1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Γιὰ τὴν ἅ­για Λευ­τε­ριά!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Γιὰ τὴν ἅ­για Λευ­τε­ριά!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ τοῦ 1821, στὰ Τρί­κορ­φα, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν Τρι­πο­λι­τσά, ποὺ τὴν πο­λι­ορ­κοῦ­σαν οἱ Ἕλ­λη­νες, πα­ρου­σι­ά­στη­κε πρω­ῒ-πρω­ῒ ἕ­νας χρι­στια­νὸς μι­σό­γυ­μνος στὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ τοῦ λέ­ει:

       — Ποῦ εἶ­ναι, Κα­πε­τά­νε, αὐ­τὴ ἡ ἅ­για Λευ­τε­ριά, ποὺ κά­θε τό­σο μᾶς κο­πα­νᾶ­τε; Θέ­λω νὰ τὴν προ­σκυ­νή­σω καὶ νὰ δο­ξά­σω τὸ Θε­ό, ποὺ μᾶς τὴ χά­ρι­σε. Ἤ­μου­να κλει­σμέ­νος στὴν Τρι­πο­λι­τσὰ κ’ ἐ­γώ· ἡ γυ­ναῖ­κα μου πέ­θα­νε ἀ­πὸ τὴ λοι­μι­κή, ἕ­να παι­δί μου καὶ δυ­ὸ κο­ρί­τσια μου πε­θά­ναν ἀ­π’ τὴν πεῖ­να. Ἑ­κα­τὸν τριά­ντα γρό­σια εἶ­χα, μοῦ τὰ πῆ­ρε ὁ Ἀρ­βα­νί­της γιὰ νὰ μὲ βο­η­θή­σῃ νὰ γλυ­τώ­σω. Τέ­λος γλύ­τω­σα! Μιὰ κα­πό­τα μοὔ­μει­νε, στὸ δρό­μο μὲ πι­ά­σα­νε δυ­ὸ πα­λη­κά­ρια δι­κά σου, μοῦ τὴν πή­ρα­νε κι’ αὐ­τού­νη! Τώ­ρα εἶ­μαι κι’ ἀ­λή­θεια λεύ­τε­ρος! Ζή­τω τὸ λοι­πὸν ἡ ἅ­για Λευ­τε­ριά! Δό­ξα νἄ­χῃ τ’ ὄ­νο­μά της!

       Κόκ­κα­λο ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης. Βρῆ­κε τὸ μά­στο­ρή του. Κά­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ πῇ, ὅ­μως ἔ­βλε­πε πὼς εἶ­χε δί­κιο ὁ ἄν­θρω­πος.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ τῆς Βου­λῆς Πε­ρί­οδ. Γ´, Σύ­νοδ. Β´, τόμ. β´, 1852, σ. 365.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 193 [Τίτλος: «394.— Γιὰ τὴν ἅ­για Λευ­τε­ριά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ Ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς. Πί­να­κας τοῦ Πα­να­γιώ­τη Ζω­γρά­φου μὲ τὴν κα­θο­δή­γη­ση τοῦ Μα­κρυ­γιάν­νη.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

Κατερίνα Κοντοπούλου: Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βάλτου

 

Κατερίνα Κον­το­πού­λου


Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βάλ­του


ΟΙΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ στὸν κα­θρέ­φτη. Ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἀλ­λά­ζεις, δο­κι­μά­ζεις, ἐ­πι­στρέ­φεις στὰ πα­λιὰ ἢ πε­ρί­που στὰ πα­λιὰ ἢ πο­τὲ πί­σω στὰ πα­λιά. Ὅ­σο πιὸ νέ­ος τό­σο πιὸ πολ­λά τὰ πο­τὲ ξα­νά. Ἐλ­πί­ζεις γιὰ κά­ποι­α οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη ἀλ­λα­γή, μιὰ κα­λυ­τέ­ρευ­ση, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ θὰ σοῦ προσ­δώ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον. Κοι­τᾶς μέ­χρι νὰ βα­ρε­θεῖς νὰ κοι­τᾶς. Κου­βα­λᾶς εἴ­κο­σι, τριά­ντα χρό­νια καὶ βά­λε ἕ­να κορ­μὶ γε­μά­το πλη­γές, ἕλ­κη, ἐκ­δο­ρές, ἐκ­χυ­μώ­σεις, κιρ­σούς, κυτ­τα­ρί­τι­δα, ρα­γά­δες, ἐ­λι­ές, κοκ­κι­νί­λες, μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, ἀλ­λοῦ λι­πα­ρό­τη­τα, ἀλ­λοῦ ξη­ρό­τη­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ προ­τι­μοῦ­σες – πι­τυ­ρί­δα, ψω­ρί­α­ση, κο­ψί­μα­τα, ἐκ­ζέ­μα­τα, ἀλ­λοῦ πρη­ξί­μα­τα, ἀλ­λοῦ βα­θου­λώ­μα­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ εὐ­χό­σουν – ἕ­να κα­τ’ ἐ­ξα­κο­λού­θη­ση ἀ­τε­λὲς σῶ­μα ἐ­νῶ οἱ γο­νεῖς σου ὁρ­κί­ζον­ταν τὸ ἀν­τί­θε­το, «ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις, θά…».

        Ὁ­πό­τε με­ρι­κὲς φο­ρὲς πρέ­πει νὰ πά­ρεις τὴν κα­τά­στα­ση στὰ χέ­ρια σου. Παίρ­νεις ἀ­νά­σα καὶ κά­νεις βου­τιὰ στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη. Δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ὄ­μορ­φο θέ­α­μα, οὔ­τε εὔ­κο­λη ἀ­πό­φα­ση. Ἕ­νας λάκ­κος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση μοιά­ζει μὲ λί­μνη γε­μά­τη ἀρ­γὸ τσι­μέν­το ποὺ ἀ­να­δί­δει θειά­φι. Ξε­χω­ρί­ζουν κε­φά­λια πα­σα­λειμ­μέ­να καὶ αὐ­τὰ μὲ τὴν λά­σπη στὰ μαλ­λιὰ καὶ στὸ πρό­σω­πο, μιὰ ἐκ­φυ­λι­σμέ­νη φυ­λὴ τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου, ἐ­λα­φρῶς ξαφ­νι­α­σμέ­νη ἀ­κό­μα, κα­θὼς κά­ποι­ος τυ­φώ­νας τὴν ξε­ρί­ζω­σε ἀ­πὸ τὸ Πε­ροὺ καὶ πέ­τα­ξε τοὺς ἄλ­λο­τε πο­λε­μι­στὲς στὴν Αἰ­δη­ψό, στὶς Κρη­νί­δες ἢ στὸ Κιλ­κὶς γιὰ λα­σπό­λου­τρα, χα­λα­ροὺς καὶ πα­ρο­πλι­σμέ­νους.

