Ἠλίας Γκρής: Ὁ χτίστης


Ἠ­λί­ας Γκρὴς


Ὁ χτί­στης


ΟΝ ΕΙΧΕ ΓΙΑ ΧΤΙΣΙΜΑΤΑ στὸ νε­όδ­μη­το. Ἦ­ταν με­τὰ τὸ με­γά­λο σει­σμό, κον­τὰ ἕ­ξι ρί­χτερ. Τὸ 1962, ποὺ ἰ­σο­πε­δώ­θη­κε ἡ δυ­τι­κὴ Ἠ­λεί­α, χτυ­πή­θη­καν καὶ τὰ Ἰ­ό­νια Νη­σιά.

        Χτί­στης κα­λὸς κι ἐρ­γο­λά­βος, ἀ­π’ τὴ σπου­δαί­α φά­ρα τῶν Λαγ­κα­δια­νῶν μα­στό­ρων, ποὺ κα­τη­φό­ρι­σαν πρὸς τὰ χω­ριὰ τῆς Ὀ­λυμ­πί­ας κι ἔ­χτι­ζαν τ’ ἀν­τι­σει­σμι­κά.

        Ὁ νοι­κο­κύ­ρης τοῦ κου­βά­λα­γε λά­σπη, τοῦ­βλα. Κι αὐ­τὸς ἔ­χτι­ζε μπα­τι­κό, ὑ­περ­μπα­τι­κὸ ἀ­να­λό­γως… Λι­γο­μί­λη­τος, με­τρη­μέ­νος. Καὶ ὅ­σο δού­λευ­ε τὸ μυ­στρί, σφύ­ρι­ζε δη­μο­τι­κά, μ’ ἕ­ναν τρό­πο σι­γα­νό, σχε­δὸν μυ­στι­κό. Δὲν ἔ­χτι­ζε, κέν­τα­γε! Κι ὅ­λο ἔ­παιρ­νε λε­φτά, ἔ­ναν­τι. Καὶ ἦρ­θε, μὲ τὸν και­ρό, ἔ­γι­νε ἡ δου­λειὰ ὅ­πως ἔ­πρε­πε. Ἔ­ρι­ξαν καὶ τὴν πλά­κα μα­ζὶ μὲ τρεῖς ἐρ­γά­τες. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­σφα­ξε ἕ­ναν κόκ­κο­ρα. Καὶ σὲ λί­γες μέ­ρες ξε­κα­λού­πω­σαν. Ἔ­κα­ναν λο­γα­ρια­σμό.

       «Χί­λι­ες δραχ­μές», τοῦ λέ­ει, «κι ἐ­ξο­φλοῦ­μαι!»

       «Κα­λά, θὰ σὲ δῶ τὸ βρα­δά­κι στὴν ἀ­γο­ρά».

       Μά­ζε­ψε τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια, πέ­τα­ξε τὰ μπά­ζα, σκού­πι­σε. Τὸ σπί­τι ἔ­δει­ξε· πα­λα­τά­κι! Μπαι­νό­βγαι­νε στὰ τρί­α δω­μά­τια, στὴν κου­ζί­να, ὅ­λο θαύ­μα­ζε. Καὶ ἤ­δη τὸ φαν­τα­ζό­ταν σο­βα­τι­σμέ­νο, μὲ κου­φώ­μα­τα· θὰ τὰ ‘φέρ­νε ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να, δεύ­τε­ρο χέ­ρι. Καὶ λο­γά­ρια­ζε ποὺ θὰ ‘μπαι­ναν τὰ κρε­βά­τια τῶν παι­δι­ῶν. Κά­θι­σε στὴ βε­ραν­τού­λα, κά­πνι­ζε. Ξε­κου­ρά­στη­κε.

       Καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ἀ­πό­γευ­μα ξυ­ρί­στη­κε, πλύ­θη­κε ἔ­ξω στὴ βρύ­ση. Σι­νι­α­ρί­στη­κε. Ζή­τη­σε λε­φτὰ ἀ­π’ τὴν κυ­ρά του.

       Ἐ­κεί­νη χά­θη­κε στὸ ἀν­τί­σκη­νο ποὺ κοι­μόν­του­σαν, πῆ­γε στὸ γι­οῦ­κο, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι μὲς στὰ δι­πλω­μέ­να μὲ τά­ξη στρω­σί­δια καὶ σκε­πά­σμα­τα. Κι ἔ­βγα­λε ἕ­να χι­λι­ά­ρι­κο.

       «Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο», τοῦ κά­νει.

       Ἀ­νη­φό­ρι­σε στὸ καλ­ντε­ρί­μι, κα­τη­φό­ρι­σε. Τὸν βρῆ­κε στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς πλα­τεί­ας. Βγά­ζει τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη καὶ τοῦ δί­νει τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα.

       Τὸ παίρ­νει ὁ χτί­στης, μ’ ἕ­να «εὐ­χα­ρι­στῶ» μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ δόν­τια.

       Κά­νει νὰ φύ­γει. Ἀλ­λὰ ὁ ἄλ­λος δι­στά­ζει σκε­πτι­κός…

       «Τί ‘ναι;» ἀ­πο­ρεῖ ὁ μά­στο­ρας.

       «Μοῦ ἀ­φή­νεις ἕ­να δε­κά­ρι­κο, νὰ πά­ρω ψω­μὶ γιὰ τὰ παι­διά;»


(1988, 2018)


Πηγή: Μικροκύματα 99+1 μικρο-διηγήματα (ἐκδ. Ἡ ἐφημερίδα τῶν Συντα­­­κτῶν, 2018).

Ἡ­λί­ας Γκρὴς (Κρέ­στε­να Ὀ­λυμ­πί­ας 1952). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ ἄ­σκη­σε τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α κυ­ρί­ως στὴ δη­μό­σια τη­λε­ό­ρα­ση. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ποί­η­ση, ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μια γιὰ τὴν ποί­η­ση καὶ τέσ­σε­ρις θε­μα­τι­κὲς ἀν­θο­λο­γί­ες. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Σπα­θιὰ καὶ Με­τε­ρί­ζια, Τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ ἡ ποί­η­σή του (ἀν­θο­λο­γί­α, ἔκδ. Δι­α­πο­λι­τι­σμός). Μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ἰ­τα­λι­κά, βουλ­γα­ρι­κά, γερ­μα­νι­κά, ρώ­σι­κα, ἱ­σπα­νι­κά, περ­σι­κά. Δι­ε­τέ­λε­σε μέ­λος στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Σε­να­ρί­ων τῆς Ε.Ρ.Τ. (1993-1995) καὶ στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Κρα­τι­κῶν Βρα­βεί­ων Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Κύ­πρου (2003-2005). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς ΕΣΗΕΑ καὶ τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: