε­ται μια υπαρ­ξια­κή κα­ται­γί­δα. Στην ιστο­ρία της με τί­τλο The Big Day, η ηρω­ί­δα ανα­ρω­τιέ­ται για­τί η σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά της το­πο­θέ­τη­σε μια πι­να­κί­δα που γρά­φει «Λί­μνη» δί­πλα στη λί­μνη. Στην ιστο­ρία της με τί­τλο Morning, noon & night δεί­χνει πό­σο λα­τρεύ­ει να τε­μα­χί­ζει βρώ­σι­μα εί­δη, ενώ ξα­πλω­μέ­νη δί­πλα στον εφή­με­ρο ερα­στή της σκέ­φτε­ται τα λα­χα­νι­κά εκεί έξω στο σκο­τά­δι, τη γη στην οποία φυ­τρώ­νουν, σα να μην εί­χε ανοι­χτεί πο­τέ ξα­νά. Στην τε­λευ­ταία πρό­τα­ση της ιστο­ρί­ας με τί­τλο Words escape me απο­φαί­νε­ται με ντο­στο­γιεφ­σκι­κό τρό­πο για τον πρό­τε­ρο βίο της: Ήμουν κά­τω από τη γη. Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[9] της με τί­τλο Τη­γα­νιά (Stir-Fry) που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο βι­βλίο εί­ναι η εξής: Μό­λις πέ­τα­ξα το βρα­δι­νό μου στον σκου­πι­δο­τε­νε­κέ. Γνώ­ρι­ζα όταν το έφτια­χνα ότι θα το πε­τού­σα, έτσι πρό­σθε­σα σ’ αυ­τό όλα τα πράγ­μα­τα που δε θέ­λω να ξα­να­δώ.

 

            πι­σί­να


Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[10] της Νε­ο­ζη­λαν­δής Shannon Savvas με τί­τλο Το Κράκεν, δη­λα­δή το κε­φα­λό­πο­δο θα­λάσ­σιο τέ­ρας που εντοπίζεται στους σκαν­δι­να­βι­κούς μύ­θους, ηρω­ί­δα εί­ναι μια τρο­με­ρή για­γιά. Κά­θε μέ­ρα βυ­θί­ζε­ται στη φθο­ρά του χρό­νου, βά­φει τα χεί­λη και τα νύ­χια της, αλ­λά με τα χα­μη­λο­τά­κου­να πα­πού­τσια της, τις μα­κριές φού­στες και τους γυρ­τούς ώμους της κα­λυμ­μέ­νους μέ­ς στο κα­τα­κα­λό­και­ρο, περ­νά­ει απα­ρα­τή­ρη­τη. Εκτός από όταν πη­γαί­νει για κο­λύ­μπι στην πι­σί­να, με τον λου­λου­δά­το σκού­φο και το ολό­σω­μο μα­γιό της, εκεί δεν μπο­ρεί να κρυ­φτεί κα­νείς. Όταν κά­θε­ται στην ξα­πλώ­στρα τα εγ­γο­νά­κια της πα­ρα­τη­ρούν με τρό­μο τις σμηγ­μα­τορ­ροϊ­κές κε­ρα­τώ­σεις στο δέρ­μα των χε­ριών της και τα δια­τρέ­χουν με τα δα­χτυ­λά­κια τους. Προ­σο­χή στα δρα­κό­ντεια λέ­πια μου, τους λέ­ει. Εξε­λίσ­σο­μαι. Όσο πιο άτα­κτα εί­στε, τό­σο με­τα­μορ­φώ­νο­μαι. Στα γουρ­λω­μέ­να μά­τια τους βλέ­πει ότι ξέ­ρουν πως η ατα­ξία δεν προ­κα­λεί μό­νο μπε­λά­δες, αλ­λά και δύ­να­μη.[…] Αυ­τό με χα­ρο­ποιεί επει­δή γνω­ρί­ζω, τα πι­τσι­ρί­κια δι­ψούν για δρά­μα, τρό­μο, σκο­τει­νή φα­ντα­σία, όχι για γλυ­κα­νά­λα­τες ιστο­ρί­ες. Αμί­λη­τα, αλ­λά εν­θου­σια­σμέ­να μα­ζεύ­ο­νται γύ­ρω της και συ­νε­χί­ζουν να πα­ρα­τη­ρούν το υπό­λοι­πο σώ­μα της, την κυτ­τα­ρί­τι­δα και τις πε­ταγ­μέ­νες φλέ­βες στα πό­δια της. Ένα άγ­γιγ­μά σας και τα σά­πια σκου­λή­κια μου, μπλε από το δη­λη­τή­ριο, θα σας σκο­τώ­σουν, τα προει­δο­ποιεί ψι­θυ­ρι­στά. Τό­τε πι­σω­πα­τούν και ξε­ρο­κα­τα­πί­νουνΒυ­θί­ζο­μαι στο νε­ρό και πε­ρι­μέ­νω την κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή. Όταν τα παι­διά ξε­χνιού­νται παί­ζο­ντας ξα­νά στην πι­σί­να η ηρω­ί­δα πε­τά­γε­ται μέ­σα από το νε­ρό και φω­νά­ζει Εί­μαι το Κρά­κεν. Τσι­ρίγ­μα­τα, κλά­μα­τα και πα­νι­κός επι­κρα­τεί πα­ντού. Τό­τε η ηρω­ί­δα βγαί­νει από την πι­σί­να, τι­νά­ζει το νε­ρό από πά­νω της, πη­γαί­νει στο μπαρ και απο­λαμ­βά­νει το τσι­γά­ρο και το δρο­σε­ρό της τζιν.


Τί­πο­τα δεν εί­ναι τρο­με­ρό εκτός από τον ίδιο τον φό­βο, έχει πει ο Fr.​Bacon. Φέ­τος τον Ιού­νιο συ­μπλη­ρώ­νο­νται 35 χρό­νια από τον θά­να­το του Jorge Luis Borges, ο οποί­ος έχει πει και το ο χρό­νος εί­ναι ένα πο­τά­μι που με πα­ρα­σύ­ρει, αλ­λά το πο­τά­μι εί­μαι εγώ. Η τα­φι­κή του στή­λη στο Βα­σι­λι­κό Κοι­μη­τή­ριο της Γε­νεύ­ης απο­τε­λεί μια σύντομη, αλ­λά ολό­κλη­ρη ιστορία, με ανα­φο­ρές στη Μάχη του Μάλντον κα­τά τη διάρ­κεια των θα­λάσ­σιων επι­δρο­μών των Βί­κινγκς στα τέ­λη του 10ου αι. Στη στή­λη ανα­γρά­φο­νται και κά­ποιες φρά­σεις, μία από τις οποί­ες ανή­κει στο ομό­τι­τλο αγ­γλι­κό ποί­η­μα που εί­χε με­τα­φρά­σει ο ίδιος και ξε­χώ­ρι­ζε: and ne forhtedon na, δη­λα­δή, μη φο­βά­σαι.

 

            πο­τά­μι


Οι αριθ­μοί στο τα­ξί­με­τρο μπλέ­κο­νται με­τα­ξύ τους κι έπει­τα εξα­φα­νί­ζο­νται, και δεν πει­ρά­ζει διό­τι οι αριθ­μοί εί­ναι μια επι­νό­η­ση όπως η αγά­πη. Έτσι ξε­κι­νά­ει η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[11] της Αμε­ρι­κα­νί­δας Francine Witte Βόλ­τα με τα­ξί (Cab Ride) στην οποία μια γυ­ναί­κα παίρ­νει τα­ξί να πά­ει στο νο­σο­κο­μείο στη μη­τέ­ρα της που πε­θαί­νει. Ο ασπρο­μάλ­λης, αμί­λη­τος τα­ξι­τζής, λί­γο πριν στρί­ψει στην εί­σο­δο του νο­σο­κο­μεί­ου λο­ξο­δρο­μεί και η γυ­ναί­κα ανα­στα­τώ­νε­ται. Πε­ρί­με­νε, του λέ­ει, σου εί­πα πά­με στο Σεντ Ελί­ζα­μπεθ. Το γνω­ρί­ζω, της απα­ντά­ει ο τα­ξι­τζής κλεί­νο­ντας το τα­ξί­με­τρο. Ας κά­νου­με πρώ­τα μια βόλ­τα από το πο­τά­μι. Η γυ­ναί­κα τρο­μο­κρα­τεί­ται και την ίδια στιγ­μή θυ­μά­ται τη μη­τέ­ρα της που τη ρω­τού­σε πώς προ­τι­μού­σε τα αβγά που της ετοί­μα­ζε, μά­τια ή ομε­λέ­τα; Ο τα­ξι­τζής την πα­ρα­κο­λου­θεί από τον κα­θρέ­φτη, Τα νο­σο­κο­μεία μπο­ρούν να πε­ρι­μέ­νουν με­ρι­κά λε­πτά, της λέ­ει. Η κό­ρη μου ήταν μό­λις πέ­ντε. Με­τά από μια πο­λύ σύ­ντο­μη βόλ­τα στο πο­τά­μι, με διά­φο­ρους αν­θρώ­πους να τρέ­χουν γύ­ρω τους και τους γλά­ρους να πε­τούν ξέ­νοια­στοι, η ηρω­ί­δα πριν απο­βι­βα­στεί έξω από το νο­σο­κο­μείο, ει­σπνέ­ει βα­θιά τον κα­θα­ρό αέ­ρα από το πα­ρά­θυ­ρο κι αι­σθά­νε­ται ένα ξαφ­νι­κό πε­τά­ρι­σμα κά­τω από τις μα­σχά­λες της.

       Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[12] του Ισπα­νού Antonio Cabrera πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στην αν­θο­λο­γία Galería de hiperbreves, έχει τί­τλο Διαί­σθη­ση και εί­ναι η εξής: Γρή­γο­ρα, εί­πε, ρίξ­τε στο πο­τά­μι τις στά­χτες του Φοί­νι­κα.

 

            κα­ταρ­ρά­κτης

 

Η γυ­ναί­κα μι­λά­ει τό­σο, και εγώ γε­λάω. Κά­θο­μαι στο μπρά­τσο του ξε­φτι­σμέ­νου κα­να­πέ μας, η γυ­ναί­κα μου μι­λά­ει, κι εγώ γε­λάω μέ­χρι εσχά­των. Ο ήρω­ας στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[13] του Αμε­ρι­κα­νού Douglas W. Milliken με τί­τλο Αλα­τού­χο διά­λυ­μα (Saline) φο­ρά­ει ένα μα­κό, κο­ντο­μά­νι­κο μπλου­ζά­κι, πι­θα­νόν της γυ­ναί­κας του, που αφή­νει εκτε­θει­μέ­νη την κοι­λιά του, αλ­λά ολο­καί­νου­ρια εσώ­ρου­χα, επει­δή ακό­μα και οι χει­ρό­τε­ρες κα­τα­στά­σεις αξί­ζουν ωραία πράγ­μα­τα, βλέ­πει τη γυ­ναί­κα του που μι­λά­ει απέ­να­ντί του, δεν προ­σέ­χει, δεν ακού­ει, ού­τε που κα­τα­λα­βαί­νει τι λέ­ει, εκεί­νη συ­νε­χί­ζει ακα­τά­παυ­στα, σα να μην πι­στεύ­ει ού­τε η ίδια την ιστο­ρία που λέ­ει. Ο ήρω­ας μό­νο βλέ­πει τα Μαύ­ρα μαλ­λιά σαν μυ­θι­κός κα­ταρ­ρά­κτης. Και γε­λά­ει, επτά η ώρα το πρωί και η γά­τα τους τούς κοι­τά­ει βα­ριε­στη­μέ­να, η γυ­ναί­κα του χεί­μαρ­ρος, αυ­τός γε­λά­ει με όλο του το εί­ναι σα να εξαρ­τώ­νται ζω­ές από το γέ­λιο μου, αμέ­τρη­τες μι­κρο­σκο­πι­κές ζω­ές, ή τέ­λος πά­ντων, τρεις ζω­ές. Αυ­τές οι τρεις ζω­ές. Η γυ­ναί­κα μου και η γά­τα μου: γε­λάω για να μας κρα­τή­σω ζω­ντα­νούς. Το εσω­τε­ρι­κό του μπρά­τσου μου ακό­μα καί­ει και με φα­γου­ρί­ζει κα­θώς τα οστά μου εξα­κο­λου­θούν να τρέ­μουν —έτσι αι­σθά­νο­μαι, σαν μό­νι­μες δο­νή­σεις που χτυ­πούν τον μυ­ε­λό των οστών μου— και ξέ­ρω ότι δε θα φάω για μια ημέ­ρα ακό­μα, αλ­λά δεν πει­ρά­ζει. Εί­μαι εντά­ξει. Η φω­νή της γυ­ναί­κας. Η γά­τα που κυ­νη­γά­ει την ου­ρά της. Το γέ­λιο μου. Γε­λά­ει. Μέ­χρι που Το μα­ξι­λά­ρι μου­σκεύ­ει από τα δά­κρυα.