        Ἀ­κό­μα ἕ­να κε­φά­λι καὶ ἐ­σὺ μέ­σα στὴν βε­λου­τὲ σού­πα, συ­στή­νε­σαι βά­σει ἰ­α­τρι­κοῦ φα­κέ­λου: «Γρη­γό­ρης, πό­νο στὸν γο­φό», «Βα­σι­λι­κή, ρευ­μα­το­πά­θει­ες». Οἱ πα­θή­σεις σπᾶ­νε τὸν πά­γο, οἱ ὁ­μι­λοῦ­σες κε­φα­λὲς δὲν στα­μα­τᾶ­νε τὴν ψι­λο­κου­βέν­τα, ἡ συ­ζή­τη­ση γί­νε­ται κου­βέρ­τα, με­τα­τρέ­πει τὸν χῶ­ρο σὲ κα­φέ, σὲ ἑ­στι­α­τό­ριο, σὲ μπάρ, σὲ πε­ρί­γυ­ρο ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ­τι­δή­πο­τε γιὰ νὰ ξε­χά­σεις τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κά­τω ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ εἶ­σαι μα­ζὶ μὲ ἀ­γνώ­στους ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ γυ­μνὸς γιὰ ἰ­α­τρι­κοὺς σκο­πούς. Ἄ­ρα­γε τώ­ρα ποὺ μι­λᾶς γιὰ τὸ αὐ­χε­νι­κό σου σύν­δρο­μο κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια ἀγ­γί­ζε­ται;

       Κά­πο­τε, ἀ­φή­νε­σαι. Δὲν σὲ ἐ­νο­χλεῖ πιὰ τὸ θειά­φι στὰ ρου­θού­νια σου, δὲν τρα­βὰ ἡ λά­σπη τὸ δέρ­μα ὅ­σο ξε­ραί­νε­ται πά­νω σου, βρί­σκεις μιὰ ἐ­σο­χή, σκά­βεις τὰ μα­λα­κὰ τοι­χώ­μα­τα γιὰ νὰ στα­θεῖς πιὸ ἄ­νε­τα, φτιά­χνεις πη­γα­δά­κια στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ γούρ­να μὲ ὅ­σους συ­να­σθε­νεῖς μπο­ρεῖς νὰ ἀν­ταλ­λά­ξεις δυ­ὸ κου­βέν­τες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νη­θί­ζεις τὴν  θερ­μο­κρα­σί­α, τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α τῶν ὁ­μοι­ό­μορ­φα κα­λυμ­μέ­νων σω­μά­των, τὴν γύ­μνια, τὴν λά­σπη νὰ γαρ­γα­λά­ει τὶς πα­τοῦ­σες. Ὁ πό­νος στοὺς γο­φοὺς μα­λα­κώ­νει, ὁ κνη­σμὸς φεύ­γει, οἱ ρυ­τί­δες λει­αί­νον­ται, οἱ οὐ­λὲς κλεί­νουν, τὰ ἐκ­ζέ­μα­τα ὑ­πο­χω­ροῦν. Ἀ­πο­τολ­μᾶς με­ρι­κὲς ἁ­πλω­τές. Κα­λω­σο­ρί­ζεις τοὺς και­νούρ­γιους στὸν λάκ­κο, ἀ­πο­κτᾶς τὸν ἀ­έ­ρα μιᾶς κά­ποι­ας ἐμ­πει­ρί­ας. Σχε­διά­ζεις στὸ γκρί­ζο πρό­σκαι­ρο δέρ­μα σου ἑ­λι­κο­ει­δῆ σχή­μα­τα, ψά­ρια, γε­ω­με­τρι­κὰ σχέ­δια, θυ­μᾶ­σαι τὶς σχο­λι­κὲς ζω­γρα­φι­ές σου καὶ τὶς πρῶ­τες κα­τα­σκευ­ὲς μὲ πλα­στε­λί­νη.

        Καὶ ὅ­ταν εἶ­σαι ἕ­τοι­μος, μὲ στέ­ρε­α βή­μα­τα ἀ­φή­νεις τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μά σου στὰ χα­λί­κια καὶ γυρ­νᾶς στὸ γνω­στό σου δω­μά­τιο, ἕ­να τέ­λει­ο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἄ­γαλ­μα. Μέ­χρι νὰ ξε­πλύ­νεις τὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη ἀ­πὸ πά­νω σου.  Καὶ πά­λι νὰ ἐ­πι­στρέ­φεις.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κα­τε­ρί­να Κον­το­πού­λου (Κα­βά­λα). Φοί­τη­σε στὸ τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ΜΜΕ καὶ συ­νέ­χι­σε γιὰ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀγ­γλί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε γιὰ δύο χρό­νια μὲ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ δή­μου Μο­σχά­του ὡς συν­τά­κτρια τῆς στή­λης «Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Οὐ­ρα­νί­σκου» καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὸν δη­μό­σιο το­μέ­α.

 

Μαρία Χατζηκυριακίδου: Ἄν


Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου


Ἂν

 

 ΤΑΡΑΤΣΑ ΛΟΥΖΕΤΑΙ ἀ­πὸ τὴν παν­σέ­λη­νο. Ἡ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νη κα­ρέ­κλα της εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν φω­τι­σμέ­νη Ἀ­κρό­πο­λη. Ἀ­κουμ­πᾶ πί­σω καὶ κλεί­νει τὰ μά­τια ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν αὐ­γου­στι­ά­τι­κη ἡ­συ­χί­α τῆς πό­λης. Κά­θε χρό­νο τὸ κά­νει αὐ­τό. Σὲ κά­θε αὐ­γου­στι­ά­τι­κη παν­σέ­λη­νο ἀ­νε­βαί­νει στὴν τα­ρά­τσα μὲ τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἀγ­κα­λιὰ καὶ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸ φεγ­γά­ρι. Με­τρᾶ τὸ χρό­νο της μὲ τὰ αὐ­γου­στι­ά­τι­κα φεγ­γά­ρια ποὺ πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη φό­ρα. Τὸ μυα­λὸ της τα­ξι­δεύ­ει στὴν πί­σω με­ριὰ τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. Τὴν ἀ­θέ­α­τη. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χει στεί­λει τὰ πιὸ κρυ­φὰ ὄ­νει­ρα καὶ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες της. Ὅ­πως τό­τε, πρὶν ἀ­πὸ ἐβδομήντα χρό­νια ποὺ τὸ κοί­τα­ξε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ χα­μο­γε­λών­τας κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς δὲν θὰ ἀ­φή­σει κα­νέ­να φεγ­γά­ρι χα­μέ­νο. Τό­τε ποὺ ἡ ἀ­θα­να­σί­α ἦ­ταν ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη. Τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος μέ­νει στὴν πί­σω με­ριὰ τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. «Τὸ φεγ­γά­ρι μᾶς κρα­τᾶ ἐ­ρω­τευ­μέ­νους μὲ τὸ ἀ­νεκ­πλή­ρω­το» ἔ­γρα­ψε κι ἔ­κλει­σε τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της.



Πηγὴ: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­σμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ὰ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρὰ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).


Ἄντης Ροδίτης: Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια ἀπὸ σήμερα

Ἄν­της Ρο­δί­της


Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια απὸ σήμερα


ΑΞΙΔΕΨΑ ΚΙ ΕΓΩ μέ­σα στὸ μέλ­λον καὶ νὰ μὴν νοιά­ζει κα­νέ­ναν πῶς. Εἶ­ναι μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Ἅ­μα τὸ πῶ, θὰ ἀρ­χί­σει ὁ πά­σα ἕ­νας νὰ πε­τά­γε­ται στὸ μέλ­λον, δὲν θὰ μεί­νει κα­νέ­νας ἐ­δῶ στὸ «τώ­ρα» καὶ τό­τε θὰ χα­λά­σει καὶ τὸ μέλ­λον, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ἔ­χει πα­ρελ­θόν, καὶ θὰ μεί­νου­με ὅ­λοι κρε­μά­με­νοι στὸ κε­νό. Ξέ­ρω τί λέ­ω. Ἄ­ρα μό­νο ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω στὸ μέλ­λον, ὅ­πο­τε θέ­λω.

        Πε­τά­χτη­κα μιὰ στιγ­μὴ στὸ 2100 μ.Χ. Ὅ­λοι οἱ Κυ­πραῖ­οι ἦ­ταν ἄγ­γε­λοι. Εἶ­χαν καὶ φτε­ροῦ­γες ἀλ­λὰ ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κό­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν.

       Ρώ­τη­σα ἕ­ναν στὸν δρό­μο.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει. Οἱ φτε­ροῦ­γες ἄρ­χι­σαν νὰ φυ­τρώ­νουν, πιὸ μι­κρὲς καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις τώ­ρα, πρὶν κα­μιὰ ὀ­γδον­τα­ριὰ χρό­νια, τό­τε ποὺ ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος καὶ ὁ Νι­κό­λας ὑ­φυ­πουρ­γὸς πα­ρὰ τῷ προ­έ­δρῳ, τό­τε ποὺ πά­τα­ξαν τὴ δι­α­φθο­ρὰ καὶ γί­να­με ὅ­λοι ἄγ­γε­λοι. Ἂν πᾶ­με καὶ στὸ μέλ­λον τό­σο κα­λά, ὑ­πο­λο­γί­ζου­με ὅ­τι οἱ ἀ­πό­γο­νοί μας σὲ ἄλ­λα 80, ἂς ποῦ­με, χρό­νια θὰ ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες φτε­ροῦ­γες καὶ θὰ πε­τᾶ­με κι­ό­λας κον­τὰ στὸν θε­ό!

       —Τί λὲς ρὲ μα­λά­κα; τοῦ εἶ­πα.

       —Ἄ, μοῦ εἶ­πε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ. Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πιά, τὴ βγά­λα­με καὶ ἀ­πὸ τὰ λε­ξι­κά. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι κα­λοὶ καὶ ἐ­νά­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι πλέ­ον – δι­α­φθο­ρὰ τέ­λος!

       Σκέ­φτη­κα ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ ἦ­ταν τρε­λός, ἀλ­λὰ με­τὰ εἶ­δα κι ἄλ­λους —ὅ­λους— μὲ φτε­ρά, ἄ­ρα ἤ­μουν ἐ­γὼ ὁ μα­λά­κας.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει ὁ τρε­λός, νὰ πᾶς στὸν Κύκ­κο, ὅ­που πᾶν ὅ­λοι γιὰ προ­σκύ­νη­μα. Ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ κεῖ τὸ τέ­ρας-Μα­κά­ριος κι ἔ­βα­λαν ἄλ­λο ἄ­γαλ­μα δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ ψη­λὸ ἀ­πὸ τὸ πα­λιό.

       —Ποι­ὸν ἔ­βα­λαν ἐ­κεῖ; τοῦ λέ­ω.

       —Πή­γαι­νε νὰ δεῖς, μοῦ λέ­ει, καὶ πε­τά­χτη­κε τρί­α μέ­τρα μα­κριὰ σὰν κο­τό­που­λο.

       Πῆ­ρα ἕ­να ἑ­λι­κό­πτε­ρο-τα­ξὶ ἀ­πὸ τὸν προ­μα­χώ­να ποὺ ἦ­ταν πα­λιὰ ὁ Μπα­ϊ­ρα­κτά­ρης καὶ σὲ 15 λε­πτὰ μὲ κα­τέ­βα­σε στὸν Κύκ­κο, μπρο­στὰ στὸ  ἄ­γαλ­μα. Ἔ­μει­να ἐ­κεῖ καὶ ἔ­χα­σκα για­τὶ τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ὕ­ψος ἴ­σο μὲ ἑ­φτα­ό­ρο­φη πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ἦ­ταν πο­λὺ ψη­λὰ καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ποι­οῦ ἡ φά­τσα ἦ­ταν.

       Μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­να μο­να­χὸς γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε σχε­δὸν κα­θό­λου φτε­ρά. Μό­λις ποὺ ξε­μύ­τι­ζαν κά­τι πού­που­λα ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του.

       —Κα­λά, τοῦ λέ­ω, ἐ­σὺ δὲν ἔ­χεις φτε­ροῦ­γες;

       —Ἄ­σε, μοῦ λέ­ει, ἐ­μεῖς οἱ μο­να­χοὶ εἴ­μα­στε οἱ πιὸ δι­ε­φθαρ­μέ­νοι καὶ κά­νου­με με­γά­λο ἀ­γώ­να νὰ φτά­σου­με τοὺς ἄλ­λους. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἀ­πὸ τοὺς κα­λούς. Ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λοι ποὺ ντρέ­πον­ται νὰ βγοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ κε­λιά τους ἕ­νε­κα δὲν ἔ­χουν βγά­λει οὔ­τε πού­που­λο ἀ­κό­μα.

       —Τί λὲς ρὲ μ… τοῦ εἶ­πα κι ἔ­πι­α­σα τὸ στό­μα μου, μὴν πῶ τὴ λέ­ξη.

       —Βλέ­πεις, μοῦ λέ­ει, τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Μι­χα­η­λί­δη, πα­λιὰ Γε­νι­κοῦ Ἐ­λεγ­κτοῦ καὶ τώ­ρα Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας!

       —Κι ὁ μι­κρός; τοῦ λέ­ω.

       Τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α κρα­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἕ­να παι­δά­κι, ἕ­ναν γιὸ τῆς μάμ­μας του μὲ γκρί­ζους κρο­τά­φους, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ὁ «μι­κρός», μό­λις τρί­α μέ­τρα ὕ­ψος, ἦ­ταν ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, σὰν νὰ ἔ­δει­χνε τὸν δρό­μο στὸ με­γά­λο ἄ­γαλ­μα.

       —Εἶ­ναι ὁ Νι­κό­λας, μοῦ λέ­ει ὁ ἄ­πτε­ρος μο­να­χός, ὁ­δη­γεῖ τὸν Ὀ­δυσ­σέα στὸν δρό­μο κα­τὰ τῆς δι­α­φθο­ρᾶς!

       —Fuck, τοῦ λέ­ω!

       —Καὶ ποῦ ’­σαι, μοῦ λέ­ει, γιὰ νὰ φτιά­ξουν τὸν Νι­κό­λα ἕ­λι­ω­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Μα­κα­ρί­ου, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο μέ­ταλ­λο, κι ὕ­στε­ρα ἔ­κα­μαν εἰ­σα­γω­γὴ κι ἄλ­λο χαλ­κὸ γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α!

       —Ἔ, fuck ξα­νά, τοῦ λέ­ω.

       —Fuck, μοῦ λέ­ει, δὲν λέ­ει τί­πο­τε, καὶ πά­νω ποὺ ἀ­κού­στη­κε τὸ σή­μαν­τρο ἔ­τρε­ξε γιὰ τὸ δεῖ­πνο.

       —Καὶ οἱ Τοῦρ­κοι, τοῦ φώ­να­ξα, τί ἔ­γι­νε μὲ τοὺς Τούρ­κους;

       —Ἄ, μοῦ λέ­ει, καὶ γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας πι­σι­νὴ ἀ­νε­μί­ζον­τας τὸ χέ­ρι του, τοὺς πῆ­ρε ὅ­λους ὁ δι­ά­ο­λος.

       —Μὰ ὅ­λους-ὅ­λους; τοῦ λέ­ω. Δὲν ἄ­φη­σε οὔ­τε μι­σὸ τουρ­κο­κύ­πριο γιὰ δεῖγ­μα;

       —Ὅ­λους, μοῦ λέ­ει, ὅ­λους-ὅ­λους. Μέ­χρι καὶ τὰ κόκ­κα­λα τοῦ Ντεν­κτάς.

       Καὶ χά­θη­κε μέ­σα στὴν με­γά­λη πόρ­τα. Πε­τά­χτη­κα ἀ­μέ­σως πί­σω στὸ πα­ρόν, μὴν πε­θά­νω ἄ­ξαφ­να ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α ἐ­κεῖ στὸ μέλ­λον!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ αἷμα φω­νά­ζει ἐκδίκηση!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τὸ αἷμα φω­νά­ζει ἐκδίκηση!

[τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη]


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ὁ Πα­πα­φλέσ­σας, τέ­λη τοῦ 1820, στὰ σπί­τια τῶν Δε­λη­γιαν­ναί­ων καὶ τοὺς πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ κι­νή­σουν τὸν πό­λε­μο, ὁ Κα­νέλ­λος τὸν πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ τοὔ­δει­ξε ἕ­ναν τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

       — Βλέ­πεις αὐ­τὸ τὸ αἷ­μα ἀ­πά­νω στὸν ἀ­σβέ­στη; Εἶ­ναι τὸ αἷ­μα τοῦ πα­τέ­ρα μας [Γε­ρο-Γιά­ννη Ντε­λη­γιά­ννη] καὶ τὸ φυ­λᾶ­με σὰν τ’ ἅ­για τῶν ἁ­γί­ων. Ἀ­πά­νου σ’ αὐ­τὸ ὡρ­κί­ζα­με τοὺς Φι­λι­κοὺς κι’ ὡρ­κι­στή­κα­με. Οἱ Τοῦρ­κοι, στὰ 1816 [13 Φλε­βά­ρη] ἤρ­θα­νε καὶ σφά­ξαν τὸν πα­τέ­ρα μας, Μω­ρα­γιά­ννη(1) τό­τε, καὶ δὲ σε­βα­στῆ­καν τὰ βα­θειά του τὰ γε­ρά­μα­τα· το­νὲ σφά­ξα­νε στὸ στρῶ­μα ἀ­πά­νω καὶ τὸ αἷ­μα του ἔ­χρι­σε τὸν τοῖ­χο καὶ φω­νά­ζει ἐκ­δί­κη­ση.


(1) Διοικητικὸς Ἐπίτροπος Πελοπον­νήσου. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φραν­τζῆ «Ἐ­πι­το­μὴ Ἱ­στο­ρί­ας τῆς ἀ­να­γεν­νη­θεί­σης Ἑλ­λά­δος 1839» τόμ. Β´ σ. 152. – Φω­τά­κου «Βί­ος τοῦ Παπ­πα­φλέσ­σα» 1868 σ. 22. – Θ. Ζα­φειρο­πού­λου «Οἱ ἀρχι­ε­ρεῖς καὶ προὔ­χον­τες ἐντὸς τῆς ἐν Τρι­πό­λει φυ­λα­κῆς, 1852» σ. 72.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 11 [τί­τλος: «15.—Τὰ λά­χα­να τῶν Δε­λη­γιαν­ναί­ων.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ ἱστορικὴ οἰκία τῶν Δεληγιανναίων στὰ Λαγκάδια Γορτυνίας.



		

	

Ντάνιελ Σμὶθ (Daniel Smith): Θάρρος


Ντά­νι­ελ Σμὶθ (Daniel Smith)


Θάρ­ρος

(Courage)


Ι ΑΝΘΡΩΠΟΙ ἦ­ταν πιὸ γεν­ναῖ­οι ἀ­π’ ὅ­σο ὁ ἴ­διος. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κὸς καὶ ἔ­ξυ­πνος μὲ τὸν τρό­πο του, γεν­ναῖ­ος ὅ­μως δὲν ἦ­ταν κι οὔ­τε εἶ­χε ὑ­πάρ­­ξει πο­τέ.

