Βαγγέλης Παπαδιόχος: Εἶναι δικὴ σου


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Εἶ­ναι δι­κή σου


 ΒΡΟΧΗ ΕΠΕΦΤΕ ἀ­στα­μά­τη­τα κά­νον­τας τὶς λακ­κοῦ­βες τοῦ δρό­μου νὰ ξε­χει­λί­ζουν. Ἡ Μι­μό­ζα κα­θό­ταν σὲ μιὰ στά­ση λε­ω­φο­ρεί­ου μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ας.

        «Εἶ­ναι ὥ­ρα», μουρ­μού­ρι­σε. «Ἐν­τά­ξει, χώ­ρι­σε πρό­σφα­τα καὶ τοῦ ἔρ­χε­ται δύ­σκο­λο. Ἂν ὅ­μως δεί­ξω πὼς θέ­λω νὰ πᾶ­με πα­ρα­κά­τω… Ναί, μό­λις στα­μα­τή­σει ἡ βρο­χὴ θὰ πά­ω», συμ­πλή­ρω­σε κι ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

        Ἄ­νοι­ξε τὴν κόκ­κι­νη ὀμ­πρέ­λα ποὺ τῆς εἶ­χε δώ­σει προ­χθὲς στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Μιὰ ξαφ­νι­κὴ μπό­ρα εἶ­χε ξε­σπά­σει καὶ τό­τε κα­θὼς ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ φύ­γουν.

       «Πά­ρ’ την, βρέ­χει πο­λύ», τῆς εἶ­πε.

       «Κι ἐ­σύ;»

       «Ἔ­χω τὴν κου­κού­λα. Πά­ρ’ την, εἶ­ναι δι­κή σου!» ἐ­πέ­μει­νε χα­μο­γε­λα­στός.

       Ὅρ­μη­σε τό­τε πά­νω του καὶ τὸν φί­λη­σε σὰν νὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν ἔ­βλε­πε. Μό­λις ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν στα­μά­τη­σε ἕ­να τα­ξὶ καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ ἁ­μά­ξι του. Ὅ­ταν εἶ­δε ποὺ μέ­νει ἤ­θε­λε πιὰ νὰ μά­θει τὰ πάν­τα γιὰ αὐ­τόν.

       «Συγ­γνώ­μη, ἔ­χε­τε φω­τιά;» μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ δι­έ­κο­ψε τὶς ἀ­να­πο­λή­σεις της.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ δί­πλα της κι ἔ­βγα­λε τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη της. Κα­θὼς τῆς τὸν ἔ­δι­νε πα­ρα­τή­ρη­σε συ­νο­φρυ­ω­μέ­νη τὸ πρό­σω­πό της.

       «Μι­μό­ζα! Ἐ­σὺ εἶ­σαι;» μουρ­μού­ρι­σε ἡ ἄλ­λη.

       Ἔ­πει­τα, τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ ἡ Μι­μό­ζα τὴν μι­μή­θη­κε.

       «Χρι­στί­να!» ἀ­να­φώ­νη­σε.

       Πλη­σί­α­σαν ταυ­τό­χρο­να ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη καὶ φι­λή­θη­καν σταυ­ρω­τά.

       «Πό­σα χρό­νια ἔ­χω νὰ σὲ δῶ;» τὴ ρώ­τη­σε ἡ Χρι­στί­να.

       «Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ reunion νο­μί­ζω. Μιὰ χα­ρὰ φαί­νε­σαι!»

      «Ἔ­χω πά­ρει με­ρι­κὰ κι­λά­κια… Τρι­αν­τα­πεν­τα­ρί­σα­με κι­ό­λας… Ἐ­σέ­να βέ­βαι­α, ἂν δὲν σὲ ἤ­ξε­ρα, θὰ σὲ ἔ­κα­να τὸ πο­λὺ γιὰ εἴ­κο­σι ἑ­πτά! Πῶς κι ἀ­πὸ ‘δῶ; Μὴ μοῦ πεῖς ὅ­τι μέ­νεις κά­που τρι­γύ­ρω;»

       «Ὄ­χι, ἔ­χω μιὰ δου­λειὰ ἐ­δῶ κον­τὰ καί…»

       Ἡ Χρι­στί­να σχη­μά­τι­σε ἕ­να πο­νη­ρὸ χα­μό­γε­λο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ ἁ­πα­λὴ τσιμ­πιὰ στὸ μπρά­τσο.