       Πρό­τα­ση κά­θαρ­σης από τον αγώ­να του ήρωα με τον καρ­κί­νο; Ανα­γω­γή στη σκέ­ψη του Søren Kierkegaard[14], ο οποί­ος έγρα­ψε Όταν ήμουν πο­λύ νέ­ος, ξέ­μα­θα να γε­λώ στην σπη­λιά του Τρο­φώ­νιου. Όταν με­γά­λω­σα, όταν άνοι­ξα τα μά­τια μου και πα­ρα­τή­ρη­σα την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό­τε έπρε­πε να γε­λά­σω και από τό­τε δεν στα­μά­τη­σα ; Μία μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ωδή στη ση­μα­σία του κω­μι­κού και του γέλιου του Henri Bergson; Ή υπεν­θύ­μι­ση της γνω­στής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[15] του Juan José Ar­reola με τί­τλο Ο κόσμος ; Ο Θε­ός δεν έχει δη­μιουρ­γή­σει ακό­μα τον κό­σμο· μο­να­χά τον φα­ντά­ζε­ται, όπως στα όνει­ρα. Γι’ αυ­τό ο κό­σμος εί­ναι τέ­λειος, αλ­λά μπερ­δε­μέ­νος.

 

            θά­λασ­σα


Το ψά­ρι που απο­φα­σί­ζει να αυ­το­κτο­νή­σει απο­φεύ­γει γρή­γο­ρα το δί­χτυ στο οποίο θα ξε­ψυ­χού­σε με τους συ­ντρό­φους του, προ­σπερ­νά μπρο­στά από το αγκί­στρι του κα­θη­με­ρι­νού ψα­ρά ο οποί­ος ξε­φυλ­λί­ζει ένα πε­ριο­δι­κό και κα­τα­πί­νει χω­ρίς εν­δοια­σμό το αγκί­στρι ενός παι­διού που θα θυ­μά­ται σε όλη του τη ζωή τους τρο­με­ρούς σπα­σμούς της ασφυ­ξί­ας του. Αυ­τή εί­ναι η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[16] του Αρ­γε­ντι­νού Raúl Brasca με τί­τλο Ύστα­τη επι­λο­γή (Última elección).

       Μπλε (Blue), εί­ναι ο τί­τλος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[17] της Ιρ­λαν­δής Nuala O’ Connor. Η με­θυ­σμέ­νη από πολ­λά κο­κτέιλς ηρω­ί­δα μα­γνη­τί­ζε­ται από το μπλε υγρό των ού­ρων της και μια ου­ρά που τής κρύ­βε­ται μέ­σα στη λε­κά­νη της τουα­λέ­τας. Δι­πλω­μέ­νη πά­νω σ’ αυ­τή νιώ­θει να γλι­στρά­ει μέ­σα σε ένα μπλε τού­νελ ακο­λου­θώ­ντας την ου­ρά σε μια άβυσ­σο που την τρα­βά­ει προς τον ου­ρα­νό, τη θά­λασ­σα, το μπλε των μα­τιών του αγα­πη­μέ­νου της. Σώ­ζε­ται την τε­λευ­ταία στιγ­μή από το χέ­ρι του εφή­με­ρου ερα­στή της που την τρα­βά­ει στην επι­φά­νεια. Σε κρα­τάω, ακού­γε­ται μια φω­νή, Σε κρα­τάω. Εδώ εί­σαι. Αλ­λά το μό­νο που αι­σθά­νο­μαι εί­ναι το αγκί­στρι μέ­σα στο μά­γου­λό μου, το τρά­βηγ­μά του προς τα πί­σω.

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[18] της Αμε­ρι­κα­νί­δας Meg Pokrass με τί­τλο Θα­λάσ­σια θη­λα­στι­κά που έχουν εξο­κεί­λει (Stran­ded Sea Mam­mals) η θά­λασ­σα απα­λύ­νει τον πό­νο μιας οι­κο­γέ­νειας από τον πνιγ­μό του ενός γιου. Η μη­τέ­ρα σκαρ­φα­λω­μέ­νη στη σκε­πή του πα­ρα­θα­λάσ­σιου σπι­τιού τους πα­ρα­τη­ρεί τη θά­λασ­σα, ψά­χνο­ντας για φά­λαι­νες και φώ­κιες που εξο­κεί­λουν συ­χνά στην ακτή τους. Ο άλ­λος της γιος την βι­ντε­ο­σκο­πεί και ο πα­τέ­ρας την πα­ρα­κα­λεί να μη φω­νά­ζει κά­θε φο­ρά που βλέ­πει μια σκιά και θε­ω­ρεί ότι εί­ναι κά­ποιο θη­λα­στι­κό που έχει εξο­κεί­λει, επει­δή τρο­μά­ζει τα σκυ­λιά τους. Αρ­γό­τε­ρα κά­θο­νται στον κα­να­πέ να δουν το βί­ντεο. Το μπρά­τσο του γιου εί­ναι αγκι­στρω­μέ­νο γύ­ρω από τους ώμους της και πα­ρα­τη­ρεί ότι όταν η μη­τέ­ρα του ήταν σκαρ­φα­λω­μέ­νη στη σκε­πή σή­κω­νε το ανα­μνη­στι­κό ση­μαιά­κι από το Γκραντ Κά­νυον που τής εί­χε φέ­ρει δώ­ρο ο πνιγ­μέ­νος αδερ­φός του. Το κου­νού­σε πέ­ρα δώ­θε ως ανα­γνω­ρι­στι­κό για τις φά­λαι­νες και τις φώ­κιες.

       Στα Δευ­τε­ρό­λε­πτα, από τη συλ­λο­γή Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, ο Γιάν­νης Ρί­τσος γρά­φει: Τον πνιγ­μέ­νο τον ξά­πλω­σαν στην προ­κυ­μαία. / Νέ­ος ωραί­ος, ολό­γυ­μνος. / Στ’ αρι­στε­ρό του χέ­ρι, το ρο­λόι δου­λεύ­ει ακό­μα. Μια πα­ρό­μοια ει­κό­να συ­να­ντά­με στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία Password, του Γιάν­νη Πα­λα­βού, ενώ μια με­ταν­θρω­πι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία Φα­λαι­νο­κτο­νία του Μα­ρο­κι­νού Mustapha Handar.


«Από πού έρ­χο­νται όλοι αυ­τοί;» ρώ­τη­σε ο Ρίρ­ντον. «Από πα­ντού», εί­πε ο Κάρ­μακ. Στέ­κο­νταν στην πα­ρα­λια­κή οδό. Όσο έφτα­νε το μά­τι τους δεν έβλε­παν πα­ρά αυ­το­κί­νη­τα. Χι­λιά­δες αυ­το­κί­νη­τα στρι­μωγ­μέ­να προ­φυ­λα­κτή­ρα με προ­φυ­λα­κτή­ρα και στην άκρη του πε­ζο­δρο­μί­ου. Η πα­ρα­λια­κή ήταν γε­μά­τη από αυ­τά. «Να, έρ­χο­νται κι άλ­λα», εί­πε ο Κάρ­μακ. Οι δύο αστυ­νό­μοι κοί­τα­ξαν το πλή­θος που περ­πα­τού­σε προς την ακτή. Πολ­λοί συ­ζη­τού­σαν με­τα­ξύ τους και γε­λού­σαν. Με­ρι­κοί ήταν πο­λύ σιω­πη­λοί και σο­βα­ροί. Όμως όλοι περ­πα­τού­σαν προς την πα­ρα­λία. Ο Ρίρ­ντον κού­νη­σε το κε­φά­λι του. «Δεν το κα­τα­λα­βαί­νω», εί­πε για εκα­το­στή φο­ρά αυ­τή την εβδο­μά­δα. «Απλά δεν το πιά­νω». […] Κα­θώς οι δύο αστυ­νο­μι­κοί πα­ρα­κο­λου­θού­σαν, το πλή­θος των αν­θρώ­πων κι­νού­νταν κα­τά μή­κος της γκρι­ζω­πής αμ­μου­διάς και περ­πα­τού­σαν προς το νε­ρό. [] Σε με­ρι­κά λε­πτά εί­χαν εξα­φα­νι­στεί όλοι. Οι δύο αστυ­νο­μι­κοί έμει­ναν να κοι­τά­ζουν το ση­μείο στο οποίο εί­χαν περ­πα­τή­σει όλοι μέ­σα στο νε­ρό. «Πό­σο διαρ­κεί όλο αυ­τό;» ρώ­τη­σε ο Ρίρ­ντον. «Μέ­χρι να εξα­φα­νι­στούν, φα­ντά­ζο­μαι», εί­πε ο Κάρ­μακ. «Αλ­λά για­τί;» «Έχεις δια­βά­σει πο­τέ για τα λέ­μινγκς;» ρώ­τη­σε ο Κάρ­μακ. «Όχι.» «Εί­ναι τρω­κτι­κά που ζουν στις Σκαν­δι­να­βι­κές χώ­ρες. Συ­νε­χί­ζουν να ανα­πα­ρά­γο­νται μέ­χρι να εξα­ντλη­θούν όλα τα απο­θέ­μα­τα τρο­φής τους. Έπει­τα δια­σχί­ζουν τη χώ­ρα, κα­τα­βρο­χθί­ζο­ντας τα πά­ντα στο πέ­ρα­σμά τους. Όταν φτά­νουν στην ακτή συ­νε­χί­ζουν να προ­χω­ρά­νε. Κο­λυ­μπούν μέ­χρι να τους εγκα­τα­λεί­ψουν οι δυ­νά­μεις τους. Εκα­τομ­μύ­ρια από αυ­τά.» «Πι­στεύ­εις ότι αυ­τό συμ­βαί­νει;» ρώ­τη­σε ο Ρίρ­ντον. «Μπο­ρεί», εί­πε ο Κάρ­μακ. «Οι άν­θρω­ποι δεν εί­ναι τρω­κτι­κά!» εί­πε θυ­μω­μέ­να ο Ρίρ­ντον. Ο Κάρ­μακ δεν απά­ντη­σε. Αυ­τό εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της γνωστής ιστορίας Λέ­μινγκς (Lem­mings), του Κα­λι­φορ­νέ­ζου Richard Matheson, ση­μείο ανα­φο­ράς στη διε­θνή κρι­τι­κή της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Εί­χε δη­μο­σιευ­θεί στην κα­τη­γο­ρία «δι­ή­γη­μα» (short story) τον Ιανουάριο του 1958 στο πε­ριο­δι­κό Fan­ta­sy and Sci­en­ce Fi­ction. Η ιστο­ρία ολο­κλη­ρώ­νε­ται με τον απο­χαι­ρε­τι­σμό των δύο συ­να­δέλ­φων, πρώ­τος ο Ρίρ­ντον παίρ­νει τον δρό­μο προς τη θά­λασ­σα, και λί­γο αρ­γό­τε­ρα ακο­λου­θεί και ο Κάρ­μακ.

       Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[19] Δια­στη­μάν­θρω­πος (Space Man) της Αμε­ρι­κα­νί­δας Kathy Fish εί­ναι η εξής: Η κο­πέ­λα του πι­θα­νόν να σερ­φά­ρει κά­που στην Κα­λι­φόρ­νια τώ­ρα. Εί­ναι αστρο­φυ­σι­κός και βε­τε­ρά­νος πο­λέ­μου και αθλή­τρια τριά­θλου, αλ­λά δεν έχει τα­ξι­δέ­ψει πο­τέ της στο διά­στη­μα, όπως αυ­τός τώ­ρα, μέ­σα σε ένα δια­στη­μό­πλοιο που μέ­νει. Το κα­τα­λα­βαί­νει ότι μέ­νει από τον ήχο της μη­χα­νής, σαν πα­πού­τσι του τέ­νις μέ­σα σε κά­δο στε­γνω­τη­ρί­ου, κι επί­σης, από τον τρό­πο που κι­νεί­ται εκτός ελέγ­χου. Μό­νος, με δυ­να­τή φω­νή ο Δια­στη­μάν­θρω­πος επι­στρα­τεύ­ει την προ­στα­κτι­κή: Εκτι­νά­ξου! Εκτι­νά­ξου! Και προ­ε­τοι­μά­ζο­ντας τον εαυ­τό του για το άγνω­στο, πα­τά­ει το κου­μπί. Λυ­τός, νεύ­ει στο δια­στη­μό­πλοιό του κα­θώς αυ­τό του­μπά­ρει στο διά­στη­μα. Όπως αυ­τός, ο ίδιος, του­μπά­ρει στο διά­στη­μα. Κλεί­νει σφι­χτά τα μά­τια του. Η Τζέιν θα του έλε­γε να μη φο­βά­ται, ότι αυ­τό εί­ναι ένα άπει­ρο σύ­μπαν και σε ένα άπει­ρο σύ­μπαν όλα τα πράγ­μα­τα εί­ναι μα­θη­μα­τι­κώς πι­θα­νά, έως βέ­βαια. Κι έτσι φα­ντά­ζε­ται το όμορ­φο κο­ρί­τσι του, να περ­πα­τά­ει προς το μέ­ρος του επά­νω σε έναν ξύ­λι­νο διά­δρο­μο πα­ρα­λί­ας ή έστω στον Πλού­τω­να ή σε κά­ποιο αστέ­ρι, με μια σα­νί­δα του σερφ κά­τω από τη μα­σχά­λη της, να λέ­ει βλέ­πεις, Δια­στη­μάν­θρω­πε; Βλέ­πεις;

 

            κα­λο­καί­ρι


4 κού­πες καρ­πού­ζι χω­ρίς κου­κού­τσια κομ­μέ­νο σε κύ­βους 30 γρ. συ­μπυ­κνω­μέ­νου, κα­τα­ψυγ­μέ­νου χυ­μού λε­μο­νά­δας 3 κού­πες νε­ρό

  1. Χτυ­πή­στε το καρ­πού­ζι στο μί­ξερ σε μέ­τρια τα­χύ­τη­τα μέ­χρι να ομο­γε­νο­ποι­η­θεί.
  2. Γυ­ρί­στε το σε ένα μπολ, περ­νώ­ντας το από σου­ρω­τή­ρι, αφαι­ρώ­ντας υπό­λοι­πα από τον προη­γού­με­νο εαυ­τό του.
  3. Προ­σθέ­στε το σε κα­νά­τα με τον συ­μπυ­κνω­μέ­νο χυ­μό λε­μο­νιού.
  4. Ανα­κα­τώ­στε μέ­χρι να ανα­μει­χθούν εντε­λώς.
  5. Κα­τα­ψύ­χε­τε μέ­χρι να φτά­σει τον βαθ­μό της πα­γω­μέ­νης θά­λασ­σας μέ­σα σας.

