1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ ἄδοξο τέλος τοῦ ἔνδοξου Φιλικοῦ



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ ἄδοξο τέλος τοῦ ἔνδοξου Φιλικοῦ

[τοῦ Ἐμμανουὴλ Ξάνθου]


ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΑΝΘΟΣ, γεν­νη­θεὶς εἰς τὴν νῆ­σον Πά­τμον, (ἔν­θα ὁ θε­ο­λό­γος Ἰ­ω­άν­νης εἶ­δεν τὴν θεῖ­αν ἀ­πο­κά­λυ­ψιν,) ἐ­κεῖ­νος ὅ­στις με­τὰ τρι­ῶν ἢ τεσ­σά­ρων ἄλ­λων πρω­τα­θλη­τῶν τοῦ ὑ­πὲρ τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας τοῦ ἔ­θνους Ἱ­ε­ροῦ ἀ­γῶ­νος, τὰ μέ­γι­στα μο­χθή­σας καὶ κα­τα­στρέ­ψας τὴν πε­ρι­ου­σί­αν του, ἔ­ζη ἔ­κτο­τε ἰ­δι­ω­τεύ­ων ἐν πε­νί­ᾳ καὶ πα­ραγ­κω­νι­ζό­με­νος ἀ­γνω­μό­νως ὑ­πὸ ὅ­λων τῶν κα­τὰ και­ρὸν Κυ­βερ­νή­σε­ων, ἐν ᾧ το­σοῦ­τοι ἄλ­λοι τῶν ὁ­ποί­ων πα­ρα­λεί­πο­μεν τὰ ὀ­νό­μα­τα, καὶ οἵ­τι­νες ἔ­πρε­πε νὰ κα­τέ­χω­σι θέ­σεις ἐν τῷ Βου­λευ­τι­κῷ Ναυ­πλί­ας, σή­με­ρον ἁ­δρῶς μι­σθο­δο­τοῦν­ται πα­ρὰ τοῦ πτω­χοῦ τα­μεί­ου μας, ἵ­να ἐ­πὶ τὸ ἀ­να­παυ­τι­κώ­τε­ρον ἐ­ξυ­βρί­ζω­σι διὰ τῶν βδε­λυ­ρῶν σπου­δαρ­χι­κῶν πρά­ξε­ών των τὸ ἔ­θνος καὶ τοὺς νό­μους· ὁ Ἐμμ. Ξάν­θος λοι­πὸν οὗ­τος πρὸ ἡ­με­ρῶν, τὴν πα­ρα­μο­νὴν τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἡ­μέ­ρας τοῦ ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­ου, ἐ­ξερ­χό­με­νος τοῦ εἰς τὴν Βου­λὴν θε­ω­ρεί­ου τῶν Δη­μο­σι­ο­γρά­φων ὀ­λί­σθη­σεν καὶ πε­σὼν ἀ­πὸ τὰς ὑ ­ψ η ­λ ο ­κ ρ ή ­μ ν ο υ ς  κ ο ­ρ υ ­φ ὰ ς τῆς κλί­μα­κος κα­τε­συν­τρί­φθη, καὶ με­τὰ τρί­ω­ρον ὀ­δύ­νην, προ­σευ­χό­με­νος καὶ με­τα­σχῶν τῶν ἀ­χράν­των μυ­στη­ρί­ων ἐ­τε­λεύ­τη­σε.

       Ἐν τού­τοις το­σαῦ­τα ἐ­λέ­χθη­σαν ἐν ταῖς βου­λαῖς, το­σαῦ­τα ἀ­νέ­φε­ρεν ὁ τύ­πος, το­σαύ­τας ἀ­να­μνή­σεις ἐ­προ­κά­λε­σεν ὁ θά­να­τος τοῦ Πρω­τα­γω­νι­στοῦ τού­του, καὶ ὅ­μως ἡ Κυ­βέρ­νη­σις οὐ­δὲν Π ρ α γ ­μ α ­τ ι ­κ ὸ ν μέ­χρις ὥ­ρας ἔ­λα­βε μέ­τρον ὑ­πὲρ τῆς Οἰ­κο­γε­νεί­ας τοῦ ἀ­οι­δί­μου τού­του ἀν­δρός, ἐ­κτὸς τῆς ξη­ρᾶς ἀ­ναρ­τή­σε­ως τοῦ ὀ­νό­μα­τός του εἰς τὴν αἴ­θου­σαν τοῦ Βου­λευ­τη­ρί­ου. Τὸ κοι­νὸν πε­ρι­μέ­νει νὰ ἴ­δῃ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα διὰ νὰ ἐκ­φρα­σθῇ κα­θα­ρώ­τε­ρον.



Πη­γή: Ἐφημερίδα Ἡ Τρακατρούκα, 1 Ἰανουαρίου 1852.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἐμμανουὴλ Ξάνθος. Ἔργο ἀγνώστου.


			

Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος: Ἐ­θνι­κὴ ἑ­ορ­τή



Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος (συντάκτης)


Ἐ­θνι­κὴ ἑ­ορ­τή


ΣΗΜΕΡΑ τί γι­ορ­τά­ζου­με;

— Ποὺ φύ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι.

— Τοὺς Τούρ­κους ποι­ός τοὺς ἔ­δι­ω­ξε;

— Ξέ­ρω ‘γώ, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι.

— Οἱ Ἕλ­λη­νες τί κά­να­νε;

— Ἦ­ταν κι αὐ­τοὶ στὸ κόλ­πο.

— Ξέ­ρεις μιὰ μά­χη, νὰ μᾶς πεῖς;

— Αὐ­τὴ στὸ Μα­ρα­θώ­να.

— Αὐτὸ τὸ λὲς μὲ σι­γου­ριά;

— Φί­λε, πά­ω γιὰ ΑΣΟΕΕ, δὲν ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ αὐ­τά.


* * *


ΣΗΜΕΡΑ τί γι­ορ­τά­ζου­με;

— Τὸ ΟΧΙ πρὸς τοὺς Γερ­μα­νούς.

— Καὶ ποι­ός εἶ­πε τὸ ΟΧΙ;

— Ὁ Λε­ω­νί­δας στὰ στε­νά… ὄ­χι, ὄ­χι, ἕ­νας Με­τα­ξᾶς.

— Κι οἱ Γερ­μα­νοὶ ποι­όν εἴ­χα­νε γι’ ἀρ­χη­γό τους τό­τε;

— Ξέ­ρω κι ἐ­γώ, ἕ­ναν μουρ­λὸ πού ‘χε ἕ­να μου­στά­κι.

— Τὸν Χί­τλερ μή­πως ἐν­νο­εῖς;

— Ναί, ναί, ἐ­κεῖ­νον τὸ μουρ­λό, πού ‘χε κι ἕ­να λυ­κό­σκυ­λο.


* * *


ΞΕΡΕΙΣ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη;

— Ἦταν ἕ­νας στρα­τη­γός.

— Ποῦ πο­λέ­μη­σε αὐ­τός;

— Τώ­ρα… ἦ­ταν στὸν ἐμ­φύ­λιο, βό­ρει­οι καὶ νό­τιοι.

— Μὲ ποι­ούς ἤ­τα­νε αὐ­τός;

— Μᾶλ­λον μὲ τοὺς νό­τιους, ἀ­π’ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο.


* * *


ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ νὰ μᾶς πεῖς τρεῖς ἥ­ρω­ες τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης;

— Πα­πα­φλέσ­σας, ὁ Πα­πα­μι­χα­ήλ, ἡ Μαν­τὼ ἡ Μαυ­ρο­γέ­νους, ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἡ Κα­ρέ­ζη καὶ ὁ Πρέ­κας ποὺ κρυ­βό­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να ὀ­χυ­ρό.