       «Μι­μο­ζά­κι, αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τὸ θυ­μᾶ­μαι! Πι­στεύ­ω θὰ εἶ­ναι κα­λὴ αὐ­τὴ ἡ… δου­λειά».

       Ξέ­σπα­σαν καὶ οἱ δύ­ο σὲ αὐ­θόρ­μη­τα χα­χα­νη­τά.

       «Ἐν­τά­ξει, κα­λὴ εἶ­ναι! Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;»

       «Ἐ­δῶ μέ­νω!», ἀ­πο­κρί­θη­κε δεί­χνον­τάς της ἀ­πέ­ναν­τι.

       Ἡ Μι­μό­ζα γύ­ρι­σε πρὸς τὰ ‘κεῖ ξε­ρο­κα­τα­πί­νον­τας.

       «Παν­τρε­μέ­νη μὲ παι­δὶ πλέ­ον!» συ­νέ­χι­σε ἡ Χρι­στί­να βγά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό της.

       Στὴν ὀ­θό­νη πό­ζα­ρε χα­μο­γε­λα­στὸς ἐ­κεῖ­νος κι ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι ποὺ τοῦ ἔ­μοια­ζε.

       «Λοι­πόν, γιὰ πὲς κι ἐ­σὺ γιὰ τὴ… δου­λειά σου».

       Ἡ Μι­μό­ζα χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα της σὲ μιὰ λακ­κού­βα ἀ­νά­με­σά τους, ὅ­που κα­θρε­φτι­ζό­ταν τὸ πρό­σω­πο τῆς Χρι­στί­νας. Κα­θὼς βυ­θο­με­τροῦ­σε τὴν μι­κρο­σκο­πι­κὴ βρώ­μι­κη λι­μνού­λα τὴν θυ­μή­θη­κε τό­τε, στὴν Πέμ­πτη δη­μο­τι­κοῦ, ποὺ τῆς εἶ­χε χα­ρί­σει τὴ γό­μα της.

       «Πά­ρ’ τὴν Μι­μό­ζα, εἶ­ναι δι­κή σου! Ἐ­γὼ δὲν πι­στεύ­ω πὼς οἱ Ἀλ­βα­νοὶ εἶ­ναι κλέ­φτες. Ἂν θέ­λεις, μπο­ροῦ­με νὰ γί­νου­με φί­λες!»

       Θὰ πί­στευ­ε τὸ ἴ­διο ἂν μά­θαι­νε πὼς λί­γο πρὶν τὶς Πα­νελ­λή­νι­ες εἶ­χα πά­ει μὲ τὸν Πέ­τρο, ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τό­τε.

       «Μι­μό­ζα, εἶ­σαι κα­λά;» τὴ ρώ­τη­σε.

       «Σύ… συγ­γνώ­μη, πρέ­πει… πρέ­πει νὰ φύ­γω τώ­ρα», τραύ­λι­σε.

       «Ὀ­κέ­ι, χά­ρη­κα ποὺ σὲ εἶ­δα. Θὰ περ­πα­τοῦ­σα μα­ζί σου, ἔ­χω πέν­τε λε­πτὰ μέ­χρι ν’ ἀ­νοί­ξω τὸ μα­γα­ζί, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ βρῶ τὴν ὀμ­πρέ­λα μου. Νά, μιὰ κόκ­κι­νη σὰν τὴ δι­κή σου εἶ­ναι!»

       Ἡ Μι­μό­ζα ἄ­φη­σε τὴν ὀμ­πρέ­λα στὸ κά­θι­σμα.

       «Εἶ­ναι δι­κή σου!» ψέλ­λι­σε καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε τσα­λα­πα­τών­τας στὴ βρο­χή.



Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986) Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Λα­θρε­πι­βά­τες (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, 2018) καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἐκδ. Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019).