       Αυ­τό εί­ναι τμή­μα της σπον­δυ­λω­τής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας της/του[20] E.​Y.​ Smith με τί­τλο Κα­λο­και­ρι­νός οδη­γός Κά­ν’ το μό­νος σου του Φραντς Κάφ­κα[21] (Franz Kafka’s Sum­mer DIY Guide) και υπό­τι­τλο Watermelon Lemonade (Λε­μο­νά­δα καρ­πού­ζι). Δια­βά­ζε­ται συν­δυα­στι­κά με το ποί­η­μα Straw­ber­ries (Φρά­ου­λες) του Σκω­τσέ­ζου Edwin Morgan, ει­δι­κά λό­γω του τε­λευ­ταί­ου στί­χου[22]Άσε την κα­ται­γί­δα να πλύ­νει τα πιά­τα.

 

            πει­ρα­τές


«Εί­μαι πει­ρα­τής», της εί­πε στο πρώ­το τους ρα­ντε­βού, αγ­γί­ζο­ντας το αυ­τί του. «Ο τρό­μος των θα­λασ­σών». «Πώς ξέ­ρω ότι αυ­τό εί­ναι αλή­θεια;» ρώ­τη­σε εκεί­νη. «Δεν ξέ­ρεις», της απά­ντη­σε, και τής έσκα­σε ένα χα­μό­γε­λο. «Αυ­τό εί­ναι το πρό­βλη­μα με τους πει­ρα­τές». Πριν εξα­φα­νι­στεί ο άντρας, την επό­με­νη κιό­λας ημέ­ρα, της άφη­σε το πει­ρα­τι­κό του ση­μά­δι. Κι έχω­σε έναν θη­σαυ­ρό βα­θιά στη ζε­στή άμ­μο του κορ­μιού της. […] Στο νο­σο­κο­μείο, ο ακτι­νο­δια­γνώ­στης χαρ­το­γρά­φη­σε το ανα­δυό­με­νο νη­σί στην κοι­λιά της και έδει­ξε προς την οθό­νη με το στυ­λό του. «Το Χ δεί­χνει το ση­μείο», εί­πε χα­μο­γε­λώ­ντας. Τρά­βη­ξε μια ασπρό­μαυ­ρη λή­ψη: όλο κι όλο ένα κρα­νίο και με­ρι­κά οστά· μια σπον­δυ­λι­κή στή­λη στρι­φο­γυ­ρι­στή σαν ιπ­πό­κα­μπος. «Θέ­λεις να μά­θεις;» ρώ­τη­σε. «Γνω­ρί­ζω ήδη», εί­πε εκεί­νη. Πή­ρε μα­ζί της μό­νο ένα αντί­γρα­φο και στο σπί­τι το κόλ­λη­σε ψη­λά στην πόρ­τα του ψυ­γεί­ου. Το βλέ­πει κά­θε φο­ρά που πη­γαί­νει να πά­ρει γά­λα. Το μο­να­δι­κό, βυ­θι­σμέ­νο μά­τι, μαύ­ρο σαν κα­λύ­πτρα. Και τις μι­κρές γρο­θιές που σφίγ­γουν μαρ­γα­ρι­τά­ρια σε έναν υγρό τά­φο. Αυ­τή εί­ναι σχε­δόν ολό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[23] του Βρε­τα­νού Tim Craig, με τί­τλο Το πρό­βλη­μα με τους πει­ρα­τές (The Trouble With Pirates).

θε­ω­ρη­τι­κές δια­κλα­δώ­σεις


Η πο­λύ σύ­ντο­μη πε­ζο­γρα­φι­κή φόρ­μα έχει απο­δει­χθεί ιδιαί­τε­ρα αν­θε­κτι­κή στο χρό­νο όπως και η ιδέα του μι­κρού, του μέ­γα. Ο Samuel Beckett έλε­γε ότι ολό­κλη­ρος ο κό­σμος του Proust βγαί­νει από ένα φλι­τζά­νι τσάι. Και ο Joseph Conrad έγρα­φε στην Καρδιά του σκότουςΟι ιστο­ρί­ες που δι­η­γού­νται οι ναυ­τι­κοί, δια­κρί­νο­νται όλες από μιαν ευ­θύ­τη­τα και μιαν απλό­τη­τα. Όλο το νό­η­μα μιας δι­ή­γη­σής τους χω­ρά­ει σε μια φού­χτα. Πα­ρό­λο που για τον Μάρ­λο­ου το νό­η­μα μιας ιστο­ρί­ας του δεν βρι­σκό­ταν μέ­σα στον πυ­ρή­να της, αλ­λά απ’ έξω, θαρ­ρείς και το νό­η­μα πε­ριέ­βα­λε την ιστο­ρία. Ιδέα που εντο­πί­ζε­ται συ­χνά στη θε­ω­ρία της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Από τη δε­κα­ε­τία του ’80 που ξε­κί­νη­σε η συ­στη­μα­τι­κή με­λέ­τη της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας με τη μο­νο­γρα­φία (1984) της Κου­βα­νέ­ζας Dolores Koch για την ισπα­νό­φω­νη πε­ρί­πτω­ση, συ­γκρο­τή­θη­κε γύ­ρω της διε­θνές επι­στη­μο­νι­κό πε­δίο, το οποίο διευ­ρύ­νε­ται ανελ­λι­πώς. Μας απα­σχο­λεί συ­νη­θέ­στε­ρα η πο­λι­τι­σμι­κή της διά­στα­ση, όπως η μελέτη (2002) του Με­ξι­κα­νού Lauro Zavala ή της Δα­νής Gitte Mose (2000) για την σκαν­δι­να­βι­κή πε­ρί­πτω­ση Kortproza υπό το πρί­σμα του γερ­μα­νι­κού ρο­μα­ντι­σμού και τον υπαρ­ξι­σμό του S. Kierkegaard. Τε­λευ­ταία, όμως, η έρευ­να της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εμ­βα­θύ­νει μέ­χρι και στην πο­λι­τι­κή της διά­στα­ση, όπως η μελέτη (2017) της Ιτα­λί­δας Paola del Zoppo, για την γερ­μα­νό­φω­νη Kurzprosa για την πε­ρί­ο­δο 1960-2000. Επι­πλέ­ον, έχει δη­μιουρ­γη­θεί ένα αρ­χι­πέ­λα­γος σύγ­χρο­νων κει­μέ­νων που ανα­νε­ώ­νε­ται συ­νε­χώς. Από ερευ­νη­τι­κή άπο­ψη αυ­τό εί­ναι εν­θαρ­ρυ­ντι­κό, αλ­λά πλέ­ον αν­θρω­πί­νως αδύ­να­το να το πα­ρα­κο­λου­θεί κα­νείς εν εξε­λί­ξει, κα­τα­γρά­φο­ντάς το, με­λε­τώ­ντας το πο­σο­τι­κά και ποιο­τι­κά με βε­βαιό­τη­τα και ακρί­βεια. Το σί­γου­ρο εί­ναι ότι η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία έχει αλλάξει· η σχέση της με την επι­στή­μη εί­ναι δυ­να­μι­κή. Αρ­δεύ­ε­ται από την ψη­φια­κή τε­χνο­λο­γία και την ψη­φιο­ποί­η­ση της πλη­ρο­φο­ρί­ας – ως πη­γές και κα­νά­λια διά­δο­σης. Απο­τε­λεί ένα επίτευγμα της ανθρώπινης νόησης, με τε­ρά­στια πα­ρα­γω­γή και δια­κρι­τές ποιο­τι­κές δια­βαθ­μί­σεις.

       Ο Novalis που επη­ρέ­α­σε τον γερ­μα­νι­κό ρο­μα­ντι­σμό, πί­στευε ότι μό­νο οι ποι­η­τές θα έπρε­πε να ασχο­λού­νται με τα υγρά[24]. Ωστό­σο, η άπο­ψη ότι το ύδωρ εί­ναι η απαρ­χή των πραγ­μά­των, όχι με την έν­νοια του κοι­νού νε­ρού [υδα­ρές ύδωρ], αλ­λά λό­γω της ιδιό­τη­τάς του να με­τα­μορ­φώ­νε­ται, απο­δί­δε­ται στον Θα­λή τον Μι­λή­σιο[25]. Ο Με­ξι­κα­νός Guillermo Samperio ήταν γνω­στός εκ­πρό­σω­πος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δη­μιουρ­γός και του δη­μο­φι­λούς δείγ­μα­τος El fantasma, που απο­τε­λού­νταν μό­νο από τον τί­τλο. H μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[26] του με τί­τλο Πί­νω το στό­μα σου (Bebo tu boca) εί­ναι η εξής: Όταν φι­λάω τα νε­ρέ­νια σου χεί­λη, δεν εί­ναι πο­τέ τα ίδια. Οι συ­νά­ψεις που προ­κα­λεί η ανά­γνω­ση αυ­τού του δείγ­μα­τος, μπο­ρεί να εί­ναι ελά­χι­στες ή άπει­ρες, συ­γκι­νη­τι­κές ή αδιά­φο­ρες. Αλ­λιώς θα το «δει» μια εκτε­λέ­στρια ενός αφρι­κα­νι­κού πα­ρα­δο­σια­κού χο­ρού του νε­ρού, δια­φο­ρε­τι­κά ένας χο­ρευ­τής της σχο­λής της Pina Bausch, ή κα­θε­μία και κα­θέ­νας από εμάς.

       Κά­ποιος που γνω­ρί­ζει το έρ­γο της Virginia Woolf και το γε­γο­νός ότι φέ­τος τον Μάρ­τιο συ­μπλη­ρώ­θη­καν 80 χρό­νια από την αυ­το­χει­ρία της στον πο­τα­μό Ουζ, μπο­ρεί εύ­κο­λα να πα­ρα­συρ­θεί από την ορ­μη­τι­κή ροή της συ­νεί­δη­σης, αλ­λά να πια­στεί από τον στα­θε­ρό άξο­νά της, το ερώ­τη­μά της ποιο εί­ναι το νό­η­μα της ζω­ής, στο οποίο επα­νέρ­χε­ται στον Φάρο. Στο ίδιο βι­βλίο η Woolf απο­φαί­νε­ται: Η με­γά­λη απο­κά­λυ­ψη πο­τέ δεν ήρ­θε. Αντί γι’ αυ­τήν έρ­χο­νταν μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νά θαύ­μα­τα, εκλάμ­ψεις, σπίρ­τα που άνα­βαν απροσ­δό­κη­τα στο σκο­τά­δι. Προς το τέ­λος του βι­βλί­ου γρά­φει ότι η Κα­μίλ­λια πε­ρι­φε­ρό­ταν (νο­ε­ρά) στον κά­τω κό­σμο των νε­ρών, εκεί […] όπου στο πρά­σι­νο φως μια αλ­λα­γή γί­νε­ται ξαφ­νι­κά στο μυα­λό σου και το σώ­μα σου λά­μπει, ημι­διά­φα­νο, τυ­λιγ­μέ­νο σ’ ένα πρά­σι­νο μαν­δύα. Στα δε Κύματα, δια­πι­στώ­νει ότι ενί­ο­τε, Εί­μα­στε τό­σο απο­κα­μω­μέ­νοι, τό­σο πα­θη­τι­κοί, που το μό­νο που θέ­λου­με εί­ναι να ξα­να­σμί­ξου­με με το σώ­μα της μά­νας μας, απ’ όπου έχου­με απο­κο­πεί. Συ­χνά, όμως, συ­να­ντά­με και την αντί­θε­τη δια­πί­στω­ση, όπως στο ποί­η­μα Ma­xi­mus to him­self του Char­les Ol­­son ότι ο άν­θρω­πος απο­ξε­νώ­νε­ται από ό,τι του εί­ναι πιο οι­κείο, σύμ­φωνα με τον Ηρά­κλει­το. Στη διε­θνή κρι­τι­κή της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, η Woolf θε­ω­ρεί­ται ως πρό­δρο­μος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κι εντο­πί­ζο­νται πο­λυά­ριθ­μες προ­σεγ­γί­σεις του εί­δους ή του φαι­νο­μέ­νου, οι οποί­ες το συ­σχε­τί­ζουν με τη φι­λο­σο­φία του Ηρά­κλει­του και με το «τα πά­ντα ρει», όπως η να­νο­φι­λο­λο­γία (2007) του Ottmar Ette. Πλέ­ον, συ­σχε­τί­ζε­ται όλο και συ­χνό­τε­ρα η συ­νε­χής ροή των αντι­θέ­σε­ων και της με­τα­βο­λής με τη στα­θε­ρά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας να θέ­τει διαρ­κώς καί­ρια ερω­τή­μα­τα, αστρα­πιαία και ευ­θύ­βο­λα.

       Ο Ιτα­λός Luigi Contadini στη με­λέ­τη[27] του (2017) για την ισπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία συ­μπε­ραί­νει: η συ­ντο­μία […] συμ­βάλ­λει στην αλ­λα­γή της έν­νοιας της λο­γο­τε­χνί­ας και ταυ­τό­χρο­να προ­τεί­νει νέα μο­ντέ­λα αφή­γη­σης. Πώς; Θα απα­ντού­σα λέ­γο­ντας ότι πα­ρά­γει σκέ­ψη, συν­θέ­τει, δεν απο­δο­μεί, συ­νερ­γεί, με­τα­μορ­φώ­νε­ται, εξού και η πρω­τεϊ­κή φύ­ση της, με­τα­μορ­φώ­νει, και με­τα­δί­δει αστρα­πιαία[28], αλ­λά με­τα­φέ­ρει σαν ύδωρ.

       Ο Πε­ρου­βια­νός Julio Ortega προ­κει­μέ­νου να ελέγ­ξει τον ελά­χι­στο βαθ­μό αφη­γη­μα­τι­κό­τη­τας της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[29], ανα­φέ­ρει (2009) ότι για να μι­λά­με για αφή­γη­ση αρ­κεί ένα γε­γο­νός, δια­τυ­πω­μέ­νο ρη­τά και λο­γι­κά. Άπο­ψη που στη­ρί­ζε­ται, ασφα­λώς, σε με­γά­λο βαθ­μό στη συμ­με­το­χι­κή ανά­γνω­ση για τη συ­μπλή­ρω­ση των αφη­γη­μα­τι­κών ελ­λεί­ψε­ων. Στη με­λέ­τη του ανα­φέ­ρει την αρ­χαία αι­γυ­πτια­κή επι­γρα­φή στην οποία ανα­γρα­φό­ταν μό­νο το εξής[30]: Ο Τζον έφυ­γε για τα­ξί­δι. Σύμ­φω­να με τον Ortega αυ­τή μπο­ρεί να εί­ναι η πρώ­τη γρα­πτή ιστο­ρία, πο­λύ πριν από το Έπος του Γκιλ­γκα­μές. Μια ιστο­ρία, φυ­σι­κά, για να εί­ναι ιστο­ρία, να αφη­γεί­ται κά­τι, χρειά­ζε­ται χα­ρα­κτή­ρες, συ­ναί­σθη­μα, δρά­ση. Ο Ortega όμως, δια­κρί­νει αυ­τά τα στοι­χεία στην επι­γρα­φή· ποιος «έφευ­γε» για «τα­ξί­δι» 5.000 χρό­νια πριν; Και απ’ ό,τι φαί­νε­ται ο Τζον ήταν, πα­ρα­δό­ξως, ανή­συ­χο πνεύ­μα. Από τό­τε έως σή­με­ρα, πό­σοι άν­θρω­ποι έχουν ζή­σει στη γη, πό­σα γε­γο­νό­τα, ιστο­ρί­ες, αλ­λα­γές έχουν με­σο­λα­βή­σει; Πό­σο έχει οξυν­θεί η φα­ντα­σία μας, πό­σο έχει επι­τα­χυν­θεί η σκέ­ψη μας, μέ­χρι πού έχου­με τα­ξι­δέ­ψει; Από τις αρ­χές του 2020 βρι­σκό­μα­στε όλοι σε μία δί­νη. Πώς μας πα­ρέ­συ­ρε η παν­δη­μία, ο φό­βος, η αβε­βαιό­τη­τα, η απο­ξέ­νω­ση και μοιά­ζουν όλα τα θέ­μα­τά μας πιο βα­ριά και σο­βα­ρά; Πό­σο έχου­με πε­λα­γώ­σει; Και όμως. Ο Γιάννης Στίγκας δια­κρί­νει το αγ­χέ­μα­χο πεί­σμα μας, δεν ήρ­θα εδώ να πτοη­θώ/ […] / Ναι / λέ­ει στη ζωή / Ναι / και στους σύρ­τες της / […] / Εκεί που χορ­τα­ριά­ζει το χά­ος / πά­με και χτί­ζου­με σπί­τια, και ο Saul Bellow μια αστεί­ρευ­τη πη­γή σθέ­νους: Νιώ­θω ότι η τέ­χνη συν­δέ­ε­ται κα­τά κά­ποιον τρό­πο με την επί­τευ­ξη της ακι­νη­σί­ας στην καρ­διά του χά­ους. Μιας ακι­νη­σί­ας που χα­ρα­κτη­ρί­ζει επί­σης την προ­σευ­χή και το μά­τι του κυ­κλώ­να. Πι­στεύω πως η τέ­χνη σχε­τί­ζε­ται με την αιχ­μα­λώ­τι­ση της προ­σο­χής εν μέ­σω παν­δαι­μο­νί­ου[31].

       H ιστο­ρία με τί­τλο Happy Endings (1983) της Κα­να­δής Margaret Atwood, ση­μείο ανα­φο­ράς στη θε­ω­ρία της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ξε­κι­νά­ει ως εξής[32]: Ο Τζον και η Μαί­ρη συ­να­ντιού­νται. Τι συμ­βαί­νει με­τά; Εάν θέ­λεις ένα ευ­τυ­χι­σμέ­νο τέ­λος, διά­λε­ξε το Α. Δεν γνω­ρί­ζω εάν αυ­τός ο Τζον εί­ναι ο ίδιος με τον Αι­γύ­πτιο Τζον, αλ­λά θα μπο­ρού­σε. Η Atwood, μας δί­νει έξι πο­λύ σύ­ντο­μες πι­θα­νές εκ­δο­χές της ιστο­ρί­ας του ζευ­γα­ριού να δια­λέ­ξου­με ποια μας αρέ­σει και κα­τα­λή­γει ότι η μό­νη στα­θε­ρά εί­ναι ότι θα πε­θά­νουν, η εν­διά­με­ση πλο­κή εί­ναι μία σει­ρά γε­γο­νό­των, μία διαρ­κής κί­νη­ση και διερ­γα­σία, ένας «πό­λε­μος» κα­τά τον Ηρά­κλει­το. Το ζή­τη­μα εί­ναι να σκε­φτό­μα­στε το Πώς και το για­τί. Αυ­τό μας εν­δια­φέ­ρει, αυ­τό ανα­ζω­ο­γω­νεί τη λο­γο­τε­χνία μας και φαί­νε­ται ότι αφο­ρά και τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία, η οποία επι­χει­ρεί να το εκ­φρά­σει στη μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα.


 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Ο πο­λυα­να­με­νό­με­νος VI διεθνής διαγωνισμός μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του ισπα­νι­κού ιδρύ­μα­τος César Egido Serrano Foundation που εί­χε ανα­βλη­θεί λό­γω παν­δη­μί­ας. Nι­κή­τρια του ΙV δια­γω­νι­σμού ήταν η Αμε­ρι­κα­νί­δα Emily Raboteau με την ιστο­ρία της Στρείδια. Σύμ­φω­να με τον φετινό κα­νο­νι­σμό η πρό­σκλη­ση ισχύ­ει για κεί­με­να έως 100 λέ­ξεις, σε 4 γλώσ­σες, με θέ­μα την παν­δη­μία, με κα­τα­λη­κτι­κή ημε­ρο­μη­νία δωρεάν υποβολής, μέ­χρι δύο κεί­με­να ο κα­θέ­νας, την 30η Σε­πτεμ­βρί­ου 2021 και 20.000$ το πρώ­το βρα­βείο, για το οποίο θα λη­φθεί υπό­ψη και η ηλε­κτρο­νι­κή ψη­φο­φο­ρία των συμ­με­τε­χό­ντων.


Οι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Ρεύ­ματα της Hannah Vo­sku­il, Re­mem­ber του Dan Schwartz (ή την πα­ρου­σί­α­σή του σε προη­γού­μενο δελ­τίο), Νε­ρό της Patricia Martín Rivas,  Με­γά­λη Παρα­σκευή της Amanda Leduc,  The Left be­hind της Isla Tel­ford και το σύντο­μο διήγημα Nia­ga­ra Falls, 1963 του Don Herald.


Οι συλ­λο­γές μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιών Το ψάρε­μα της πέ­στρο­φας στην Α­με­ρι­κή του Ri­chard Brauti­gan και Lo­ve Sto­ries for He­ctic Pe­ople της Cathe­ri­ne McNa­ma­ra. Δείγμα από την τε­λευ­ταία: As Sim­ple as Wa­ter.


Tο δι­ή­γη­μα John Red­ding goes to sea της Zora Ne­ale Hur­ston.


Η νου­βέ­λα Μπλε βα­θύ, σχε­δόν μαύ­ρο του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού.


Η ται­νία μι­κρού μή­κους Outside των Inbal Pinto και Etgar Keret για την παν­δη­μία (διάρ­κεια 07:55 λ.)


Η μη­νιαία στή­λη Eat your words της Valerie Stivers στην ηλε­κτρο­νι­κή έκ­δο­ση του πε­ριο­δι­κού The Paris Review.


Το αφιέ­ρω­μα στο νε­ρό, Water, του ηλε­κτρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας της Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας Flash Frontier, ιδιαί­τε­ρα η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία Aquaphobia, του Jeff Taylor.


To ηλε­κτρο­νι­κό πε­ριο­δι­κό Splonk[33], με αρ­χι­συ­ντά­κτρια την Nuala O’ Connor, το οποίο δη­μο­σιεύ­ει ιρ­λαν­δι­κή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία.


H ομι­λία του ιχθυο­λό­γου Prosanta Chaknabarty στο TED με τί­τλο 4 εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης σε 6 λεπτά, στην οποία κα­τα­λή­γει ότι «Εί­μα­στε όλοι ψά­ρια» .


Τα τρα­γού­δια Les Pas­santes του Geo­rges Bras­sens και Down by the wa­ter της P. J. Harvey και η μου­σι­κή σύν­θε­ση F major της Hania Rani.