— Ξέ­ρεις πό­τε ζή­σα­νε;

— Τὸ ’60, τὸ ’70, κά­που ἐ­κεῖ.


* * *


ΤΙ ‘ΤΑΝΕ ἡ Φι­λι­κὴ Ἐ­ται­ρί­α;

— Ξέ­ρω ‘γώ, κα­μιὰ ΜΚΟ;

— Ἐ­γώ ἐ­σέ­να­νε ρω­τῶ.

— Γιὰ τοὺς πρό­σφυ­γες, ΜΚΟ.

— Μή­πως ξέ­ρεις τοὺς ἱ­δρυ­τές της;

— Ὄχι, αὐ­τὰ δὲν τὰ μπο­ρῶ, εἶ­μαι καὶ ἀ­πὸ τὴ Λέ­σβο, αἷ­μα φτύ­σα­με ἐ­κεῖ, μα­ζευ­τῆ­καν ὅ­λοι οἱ γύ­φτοι, κι ἅ­μα ἀ­κού­ω ΜΚΟ, στὸ λε­πτὸ μοῦ τὴ βα­ρᾶ.


* * *


ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Ὕ­μνου.

— Δὲν τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά.

— Ἔ, δο­κί­μα­σε στὴν τύ­χη.

— Ξέ­ρω ‘γώ, ὁ Πα­λα­μᾶς;

— Ἀ­παν­τᾶς ἢ μὲ ρω­τᾶς;

— Ἐν­τά­ξει κλεί­νω, Πα­λα­μᾶς. Λά­θος;

— Λά­θος, εἶ­ναι ὁ Σο­λω­μός.

— Δὲν τὸν ἤ­ξε­ρα αὐ­τόν.


* * *


— ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Ὕ­μνου.

— Ὁ Δι­ο­νύ­σιος Σο­λω­μός.

— Ἄτσα, μὲ τὴν πρώ­τη ὁ παί­κτης!

— Τά ‘χα μὲ ζα­κυν­θι­νιὰ καὶ μοῦ τά ‘μα­θε αὐ­τά.

— Τά ‘χε­τε ἀ­κό­μα οἱ δυ­ό σας;

— Μπά, χω­ρί­σα­με και­ρό.

— Σοῦ ‘μεῖ­νε ὁ Σο­λω­μός.


* * *


— ΠΩΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ὁ Ἐ­θνι­κὸς Ὕ­μνος;

— ΘΡΥΛΕ ΤΩΝ ΓΗ­ΠΕ­ΔΩΝ Ο­ΛΥ­ΜΠΙ­Α­ΚΕ ΔΑΦΝΟ­ΣΤΕ­ΦΑ­ΝΩ­ΜΕ­ΝΕ ΜΕ­ΓΑ­ΛΕ ΚΑΙ ΤΡΑ­ΝΕ…

— Γαῦρος;

— Ὣς τὸ κόκ­κα­λο, γιὰ τὴ χώ­ρα δὲν μὲ νοιά­ζει, γιὰ τὸν Ὀ­λυμ­πια­κὸ πε­θαί­νω, κι ἀ­π’ τὸν Πρό­ε­δρο μα­κριά, νὰ μὴ λέ­νε τί­πο­τα.


[Σημείωση Τ. Σ.: Ἀ­πο­σπά­σμα­τα συ­νεν­τεύ­ξε­ων ποὺ πῆ­ραν ἀ­πὸ ἐ­φή­βους στὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας, με­τα­πτυ­χια­κοὶ φοι­τη­τὲς τοῦ Τμή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ ΕΚΠΑ.]


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος (1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δημοσίευσε τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Κουκούλα Ἀραχνοΰφαντη (Πλανόδιον, 2011).


Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Εἶδα τὸν κόσμο νὰ μοῦ γνέφει ἀντίο


Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο

καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου

(I Watched The World Glide Effortlessly Bye)


ΗΜΑΣΤΕ ὅλοι κά­πο­τε μι­κρὰ παι­διά.


Βι­βλί­ο πρῶ­το


κε­φά­λαι­ο 1ο

        Μιὰ φο­ρὰ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κι ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­μουν ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 3ο

        ἐ­ρω­τευ­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­φὲ ἀρ­κου­δά­κι.

κε­φά­λαι­ο 4ο

        Ἔ­πει­τα

κε­φά­λαι­ο 5ο

        ἤ­μουν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν

κε­φά­λαι­ο 6ο

        καὶ κα­θό­μουν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα στὸ δι­κα­στι­κὸ μέ­γα­ρο τῆς κο­μη­τεί­ας τοῦ Λέ­ιν.

κε­φά­λαι­ο 7ο

        Μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα ἦ­ταν κά­τι ἄν­τρες.

κε­φά­λαι­ο 8ο

        Οἱ ἄν­τρες

κε­φά­λαι­ο 9ο

        μοῦ εἶ­παν γιὰ τὸν ἐ­πι­κεί­με­νο ἐγ­κλει­σμό μου

κε­φά­λαι­ο 10ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Ἔ­πει­τα στε­κό­μουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αἴ­θου­σα.

κε­φά­λαι­ο 12ο

        Θυ­μᾶ­μαι τὴ μη­τέ­ρα μου νὰ ἔρ­χε­ται

κε­φά­λαι­ο 13ο

        σὰν σὲ ὄ­νει­ρο

κε­φά­λαι­ο 14ο

        κον­τά μου

κε­φά­λαι­ο 15ο

        καὶ νὰ κλαί­ει.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        Τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη Τό­μι

κε­φά­λαι­ο 17ο

        ὅ­μως κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν βγῆ­κε ἀ­π’ αὐ­τὰ

κε­φά­λαι­ο 18ο

        πα­ρὰ μό­νο κλά­μα.

κε­φά­λαι­ο 19ο

        Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­πε

κε­φά­λαι­ο 20ο

        «Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά».

κε­φά­λαι­ο 21ο

        «Ναί», εἶ­πα.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        «Μὲ ξα­πο­στέλ­νουν

κε­φά­λαι­ο 23ο

        στὸ τρε­λά­δι­κο.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ὅ­λα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Θά ’­θε­λες».


Βι­βλί­ο δεύ­τε­ρο

κε­φά­λαι­ο 1ο

        …καὶ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κα­θό­μουν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του.

κε­φά­λαι­ο 3ο

        Ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας

κε­φά­λαι­ο 4ο

        κα­θό­ταν δί­πλα μου.

κε­φά­λαι­ο 5ο

        Τὸ αὐ­το­κί­νη­το

κε­φά­λαι­ο 6ο

        ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά μου, τὸ Γι­ού­τζιν τοῦ Ὄ­ρεγ­κον

κε­φά­λαι­ο 7ο

        μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Σά­λεμ,

κε­φά­λαι­ο 8ο

        ὅ­που βρί­σκε­ται τὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 9ο

        Ἔ­βρε­χε.

κε­φά­λαι­ο 10ο

        Ἡ βρο­χὴ ἔ­πε­φτε ἁ­πα­λὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν γκρί­ζο χει­μω­νι­ά­τι­κο οὐ­ρα­νό.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Στὸ πί­σω κά­θι­σμα

κε­φά­λαι­ο 12ο

        κα­θό­ταν ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 13ο

        Τοῦ εἶ­χαν πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες.

κε­φά­λαι­ο 14ο

        Δί­πλα του

κε­φά­λαι­ο 15ο

        κα­θό­ταν ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 17ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 18ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 19ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 20ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἦ­ταν πρά­ος σὰν τὸν ἀ­μνό.

