1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ξυρίσματα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ξυ­ρί­σμα­τα

[τοῦ Πανουργιᾶ καὶ τοῦ Ἰωάννου Δυοβουνιώτη]


ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Κα­πο­δί­στριας, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ γέ­ρο-Πα­νου­ριᾶς, ὁ Κλε­φταρ­μα­τω­λὸς τῶν Σα­λώ­νων, νὰ κα­τε­βῇ ἀ­πὸ τοῦ Παρ­να­σοῦ τὰ κάρ­κα­ρα καὶ νὰ πάῃ νὰ πα­ρου­σια­στῇ στὸν Κυ­βερ­νή­τη. Ἔ­φτα­σε λοι­πὸν στὴν Αἴ­γι­να, μὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ποὔρ­ρι­ξε γύ­ρω του, δὲν τοῦ χα­μα­ρέ­σα­νε τὰ πρά­μα­τα. Εἶ­δε κον­τὰ στὸν Κυ­βερ­νή­τη κά­τι φραγ­κον­τυ­μέ­νους, ποῦ δὲν τοὺς φτά­να­νε τὰ φράγ­κι­κα φο­ρέ­μα­τα, μὰ εἴ­χα­νε ξου­ρί­σει καὶ γέ­νεια καὶ μου­στά­κια, καὶ ἦ­ταν ἔ­τσι σὰν ξε­ρο­κο­λό­κυ­θα γυ­α­λι­στε­ρὰ τὰ μοῦ­τρα τους:

       — Τί μ’­σοῦ­δες (μοῦ­ρες) εἶ­ν’ αὐ­τές; εἶ­πε στὸ γέ­ρο-Δυ­ο­βου­νι­ώ­τη, ποῦ εἶ­χε ἔρ­θει κι’ αὐ­τὸς συν­τρο­φιά του στὴν Αἴ­γι­να.

       — Δὲν τοὺς βλέ­πεις; Τσ’ ἤ­φε­ρε οὑ Κυ­βερνή­τ’ς νὰ μᾶς φου­τί­σουν.

       — Γι’ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ἔ­τσ’ τὰ μοῦ­τρα τ’ς; Γέ­νουντ’ ἔ­τσ’ πλει­ὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, μα­θές; Τό­τε θέ­λω κ’ ἐ­γὼ νὰ τὰ ξου­ρί­σω νὰ γί­νου σου­φὸς κ’ ἐ­γώ…

       — Καὶ δὲν τὰ ξου­ρί­ζεις; Ἐ­δῶ πα­ρα­κά­τ’ εἶ­ν’ οὑ χαμ­ζᾶς (κου­ρέ­ας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυ­ρί’ης, μαῦ­ρε, στοὺ χου­ριό;

       — Πλε­ρώ­νεις ἐ­σὺ τὰ ξου­ρι­στ’­κά;

       — Πλε­ρώ­νου… μὰ δὲ θ’ ἀ­πο­κου­τί’ῃς τέ­τοι­ου πρᾶ­μα..

       — Βά­ν’ς καὶ τὰ βι­ου­λιὰ μα­ζί;

       — Τί τὰ θέ­λ’ς τὰ βι­ου­λιά;

       — Ἔ­τσ’, θέ­λου νὰ γί­νῃ τοῦ πρά­μα πα­νη­γύ­ρ’.

       — Ἂς εἶ­ναι κ’ ἔ­τσ’.

       Ὁ Δυ­ο­βου­νι­ώ­της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε κα­τα­λά­βει κα­λὰ τί λο­γῆς ξύ­ρι­σμα ἤ­θε­λε ὁ γέ­ρο-σύν­τρο­φός του. Ξέ­χα­νε τὰ πα­λιά του τὰ κα­μώ­μα­τα· Ἄν­θρω­πος τοῦ δρυ­μοῦ, κλα­ρί­της, ἤ­ξε­ρε νὰ λέ­ῃ τὰ πρά­μα­τα καὶ νὰ τὰ κά­νῃ πέ­ρα καὶ πέ­ρα ξέ­σκε­πα.

       Μπαί­νου­νε στὸν κου­ρέ­α, καὶ νά, ἔρ­χον­ται τὰ βι­ο­λιά, κι’ ἀρ­χί­ζουν τὸ παι­γνί­δι, κ’ ἑ­τοι­μά­ζει ὁ κου­ρέ­ας τὰ ξου­ρά­φια του. Κά­νει ὅ­μως νὰ βά­λῃ χέ­ρι στοῦ γέ­ρο-στρα­τη­γοῦ τὰ μοῦ­τρα, κι’ αὐ­τός,

       — Τρά­βα τοὺ χέ­ρ’ σ’ ἀ­ποὺ κεῖ! τοῦ λέ­ει.

       Πε­τά­ει πέ­ρα τὴ φου­στα­νέλ­λα καὶ μέ­νει ὅ­πως τὸν ἔ­κα­με ἡ μαν­νού­λα του ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­του…

       Κι’ ἀρ­χί­ζει ὁ κου­ρέ­ας, θέ­λον­τας μὴ θέ­λον­τας, καὶ τοῦ τὰ ξου­ρί­ζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βι­ο­λιά… Κι ὁ κό­σμος ὅ­λο καὶ μα­ζεύ­ε­ται…

       — Αἴ, τώ­ρα μοι­ά­ζ’­νε μὲ μοῦ­τρα φράγ­κι­κα! εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τὸ ξύ­ρι­σμα.

       Κι’ ὅ­λα αὐ­τὰ τἄ­κα­με, γιὰ νὰ σα­τυ­ρί­σῃ τὰ ξου­ρι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μου­στά­κια, ποῦ εἴ­χα­νε κο­πιά­σει ἀ­π’ τὴ Φραγ­κιὰ νὰ φέ­ρου­νε και­νούρ­για φῶ­τα στὸ Ρω­μαίϊ­κο.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 335 [Τίτλος: «171.— Ξυρίσματα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρ­χηγὸς ἐπαρ­χίας Ἀμ­φίσ­σης).