        Αὐ­τὸς καὶ ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­χαν βγεῖ γιὰ φα­γη­τὸ μὲ τὴν ἀ­δερ­φή της καὶ τὸν νέ­ο της ἄν­τρα. Ἡ κό­ρη τοῦ ἄν­τρα εἶ­χε ἔρ­θει κι αὐ­τὴ γιὰ φα­γη­τό. Ἦ­ταν ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὰ  τρί­α του παι­διὰ καὶ εἶ­χε δι­α­σχί­σει πρό­σφα­τα μὲ τὰ πό­δια τὰ Ἁ­πα­λά­χια Ὅ­ρη, ὅ­λο τὸ μῆ­κος τους, ἀ­πὸ τὸ Μέ­ιν μέ­χρι τὴν Τζόρ­τζια. Τώ­ρα ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ με­τα­κο­μί­σει στὸ Γου­α­ϊ­ό­μινγκ γιὰ νὰ δου­λέ­ψει σ’ ἕ­να ράν­τσο μὲ ἀ­γε­λά­δες. Ὁ πα­τέ­ρας της δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της, οἱ παπ­ποῦ­δες της, ἀ­κό­μη καὶ με­ρι­κοὶ φί­λοι της, ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀν­τί­θε­τοι. Τὸ κο­ρί­τσι δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ νοι­ά­ζε­ται. Εἶ­πε πὼς στὴν ἀρ­χὴ τὴν εἶ­χε νοιά­ξει, ἀλ­λὰ με­τὰ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἁ­πλῶς ζή­λευ­αν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε, δί­χως προσ­δο­κί­ες, κι ἔ­τσι δὲν ἔ­δω­σε ἄλ­λο ση­μα­σί­α. Ἦ­ταν εἰ­κο­σι­ε­νός.

        Σκέ­φτη­κε τὸν ἑ­αυ­τό του στὰ εἰ­κο­σι­έ­να του. Ποῦ εἶ­χε πά­ει τό­τε; Εἶ­χε πά­ει στὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Ὕ­στε­ρα, εἶ­χε ἀ­πο­φοι­τή­σει καὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὲ μιὰ ἰ­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­νά­με­σα στὶς σπου­δὲς καὶ τὴ δου­λειὰ εἶ­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει ἕ­να πρό­γραμ­μα γλωσ­σι­κῆς κα­τάρ­τι­σης γιὰ ἰ­τα­λι­κὰ στὸ Βερ­μόντ, ἀλ­λὰ εἶ­χε νι­ώ­σει μό­νος καὶ ἀ­πο­θαρ­ρη­μέ­νος κι ἔ­φυ­γε με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μέ­ρες. Σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κό­ρης τοῦ ἄν­τρα τῆς ἀ­δερ­φῆς τῆς γυ­ναί­κας του νὰ μὴν τὴ νοιά­ζει ἡ γνώ­μη τῶν ἀν­θρώ­πων γιὰ κεί­νη. Τὸ εἶ­χε πε­ρι­γρά­ψει σὰν ἕ­να εἶ­δος δι­α­κό­πτη: πρῶ­τα τὴν εἶ­χε νοιά­ξει, με­τὰ δὲν τὴν εἶ­χε νοιά­ξει. Ὁ δι­α­κό­πτης ἦ­ταν ἡ θέ­λη­σή της. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ νὰ ἔ­χει πο­τὲ ὑ­πο­βάλ­λει τὴ θέ­λη­σή του σὲ μιὰ τό­σο δρα­στι­κὴ ἀλ­λα­γή, εἰ­δι­κὰ σ’ ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σε τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους καὶ τὰ αἰ­σθή­μα­τά τους γιὰ κεῖ­νον. Αὐ­τό, ἔ­βγα­λε τὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε στὴν οὐ­σί­α τὴ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸ δι­κό της θάρ­ρος καὶ τὴ δει­λί­α του.

       Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα κα­θὼς ξεν­τύ­νον­ταν εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ τὰ ἐ­ξη­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ στὴ γυ­ναί­κα του. Τὸν κα­τά­λα­βε ἀ­μέ­σως, ἐ­πι­στρά­τευ­σε ὅ­μως ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ κα­τευ­να­στι­κῶν δυ­νά­με­ων.

       (1) Τὸ κο­ρί­τσι ὑ­πε­ρέ­βα­λε ἢ δι­α­στρέ­βλω­νε τὴν ἐμ­πει­ρί­α του. Τὸ πιὸ πι­θα­νὸ ἦ­ταν πὼς ὄν­τως νοι­ά­ζον­ταν γιὰ τὸ τί σκέ­φον­ταν οἱ ἄλ­λοι γιὰ κεί­νη —εἰ­δι­κὰ ἡ μη­τέ­ρα της— καὶ πε­ρι­έ­γρα­φε τὴν με­τα­τρο­πὴ της τό­σο ἀ­πό­λυ­τα μό­νο καὶ μό­νο για­τί (α) ἔ­δι­νε ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρη δρα­μα­τι­κό­τη­τα σ’ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­λε­γε, (β) ἀ­νύ­ψω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της στὰ μά­τια τῶν ἄλ­λων καὶ (γ) ἦ­ταν ἕ­να μέ­σο προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ τὸ ἴ­διο της τὸ θάρ­ρος, χω­ρὶς τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε.

       (2) Τὸ κο­ρί­τσι δὲν φη­μί­ζον­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα, μὲ βά­ση αὐ­τὰ ποὺ τῆς εἶ­χε πεῖ ἡ ἀ­δερ­φή της γιὰ κεί­νη, γιὰ τὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α ἢ τὴν ἐν­συ­ναί­σθη­σή της, κά­τι ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζε, ἀν­τί­θε­τα τὸν ἴ­διο, καὶ αὐ­τὲς ἀ­κρι­βῶς οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες —ἡ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α καὶ ἡ ἐν­συ­ναί­σθη­ση— συ­νε­πά­γον­ταν μ’ ἕ­να ἄλ­λο εἶ­δος θάρ­ρους: Τὸ θάρ­ρος νὰ προ­στρέ­χεις τοὺς ἄλ­λους. (Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ἕ­να μορ­φα­σμό.)

       (3) Τό­τε ποὺ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει τὸ γλωσ­σι­κὸ πρό­γραμ­μα για­τί ἦ­ταν ἀγ­χω­μέ­νος καὶ τοῦ ἔ­λει­πε τὸ σπί­τι του, ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στη, μιὰ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν κά­νει νὰ μα­λα­κώ­σει τὴν αὐ­το­κρι­τι­κή του. Τὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό.

       Τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε, αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ποὺ δὲν τὸν ἔ­κρι­νε γι’ αὐ­τὰ τὰ κομ­μά­τια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του ποὺ τὸν δυ­σα­ρε­στοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ ντρέ­πε­ται, πρό­βα­λε ὅ­μως ἀν­τε­πι­χει­ρή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α πί­στευ­ε πὼς δὲν θὰ εἶ­χε ἀ­πάν­τη­ση.

       (1) Ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ κο­ρί­τσι φού­σκω­νε ὅ­σα ἔ­λε­γε, αὐ­τὸ ἦ­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὴ γνώ­μη του, ἄλ­λη μιὰ ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θάρ­ρους της – θάρ­ρους ὅ­πως ὅ­λοι ξέ­ρουν ση­μαί­νει, ὄ­χι τὴ δρά­ση ἐν ἀ­που­σί­α ἐμ­πο­δι­ῶν, ἀλ­λὰ τὴ δρά­ση κόν­τρα σ’ αὐ­τά.

       (2) Τὸ δι­κό του εἶ­δος θάρ­ρους λε­γό­ταν ἰ­δι­ο­τέ­λεια καὶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ θάρ­ρους ποὺ εἶ­χε κα­τὰ νοῦ.

       (3) Πο­λὺς κό­σμος εἶ­χε μη­τέ­ρες σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στες ποὺ πέ­θα­ναν. Μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ πε­θαί­νει δὲν ἀ­πο­κλεί­ει τὴ μά­θη­ση Ἰ­τα­λι­κῶν. Δι­και­ο­λο­γί­ες ὑ­πάρ­χουν πάν­τα.

       Εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νοι στὸ κρε­βά­τι. Μπο­ροῦν ν’ ἀ­κού­σουν τὴν κου­βέν­τα καὶ τὰ γέ­λια δυ­ὸ ἄν­τρων ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­π’ τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Φι­λή­θη­καν γιὰ λί­γη ὥ­ρα. Ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι νὰ κά­νουν ἔ­ρω­τα ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­ναν καὶ ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε σκέ­φτη­κε πά­λι τὸ κο­ρί­τσι. Τί θὰ πή­γαι­νε νὰ κά­νει σ’ ἕ­να ράν­τσο στὸ Γου­α­ϊ­ό­μινγκ; Θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὰ βό­δια; Θὰ μα­γεί­ρευ­ε καὶ θὰ κα­θά­ρι­ζε; Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὴ ρω­τή­σει, ἀλ­λὰ ἡ συ­ζή­τη­ση εἶ­χε πά­ει ἀλ­λοῦ. Φο­βό­ταν κα­θό­λου; Εἶ­χε ἐ­πι­φυ­λά­ξεις; Τί ἀ­πο­θέ­μα­τα ψυ­χῆς καὶ πνεύ­μα­τος πί­στευ­ε πὼς εἶ­χε ὥ­στε νὰ με­τα­κο­μί­σει δύ­ο χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της, σ’ ἕ­να μέ­ρος ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε κα­νέ­ναν καὶ τὸ ἔ­δα­φος καὶ τὸ κλί­μα ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τα ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ ἤ­ξε­ρε; Ἂν ἄρ­χι­ζε νὰ νι­ώ­θει μό­νη, ποῦ θὰ ἔ­ψα­χνε πα­ρη­γο­ριά; Ἀ­γα­ποῦ­σε ὄν­τως τὸν ἑ­αυ­τό της; Κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­χα­νῆ ἐ­πι­βλη­τι­κὸ δυ­τι­κὸ οὐ­ρα­νό, ἀ­νά­με­σα στὰ κο­πά­δια καὶ τὰ βου­νὰ λου­σμέ­να μὲ κόκ­κι­νο φῶς, ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ὁ ἐ­αυ­τὸς της αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα;



Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ The New Yorker, 19 Αὐγούστου 2019:

https://www.newyorker.com/books/flash-fiction/courage

Ὁ Ντά­νι­ελ Σμὶθ (Daniel Smith) (1977), εἶ­ναι ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The New York Times Maga­zineThe AtlanticSlaten+1Harpers Magazine καὶ New York, με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ: Κα­ρο­τό­σου­πα



Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ


Κα­ρο­τό­σου­πα


ΟΒΕΙΣ τὸ κρεμ­μύ­δι. Σὲ ἁ­δρὰ κομ­μά­τια, χον­τρά. Νὰ πι­ά­νον­ται στὸ χέ­ρι, νὰ με­τρᾶ­νε με­τὰ στὸ στό­μα. Ἡ προ­αι­ώ­νια αἴ­σθη­ση τῆς ἁ­φῆς καὶ τῆς γεύ­σης. Δέ­κα κο­πὲς κά­νεις, δὲν χρει­ά­ζον­ται πα­ρα­πά­νω. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ χει­ρί­ζε­σαι κα­λὰ τὸ μα­χαί­ρι ἐ­σύ. Μα­θαί­νε­ται μὲ τὸν και­ρὸ καὶ αὐ­τό. Κα­θα­ρί­ζεις προ­σε­κτι­κὰ τὰ κα­ρό­τα καὶ τὰ κό­βεις. Σὲ μι­κρό­τε­ρα κομ­μά­τια ἀ­πὸ ὅ,τι τὸ κρεμ­μύ­δι. Ἀ­νά­βεις τὴ φω­τιά, βά­ζεις ἐ­λαι­ό­λα­δο καὶ τσι­γα­ρί­ζεις τὸ κρεμ­μύ­δι. Νὰ ἀλ­λά­ξει χρῶ­μα. Νὰ με­λώ­σει, λέ­νε. Κα­τα­πῶς ἡ ζω­ή. Ναί, μὴ σοῦ φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νο. Ξε­κι­νά­ει ἀ­ψι­δε­ρή, κα­τα­λή­γει γλυ­κιὰ ὅ­σο ἀ­φή­νει τὴν ἀ­σπρι­δε­ρή της μορ­φὴ νὰ φύ­γει, νὰ χα­θεῖ. Για­τὶ —ἴ­σως τὸ ξέ­ρεις— τὸ ἄ­σπρο, ἡ ἀ­θώ­α λευ­κό­τη­τα εἶ­ναι τὸ χρῶ­μα τοῦ πέν­θους. Πλα­κώ­νει βα­ρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο. Ἐλ­πί­δα; Ὄ­χι. Θά­να­τος. Συν­τρι­βή. Ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα στὸ κε­νὸ καὶ στὸν χρό­νο. Ἡ μί­α καὶ μό­νη. Ἡ δυ­να­τὴ ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα. Ἡ δογ­μα­τι­κή. Ἡ στραγ­γα­λι­στι­κή. Μό­νο ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λου­με νὰ ἀλ­λά­ζου­με τὰ νο­ή­μα­τα, νὰ φτι­ά­χνου­με ἐλ­πί­δες στὸν δι­κό μας καμ­βὰ καὶ νὰ βλέ­που­με ὅ,τι δὲν μπο­ροῦ­με γύ­ρω μας. Μιὰ ἄλ­λη νε­φε­λο­κοκ­κυ­γί­α. Νε­φε­λο­βα­σί­α στὸν κό­σμο ἑ­νὸς ἐ­πί­πλα­στου ὀ­νεί­ρου. Ποὺ δὲν κά­νει κα­κό. Λυ­τρώ­νει πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ φε­νά­κη. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι τέ­τοι­α. Λευ­κὲς ζω­ὲς δὲν ὑ­πάρ­χουν. Βε­βαι­ό­τη­τα.

       Ποῦ εἴ­χα­με μεί­νει; Ναί, τσι­γα­ρί­ζεις τὸ κρεμ­μύ­δι μέ­χρι νὰ μυ­ρί­σει τὸ τη­γά­νι σου. Παίρ­νεις λί­γο, τὸ δο­κι­μά­ζεις. Πάν­τα μα­γεύ­ει μί­α δο­κι­μὴ ἀ­πὸ τὸ τη­γά­νι, ἕ­να βού­τηγ­μα στὸ κε­νὸ ποὺ ἔ­χει πά­το. Ἀ­φαι­ρεῖς τὸ κρεμ­μύ­δι καὶ βά­ζεις τὸ κα­ρό­το. Νὰ πά­ρει τὴ γεύ­ση, λί­γο ἀ­πὸ τὰ σάκ­χα­ρα τοῦ κρεμ­μυ­διοῦ στὸ καυ­τὸ λά­δι. Ἔ­τσι τὸ ἔ­κα­νε ἡ μά­να μου καὶ με­θο­κο­ποῦ­σε ἀ­ρώ­μα­τα ὅ­λη ἡ γει­το­νιά. Νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­σαι, νὰ μα­θαί­νεις. Ἔ­τσι μοῦ ‘λε­γε. Τὰ ὑ­λι­κὰ δὲν θὰ σὲ προ­δώ­σουν. Ἡ τε­χνι­κή σου θὰ φτιά­ξει μὲ τὸν και­ρό. Καὶ δὲν εἶ­ναι μι­κρὸ πράγ­μα. Ὅ,τι ὑ­πάρ­χει στὸ τη­γά­νι εἶ­ναι μιὰ με­λω­δί­α ζω­ῆς. Ἔ­τσι νὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Νὰ τὴν ἀ­κοῦς. Νὰ τῆς μι­λᾶς. Νο­στι­μεύ­ει. Πα­τᾶς μί­α σκε­λί­δα σκόρ­δο μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν κό­βεις ἐ­δῶ. Ὅ­λα θέ­λουν τὸν τρό­πο τους. Πα­τᾶς καὶ βγαί­νουν ὅ­λα τὰ ἀ­ρώ­μα­τα καὶ ὅ­λες οἱ γεύ­σεις. Κρα­σὶ λευ­κὸ καὶ λε­μο­νο­χυ­μός. Ὀ­ξύ­τη­τα ἀ­πὸ δά­κρυ. Εἶ­δες ποὺ τὰ πέν­θη ται­ριά­ζουν; Ἡ κα­τσα­ρό­λα εἶ­ναι μιὰ ζω­ή, τε­λι­κά, ἔ; Παίρ­νεις ἕ­να γε­ρὸ μα­χαί­ρι. Με­γά­λο στὴ θω­ριά του. Πλα­τὺ στὴ λε­πί­δα του. Ἀρ­χί­ζεις νὰ κο­νι­ορ­το­ποι­εῖς τὸ βρα­σμέ­νο κα­ρό­το. Ἔ­τσι τό ‘κά­ναν πα­λιά. Και­γόν­του­σαν, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­νι­ω­θαν πό­νο. Μα­θαί­νεις νὰ ζεῖς μὲ αὐ­τόν. Ὅ­λα μα­θαί­νον­ται. Ξα­να­φτιά­χνεις μέ­σα σου ὅ,τι χα­λά­ει τὴ σάρ­κα. Πολ­τός, ζε­μα­τι­στὸ νε­ρό, κρέ­μα γά­λα­κτος. Δι­κή μου ἐ­πι­νό­η­ση. Ζεῖς, μα­θαί­νεις. Ἡ μά­να δὲν τό ‘κα­νε ἔ­τσι. Ἁ­λά­τι, πι­πέ­ρι. Πάν­τα. Μιὰ ζω­ὴ νὰ εἶ­ναι ἁλ­μυ­ρή, ὅ­πως τὸ ἁ­λά­τι, καὶ γλυ­κιά, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ζά­χα­ρη. Αὐ­τὸ νὰ ζη­τᾶς.

       Μα­χαί­ρι. Τρα­βᾶς πί­σω το κρε­βα­τά­κι σου, νὰ μὴν ἀ­κουμ­πά­ει τὸν τοῖ­χο. Με­τα­κι­νεῖς κά­ποι­α μάρ­μα­ρα καὶ μπαί­νεις κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Μὲ ἕ­να μα­χαί­ρι. Ἔ­χεις μα­ζί σου καὶ ἕ­να ἐ­λι­ό­ψω­μο. Λί­γα κα­ρό­τα. Γιὰ τὶς πολ­λὲς ἡ­μέ­ρες. Νο­μί­ζεις, ἐλ­πί­ζεις ὅ­τι θὰ ‘ρθοῦν. Σὲ στοι­χει­ώ­νει ἡ κρύ­πτη. Τὸ σκο­τά­δι πη­χτό, ὅ­πως ἡ σού­πα στὸ πιά­το σου. Γι’ αὐ­τὸ ἡ κρέ­μα γά­λα­κτος. Νὰ βα­ραί­νει τὸ ὑ­λι­κό, νὰ συμ­πυ­κνώ­νε­ται, νὰ σοῦ δί­νει ὅ,τι ἔ­ζη­σες. Καὶ δὲν φεύ­γει. Οὔ­τε ὁ χρό­νος τὸ δι­ώ­χνει οὔ­τε ἡ συ­νεί­δη­σή σου. Τὸ μαῦ­ρο στὸ λευ­κό. Καὶ τὸ ἀ­νά­πο­δο. Ἐ­κεῖ πάν­τα κα­τα­λή­γεις. Κά­ποι­ος σὲ βρί­σκει. Ἀ­κοῦς βή­μα­τα. Ἕ­νας; Μᾶλ­λον ἕ­νας. Φω­νά­ζει, βρί­ζει στὴ γλώσ­σα του, δὲν ἀ­παν­τᾶς. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μιο, κά­νει νὰ κα­τέ­βει καὶ σβή­νει γιὰ πάν­τα το φῶς. Καὶ δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο, ξέ­ρεις. Δὲν μπαί­νει ὅ­που νά ‘ναι ἡ αἰχ­μή. Ἐ­δῶ νὰ μπεῖ; Ἐ­κεῖ; Δὲν ξέ­ρεις. Καὶ με­τὰ ἕ­νας ἀ­κό­μα. Μό­νος του. Καὶ τὸ τέ­λος. Τὸ ἴ­διο, ξα­νά.