κε­φά­λαι­ο 21ο

        Κου­νή­θη­κε κι οἱ χει­ρο­πέ­δες του κου­δού­νι­σαν.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 23ο

        νὰ ξα­να­κου­νη­θεῖ.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        νὰ ξα­να­μι­λή­σει.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 27ο

        «Βρέ­χει», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 28ο

        «Ναί», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ μπρο­στι­νοῦ κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 29ο

        Εἶ­χαν τὴ φω­νὴ τοῦ δε­σμο­φύ­λα­κα.

κε­φά­λαι­ο 30ο

        Ὁ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρας

κε­φά­λαι­ο 31ο

        πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 32ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 33ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 34ο

        πά­νω-κά­τω.

κε­φά­λαι­ο 35ο

        «Θε­έ, ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας», οὔρ­λια­ξε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 36ο

        «Ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας».

κε­φά­λαι­ο 37ο

        «Βγά­λε τὸν σκα­σμό!»,

κε­φά­λαι­ο 38ο

        εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 39ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 40ο

        νὰ πεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό.

κε­φά­λαι­ο 41ο

        Ὁ­μοί­ως καὶ οἱ δε­σμο­φύ­λα­κες.

κε­φά­λαι­ο 42ο

        Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸν ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα

κε­φά­λαι­ο 43ο

        καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 44ο

        καὶ σκε­φτό­μουν τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἀ­γα­πῶ.

κε­φά­λαι­ο 45ο

        Ἔ­βλε­πα τὸ πρό­σω­πό της, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή της.

κε­φά­λαι­ο 46ο

        Φαν­τα­ζό­μουν

κε­φά­λαι­ο 47ο

        τί νὰ σκέ­φτε­ται

κε­φά­λαι­ο 48ο

        τώ­ρα ποὺ μὲ παίρ­νουν γιὰ νὰ μὲ κλεί­σουν

κε­φά­λαι­ο 49ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 50ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 51ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 52ο

        Εἶ­δα ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 53ο

        κα­θι­σμέ­νο στὴν μπρο­στι­νὴ βε­ράν­τα ἑ­νὸς πα­λιοῦ σπι­τιοῦ.

κε­φά­λαι­ο 54ο

        Τὸ ἀ­γο­ρά­κι βα­στοῦ­σε μί­αν ἄ­σπρη γά­τα στὴν ἀγ­κα­λιά του.

κε­φά­λαι­ο 55ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 56ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 57ο

        κι εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου.



Πη­γή: Richard Brautigan, The Ed­na Web­ster Col­lection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Ab­bott, Βο­­στό­­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Hough­ton Mif­flin Com­pany), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα-1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Τὸ φιλὶ τοῦ συγγραφέα


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Τὸ φι­λὶ τοῦ συγ­γρα­φέ­α

 

ΙΧΕ ΧΡΟΝΙΑ νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, τέσ­σε­ρα, πέν­τε, ἴ­σως καὶ πα­ρα­πά­νω. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μα δύ­ο βι­βλί­α ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν πρό­λα­βε νὰ δι­α­βά­σει. Ὅ­πως καὶ δὲν πρό­λα­βε νὰ πά­ει νὰ τὸν δεῖ. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μι­λή­σα­νε, τῆς εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ βγεῖ.

        Τί νὰ πρω­το­κά­νει καὶ τί νὰ πρω­το­δι­α­βά­σει; Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γρά­ψει, ἄ­καρ­πες προ­σπά­θει­ες ποὺ τὴν ἐ­ξου­θέ­νω­ναν ἠ­θι­κὰ καὶ σω­μα­τι­κά. Τῆς τὰ εἶ­χε στεί­λει ὅ­μως καὶ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση καὶ μὲ τὸ δι­κό του σῆ­μα κα­τα­τε­θέν, ἕ­να σχέ­διο μὲ μο­λύ­βι. Ὅ­πως εἶ­χε κά­νει ὅ­ταν τὸν πλη­σί­α­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ βι­βλι­ο­πω­λί­ο γιὰ νὰ τοῦ ζη­τή­σει συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὸ μι­κρὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε τὰ δο­κί­μιά της. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν σύ­νο­δό της, τὸν ζύ­γι­σε, τῆς ἔ­γρα­ψε μιὰ ἀ­συ­νή­θι­στη ἀ­φι­έ­ρω­ση στὸ βι­βλί­ο ποὺ μό­λις εἶ­χε πα­ρου­σιά­σει, μὲ τὴν ἀ­γά­πη μου, σχε­δί­α­σε ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ μιὰ γυ­ναί­κα μ’­ἕ­να ἀ­γε­φύ­ρω­το χά­σμα ἀ­νά­με­σά τους καὶ μιὰ κραυ­γὴ ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του, Je t’aime, καὶ τοῦ ἔ­κα­νε ἕ­να σχό­λιο ποὺ δὲν ἦ­ταν πο­λι­τι­κὰ ὀρ­θό, αὐ­τὸς εἶ­σαι ἐ­σύ. Καὶ μά­λι­στα στὸν ἑ­νι­κό, προ­σβλη­τι­κὸ γιὰ Γάλ­λους. Ἀ­κρι­βῶς στὸ στό­χο. Εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τοῦ συ­νο­δοῦ της νὰ ξαφ­νι­ά­ξε­ται, νὰ σκο­τει­νιά­ζει γιὰ μιὰ στιγ­μη· εἰ­σέ­σπρα­ξε ὅ­μως τὴν ἐ­νό­ρα­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ χα­μο­γέ­λα­σε εὐ­γε­νι­κά.

       Δέ­χτη­κε τὴν συν­τέν­τευ­ξη καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ νού­με­ρό του μο­λο­νό­τι ὅ­ταν δυ­ὸ μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα βρέ­θη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του δὲν θυ­μό­ταν πιὰ γιὰ πιὸ λό­γο τὴν εἶ­χε κα­λέ­σει. Τῆς εἶ­πε ὅ­τι ἔ­μοια­ζε σὰν φοι­τή­τρια κι ὄ­χι σὰν κα­θη­γή­τρια. Κά­θη­σε λα­χα­νι­σμέ­νη ἀ­κό­μα, πέν­τε πα­τώ­μα­τα χω­ρὶς ἀν­σα­σέρ, στὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ὸ κι­βώ­τια ποὺ χρη­σί­μευ­αν γιὰ κα­ρέ­κλες, στὸ πιὸ μι­κρὸ στούν­τιο ποὺ εἶ­δε στὴ ζω­ή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ροῦ­χα, ἀν­τι­κεί­με­να, ἢ βι­βλί­α. Chambre de bonne, λέ­νε οἱ Γάλ­λοι, για­τί ὄ­χι ὅ­μως de bohème; Ἡ μπο­έ­μι­κη ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α τὴν αἰφ­νι­δί­α­σε. Ἦ­ταν ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ τὴν αἰφ­νι­δί­α­ζε. Ἐ­κεί­νη δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τέ­τοι­ες θυ­σί­ες. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ γρά­ψει.

       Τῆς ἔ­δω­σε τὴν συν­τέν­τευ­ξη μὲ ὅ­λους τοὺς τύ­πους καὶ τὴν κά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό, φα­κὲς τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πιά­το, ποὺ σέρ­βι­ρε στὸ τρί­το κι­βώ­τιο ποὺ χρη­σί­μευ­ε γιὰ τρα­πέ­ζι. Ἔ­κα­νε μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ πε­ρί­λη­ψη τῆς ζω­ῆς του: ἔ­βγαι­νε σπά­νια, ὄ­χι ἐ­πει­δὴ δὲν τοῦ ἄ­ρε­ζε, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ γρά­φει. Δὲν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος γιὰ σύν­τρο­φο, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἴ­σως, ἀ­νά­με­σά σὲ δυ­ὸ βι­βλί­α… Τὸν φαν­τά­στη­κε νὰ περ­πα­τά­ει ὧ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ κι­βώ­τια, στὸ χῶ­ρο ποὺ ξαφ­νι­κὰ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ κε­λὶ μο­να­χοῦ μο­λο­νό­τι τὴν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὴν μέ­ση πά­νω στὴν ξύ­λι­νη σκά­λα ποὺ ἀ­νέ­βη­κε μα­ζί της γιὰ νὰ τῆς δεί­ξει τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά του (φαι­νό­ταν καὶ ἀ­πὸ κά­τω), ἕ­να στρῶ­μα ποὺ κά­λυ­πτε ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ ἡ­μι­ώ­ρο­φου. Φι­λο­γύ­νης. Ὄ­χι, τοῦ εἶ­πε. Τῆς ἔ­φε­ρε ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἄ­σε με νὰ σὲ φι­λή­σω, δὲν θέ­λεις νὰ ἔ­χεις ὑ­λι­κὸ γιὰ νὰ γρά­ψεις; Τοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γρά­ψει. Δὲν ἦ­ταν τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ τῆς ἔ­λει­πε. Τί τῆς ἔ­λει­πε; Τοῦ δι­η­γή­θη­κε μιὰ ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς της ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γρά­ψει, ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πεῖ σὲ κα­νέ­να. Φά­νη­κε συγ­κι­νη­μέ­νος. Τῆς βρῆ­κε καὶ τὸν τί­τλο. Τῆς ἄ­ρε­σε. Θὰ τὸν κρα­τοῦ­σε. Θὰ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­νε τὸ βι­βλί­ο.

       Ἡ ἐ­πι­μο­νή του δὲν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Στὰ βι­βλί­α του εἶ­χε δι­α­κρί­νει μιὰ σε­μνό­τη­τα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε ἐ­πά­νω του. Πῶς πά­ει τὸ γρά­ψι­μο; τὴν ρω­τοῦ­σε. Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α ἀ­φι­λο­κερ­δές. Ἔ­γρα­φε πάν­τα κά­τι ψι­λο­κρι­τι­κὲς βι­βλί­ων. Ἔ­τσι τοῦ ἔ­με­ναν ἐλ­πί­δες. Ἕ­να φι­λὶ γιὰ ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ ἐ­πί­δο­ξο βι­βλί­ο της βέ­βαι­α, ἔ­γι­νε τὸ συ­νω­μο­τι­κὸ μο­τί­βο στὶς σπά­νι­ες συ­ναν­τή­σεις τους ἀ­νά­με­σα στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Πα­ρί­σι. Στὸ ὑ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμά του στὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας, τὴν κυ­νή­γη­σε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πὶνγκ-πὸνγκ (εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρο χῶ­ρο στὴν Ἀ­θή­να). Ἦ­ταν καὶ πε­ρί­ο­δος ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ βι­βλί­α. Δὲν τὴν ἐ­νό­χλη­σε. Ὑ­πῆρ­χαν κά­τι ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες με­τα­ξύ τους καὶ ἄς μὴν ἔ­γρα­φε ἐ­κεί­νη. Ἐ­κτί­μη­ση, στορ­γή, ὑ­πε­ρά­νω πο­λι­τι­κῆς. Ἄ­σε τὶς φί­λες της τὶς φε­μι­νί­στρι­ες νὰ ὠ­ρύ­ον­ται. Δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι τὶς προ­δι­δε. Καὶ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη γιὰ τὸ τρί­το κύ­μα. Ἕ­να φι­λὶ γιὰ ἕ­να βι­βλί­ο. Αὐ­τὰ συ­νέ­βαι­ναν βέ­βαι­α στὰ πα­ρα­μύ­θια.

       Δι­ά­βα­σε τοὺς ἐ­πι­κή­δει­ους στὸν τύ­πο καὶ ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὸ φι­λὶ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἔ­γρα­φε ἀ­κό­μα δο­κί­μια καὶ κρι­τι­κὲς γιὰ τὸ ἴ­διο πε­ρι­ο­δι­κό. Τὰ βι­βλί­α τῶν ἄλ­λων τὴν πα­ρη­γο­ροῦ­σαν. Τὴν θώ­πευ­αν. Κά­που κά­που προ­σπα­θοῦ­σε ἀ­κό­μα. Κοί­τα­ξε τὰ βι­βλί­α του. Θυ­μή­θη­κε τὸν τί­τλο ποὺ τῆς χά­ρι­σε. Ἕ­νας τί­τλος ποὺ ζη­τοῦ­σε συγ­γρα­φέ­α. Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σε νὰ τὴ φι­λή­σει; Ἴ­σως εἶ­χε δί­κιο. Ἴ­σως νὰ τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τώ­ρα πιὰ ἦ­ταν ἀρ­γά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ψῆ­φο στὶς γυ­ναῖ­κες!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ψῆ­φο στὶς γυ­ναῖ­κες!


ΤΑ 1844 στὴς βου­λευ­τι­κὲς ἐ­κλο­γὲς τῆς Βό­νι­τσας, δυ­ὸ Γρι­βο­ποῦ­λες ὄ­μορ­φες, κό­ρη κι’ ἀ­νι­ψιά, βγή­κα­νε στὸ δρό­μο κον­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σιά, ὅ­που ἡ ψη­φο­φο­ρί­α, καὶ φω­νά­ζα­νε:

       — Ἕ­ναν ψῆ­φο γιὰ τὸ Θο­δω­ρά­κη!(1)

       Ἡ δι­α­γω­γὴ αὐ­τὴ τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­θά­μα­στη κα­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ τὰ γρά­φει, καὶ βέ­βαι­α κα­τὰ τὰ ἤ­θη τοῦ και­ροῦ. Ἡ ἀρ­χὴ ὅ­μως, φαί­νε­ται, ἤ­τα­νε πο­λὺ πρώ­ϊ­μη, γι’ αὐ­τὸ κ’ ἡ γυ­ναί­κεια ψῆ­φος ἀρ­γεῖ στὸν τό­πο αὐ­τόν, ὅ­που κά­θε λο­γῆς πρό­ο­δος ἔ­στη­σε τὸ λη­μέ­ρι της.


(1) Στὰ 1841, στὴς δη­μαι­ρε­σίες τοῦ δή­­μου Εἰ­δυλ­λίας, κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ Βι­λιώ­τισ­σες πή­ρα­νε ψη­φο­δέλ­τια καὶ ψη­φί­σα­νε γιὰ ὄ­νο­μα τῶν ἀν­τρῶν τους ποὺ λεῖ­παν ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. («Αἰ­ὼν» 2 Φλεβ. 1841). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Ἀ­να­μόρ­φω­σις» 28 Ἰ­ουν. 1844.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 74-75 [Τίτλος: «150—Ψῆ­φο στὴς γυ­ναῖ­κες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Διώνη Ἰωάννου: Βασιλική


Δι­ώ­νη Ἰ­ω­άν­νου


Βα­σι­λι­κή


ΙΧΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ τῆς μη­τέ­ρας του. Βέ­βαι­α, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει καὶ τὸ ἴ­διο τέ­λος. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ἄ­γριος, ἄ­ξε­στος καὶ σκλη­ρός, καὶ τῆς συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ βι­αι­ό­τη­τα. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ αὐ­τόν, ἀ­φοῦ θε­ω­ροῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τὸ του πρά­ο, ἤ­ρε­μο κι εὐ­γε­νι­κό.