[1] Το συγκεκριμένο δελτίο διαβάζεται και μη γραμμικά, από το τέλος, ή τυχαία.
[2] Μετάφραση δική μου από το πρωτότυπο στην ισπανική γλώσσα.
[3] Σε αγγλική μετάφραση της Anne Twitty.
[4] Μετάφραση δική μου.
[5] Μετάφραση δική μου.
[6] Στη συλλογή του Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο.
[7] Μετάφραση δική μου.
[8] Μετάφραση δική μου.
[9] Μετάφραση δική μου.
[10] Μετάφραση δική μου.
[11] Μετάφραση δική μου.
[12] Μετάφραση δική μου.
[13] Μετάφραση δική μου.
[14] Στο βιβλίο του Διαψάλματα.
[15] Μετάφραση δική μου.
[16] Μετάφραση δική μου.
[17] Μετάφραση δική μου.
[18] Μετάφραση δική μου.
[19] Μετάφραση δική μου.
[20] Από την έρευνά μου στο διαδίκτυο δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία.
[21] Μετάφραση δική μου.
[22] Μετάφραση δική μου.
[23] Μετάφραση δική μου.
[24] Κυριακίδης Αχιλλέας, Μικρή περιοχή, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2007.
[25] Kenny Anthony, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, μτφ. Δ. Ρισσάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2005.
[26] Μετάφραση δική μου.
[27] Contadini Luigi, Le suggestioni del microrrelato, στο Labirinti 165, Le Forme del Narrare: Nel Tempo e tra I Generi, Universitá degli Studi di Trento, 2017.
[28] Ο James Thomas επινόησε το 1992 τον όρο flash fiction, κατά τη διάρκεια μιας έντονης καλοκαιρινής καταιγίδας σε ένα ελληνικό νησί.
[29] Ortega Julio, A flash before the Bang, στο The Rose Metal Press Field Guide to Writing Flash Fiction, επ. Tara L. Masih, Rose Metal Press, 2009.
[30] Μετάφραση δική μου.
[31] Στο βιβλίο Η τέχνη της γραφής.
[32] Μετάφραση δική μου.
[33] Η λέξη Splonk είναι η αγγλοποιημένη μορφή της ιρλανδικής λέξης splanc, η οποία είναι ουσιαστικό, γένους θηλυκού και σημαίνει αναλαμπή, λάμψη, αστραπή, ή σπίθα. Η ιρλανδική λέξη splaincín, που προέρχεται από τη λέξη splanc περιγράφει ένα θηλυκό ον με ελεύθερο πνεύμα.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#16:Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α (22-03-2021)

Δελτίο#15: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις (21-01-2021)

Δελτίο#15: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις (21-01-2021)

Δελτίο#14: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού (21-09-2020)

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Πηγή φωτογραφίας τίτλου:

https://www.instagram.com/backpackerslist/?hl=el

Πηγή φωτογραφίας τέλους:

https://unsplash.com/photos/riYdn15o96U


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ σπά­νια ἀ­φι­λο­κέρ­δεια



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ σπά­νια ἀ­φι­λο­κέρ­δεια

[τοῦ Παναγιώτη Γιατράκου]


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ἀ­πὸ λό­γο Βου­λευ­τῆ στὴ Βου­λή:

       — »Χει­μὼν δρι­μὺς ἦ­τον, ὅ­τε κα­τὰ τὸ 1822 πα­ρε­δό­θη ἡ Ἀ­κρο­κό­ριν­θος [14 Γε­νά­ρη], πλεῖ­στα δὲ λά­φυ­ρα πε­ρι­ῆλ­θον εἰς χεῖ­ρας ἡ­μῶν, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων πολ­λαὶ βα­ρύ­τι­μοι μη­λω­ταί. Ἔ­τρε­μεν ἐκ τοῦ ψύ­χους ὁ δι­ά­ση­μος τῆς Πε­λο­πον­νή­σου ὁ­πλαρ­χη­γὸς Πα­να­γι­ώ­της Γι­α­τρά­κος, καὶ ἀν­τὶ νὰ θέ­σῃ ἐ­πὶ τῶν ὤ­μων του μί­αν τῶν μη­λω­τῶν ἐ­κεί­νων, ἔ­γρα­ψεν εἰς τὴν οἰ­κο­γέ­νειάν του, ἥ­τις τῷ ἀ­πέ­στει­λε μί­αν πα­λαι­ο­κο­ζό­καν. Πα­ρά­δο­ξος ἐ­φά­νη (ἴ­σως δι­ό­τι δὲν ἐ­ξε­τι­μή­θη ἀρ­κούν­τως ἡ ἀ­φι­λο­κέρ­δεια τοῦ ἀν­δρὸς) καὶ εἰς τὸν Γα­βρι­ὴλ Ἀ­μα­νί­την καὶ εἰς τὸν Γε­ώρ­γιον Σπυ­ρί­δω­νος (τὸν ἐκ δυ­σπρα­γί­ας πα­ρα­φρο­νή­σαν­τα καὶ ἀ­πο­βι­ώ­σαν­τα πρό τι­νος χρό­νου ἐν­ταῦ­θα) καὶ εἰς τὸν Ἠ­λί­αν Μπισ­μπί­κην, καὶ εἰς αὐ­τὸν ἔ­τι τὸν ἀ­γο­ρεύ­ον­τα, νε­α­νί­αν τό­τε, ἡ τοια­ύτη τοῦ στρα­τη­γοῦ δι­α­γω­γή, ἐ­ρω­τώ­με­νος δὲ πε­ρὶ ταύ­της ἔ­λε­γεν:

       — »Ἀ­δερ­φού­λια μου, ὅ­σο ἔ­χω φο­ρέ­μα­τα στὸ σπί­τι μου, οἰ­κο­νο­μοῦ­μαι· ὅ­ταν τε­λει­ώ­σουν, ἂς εἶ­ναι κα­λὰ ἡ πα­τρί­δα».



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ Βου­λῆς Περ. Δ´, Σύν. Γ´, τόμ. α´ σ. 60, συ­νε­δρ. 29 Νο­ε­βρ. 1855.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 141 [Τίτλος: «269.— Τὸ κα­πό­το καὶ ἡ γού­να.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


Ἡρὼ Σκάρου: Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα


Ἡ­ρὼ Σκά­ρου


Ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα


ΝΑΚΑΘΙΣΕ κι ἔψαξε ψη­λα­φι­στὰ μὲ τὰ πό­δια γιὰ τὶς παν­τό­φλες του. Ἀ­φοῦ δὲν τὶς βρῆ­κε, ἄ­νοι­ξε τὸ πορ­τα­τὶφ καὶ κοί­τα­ξε τὸ πά­τω­μα. Δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Ἡ ρόμ­πα του κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸ κε­φα­λά­ρι. Τὴ φό­ρε­σε καὶ πά­τη­σε ξυ­πό­λη­τος στὸ παρ­κέ. Βρῆ­κε τὶς παν­τό­φλες στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Τε­λευ­ταῖα τὰ πράγ­μα­τα ἄλ­λα­ζαν θέ­σεις. Ἀλ­λοῦ τὰ ἄ­φη­νε κι ἀλ­λοῦ τὰ ἔ­βρι­σκε. Τὰ γυα­λιά του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Κά­θε βρά­δυ τὰ ἔ­βα­ζε στὴ θή­κη τους καὶ μέ­σα στὸ συρ­τά­ρι. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ τὰ ἔ­βρι­σκε μὲ τοὺς βρα­χί­ο­νες ἀ­νοι­χτοὺς πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο. Ἔ­τσι τὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε πάν­τα ἐ­κεί­νη· εὔ­και­ρα γιὰ ὅ­ταν εἶ­χε ἀϋ­πνί­ες κι ἤ­θε­λε νὰ δι­α­βά­σει τὴ Βί­βλο. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος ὅ­μως κοι­μό­ταν μιὰ χα­ρά. Μο­νά­χα γιὰ νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα ση­κω­νό­ταν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ξά­πλω­νε πάν­τα στὴν πλευ­ρὰ ποὺ ἦ­ταν πιὸ κον­τὰ στὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη δὲν ση­κω­νό­ταν τὴ νύ­χτα. Δὲν ἔ­πι­νε βέ­βαι­α καὶ πο­λὺ νε­ρό. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος τῆς τὸ θύ­μι­ζε συ­χνά· τὸ εἶ­χε πεῖ καὶ ὁ για­τρός. Τῆς πή­γαι­νε τὸ πο­τή­ρι γε­μά­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἴ­σα ποὺ ἔ­παιρ­νε με­ρι­κὲς γου­λι­ὲς γιὰ νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ χά­πια της. Τώ­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος τὸ κου­τί της γιὰ τὰ φάρ­μα­κα. Κά­θε μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας σὲ ξε­χω­ρι­στὴ θή­κη. Τὸ ἔ­κα­νε για­τί μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ συ­νέ­βαι­ναν φο­βό­ταν πὼς ἴ­σως, λό­γω ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ξε­χνά­ει. Στὸ μπά­νιο, εὐ­τυ­χῶς, δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ πολ­λὰ γιὰ νὰ μπερ­δευ­τοῦν. Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά του, σκού­ρα μπλέ, ἂν δὲν βρι­σκό­ταν στὸ πο­τή­ρι θὰ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν νι­πτή­ρα. Ἡ δι­κή της ἦ­ταν ἀ­νέγ­γι­χτη στὴ θέ­ση της. Τὶς ἄλ­λα­ζε πάν­τα καὶ τὶς δύ­ο κά­θε πρώ­τη τοῦ μή­να. Οὔ­τε μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα στὸ λου­τρὸ ὑ­πῆρ­χε πρό­βλη­μα. Πα­ρό­μοι­ες πε­τσέ­τες εἶ­χαν, καὶ ὅ­σο γιὰ τὰ σα­πού­νια, ὅ,τι ἄ­ρε­σε σ’ ἐ­κεί­νη χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κι αὐ­τός.  Στὴν κου­ζί­να ἦ­ταν ποὺ δυ­σκό­λευ­αν τὰ πράγ­μα­τα. Ἐ­νῶ θυ­μό­ταν πὼς τὴν προ­η­γού­με­νη εἶ­χε πλύ­νει τὴ δι­κή του κού­πα τοῦ κα­φέ, δί­πλα στὸν νε­ρο­χύ­τη εἶ­χε στραγ­γί­σει ἡ δι­κιά της. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν πὼς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει γά­λα μὲ 3,5 τοῖς ἑ­κα­τὸ λι­πα­ρὰ ἀλ­λὰ στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­βρι­σκε τὸ ἄ­πα­χο. Τὸ ἔ­παιρ­νε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ά­στη­μα γιὰ ἐ­κεί­νη· τὸ ἄλ­λο τῆς ἔ­πε­φτε βα­ρύ. Ὄ­χι πὼς αὐ­τὸ τὸ ἔ­πι­νε· μὲ τὸ ζό­ρι νὰ κα­τά­φερ­νε ἕ­να φλι­τζα­νά­κι τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ σα­λό­νι ὑ­πῆρ­χε τὸ θέ­μα μὲ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ὅ­πο­τε τὴν ἄ­νοι­γε μὲ τὸ κον­τρόλ, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν τὸ κα­νά­λι ποὺ ἔ­δει­χνε τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της σει­ρά. Ἀλ­λὰ ὁ Χρι­στό­φο­ρος ἔ­βλε­πε τὶς εἰ­δή­σεις στὸ ἄλ­λο. Καὶ αὐ­τὸ τὸ σε­με­δά­κι, ποὺ ἔ­πε­φτε λί­γο στὸ πά­νω μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­κεῖ, μὲ τὴν ἄ­κρη του νὰ κρύ­βει τὸ σῆ­μα τοῦ κα­να­λιοῦ. Ἐ­πι­πλέ­ον, μο­νά­χα τὴ δι­κή της πο­λυ­θρό­να, τὴν κου­νι­στή, ἔ­βρι­σκε νὰ κοι­τά­ει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ δι­κή του ἦ­ταν γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Για­τί νὰ βλέ­πει ἔ­ξω; Ποι­όν πε­ρί­με­νε; Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἀ­φοῦ ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, ἔ­τσι καὶ θὰ μεί­νουν. Ἡ πο­λυ­θρό­να εἶ­ναι βα­ριὰ γιὰ νὰ τὴ σέρ­νει πέ­ρα-δῶ­θε. Ἡ μέ­ση του δὲν ἀν­τέ­χει πιά. Θὰ κά­θε­ται στὴν κου­νι­στή. Καὶ τὸ κέν­τη­μα ἂς κρύ­βει τὸ σῆ­μα. Μή­πως καὶ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­πομ­πὲς ποι­ό κα­νά­λι βλέ­πει; Ὅ­σο γιὰ τὸ γά­λα, κα­λύ­τε­ρα νὰ πί­νει τὸ ἐ­λα­φρύ. Οἱ πρό­σφα­τες ἐ­ξε­τά­σεις του εἶ­χαν δεί­ξει αὐ­ξη­μέ­να τρι­γλυ­κε­ρί­δια. Καὶ ἡ κού­πα της στὸ κά­τω κά­τω ἴ­δια μὲ τὴ δι­κή του ἦ­ταν. Μο­νά­χα τὸ χρῶ­μα στὸ χε­ρού­λι ἄλ­λα­ζε. Ἀ­κό­μη καὶ τὰ γυα­λιὰ ἀ­νοι­χτὰ τὸν βό­λευ­αν πιά· δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε εὔ­κο­λα ὁ ὕ­πνος. Εἶ­χε κι­ό­λας δι­α­βά­σει μέ­χρι τὸν Ἐκ­κλη­σια­στή. Καὶ μιὰ καὶ ξυ­πνοῦ­σε συ­νέ­χεια στὴ με­ριά της θὰ ξά­πλω­νε ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει νὰ ψά­χνει τὶς παν­τό­φλες του κά­θε πρωΐ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει δύο συλ­λο­γές δι­η­γη­μά­των: Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018) καὶ Ἡ ζωὴ ὅπως εἶναι (Κέδρος,  2020).