       Τὸ μα­χαί­ρι εἶ­ναι δι­κό σου. Στὸ ἔ­δω­σαν, τὸ κρά­τη­σες γιὰ μιὰ στιγ­μή, τὸ ζύ­γι­σες στὸ μπό­ϊ σου καὶ τό ‘κα­νες ὁ­λο­δι­κό σου. Βί­ω­μα. Ἦ­ταν ὁ μό­νος τρό­πος νὰ φτιά­ξεις τὴν κα­ρο­τό­σου­πα. Νὰ ξε­γυ­μνώ­σεις ὅ,τι πρέ­πει ἀ­πὸ τὴ σάρ­κα καὶ νὰ φτιά­ξεις ὅ,τι φτιά­χνει τὴν ζω­ή. Ὀ­ξύ­μω­ρο; Σκο­τώ­νεις, γιὰ νὰ δώ­σεις ζω­ή; Λαν­θα­σμέ­νη μᾶλ­λον εἶ­ναι ἡ στί­ξη ἐ­δῶ, ἔ­τσι; Ρω­τᾶς γιὰ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα; Τό­σα ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ —καὶ ἕ­να ἀ­κό­μα αὐ­τὸ— γιὰ νὰ δεῖς ξα­νὰ ὅ,τι εἶ­δες καὶ νὰ μά­θεις ὅ,τι ἤ­δη ξέ­ρεις; Τὸ εἶ­δα κά­πο­τε καὶ σὲ ἕ­να δέν­τρο. Ὁ θά­να­τος ἔ­δι­νε ζω­ή. Σπουρ­γί­τι καὶ κο­ρά­κι. Μοί­ρα­σε ἐ­σὺ τοὺς ρό­λους. Φε­νά­κη. Ψευ­δαί­σθη­ση. Κά­τι προ­αι­ώ­νιο τὸ ἔ­χει κά­νει ἤ­δη. Με­τά­νι­ω­σες ἢ ὄ­χι, ὅ,τι σοῦ δό­θη­κε δὲν ἀλ­λά­ζει. Τὸ κρά­τη­σες, εἶ­ναι δι­κό σου. Ἰ­δέ­α. Με­γά­λη, ὑ­ψη­λή. Ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι καὶ πάν­τα θὰ εἶ­ναι γιὰ ἐ­κεῖ­να τὰ μπλὲ γράμ­μα­τα στὸν ἄ­σπρο τοῖ­χο. Ὅ­σα χρό­νια καὶ νὰ πε­ρά­σουν…

       Ἡ σού­πα σερ­βί­ρε­ται ζε­στή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ση­μεί­ω­ση τοῦ συγ­γρα­φέα: Τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸν ἥ­ρω­α ἀ­γω­νι­στῆ τῆς ΕΟΚΑ Στέ­φα­νο Χα­τζη­μι­τσῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος «ἔ­φυ­γε» στὶς 11 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου γιὰ τὸ «τα­ξί­δι». Δὲν ζή­τη­σε ἀν­ταλ­λάγ­μα­τα καὶ (πα­ρα)θε­σμι­κὰ βο­λέ­μα­τα. Οἱ δι­η­γή­σεις του μὲ ἔ­χουν δι­δά­ξει πολ­λά. Ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ ἀν­θρώ­πι­να.

Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ. Ἐ­ρευ­νη­τὴς στὸ Κέν­τρον Ἐ­ρεύ­νης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ Λα­τι­νι­κῆς Γραμ­μα­τεί­ας τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Κλα­σι­κῶν Σπου­δῶν καὶ Φι­λο­σο­φί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου, κά­το­χος με­τα­πτυ­χια­κοῦ τί­τλου ἀ­πὸ τὸ Uni­ver­si­ty of Te­xas at Au­stin καὶ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου ἀ­πὸ τὸ Uni­ver­si­ty Col­le­ge Lon­don. Ἔ­χει κα­τα­λά­βει, στὴν πα­νε­πι­στη­μια­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α, δι­ά­φο­ρες ἐ­ρευ­νη­τι­κὲς καὶ δι­δα­κτι­κὲς θέ­σεις σὲ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μέ­χρι στιγ­μῆς 4 μο­νο­γρα­φί­ες, ἔ­χει συ­νε­πι­με­λη­θεῖ 5 συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους καὶ ἔ­χει κα­τα­θέ­σει πο­λυ­ά­ριθ­μα ἄρ­θρα σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τό­μους, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας πτυ­χὲς τῆς ἔ­ρευ­νάς του γιὰ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ ρη­το­ρι­κή, τὴν ἐ­πι­τε­λε­στι­κό­τη­τα, τὴν ἀρ­χαί­α θρη­σκεί­α, τὴν πρόσ­λη­ψη τῶν ρη­το­ρι­κῶν κει­μέ­νων στὸν με­τα­κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο κό­σμο, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ γιὰ δι­ά­φο­ρες θε­ω­ρη­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις (π.χ. γλωσ­σο­λο­γι­κὲς θε­ω­ρί­ες, χι­οῦ­μορ, θε­ω­ρί­ες φύ­λου καὶ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας).

Εἰκόνα: Πάφος. Ἡ στήλη πρὸς τι­μὴ τῶν μα­θη­τῶν τῶν πε­σόν­των στὸν Ἀ­γώ­να τῶν Ἑλ­λή­νων τοῦ νη­σιοῦ ἐ­ναντί­ον τῶν Ἄγ­γλων ἀ­ποι­κιο­κρα­τῶν. Στὸ ἀ­νά­γλυ­φο εἰ­κονί­ζεται ὁ νε­α­ρὸς σπου­δα­στὴς νὰ λα­βώ­νει τὸ με­γά­λο Λιον­τά­ρι τῆς Βρε­τα­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.