        Εἶ­χε καὶ τὴν ὀ­μορ­φιὰ μιᾶς συμ­φοι­τή­τριάς του, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἦ­ταν τσιμ­πη­μέ­νος τὰ πρῶ­τα χρό­νια τῶν σπου­δῶν του. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν καὶ ὀ­μορ­φό­τε­ρη, ἔ­τσι «ξαν­θιὰ σὰν τὸ κου­κλά­κι», ὅ­πως ἔ­λε­γε καὶ τὸ τρα­γού­δι. Πάν­τως, ὡς πρὸς τὸ χα­ρα­κτή­ρα, ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρη. Οὔ­τε τὸν ἐ­γω­ϊ­σμὸ τῆς Μί­νας —ἔ­τσι ἔ­λε­γαν τὴν ὄ­μορ­φη συμ­φοι­τή­τριά του— οὔ­τε τὴ σκλη­ρό­τη­τά της εἶ­χε. Ἕ­να γε­λα­στό, γλυ­κὸ κο­ρί­τσι, μὲ τρυ­φε­ροὺς τρό­πους καὶ ἀρ­κε­τὸ χι­οῦ­μορ ὅ­πο­τε χρει­α­ζό­ταν.

        Ἁ­πλῶς κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ μι­λά­ει χω­ρὶς νὰ τὸν δι­α­κό­πτει. Τὸν στα­μα­τοῦ­σε, συ­νή­θως σκουν­τών­τας τον ἀ­πό­το­μα, ἢ  μὲ ἕ­να ἐ­κνευ­ρι­στι­κὸ χα­μό­γε­λο στὸ γλυ­κὸ πρό­σω­πό της, γιὰ νὰ ρω­τή­σει κά­τι ἄ­σχε­το ἢ νὰ προ­σθέ­σει κά­ποι­ο δι­κό της σχό­λιο, ἔ­τσι αὐ­θόρ­μη­τα. Ἦ­ταν ὕ­στε­ρα καὶ ἡ  ἰ­σχυ­ρο­γνω­μο­σύ­νη της, τὸ ἔν­το­νο πεῖ­σμα της καὶ τὸ ὅ­τι τὸ τρα­βοῦ­σε μέ­χρι τὸ τέ­λος ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει κά­τι. Ἔ­τσι, ὅ­πως τό­τε. Πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια.

        Πα­ρα­μο­νὲς Πρω­το­χρο­νιᾶς, κι εἶ­χαν τσα­κω­θεῖ ἄ­σχη­μα. Ὁ κα­βγὰς ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ μί­α ἁ­πλὴ δι­α­φω­νί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι. Ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ προ­σκα­λέ­σει με­ρι­κοὺς συγ­γε­νεῖς της. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀν­τί­θε­τος. Προ­τι­μοῦ­σε νὰ πε­ρά­σουν ἤ­ρε­μα, ἥ­συ­χα, μο­νά­χοι τους ὅ­πως πάν­τα. Ἐ­κεί­νη, ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πα­ρα­ξε­νι­ές του, τὴν ἀ­κα­τα­στα­σί­α του, καὶ τὴν ἀν­τι­κοι­νω­νι­κό­τη­τά του. Ἔ­νι­ω­θε ὅ­τι δὲν τὴν κα­τα­λά­βαι­νε, ὅ­τι δὲν ἔμ­παι­νε πο­τὲ στὴ θέ­ση της.

         Πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τσα­κω­μέ­νοι κι ἀ­μί­λη­τοι. Ὥ­σπου, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ τὴν κα­λο­πιά­σει, τῆς σερ­βί­ρι­σε ὁ ἴ­διος τὸν κα­φέ της, μα­ζὶ μὲ κέ­ϊκ φτι­αγ­μέ­νο μὲ κομ­μά­τια λευ­κῆς σο­κο­λά­τας. Τὸ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει αὐ­τός, για­τὶ ἤ­ξε­ρε πὼς τῆς ἄ­ρε­σε, ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ νὰ γλυ­κά­νει τὸν θυ­μό της.

        Κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τί της. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν κα­να­πὲ μὲ τὰ βε­λού­δι­να, κα­πι­το­νὲ κα­λύμ­μα­τα καὶ τὰ πό­δια ἀ­πὸ μα­σὶφ ξύ­λο βε­λα­νι­διᾶς. Τοῦ φά­νη­κε κά­πως πα­ρά­ξε­νη. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη κι ἀ­νήμ­πο­ρη. Δὲν ἦ­ταν μό­νο ἀ­πὸ τὸ θυ­μό, σκέ­φτη­κε.

        «Πῆ­ρα ὅ­λα τὰ χά­πια», μουρ­μού­ρι­σε, κι ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει. Κα­λύ­τε­ρα, ἔ­λε­γε ἀ­πὸ μέ­σα του, ἀ­φοῦ τὰ ξερ­νά­ει μπο­ρεῖ καὶ νὰ γλι­τώ­σει.

        Δὲ γλί­τω­σε. Ὅ­πως καὶ ἡ μά­να του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­γριο ξυ­λο­δαρ­μό, ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε με­θυ­σμέ­νος, κοι­μή­θη­κε στὴν ἀ­πο­θή­κη τοῦ σπι­τιοῦ, ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε κά­ποι­ες ἐ­πι­κίν­δυ­νες οὐ­σί­ες. Πο­τὲ του δὲν ἔ­μα­θε μὲ ἀ­κρί­βεια. Δὲν τοῦ τὰ μαρ­τύ­ρη­σαν ὅ­λα λε­πτο­με­ρῶς, για­τί ἦ­ταν μι­κρός. Ὅ­ταν με­γά­λω­σε, δὲ θέ­λη­σε νὰ ἐ­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πλη­γω­θεῖ ἢ νὰ ὑ­πο­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Τώ­ρα, κά­θε­ται μό­νος, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Τὸ δι­κό του πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι καὶ ἐ­τού­τη τὴ χρο­νιὰ στο­λι­σμέ­νο καὶ γε­μά­το μὲ φα­γη­τὰ καὶ γλυ­κά. Ἔ­χει βά­λει καὶ τὸ σερ­βί­τσιο τῆς κα­θε­μιᾶς. Δί­πλα του τῆς μη­τέ­ρας του κι ἀ­πέ­ναν­τί του ἐ­κεί­νης.

        Θὰ ρου­φά­ει ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ-τὸ κρα­σά­κι του, θὰ μα­σά­ει δυ­ὸ τρεῖς μπου­κι­ὲς ἀ­πὸ τὰ ἐ­κλε­κτὰ ἐ­δέ­σμα­τα καὶ θὰ μι­λά­ει στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες. Θὰ κά­νει λό­γο γιὰ τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ἢ γε­γο­νό­τα τῆς χρο­νιᾶς ποὺ πέ­ρα­σε. Ἕ­νας ἀ­πο­λο­γι­σμός, ἐ­τή­σιος. Τί­πο­τα δὲν πρό­κει­ται νὰ τοὺς κρύ­ψει. Ἀ­φοῦ τε­λει­ώ­σει μὲ τὰ σχε­τι­κά τῆς δου­λειᾶς, θὰ τοὺς ἀ­πο­κα­λύ­ψει ἀ­κό­μη καὶ τὶς πιὸ κρυ­φές του σκέ­ψεις ἢ ἐ­πι­θυ­μί­ες. Για­τί οἱ ἄν­θρω­ποι πρέ­πει νὰ τὰ λέ­νε ὅ­λα, νὰ ἔ­χουν με­τα­ξύ τους ἐμ­πι­στο­σύ­νη, νὰ τὴν ἐμ­πνέ­ουν, καὶ κυ­ρί­ως νὰ τὴν ἐκ­φρά­ζουν.