Σπύρος Ν. Παππᾶς: Κουνέλι στιφάδο


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Κου­νέ­λι Στι­φά­δο


ΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΟΝ και­ρό, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ μὲ γνω­ρί­σει ἐ­πι­τέ­λους στὴ μη­τέ­ρα της. Ἴ­σως ἔ­τσι θὰ ἡ­σύ­χα­ζε. Καὶ ἐ­κεί­νη, καὶ ἡ μη­τέ­ρα της. Στὸ τρα­πέ­ζι ὑ­πῆρ­χε σερ­βι­ρι­σμέ­νο κου­νέ­λι στι­φά­δο. Στὸ πιά­το μου, ἀ­νά­με­σα στὸ κρέ­ας καὶ τὰ κρεμ­μύ­δια, δι­έ­κρι­να τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ μά­τι τοῦ κου­νε­λιοῦ. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ κοι­τοῦ­σε δι­ε­ρευ­νη­τι­κά. Ἄν­τε τώ­ρα νὰ ἐ­ξη­γεῖς ὅ­τι δὲν τρῶς κου­νέ­λι, καὶ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­νε­λά­κι πού σοῦ εἴ­χα­νε χα­ρί­σει γιὰ κα­τοι­κί­διο, ὅ­ταν πα­ρα­με­γά­λω­σε, τὸ δώ­σα­νε στὸν θεῖ­ο Δη­μή­τρη γιὰ νὰ τὸ ξε­πα­στρέ­ψει. Καὶ ὅ­τι τὴν ἴ­δια μέ­ρα, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, μο­σχο­βο­λοῦ­σε τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ κρεμ­μύ­δι, τὰ δαφ­νό­φυλ­λα καὶ τὴ ντο­μά­τα, ποὺ μα­γεί­ρευ­αν τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο στι­φά­δο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἔ­τρω­γες. Ἔ­πι­α­σα μιὰ γεν­ναί­α πι­ρου­νιὰ καὶ τὴν ἔ­βα­λα γρή­γο­ρα στὸ στό­μα μου, ἀ­φοῦ πα­ρα­μέ­ρι­σα τὸ μά­τι. Ὡς γνω­στόν, ὁ ἔ­ρω­τας περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ στο­μά­χι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι

[τοῦ Γιώργου Τσόγκα]


ΣΟ ΜΙΣΟΥΣΕ τοὺς Τούρ­κους, τό­σο τὴς Τουρ­κά­λες τὴς εἶ­χε στὴν καρ­διά του. Κά­πο­τε ἅρ­πα­ξε μιὰν ὄ­μορ­φη Τουρ­κο­πού­λα καὶ δὲν ἐν­νο­οῦ­σε πειὰ νὰ χω­ρι­στῇ ἀ­π’ αὐ­τή. Τό­τε ἡ κυ­ρὰ Τσόγ­και­να πῆ­γε στὸ Δε­σπό­τη καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε.

       — Ὠ­ρέ, ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναῖ­κα μου, εἶ­πε ὁ πα­λιὸς ὁ Κλέ­φτης, μὰ παι­διὰ δὲ μοῦ κά­νει, καὶ πῆ­ρα του­τη­δῶ νὰ μοῦ κά­νῃ κα­νέ­να…

       Ὁ Δε­σπό­της, τί νὰ κά­μῃ; Συ­φω­νή­θη­κε νὰ βα­φτι­στῇ μο­να­χὰ τὸ χα­νου­μά­κι, καὶ ἂς πά­ῃ στὴν εὐ­κή. Πῆ­ρε ὁ Δε­σπό­της κα­μιὰ δι­α­κο­σα­ριὰ ρουμ­πι­έ­δες (σὰν πολ­λοὶ φαί­νον­ται), κι’ ὁ γέ­ρο-Τσόγ­κας ἔ­ζη­σε μὲ τὸ χα­ρέ­μι του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Voutier, Lettres sur la Grèce, Paris, 1826 σ. 60.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 142-143 [Τίτλος: «274.— Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Πανουτσοπούλου Χαρίκλεια: Σὰν πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


Πα­νου­τσο­πού­λου Χα­ρί­κλεια


Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


ΥΤΟΣ Ο ΩΡΑΙΟΣ ΑΝΔΡΑΣ, ἀ­λη­θι­νὸς καὶ μὲ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, μὲ λυ­μέ­νη τὴν γρα­βά­τα καὶ τὴν φω­το­γρα­φί­α μιᾶς γυ­ναί­κας στὸ πορ­το­φό­λι του, παίρ­νει ἔ­τσι στὴν τύ­χη ἀ­πὸ ἀ­νί­α ἤ ἀ­μη­χα­νί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νυ­χτε­ρι­νὸ τρέ­νο .

        Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πρώ­του βα­γο­νιοῦ τῆς ὑ­περ­τα­χεί­ας. Ἔ­χει τὰ μά­τια του κλει­στά, τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να πά­νω στὸ ὑ­πο­γά­στριο, οἱ βλε­φα­ρί­δες του τρε­μο­παί­ζουν, βου­λιά­ζει σὲ κά­ποι­ον τρο­μα­κτι­κὸ ἐ­φιά­λτη ποὺ τὸν κά­νει καὶ ἀ­να­σαί­νει γρή­γο­ρα, γλι­στρᾶ σι­γὰ-σι­γὰ στὰ βὸλτ τῆς ἀ­ναι­ρέ­σι­μης λο­γι­κῆς τοῦ ὀ­νεί­ρου του, στὸ χά­σκον στό­μα του γυ­α­λί­ζουν δύ­ο χρυ­σὰ δόν­τια .

        Ἡ μη­χα­νή, τὰ γρα­νά­ζια, οἱ τρο­χοί, οἱ ἄ­ξο­νες καὶ τὰ ἔμ­βο­λα ἔ­χουν πά­ρει ἐμ­πρός, ἡ ἁ­μα­ξο­στοι­χί­α δι­α­σχί­ζει σὰν σί­φου­νας τὴν σκο­τει­νὴ ὕ­παι­θρο σφυ­ρί­ζον­τας δί­πλα στὶς ἀ­πο­βά­θρες τῶν σταθ­μῶν ἐ­κεῖ ὅ­που οἱ ἐ­ναγ­κα­λι­σμοὶ τῶν ἐ­ρα­στῶν κα­θυ­στε­ροῦν ἀ­φί­ξεις καὶ ἀ­να­χω­ρή­σεις .

        Σὲ δε­κα­πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κά, στὴν στρο­φὴ με­τὰ τὴν γέ­φυ­ρα, ὅ­λα θὰ γί­νουν τό­σο ξαφ­νι­κά. Ἕ­να γε­γο­νὸς μὲ ἔ­δα­φος καὶ οὐ­ρα­νό, μιὰ πρά­ξη κε­ραυ­νο­βό­λα θὰ σκί­σει τὸν πλα­κούν­τα τοῦ ὕ­πνου του. Ὁ ἐ­φιά­λτης του θὰ δι­α­με­σο­λα­βή­σει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σὰν αὐ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεί­α, σὰν  με­τω­νυ­μί­α ἀ­συ­νεί­δη­της ἐ­πι­θυ­μί­ας θα­νά­του.

        Ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ πρό­σκρου­ση μὲ τὸ ἄλ­λο τρέ­νο ποὺ λό­γῳ ὀ­λι­γω­ρί­ας τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἁ­μα­ξο­στοι­χί­ας ξε­χύ­νε­ται ἀ­χα­λί­νω­το στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες καὶ μὲ ἀν­τί­θε­τη φο­ρά, θὰ ἐκ­σφεν­δο­νί­σει τὸν ὡ­ραῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­δρα σὰν πά­νι­νη κού­κλα χω­ρὶς πρό­σω­πο.

        Ἡ νύ­χτα θὰ τὸν βρεῖ στὴν ἀ­πό­λη­ξη τῆς δι­α­δρο­μῆς τραυ­μα­τι­σμέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο πά­νω στὸ γρα­σί­δι, ἔ­χον­τας σκί­σει τὸ μπλὲ ρου­ὰ κο­στού­μι του ἀ­πὸ τὰ ἀγ­κά­θια, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ ἐ­πι­μέ­νει ἐμ­φαν­τι­κὰ στὸν πα­θη­τι­κὸ ρεμ­βα­σμὸ τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, στὴν ἀ­πρό­βλε­πτη καὶ ἀ­κα­ρια­ία ἀ­λή­θεια τοῦ σκη­νι­κοῦ ἑ­νὸς μοι­ραί­ου ἀ­τυ­χή­μα­τος.

        Ἑ­νὸς σκη­νι­κοῦ χω­ρὶς ἐ­ξι­δα­νι­κευ­τι­κὸ πέ­πλο, ὑ­πὸ τὸν ψυ­χρὸ τε­χνη­τὸ φω­τι­σμὸ ἑ­νὸς προ­βο­λέ­α. Ἑ­νὸς ἀ­πει­κά­σμα­τος ἔμ­μο­νης ψευ­δαί­σθη­σης μὲ σκι­ές, ἴ­χνη καὶ συ­νέ­πει­ες ποὺ χά­νε­ται καὶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὸν χρό­νο, δι­α­περ­νᾶ τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το σὰν ἀ­να­πα­ρά­στα­ση μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, σὰν σε­κὰνς τῆς πρά­ξης τοῦ ὀ­νει­ρεύ­ε­σθαι. Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon ποὺ ἐ­νοι­κών­τας καὶ ὁ­ρί­ζον­τας τὸ ἀ­τύ­χη­μα μὲ μιὰ δι­κή του ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πο­λυ­ση­μί­α, δὲν ἀ­πώ­λε­σε πο­τὲ τὴν σα­γή­νη τῆς ἀ­πί­στευ­της ἀ­θω­ό­τη­τάς του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χαρίκλεια Πανουτσοπούλου (Πάτρα). Σπούδασε Ψυχο­λο­γία στὸ Παρίσι. Έργάσθηκε σὲ ψυχιατρικὴ κλινική. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογή slides (Γαβριηλίδης, 2010), τὴ συλλογὴ μικρῶν πεζῶν Φόνος (ΑΩ, 2013) καὶ τὴ νουβέλα Μontage (ΑΩ, 2016).


Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon, Self-Portrait-anagoria, (1936)

Γιάννης Παγώνης: Ἡ Γριά


Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Ἡ Γριά


ΕΦΤΟΝΤΑΣ μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τῶν ἑ­κα­τὸ χι­λι­ο­μέ­τρων πά­νω στὸν κορ­μὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἐ­λιᾶς, του­λά­χι­στον ἀ­πὸ με­ριά μου δὲν ἔ­νοι­ω­σα τὸ πα­ρα­μι­κρό, χω­ρὶς νὰ μπο­ρῶ νὰ δι­α­βε­βαι­ώ­σω τὸ ἴ­διο καὶ ἐκ μέ­ρους τῆς γυ­ναι­κός μου.

        Μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ χί­λια με­γά­φω­να, δι­έ­τα­ξε ἀ­ρει­μά­νια:

        «Ἐ­σὺ ὁ ὁ­δη­γός, γραμ­μὴ γιὰ τὸ Γρα­φεῖ­ο!», καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα, «καὶ σὺ γύ­ναι ἡ συ­νε­πι­βά­της, τα­χιὰ στὸ Μα­γει­ρεῖ­ο!».

        Ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ βρέ­θη­κα μό­νος σ΄αὐ­τὸ τὸ φω­τει­νό­τα­το δω­μά­τιο. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ζε­στὸ ἐν­δι­αί­τη­μα δέ­κα πε­ρί­που τε­τρα­γω­νι­κῶν, μὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες ὣς τὸ τα­βά­νι, ἕ­να γρα­φεῖ­ο πα­λιὸ δρύ­ϊ­νο, μιὰ κα­ρέ­κλα ἀ­να­παυ­τι­κὴ μὲ μα­ξι­λα­ρά­κι καὶ ἄ­φθο­νη γρα­φι­κὴ ὕ­λη ποὺ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας στιγ­μὴ τέ­θη­κε στὴ δι­ά­θε­σή μου.

        Τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρί­σκε­ται στὰ δε­ξιά μου τυ­φλό. Πόρ­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.

        Πό­σο και­ρὸ βρί­σκο­μαι σ΄αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο δὲν μπο­ρῶ ν΄ἀ­παν­τή­σω. Ἴ­σως λί­γα λε­πτά τῆς ὥ­ρας, ἴ­σως μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ὅ­τι βρί­σκο­μαι σὲ ἕ­να χῶ­ρο κα­τα­δι­κό μου ἐν ἀ­πο­λύ­τῳ ἡ­συ­χί­ᾳ, ἔ­τσι ὥ­στε τὸ πα­λιό μου ὄ­νει­ρο νὰ γρά­ψω ἀ­πε­ρί­σπα­στος κά­ποι­α στιγ­μὴ βρί­σκει ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σχε­τι­κὴ δι­καί­ω­ση.

        Γιὰ ὅ­λα αἰ­τί­α εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ἡ πα­λι­ό­γρια, ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη μαυ­ρο­φο­ροῦ­σα ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε νὰ βα­δί­ζει στὴν ἄ­κρη τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ δρό­μου σὰν ἀ­ε­ρι­κό, λί­γο πρὶν τὴ στρο­φὴ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου.

        Τὴν εἶ­χα ξα­να­συ­ναν­τή­σει τὸ 1998 σὲ μιὰ κα­λο­και­ρι­νὴ ἐκ­δρο­μὴ στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ση­μεῖ­ο. Ὁ­δη­γοῦ­σα τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το, ἕ­να «Το­γι­ό­τα Κο­ρό­λα», δί­πλα μου συ­νο­δη­γὸς ἦ­ταν πά­λι ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­νο ποὺ στὰ πί­σω κα­θί­σμα­τα τὰ δυ­ό μου ἀ­γό­ρια γκρί­νια­ζαν γιὰ τὸ μά­κρος τῆς δι­α­δρο­μῆς ἔ­χον­τας σπά­σει μὲ τὰ βα­βί­σμα­τά τους κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὰ νεῦ­ρα μου.

        Τό­τε εἶ­χα κό­ψει λί­γο τα­χύ­τη­τα μὴν τὴν χτυ­πή­σω καὶ βρῶ κα­νὰ μπε­λά. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της μοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ φρε­νά­ρω. Πλη­σί­α­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ γορ­γὸ γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της βη­μα­τι­σμὸ καὶ βγά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸν κόρ­φο της δυ­ὸ ρό­δια θε­ό­ρα­τα τὰ ἔ­τει­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ συ­νο­δη­γοῦ, στὰ κού­τσι­κα.

        Ἅ­πλω­σαν ἐ­κεῖ­να τὰ χε­ρά­κια τους, καὶ πῆ­ραν τοὺς καρ­ποὺς μὲ μιὰ σο­βα­ρό­τη­τα ἐμ­πο­τι­σμέ­νη πλέ­ρια εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ποὺ μοῦ ἔ­κα­νε θυ­μᾶ­μαι ἐν­τύ­πω­ση.

       Τῆς μί­λη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου ἐν­τε­λῶς αὐ­θόρ­μη­τα:

       «Χρω­στᾶ­με κά­τι;,», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ γριὰ θὰ ἦ­ταν κά­ποι­α φτω­χή, ποὺ προ­σπα­θοῦ­σε μ΄αὐ­τὸν τὸν ἀ­νοί­κειο τρό­πο νὰ που­λή­σει τὴν πρα­μά­τεια της.

       Τό­τε αὐ­τὴ τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε μ΄ ἕ­να λυ­πη­μέ­νο βλέμ­μα ποὺ δὲν ἐ­πι­δε­χό­ταν τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀν­τίρ­ρη­ση:

       «Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα κυ­ρά μου!», καὶ στρε­φό­με­νη ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὴν πο­ρεί­α μας, χά­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς κα­θρέ­φτες μου.

       Εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­τυ­χε νὰ κά­νω τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Μό­νο ποὺ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ ἀ­γό­ρια βρί­σκον­ταν στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ γιὰ σπου­δές, καὶ ἔ­τσι μὲ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου ἀ­να­πο­λοῦ­σα ἀ­μί­λη­τος τὴν προ­η­γού­με­νη χρυ­σὴ ζω­ή μας, τὴν κα­λο­και­ρι­νή, μὲ μιὰ δό­ση νο­σταλ­γί­ας.

       Βρέ­θη­κα στὴ στρο­φὴ πρὶν ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο.

       Μιὰ γριὰ προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά, κρα­τών­τας σὲ μιὰ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα τυ­λι­μέ­νο ἕ­να πιά­το μᾶλ­λον μὲ κό­λυ­βα. Θὰ τὰ πή­γαι­νει σκέ­φτη­κα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ δι­ά­βα­σμα. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της ἡ γριὰ γύ­ρι­σε καὶ μᾶς κοί­τα­ξε. Εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ γνω­στὸ πε­ρί­λυ­πο βλέμ­μα ποὺ γνώ­ρι­σα κά­πο­τε. Ἄρ­χι­σα νὰ τρέ­μω σύγ­κορ­μα.

       Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς γυ­ναί­κας μου. Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο κα­τά­πλη­κτη μὲ μέ­να. Ψέ­λι­σε:

       «Εἶ­ναι ἡ γριά, ὅ­πως τό­τε μὲ τὰ παι­διά.»

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν», τῆς ἀ­γρι­ο­μί­λη­σα. «Ἔ­χουν πε­ρά­σει δὰ τό­σα χρό­νια. Ἡ γριὰ μᾶλ­λον θὰ βρί­σκε­ται πε­θα­μέ­νη ἐ­δῶ καὶ και­ρό.»

        Ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή, ἔ­χα­σα τὸ τι­μό­νι.

        Τὰ ὑ­πό­λοι­πα τὰ γνω­ρί­ζε­τε.

       Κά­θο­μαι τὸ λοι­πὸν στὸ Γρα­φεῖ­ο, καὶ συν­τάσ­σω κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, προ­σπα­θών­τας νὰ βρῶ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα ποὺ μέ­χρις ὥ­ρας μοῦ δι­α­φεύ­γει. Ἀλ­λὰ εὐ­τυ­χῶς! Ἔ­χω μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα μπροστά μου…


* * *


Προ­χώ­ρη­σε ὣς τὴ σι­δε­ρέ­νια καγ­κε­λό­πορ­τα τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, πέ­ρα­σε ἀ­πέ­ναν­τι τὸν δρό­μο καὶ χά­θη­κε μὲς στὰ χω­ρά­φια μὲ τὶς αἰ­ω­νό­βι­ες ἐ­λι­ές.

        Κά­που στὸ λόγ­γο, ἔ­στε­κε μο­να­χὸ ἕ­να σπι­τά­κι. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κε.

        «Κα­λῶς τὴν ἀ­δελ­φή μας τὴν ψυ­χο­πο­νιά­ρα!» ἔ­συ­ρε μιὰ γριὰ φα­φού­τα ποὺ ἔ­πλε­κε μ΄ἕ­να βε­λο­νά­κι.

        «Τὰ κα­νό­νι­σες ὅ­πως πρέ­πει;», ρώ­τη­ξε μιὰ δεύ­τε­ρη, ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἕ­να δελ­τί­ο λότ­το κα­θι­σμέ­νη σ΄ἕ­ναν σο­φὰ κον­τὰ στὸ πα­ρα­θύ­ρι γιὰ νὰ βλέ­πει.

       «Ὅ­λα, ἀ­δελ­φές μου ἀ­γα­πη­μέ­νες, γί­ναν κα­τὰ πὼς ται­ριά­ζει. Του­λά­χι­στον, γλυ­τώ­σα­νε τὰ παι­διά…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


«Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ»

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ ἄγνωστου παλληκαριοῦ του]


— «ΠΟΘΕΝ ἡ φρά­σις, ἡ κοι­λιά του παί­ζει Κα­ρα­ϊ­σκά­κη;

       »Μέ­χρι τοῦ 1860 ἐν Ἀ­θή­ναις ὁ δι­ερ­χό­με­νος τὴν ὁ­δὸν Αἰ­ό­λου ἔ­βλε­πε πα­ρὰ τὴν Χρυ­σο­σπη­λαι­ώ­τισ­σαν ἑ­ξη­κον­τού­τη τι­νὰ μι­ξο­πό­λιον*, κά­τι­σχνον, αὐχ­μη­ρόν, ρα­κώ­δη φο­ροῦν­τα φου­στα­νέλ­λαν καὶ ξε­φτι­σμέ­να με­ϊν­τα­νο­γέ­λε­κα, ἔ­χον­τα δὲ φέ­σιον πε­ρι­δε­δε­μέ­νον διὰ ρυ­πα­ροῦ μαύ­ρου μαν­δη­λί­ου. Ἦ­το στρα­τι­ώ­της τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη. Πλη­σί­ον τῆς μαρ­μα­ρί­νης κρή­νης καὶ ἐ­πὶ τῆς ὑ­πε­ρυ­ψή­λου λεύ­κης στη­ρι­ζό­με­νος, ἐ­κά­θη­το σταυ­ρο­πό­δι κα­τὰ γῆς. Οἱ Ἕλ­λη­νες δι­ήρ­χον­το παμ­πλη­θεῖς πρὸ αὐ­τοῦ, καλ­λί­τε­ροι οἱ τό­τε τῶν ση­με­ρι­νῶν, ἀλ­λὰ πο­λὺ ὑ­πο­δε­έ­στε­ροι τῶν ἀν­δρῶν, με­θ’ ὧν συ­νε­πο­λέ­μη­σεν ἐ­κεῖ­νος κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να. Εὐ­τυ­χής, ὅ­τι δὲν τοὺς ἔ­βλε­πεν. Ἦ­το τυ­φλός. Εἴς τι καυ­κί­ον τι­νὲς τῶν πα­ρερ­χο­μέ­νων ἔρ­ρι­πτον ὀ­λί­γα λε­πτά. Ἦ­το λοι­πὸν ἐ­παί­της; Ὄ­χι, ἦ­το ἀ­οι­δός. Ἔ­χα­σε τὰ ὄμ­μα­τά του εἰς τὴν μά­χην τοῦ Φα­λή­ρου. Τὰ τι­μη­μέ­να ἄρ­μα­τά του ἐ­πώ­λη­σε διὰ νὰ ζή­σῃ ἐ­πί τι­να χρό­νον. Ἔ­πει­τα λύ­ραν εἰς τὰς χεῖ­ρας κρα­τῶν, πλα­νώ­με­νος ἀ­νὰ τὴν Ρού­με­λην, ἣν ἄλ­λο­τε δι­ῆλ­θεν ὡς πο­λε­μι­στής, ἦλ­θεν εἰς Ἀ­θή­νας, ὑ­πὲρ τῆς ὁ­ποί­ας ἀ­πώ­λε­σε τὴν ὅ­ρα­σίν του. Εἰς τὸν κορ­μὸν τῆς λεύ­κης στη­ρι­ζό­με­νος, ἔ­ψαλ­λεν ἄ­θλους ἀν­δρῶν ἡ­ρώ­ων. Ἀλ­λὰ τὸ συ­νη­θέ­στα­τον καὶ προ­σφι­λέ­στα­τον ᾆ­σμά του ἦ­το τὸ ἀρ­χό­με­νον οὕ­τω: “Τρί­α που­λά­κια κά­θον­ται στὸ κά­στρο τῆς Ἀ­θή­νας…”, ἔν­θα ἐ­ξαί­ρον­ται οἱ πρὸς λύ­σιν τῆς πο­λι­ορ­κί­ας τῆς Ἀ­κρο­πό­λε­ως ἀ­γῶ­νες τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ ὁ διὰ τοῦ­το θά­να­τος αὐ­τοῦ. Ἔ­λαμ­πε τό­τε τὸ αὐχ­μη­ρὸν πρό­σω­πον τοῦ τυ­φλοῦ ἀ­οι­δοῦ, ἀλ­λὰ καὶ δά­κρυ­α ἔ­βρε­χον τὰς κα­τί­σχνους πα­ρειάς του, ὅ­ταν μά­λι­στα ἔ­ψαλ­λε τὴν ἐ­πῳ­δόν: “Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ”, ὅ­λην του τὴν ψυ­χὴν ἐμ­βάλ­λων εἰς τὰς χορ­δὰς τῆς πε­νι­χρᾶς λύ­ρας ὁ πει­να­λέ­ος ἀ­οι­δός. Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­τὰ τὸ “ἡ κοι­λιά του παί­ζει λύ­ρα ἢ ταμ­που­ρᾶ” πα­ρῴ­δη­σαν αὐ­τήν».


* μι­ξο­πό­λιος· ψαρομάλλης.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐ­φη­με­ρὶς τῶν Συ­ζη­τή­σε­ων» 7 Μα­γιοῦ 1895.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 264 [Τίτλος: «572.— «Παί­ζει Κα­ρα­ϊ­σκά­κη».].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), Τυ­φλὸς τραυ­μα­τίας, Ἐ­θνι­κὴ Πι­να­κο­θή­κη – Μου­σεῖο Ἀ­λε­ξάν­δρου Σού­τζου.



		

	

Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca): Ἡ ἀ­να­μο­νή



Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca)


Ἡ ἀ­να­μο­νή

(La espera)


(ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος φτά­νει καὶ παίρ­νει θέ­ση πλά­ι σ’ ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­τρα ποὺ πε­ρι­μέ­νει κάμ­πο­ση ὥ­ρα στὸ παγ­κά­κι. Ἔ­πει­τα χα­μο­γε­λοῦν καὶ πιά­νουν κου­βέν­τα.)