        — Πῶς τὸ εἶ­πε, ρὲ Βα­σι­λι­κή, ὁ Σε­φέ­ρης, ὅ­τι ὅ­λα τὰ δει­νά μας, τὶς συ­φο­ρές μας, τὶς χρω­στᾶ­με στὴ στέ­ρη­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νης;


        Δὲ θὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σουν ἢ νὰ προ­σθέ­σουν κά­τι σχε­τι­κό, ἢ ἀ­κό­μη καὶ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἄ­πο­ψη. Μό­νο κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ εὐ­χη­θεῖ «κα­λὴ χρο­νιά, Βα­σι­λι­κή», πά­λι χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­πάν­τη­ση. Ἀ­φοῦ οἱ ἴ­σκιοι δὲ μι­λοῦν… Ὕ­στε­ρα, ὑ­πάρ­χει καὶ ἡ πι­θα­νό­τη­τα νὰ μπερ­δευ­τοῦν, ἔ­τσι ποὺ φέ­ρουν καὶ οἱ δυ­ό τους τὸ ὄ­νο­μα Βα­σι­λι­κή…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δι­ώ­νη Ἰ­ω­άν­νου (1973). Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴ Φι­λο­σο­φι­κή του ΕΚΠΑ καὶ τοῦ ΑΠΘ. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ Παν. Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση ὡς φι­λό­λο­γος. Ἐ­πι­στη­μο­νι­κές της ἐρ­γα­σί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων, ἐ­νῶ λο­γο­τε­χνι­κά της κεί­με­να σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Riamond Staprans (Ρίγα, Λιθουανία, 1926).


Γιῶργος Δουατζῆς: Ὁ σκύλος

 

Γιῶργος Δουατζῆς


Ὁ σκύ­λος


ΕΘΑΝΕ; Ἀ­λή­θεια μοῦ λέ­τε; Μὰ τὸν ἤ­ξε­ρα τὸν κύ­ριο Γιά­ννη. Ψώ­νι­ζε τρό­φι­μα στὸ μπα­κά­λι­κό μου. Ἀλ­λὰ μὲ τὸ στα­γο­νό­με­τρο βρὲ παι­δά­κι μου. Φτω­χὸς πρέ­πει νὰ ἦ­ταν. Ἢ τσιγ­κού­νης. Δὲν ξέ­ρω… «Τό­σα χρει­ά­ζο­μαι γιὰ νὰ ζή­σω» μοῦ ἔ­λε­γε. Δι­ά­ση­μος συγ­γρα­φέ­ας ὁ κύ­ριος Γιά­ννης; Τί μοῦ λέ­τε; Καὶ μὲ βρα­βεῖ­α; Καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ τὰ βι­βλί­α του; Μά, ἤ­τα­νε φτω­χὸς σᾶς λέ­ω. Μπρά­βο κύ­ρι­ε Γιά­ννη καὶ δὲν εἶ­χα κα­τα­λά­βει τί­πο­τα… Θὰ τὸν δεί­ξε­τε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση; Τὸν κύ­ριο Γιά­ννη; Δὲν τὸ πι­στεύ­ω… Ναί, κα­λὸς ἄν­θρω­πος ἦ­ταν. Λί­γο βλο­συ­ρός. Σὰν σκο­τει­νι­α­σμέ­νος μοῦ φαι­νό­ταν. Ἀ­φοῦ ζοῦ­σε μό­νος του, τί πε­ρι­μέ­νεις… Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χε ζη­τή­σει νὰ ψω­νί­σει βε­ρε­σέ. Καὶ ἀρ­νή­θη­κα. Εἶ­χε τό­σο φο­βι­σμέ­νο βλέμ­μα ποὺ φο­βή­θη­κα. Φο­βᾶ­μαι τοὺς φο­βι­σμέ­νους. Εἶ­ναι σὰν τὰ σκυ­λιὰ ποὺ γί­νον­ται ἐ­πι­θε­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸν φό­βο καὶ τὰ νο­μί­ζου­με ἄ­γρια. Δὲν ἔ­χε­τε ἀ­κού­σει τὴ φρά­ση «κρά­τα δε­μέ­νο τὸν σκύ­λο σου νὰ ἀ­γρι­έ­ψει;». Στὴν τη­λε­ό­ρα­ση ὁ κύ­ριος Γιά­ννης… Θὰ μὲ δεί­ξε­τε τὸ βρά­δυ στὶς εἰ­δή­σεις; Ὡ­ραί­α θὰ τὸ δῶ. Ἂχ ὁ κύ­ριος Γιά­ννης… Ποιός νὰ τὸ πε­ρί­με­νε. Ὥ­στε πέ­θα­νε, ἔ;



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἐκεῖνοι θὰ καταλάβουν!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἐκεῖνοι θὰ καταλάβουν!

[τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη]


ΟΝ ΣΤΡΑΤΗΓΟΝ Κα­νέλ­λον Δε­λη­γιά­ννην, κα­τὰ τὴν ἔ­λευ­σιν εἰς τὴν ἀρ­χὴν ἀν­δρός, τὸν ὁ­ποῖ­ον οὐ­δό­λως ἐ­ξε­τί­μα, ἠ­ρώ­τη­σαν τὴν γνώ­μην του πε­ρὶ τοῦ νέ­ου ὑ­πουρ­γεί­ου. Ἐν τῇ αἰ­θού­σῃ τοῦ στρα­τη­γοῦ πα­ρῆν καί τις εἰ­σαγ­γε­λεὺς δι­α­κρι­νό­με­νος ἐ­πὶ ὑ­περ­βο­λῇ ζή­λου. Ὁ στρα­τη­γὸς εἶ­πε πρὸς τοὺς ἐ­ρω­τῶν­τας:

       «Ἂς ἀ­φή­σω­μεν, παι­διά, τὰ πο­λι­τι­κὰ καὶ νὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ ἕ­να μῦ­θον.

       »Ἕ­νας Σουλ­τά­νος, ἰ­δών πο­τε εἰς μί­αν τῶν πυ­λῶν τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἕ­να ἄν­θρω­πον ἀ­νί­κα­νον, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ ἤ­ρε­σεν, τὸν ἐ­κά­λε­σε καὶ τὸν ἔ­κα­με βε­ζύ­ρην. Κα­τὰ τὰς ἡ­μέ­ρας ἐ­κεί­νας ἡ­σθέ­νη­σεν ἐ­πι­κιν­δύ­νως ὁ πα­τὴρ τοῦ Χα­σάν, τοῦ νέ­ου με­γά­λου βε­ζύ­ρου, καὶ φθά­σας εἰς τὰ ἔ­σχα­τα ἐ­ζή­τη­σε νὰ ἴ­δῃ τὸν υἱ­όν του. Ὅ­ταν ὁ Χα­σὰν ἦλ­θεν, ἀ­φοῦ ηὐ­χή­θη καὶ ἐ­φί­λη­σε τὸν υἱ­όν του, εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν: “Παι­δί μου, τώ­ρα ποὺ θὰ ‘­πά­γω εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον, ἂν μ’ ἐ­ρω­τή­σουν οἱ μου­σουλ­μά­νοι πῶς ‘­πά­ει τὸ Δο­βλέ­τι*, τί νὰ τοὺς ‘­πῶ;”. — Πέ τους, πα­τέ­ρα, ἀ­πε­κρί­θη ὁ εἰ­λι­κρι­νὴς Χα­σάν, πὼς ὁ Χα­σά­νης ἔ­γει­νε Βε­ζύ­ρης καὶ ἐ­κεῖ­νοι θὰ κα­τα­λά­βουν».


δοβλέτι καὶ ντοβλέτι: τὸ κράτος.


Πη­γή: Ἐ. Σχινᾶς, «­Ἱστο­ρι­κὰ ἀ­νέ­κδο­τα», περ. Παρ­θε­νών, 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1878, σελ. 127.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κανέλ­λος Δε­λη­γιάν­νης. Ἔρ­γο ἄ­γνω­στου ζω­γρά­φου.



		

	

Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να: Prosciutto Crudo



Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να


Prosciutto Crudo

 

ΚΥΡΙΑ Λ. ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ καὶ νὰ αἰ­σθά­νε­ται σὰν κα­τσα­ρί­δα ὅ­ταν ἔπι­α­σε δου­λειὰ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Λου­τρο­θε­ρα­πευ­τη­ρί­ου. Ἡ κυ­ρί­α Λ., πρώ­ην πρι­μαν­τό­να, ἔ­χα­σε τὴ φω­νή της δί­χως ὁ για­τρὸς νὰ ἀ­πο­δελ­τι­ώ­σει τὴν ἀ­σθέ­νειά της ἢ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἀ­γω­γή. Ἔ­τσι ὁ ἐρ­γο­δό­της της γλύ­τω­σε τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση, αὐ­τὴ ἔ­μει­νε μουγ­κὴ καὶ τὸ ἐ­νοί­κιό της ἀ­πλή­ρω­το. Πῶς νὰ τὸ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ τὴν πε­τοῦ­σαν σὰ στη­μέ­νη λε­μο­νό­κου­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Στὸ ὑ­πό­γει­ο ἡ ὑ­γρα­σί­α δι­είσ­δυ­σε ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους τοῦ δέρ­μα­τος στὰ κύτ­τα­ρά της καὶ τὰ μού­λια­σε. Ἕ­να κολ­λῶ­δες ὑ­γρὸ ὅ­πως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νουν οἱ κα­τσα­ρί­δες κύ­λη­σε στὸ αἷ­μα της. Μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ σα­πί­λας κόλ­λη­σε στὴ σάρ­κα της. Τὸ ἄ­φω­το σκο­τά­δι δι­έ­τα­ξε καὶ ἐ­πα­να­δι­έ­τα­ξε τὰ ρα­βδί­α καὶ τὰ κο­νί­α τοῦ ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ της. Μέ­χρι νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ. Συ­νάν­τη­σε καὶ ἄλ­λες ἐρ­γα­ζό­με­νες ἐ­κεῖ ποὺ θύ­μι­ζαν κα­τσα­ρί­δες, καὶ τῆς κόλ­λη­σαν πα­ρα­τσού­κλι, ἡ μουγ­κή. Ἐρ­γα­ζό­με­νες ἀ­πε­χθεῖς γιὰ τὶς ὑ­πέρ­γει­ες αὐ­τά­ρε­σκες ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, εἶ­χαν ὅ­μως ἕ­να προ­νό­μιο. Κολ­λη­μέ­νες ὅ­πως ἦ­ταν τρι­γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μα­γει­ρεῖ­α εἶ­χαν πρό­σβα­ση στὸ τυ­ρί, στὸ γι­α­ούρ­τι, στὸ κρέ­ας, στὰ ψά­ρια καὶ σὲ ἄλ­λα τρό­φι­μα ποὺ ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ταν στὰ ντου­λά­πια καὶ στὰ ψυ­γεῖ­α. Τὴν ὥ­ρα τοῦ δι­αλ­λεί­μα­τος ἔ­τρω­γαν μπα­νά­νες, μῆ­λα καὶ ψη­τὸ κο­τό­που­λο μὲ πα­τά­τες.

       Ἡ κυ­ρί­α Λ. πού εἶ­χε ἐμ­πει­ρί­α στοὺς κα­τσα­ρι­δό­μορ­φους ἀν­θρώ­πους ὀ­σμί­στη­κε τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Γκ.. Τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρό του καὶ τὸν εἶ­δε ὄρ­θιο μὲ τὰ μπρο­στι­νὰ πο­δα­ρά­κια κολ­λη­μέ­να στὸ περ­βά­ζι. Γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια ἡ κυ­ρί­α Λ. πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴ ζω­ὴ τοῦ Γκ. ἀ­πὸ τὸ φεγ­γί­τη τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός της ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν αἰ­σθάν­θη­κε νὰ γί­νε­ται ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τὸν κοί­τα­ξε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ αὐ­τὸς ἡ­μέ­ρω­σε. Ἡ κυ­ρία Λ. πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν καὶ τὸν προ­σκά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό. Αὐ­τὸς ἀ­να­θάρ­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ γε­μά­το οἰ­κει­ό­τη­τα βλέμ­μα καὶ μὲ ἕ­να σάλ­το βρέ­θη­κε στὸ περ­βά­ζι, στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ σπι­τιοῦ, στὸ δρό­μο, στὸ ἡ­μι­ϋ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα. Αὐ­τὴ τοῦ ἔ­δω­σε τυ­ρὶ ροκ­φόρ, prosciuto crudo καὶ λά­δι. Αὐ­τὸς ἔ­πε­σε λαί­μαρ­γα στὸ δί­σκο καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸν ἔ­γλει­ψε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί του καὶ κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα τὴν κυ­ρί­α Λ. πού, νά, πά­τη­σε ἕ­να πλῆ­κτρο καὶ οἱ νό­τες τοῦ Tango Poema ξε­χύ­νον­ται στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Ὁ Γκ. κόλ­λη­σε τὰ μπρο­στι­νὰ δε­ξιὰ πο­δα­ρά­κια στὸ δε­ξὶ χέ­ρι της, τὰ με­σαῖ­α ἀ­ρι­στε­ρὰ πο­δα­ρά­κια στὴ μέ­ση της καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Χό­ρε­ψαν ὥ­σπου ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι ἔ­πε­σαν στὸ πά­τω­μα, κυ­λί­στη­καν, πά­λε­ψαν, ἔ­σμι­ξαν λυσ­σα­λέ­α τὰ στε­ρε­ά, τὰ ζου­μιὰ καὶ τὰ μυ­ρω­δι­κά τους καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν. Ὅ­ταν ὁ Γκ. ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του ἐ­νε­ὸς κοί­τα­ξε τὶς φλέ­βες του στὶς ἀν­τρι­κὲς πα­λά­μες, ἕ­να-ἕ­να τὰ πέν­τε δά­χτυ­λα τῆς κα­θε­μιᾶς. Κοί­τα­ξε τοὺς καρ­πούς, τοὺς ὤ­μους, τὸ στῆ­θος, τὸ φύ­λο, τὰ πέλ­μα­τά του. Ἔπι­α­σε τὰ μαλ­λιά του, ἔπι­α­σε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βλέμ­μα του στρά­φη­κε στὴ ρι­κνο­πρό­σω­πη μουγ­κὴ στὰ σα­νί­δια. Εἶ­δε βα­θιὲς ρυ­τί­δες νὰ αὐ­λα­κώ­νουν γε­ρα­σμέ­να μά­τια, τὸ κρε­μα­σμέ­νο σα­γό­νι, τὰ κρε­μα­σμέ­να καὶ δι­πλω­μέ­να κρέ­α­τα τοῦ γυ­μνοῦ κορ­μιοῦ της. Ση­κώ­θη­κε καὶ μὲ ἀρ­γά,  ἀ­θό­ρυ­βα, ἀ­νά­πο­δα σὰν πη­δη­χτὰ βή­μα­τα, ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα, κρύ­βον­τας τὰ ἀ­χα­μνά του μὲ τὰ χέ­ρια,  ἄ­νοι­ξε καὶ δὲ γύ­ρι­σε οὔ­τε γιὰ νὰ κλεί­σει. Κα­νο­νι­κά. Αὐ­τὴ τὸν εἶ­δε νὰ σβή­νει μιὰ γκρί­ζα χα­ραυ­γὴ ὥ­σπου βα­σί­λε­ψε καὶ τὸ δι­κό της βλέμ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­νε­ζί­να Μά­νου (Δῆ­μος Πέλ­λας). Σπού­δα­σε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­, Παι­δα­γω­γι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Θέ­α­τρο στὴν Ἀ­θή­να, στὸ Λον­δί­νο, στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Πρά­γα. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ ὑ­παλ­λη­λι­κὲς θέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸ Στρα­τὴ Χα­βια­ρᾶ στὸ Κέν­τρο Ἑλ­λη­νι­κῶν σπου­δῶν τοῦ Χάρ­βαρντ. Τὸ διήγημά της «Ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ» διακρίθηκε στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Ἱστορίες ἐγκλεισμοῦ τῆς σχό­λης τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Μὴ μένεις ἀπὸ τσιγάρα μετὰ τὶς δέκα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου

 

Μὴ μέ­νεις ἀ­πὸ τσι­γά­ρα με­τὰ τὶς δέ­κα


Ν ΣΟΥ ΤΥΧΕΙ βά­λε δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Δι­ά­λε­ξε ὅ,τι θές, δὲν θὰ σοῦ ὑ­πο­δεί­ξω. Μὰ νά ‘ναι δυ­να­τά. Με­τὰ τὶς δέ­κα θὰ γί­νει πά­λι φα­σα­ρί­α ἀ­πὸ πά­νω καὶ ξέ­ρεις πὼς σοῦ ‘χει ζη­τή­σει νὰ μὴν κα­λέ­σεις τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ξέ­ρει, εἶ­πε, αὐ­τὴ τί θὰ κά­νει. Θὰ τὸ λύ­σει, εἶ­πε, μό­νη της τὸ πρό­βλη­μα καὶ νὰ τῆς δώ­σεις λί­γο χρό­νο.  Στὸ ἀ­σαν­σέρ. Τὸ ξέ­χα­σες; Φο­ροῦ­σε μά­σκα καὶ τὰ μαῦ­ρα της γυα­λιά, μὰ ἐ­σὺ τὰ ἔ­βλε­πες ὅ­σα ἤ­θε­λε νὰ κρύ­ψει. Ἂν ξα­να­γί­νει θὰ κα­λέ­σω τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, εἶ­πες. Ὄ­χι, εἶ­πε αὐ­τή, καὶ σοῦ ‘σφί­ξε τὸ μπρά­τσο. Ξέ­ρει, εἶ­πε αὐ­τή.

        Βά­λε μο­νά­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κὴ καὶ μὴν τὸ σκέ­φτε­σαι πὼς ἔ­μει­νες ἀ­πὸ τσι­γά­ρα καὶ πὼς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νὰ βγεῖς. Συμ­βαί­νει. Δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς θά­να­το. Θὰ ξη­με­ρώ­σει ποῦ θὰ πά­ει;

        Θά­να­το εἶ­πα; Ἄ­κου τώ­ρα. Ἤ­τα­νε μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας ἄν­τρας. Εἶ­χε ἕ­να ὄ­νο­μα δύ­σκο­λο, νὰ δεῖς… Ἄ, ναὶ Ἀ­βι­μέ­λεχ. Υἱ­ὸς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ. Καὶ ἤ­θε­λε ποὺ λὲς αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. Ὡς ἄν­δρας ποὺ θέ­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς ἔ­πρε­πε καὶ τὰ χέ­ρια νὰ λε­ρώ­σει. Δὲν ἀ­πο­κτᾶς βα­σι­λι­κὴ ἐ­ξου­σί­α μὲ χέ­ρια κα­θα­ρά, ἔ­τσι πά­ει. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τοῦ­τος δι­ό­λου δὲν δί­στα­σε καὶ «ἀ­πέ­κτει­νε τοὺς ἀ­δελ­φοὺς αὐ­τοῦ υἱ­οὺς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ, ἑ­βδο­μή­κον­τα ἄν­δρας ἐ­πὶ λί­θον ἕ­να». Κι ἔ­γι­νε βα­σι­λιὰς γιὰ τρί­α χρό­νια καὶ τὴν πό­λη Ἀ­ρη­μὰ κα­τέ­λα­βε καὶ τοὺς κα­τοί­κους φό­νευ­σε καὶ τὴν πό­λη κα­τε­δά­φι­σε καὶ τὴν ἔ­σπει­ρε ἁ­λά­τι. Γιὰ τέ­τοι­ο βα­σι­λιὰ μι­λᾶ­με. Κι ἔ­κα­ψε χί­λιους ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες στοὺς πύρ­γους τῆς Συ­χὲμ καὶ πο­λι­όρ­κη­σε με­τὰ τὴν Θή­βη καὶ τὴν κα­τέ­λα­βε. Καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­κά­ψει ὅ­σους στοὺς πύρ­γους τρέ­ξαν νὰ κλει­στοῦν γιὰ νὰ σω­θοῦν. Καὶ ἐ­κεῖ, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς, ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ δὲν πε­ρί­με­νε ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. «Καὶ ἔρ­ρι­ψε γυ­νὴ μί­α κλά­σμα ἐ­πι­μύ­λιον ἐ­πὶ κε­φα­λὴν Ἀ­βι­μέ­λεχ» καὶ ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς εἶ­δε τὸν θά­να­τό του ποὺ πλη­σί­α­ζε καὶ δι­έ­τα­ξε τὸν βα­στά­ζο του, αὐ­τὸς νὰ τὸν ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει «μὴ πό­τε εἴ­πω­σι γυ­νὴ ἀ­πέ­κτει­νεν αὐ­τόν».

        Βλέ­πεις αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἄν­τρας σὰν τοὺς ἄλ­λους, αὐ­τὸς ἤ­τα­νε ἕ­νας βα­σι­λιάς, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε αὐ­τὸς ἀ­πὸ γυ­ναί­κας χέ­ρι νὰ βρε­θεῖ στὸν ἄλ­λο κό­σμο.

        «Ἐ­γὼ εἶ­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Εἶ­χα ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα κι ἔ­τσι δὲν βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι. Δι­ά­βα­ζα μά­λι­στα μιὰ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη. Κά­που ἐ­δῶ τὸ ἔ­χω τὸ βι­βλί­ο.  Ἔ­λε­γε κά­τι γιὰ τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ Ἰ­ω­α­θάμ, γιὰ μιὰ ἀγ­κα­θιὰ ποὺ ἤ­θε­λε, λέ­ει, νὰ ἐ­ξου­σιά­ζει τ’ ἄλ­λα δέν­τρα. Δὲν κα­λο­θυ­μᾶ­μαι κι­ό­λας»

        Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ κα­τέ­λη­ξαν πὼς μᾶλ­λον γλί­στρη­σε, κα­θὼς ἔ­σκυ­βε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κάγ­κε­λο φω­νά­ζον­τας γιὰ νὰ ἀ­κού­σει ἡ ἔ­νοι­κος τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου καὶ νὰ χα­μη­λώ­σει τὴ μου­σι­κή. Ἐ­κεῖ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν πτώ­ση ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι. Γλί­στρη­σε. Εἶ­χε μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α, εἶ­παν, μιὰ νευ­ρι­κό­τη­τα για­τί ἦ­ταν πε­ρα­σμέ­νες δέ­κα κι εἶ­χε ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα. Πή­ρα­νε μά­λι­στα τὸ ἄ­δει­ο του πα­κέ­το King size.

        Ἔ­μει­ναν μο­να­χὰ ὅ­λες οἱ γό­πες στὸ τα­σά­κι κι εἴ­χα­νε ὅ­λες ἴ­χνη ἀ­πὸ κρα­γιόν. Τὶς πῆ­ρα καὶ τὶς φύ­τε­ψα στὴ γλά­στρα καὶ βγή­κα­νε κυ­κλά­μι­να στὸ χρῶ­μα τῶν χει­λι­ῶν της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.