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Γειά, πῶς πά­ει;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Τὰ ἴ­δια, ἐ­σύ;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Πε­ρι­μέ­νω, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: (Συ­νο­φρυ­ώ­νε­ται.) Τὶ πε­ρι­μέ­νεις;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Νά ’ρ­θουν.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ποι­οὶ εἶ­ναι νά ’ρ­θουν;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: (Μει­δι­ών­τας καὶ μὲ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα.) Εἶ­σαι και­νού­ριος σ’ αὐ­τό, σω­στά;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ναί, σή­με­ρα τὸ πρω­ῒ ἔ­φτα­σα.

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται!

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Λοι­πόν, ποι­ούς πε­ρι­μέ­νεις;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Πε­ρι­μέ­νου­με! Εἴ­μα­στε κι οἱ δυ­ὸ σ’ αὐ­τό.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Συγ­γνώ­μη, κι ἐ­γώ;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Κι ἐ­σύ, ναί. Δὲν φαί­νε­σαι κα­λά, δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Δὲν φαί­νο­μαι τί;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: (Μὲ βλέμ­μα ὁ­λωσ­δι­ό­λου ἀ­πο­ρη­μέ­νο.)

Σσσς! Ἄ­κου­σε. Ἔ­φτα­σαν, εἶ­ναι ἐ­δῶ.


Ἀ­μέ­σως με­τά, ση­κώ­νον­ται κι οἱ δυ­ὸ ὄρ­θιοι. Τὸ ἔ­δα­φος σεί­ε­ται κι ὕ­στε­ρα ἕ­να ρῆγ­μα σχη­μα­τί­ζε­ται. Δυ­ὸ ἄν­τρες ἐ­φορ­μοῦν καὶ τοὺς προ­τρέ­πουν νὰ κα­τέ­βουν. Τε­λι­κά, στὸ χεῖ­λος τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος ποὺ χαί­νει μπρο­στὰ στὸν ΝΕΟ ΑΝΤΡΑ βλέ­που­με τὸ ρῆγ­μα νὰ κλεί­νει, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι τους κα­τε­βαί­νουν. Ἕ­νας ἄλ­λος ἄν­τρας παίρ­νει θέ­ση στὸ παγ­κά­κι.


Πη­γή: Minificcionistas Pandemicos, Microbios. Antologia, πρό­λο­γος: Patricia Nasello, Λί­μα, Dendro ediciones, 2020.

Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca) (Τρου­χί­γιο, 1986 ). Πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: Micro­acerti­jos li­te­ra­ri­os (Edicio­nes O­rem, 2009), Alte­ra­cio­nes (E­di­cio­nes O­rem, 2013) καὶ Gra­fitos (Quarks E­di­cio­nes di­gi­ta­les, 2020).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Άθανασία Μαυρομμάτη: Ἀμάκα


Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη


Ἀ­μά­κα*


ΑΘΙΣΤΗ στὰ πόδια σου. Μὲ χό­ρευ­ες. Ποῦ καὶ ποῦ μοῦ ’­δι­νες καὶ κά­να μπά­τσο. Ἀ­νά­λα­φρο, δρο­σι­στι­κό. Δρο­σι­ζό­μου­να στὴν ἀ­νοι­χτή σου τὴ φού­στα τὴ γκρί­ζα μὲ τὰ στι­κτὰ λα­χού­ρια, τὴν ξα­σπρι­σμέ­νη ἀ­π’ τ’ ἀ­τέ­λει­ω­τα πλυ­σί­μα­τα, τὴ μα­λα­κιὰ σὰν τ’ ἄγ­γιγ­μά σου. Μύ­ρι­ζα τὶς μυ­ρω­δι­ές της, ψω­μὶ φουρ­νι­στὸ καὶ κρα­βα­τί­να καὶ κλά­δες τοῦ ξυ­λό­φουρ­νου καὶ χῶ­μα καὶ πέ­τρα κι ἀ­σβέ­στη. Μοῦ σπά­γα­νε τὴ μύ­τη. Μὲ ζέ­σται­ναν. Ξέ­ρω ποὺ μ’ ἀ­γά­πα­γες, τὸ κα­τά­πι­να μέ­σα ἀ­π’ τὴν ἀ­νά­σα σου τὴ χλω­ρή, τὶς τοῦ­φες τ’ ἀ­χτέ­νι­στα μαλ­λιά σου, γκρί­ζα, ἄλ­λα κι­τρι­νό­λευ­κα, σὰν τὰ μπαμ­πά­κια καὶ τ’ ἀ­φρο­λὲξ τὰ πε­τα­μέ­να στὴ γω­νιὰ τῆς αὐ­λῆς μὲ τὰ κλα­ριά. Ποὺ δὲ προ­λά­βαι­νες νὰ σκου­πί­σεις. Γέ­λα­γες κι ἀ­στρά­φταν σάρ­κι­να τὰ οὖ­λα σου καὶ τὰ λί­γα δόν­τια ποὺ σ’ ἀ­πο­μεῖ­ναν. Ἂν εἶ­χες γά­λα τὸ ξέ­ρω, θά ’­βγα­ζες νὰ μὲ βυ­ζά­ξεις. Για­τί μ’ ἀ­γά­πα­γες δὲ ξέ­ρω. Ξέ­μα­θα ἀ­πὸ λο­γι­κὴ κον­τά σου. Ἔ­βα­ζες μιὰ φω­νὴ πού­ι πού­ι πού­ι νὰ μα­ζέ­ψεις τὶς κό­τες καὶ τὰ που­λιά, ν’ ἀ­πι­θώ­σεις τὸ τσίγ­γι­νο τ’ ἀγ­γει­ὸ μὲ τὰ ψω­μιὰ τὶς κό­ρες μου­σκε­μέ­να. Κα­τό­πι νὰ μά­σεις τὶς δου­λει­ὲς γρή­γο­ρα-γρή­γο­ρα, νὰ προ­κά­μεις νὰ μοῦ φέ­ρεις τ΄αὐ­γού­λι ζε­στὸ ἀ­κό­μα ἀ­π’ τὴν κό­τα. Νὰ μοῦ τὸ λει­ώ­σεις στὸ πο­τή­ρι μὲ τὰ κομ­μά­τια τὶς ψί­χες. Τὸ γά­λα τὸ ζε­στὸ μὲ μπου­κι­ὲς ψω­μὶ μέ­σα. Γά­λα ἀ­π’ τὸ τε­νε­κε­δά­κι βρα­σμέ­νο μὲ τὴν πέ­τσα του, ἄρ­με­γες τὴν κα­τσί­κα μὲ τὴν ἴ­δια τρυ­φε­ρά­δα, ὅ­μοι­α τὴ ζέ­στα ποὺ ζύ­μω­νες. Κι ὕ­στε­ρα τὴν πίτ­τα. Ἀρ­μά­θια­ζες τὰ κα­πνὰ κα­θι­σμέ­νη κα­τά­χα­μα κι ἐ­γὼ στὸν κύ­κλο δί­πλα σου τρυ­ποῦ­σα γρή­γο­ρα τὸ μί­σχο τοῦ κα­πνό­φυλ­λου μὲ τὴ βε­λό­να καὶ τή­ρα­γα τὰ χέ­ρια σου. Μαυ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο, νύ­χια κα­τά­μαυ­ρα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα καὶ τὴν κόλ­λα ἀ­π’ τὰ κα­πνά. Τὰ κα­θα­ρό­τε­ρα χέ­ρια πού ’­δα. Τὸ κομ­μά­τι τ΄ἁ­πλό­χε­ρο τὴ φλα­ού­να μοῦ τὴν ἔ­φερ­νες καυ­τή, δι­κό σου τυ­ρὶ τ’ ἁλ­μυ­ρό, ὁ φοῦρ­νος μὲ τ’ ἀ­πόξυ­λα κα­τά­μαυ­ρος, κα­τά­μαυ­ρος κι ὁ δί­σκος, τὸ τα­ψί σου. Τ’ ἄλ­λο τὸ μαῦ­ρο τὸ φου­στά­νι μὲ τὶς πα­ρα­μά­νες π’ ἄλ­λα­ζες, μύ­ρι­ζες σβου­νιὰ καὶ χῶ­μα καὶ κάμ­μα. Μὲ ξε­κού­φαι­νες σὰ φώ­να­ζες κι εἶ­χες τ’ ἄγ­γιγ­μα τ’ ἀ­λα­φρό­τε­ρο καὶ μοῦ ’­στρω­νες τὰ πιὸ δρο­σε­ρὰ στρω­σί­δια, σκλη­ρὰ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρα. Στὴ σκά­φη πλυ­μέ­να μὲ τὸ πρά­σι­νο σα­πού­νι. Καὶ τὸ χει­μώ­να τὰ στρω­σί­δια τὰ σκλη­ρὰ τὰ κόκ­κι­νά τὰ κα­μω­μέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι σου, ποὺ μὲ τσιμ­ποῦ­σαν καὶ μὲ τεί­χι­ζαν μ’ ὅ­λη τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κό­σμου. «Ἀ­πὸ κά­τω ἡ βε­λέν­τζα, ἀ­πὸ πά­νω ἡ μαν­τα­νί­α.»

        Ἡ βρύ­ση ἤ­τα­νε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ κι ἔ­παιρ­νες τὸ νε­ρὸ μὲ τὸ στα­μνὶ κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ μπι­τό­νι. Τὸ κου­βά­λα­γες στὸ κε­φά­λι ὅ­πως καὶ τὰ κα­λά­θια μὲ τ’ αὐ­γά, τὰ κα­πνά, τὰ ξύ­λα, τὶς ἐ­λι­ές. Ἀ­νέ­βαι­νες ὁ­λόρ­θη τὸν ἀ­νή­φο­ρο ἀ­πὸ κά­τω τὴ λάκ­κα καὶ γε­λοῦ­σες ὁ­λά­κε­ρη μὲ τὸ φορ­τί­ο ἄγ­γι­χτο στὴν κορ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, γκρί­ζες ἄ­κρες νὰ ξε­φεύ­γουν τὸ μαν­τή­λι. Στὰ λι­ο­στά­σια σκαρ­φά­λω­νες ἀ­πὰ στὰ δέν­τρα κι ὕ­στε­ρα ρά­βδι­ζες ἀ­πὸ κά­τω. Νὰ κου­βα­λᾶς κλά­ρες, νὰ σκύ­βεις ἀ­τέ­λει­ω­τα στὰ λι­ό­πα­να, νὰ δι­α­λέ­γεις τὸν καρ­πὸ τὸν ἀ­ση­μέ­νιο, τὸν μαῦ­ρο, τὸν πρά­σι­νο, τὸν κα­φε­τί. Τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ τ’ «αὐ­γού­λι» σου μοῦ τό ‘δι­νες στὸ πο­τή­ρι λι­ω­μέ­νο μὲ ψω­μὶ ξα­νὰ ἢ χτυ­πη­μέ­νο μὲ τὴ ζά­χα­ρη, ποῦ καὶ ποῦ μὲ μι­σὴ κου­τα­λιὰ « κα­φού­λ’».

        Στὶς χα­ρὲς ἕ­να γέ­λιο χί­λι­ες χρυ­σὲς εὐ­χές, στὰ θα­να­τι­κὰ ἴ­σια, ἀ­πό­το­μη, δω­ρι­κή. «Ἄ­ει, τρά­βα γιὰ ὕ­πνο τώ­ρα. Φτά­νουν τὰ δι­α­βά­σμα­τα.» Μοῦ ‘σβη­νες τὴ λάμ­πα. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε νε­ρὸ καὶ φῶς στὸ χω­ριό.

        Με­γά­λη Πέμ­πτη βρά­δυ νὰ ὁ­λο­λύ­ζεις τα­πει­νά, πα­ρα­πο­νε­τὰ , τ’ ἀρ­γό­συρ­το τὸ μυ­ρο­λό­γι τῆς Πα­να­γιᾶς. Τὰ λου­λού­δια τοῦ κή­που σου στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, συ­γυ­ρι­σμέ­να στὸ κο­φί­νι τὸ κα­λό. Εἶ­χες πλη­γὲς βα­θι­ὲς στὰ πό­δια καὶ μιὰ φο­ρὰ ποὺ σὲ ρώ­τη­σά μοῦ ’­πες ποὺ πή­γαι­νες ξυ­πό­λη­τη ἀ­πὰ στὸ Καρ­πε­νή­σι, στὸν Πρου­σὸ στὴ Χά­ρη Της.

        Στὴν κη­δεί­α σου δὲν ἔ­κλα­ψα. Δά­κρυ δὲν ἔ­βγαι­νε. Μο­νά­χα τὰ κρι­νά­κια σου. Αὐ­τὰ τὰ ξερ­ρί­ζω­σα καὶ στά ’­φε­ρα στὸ προ­σκε­φά­λι. Νὰ γη­τέ­ψω τὸν ξερ­ρι­ζω­μό μου.


*ἀ­μά­κα: τζάμ­πα, χω­ρὶς πλη­ρω­μὴ (στὰ με­σο­λογ­γί­τι­κα)



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967). Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι (DEA, Paris IV-Sorbonne). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­λί­μου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ (ἐκδ. Στα­μού­λη) καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.