Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano): Μπουσόνι


Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano)


Μπου­σό­νι

(Buzoni)


ΑΝΕ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ποὺ εἶ­μαι ἄρ­ρω­στος, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, χω­ρὶς νὰ ξε­μυ­τί­σω στὸν κῆ­πο ἢ νὰ δῶ τὴ θά­λασ­σα. Ἴ­σα ποὺ τὴ νι­ώ­θω, τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πέ­φτει ἡ σι­ω­πὴ καὶ φτά­νει ὣς ἐ­μέ­να τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῆς ἄμ­πω­της. Μέ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­χω δεῖ νὰ περ­νᾶ­νε με­ρι­κὰ θα­λασ­σο­πού­λια καὶ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ὅ­λο. Ἔ­ξω πρέ­πει νὰ με­γα­λώ­νουν τὰ φυ­τά, νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­νε τὰ σπουρ­γί­τια ὅ,τι βρί­σκου­νε στὴ γῆ. Τί νὰ κά­νει ὁ Μπου­σό­νι; Εἶ­ναι μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ κά­νω στὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­νή­συ­χος. Θὰ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τος, ἀ­κουμ­πών­τας τὴ ρά­χη του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο κά­πως ἁ­πα­λὰ σ’ αὐ­τὸν τὸν λε­πτὸ κορ­μὸ εὐ­κά­λυ­πτου ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ κο­λώ­να. Θὰ εἶ­ναι μὲ τὰ ἀ­δύ­να­μα πό­δια του, τοὺς κά­πως πε­σμέ­νους ὤ­μους του καὶ τὸ με­γά­λο του κε­φά­λι, τὸ ἄ­δει­ο του σκά­φαν­δρο, ποὺ μέ­σα του δὲν πε­τοῦν σκέ­ψεις, δὲν ὑ­πάρ­χουν ἰ­δέ­ες ποὺ ξε­ση­κώ­νουν, στό­χοι ποὺ ἀ­να­στα­τώ­νουν. Θὰ κοι­τά­ζει στα­θε­ρὰ ὅ,τι συμ­βαί­νει μπρο­στά του, πάν­τα ἕ­τοι­μος νὰ τρο­μά­ξει κά­ποι­ον, κά­ποι­ον ποὺ περ­νά­ει καὶ ποὺ ξαφ­νι­κὰ εἰ­σβάλ­λει στὴν ἀ­κί­νη­τη ὕ­παρ­ξή του καὶ παίρ­νει μιὰ τρο­μά­ρα, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι εἶ­ναι σὰν φάν­τα­σμα καὶ ὅ­ταν τὸν βλέ­πουν ξαφ­νι­κά, ἀ­να­πάν­τε­χα, οἱ γυ­ναῖ­κες πνί­γουν μιὰ κραυ­γὴ καὶ οἱ ἄν­τρες βά­ζουν τὸ χέ­ρι στὴ θή­κη τοῦ ρε­βόλ­βερ, ἂν καὶ ἡ κί­νη­ση μέ­νει πάν­τα στὴ μέ­ση, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Δὲν εἶ­ναι; Κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν εἶ­μαι καὶ τό­σο σί­γου­ρος.

        Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος του ἔ­δω­σα τὸ κα­τά­λυ­μα ποὺ ἔ­χει τώ­ρα, ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν συ­ναρ­μο­λό­γη­σα, τὸν ἔ­φτια­ξα, μα­ζεύ­ον­τας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ μέ­ρη τὰ δύ­ο κομ­μά­τια ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται. Ἐ­γὼ τοῦ ἔ­δω­σα αὐ­τὴ τὴν κα­κο­μοι­ρι­α­σμέ­νη ζω­ὴ ποὺ ζεῖ, αὐ­τὴν τὴν κα­τά­στα­σή του ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν ἔκ­πλη­ξη, τὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη ὄ­ψη του. Ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν ὁ­δή­γη­σα, τὸν τα­κτο­ποί­η­σα ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι καὶ τοῦ εἶ­πα, κά­τσε ἐ­κεῖ Μπου­σό­νι, εἶ­σαι κα­λὰ ἐ­κεῖ, κα­νέ­να που­λὶ δὲν θὰ κου­τσου­λή­σει τὰ ροῦ­χα σου. Οὔ­τε κὰν θὰ σὲ πλη­σιά­σουν, ὅ­πως δὲν πλη­σιά­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς με­γά­λους κά­κτους ποὺ εἶ­ναι μπρο­στά σου, Μπου­σό­νι, για­τί τὰ λι­μα­σμέ­να σπουρ­γί­τια, τὰ χε­λι­δό­νια μὲ τὶς σκοῦ­ρες ζα­κέ­τες καὶ τὰ γκρί­ζα ντι­ού­κας ξέ­ρουν νὰ ἐν­το­πί­ζουν τὸν κίν­δυ­νο. Ἐ­κεῖ τὸν ἄ­φη­σα κι ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε λί­γο ὡς πο­λὺ ἀ­κί­νη­τος, μὲ τὴ λα­στι­χέ­νια στο­λή του, ἀρ­κε­τὰ πα­χὺς γιὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὰ ὑ­πο­θα­λάσ­σια ρεύ­μα­τα. Καὶ τὰ γυ­α­λά­κια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν βλέ­πει τί­πο­τα, ὅ­μως ἐ­μεῖς βλέ­που­με τὸ κε­νὸ ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν δύ­ο μά­τια, ἕ­να μέ­τω­πο, ἴ­σως ἕ­να σκοῦ­ρο μου­στά­κι. Καὶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὸν κά­νουν τό­σο μυ­στη­ρι­ώ­δη, καὶ λί­γο τρο­μα­κτι­κό. Εἶ­μαι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Μπου­σό­νι, εἶ­ναι σὰν τὸ χα­ρα­κτή­ρα ἑ­νὸς βι­βλί­ου ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ἔ­χω γρά­ψει, καὶ ὄ­χι ἕ­να σκιά­χτρο ἢ ἕ­να ἀν­δρεί­κε­λο. Ὁ Μπου­σό­νι ἔ­χει ἕ­να σκο­πό, ὧ­ρες-ὧ­ρες μοιά­ζει ζων­τα­νός, νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ ση­κώ­σει τὰ χέ­ρια καὶ θὰ βγά­λει τὸ σκά­φαν­δρο γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν τρύ­πα, τὸ κε­νό, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται τὸ κε­φά­λι του, καὶ ἔ­τσι νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν κα­τά­στα­σή του τοῦ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νου, τοῦ ὄν­τος ποὺ γνώ­ρι­σε τὸν κε­ραυ­νὸ τῆς γκι­λο­τί­νας.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς μέ­ρες τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, πε­ρι­μέ­νω τὸ πρω­ΐ, τὴν πρω­ϊ­νὴ ὁ­μί­χλη τῆς ἀ­κτῆς, γιὰ νὰ βγῶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὸν κῆ­πο, στὸ γε­ρά­νι μὲ τὰ λου­λού­δια ὄ­χι τὰ με­νε­ξε­διά, ἀλ­λὰ τὰ ἄ­σπρα, σὰν τὸ γά­λα, καί, πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο, ἢ πὼς ξέ­χα­σα τά­χα ἀ­φη­ρη­μέ­νος, νὰ δῶ τὸν Μπου­σό­νι μὲ τὴ ρά­χη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, νὰ πε­ρά­σω ἀ­πὸ κον­τά του, ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τῆς πρά­ξης μου καὶ συ­νε­πῶς μὲ ἠ­ρε­μί­α, καὶ νὰ κοι­τά­ξω ἔ­τσι μέ­σα ἀ­πὸ τὸ γυα­λὶ τοῦ σκά­φαν­δρου. Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α νὰ τὸ κά­νω, ὅ­μως ὅ­πως πάν­τα, καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι ἀ­να­στα­τώ­νο­μαι, για­τὶ, ἴ­σως αὔ­ριο, ἴ­σως με­θαύ­ριο, ἢ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν τὸ κά­νω, θὰ δι­α­κρί­νω πί­σω ἀ­π’ τὰ γυ­α­λά­κια, στὸ βά­θος, δύ­ο μά­τια δι­εισ­δυ­τι­κά, ἴ­σως ἕ­να με­λα­χρι­νὸ μέ­τω­πο, κι ἕ­να μου­στά­κι σκοῦ­ρο καὶ πυ­κνό, καὶ τό­τε δὲν θὰ ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γὴ πα­ρὰ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σω.



Πη­γή: Antropofagia, Editorial Huda, Σαν­τιά­γο, 1971.

Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο Ντί­ας (Lu­is En­ri­que Dé­la­no Dí­az) (Σαν­τιά­γο, Χι­λή, 14/7/1907 – 20/3/1985). Γιὸς τοῦ στρα­τη­γοῦ Μα­νου­ὲλ Ἀ­γου­στὶν Ντέ­λα­νο Μπρά­βο καὶ τῆς Ἰ­σο­λί­να Δί­ας Πόρ­ρας, ξε­κί­νη­σε τὶς πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Χι­λῆς. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κή του κα­ρι­έ­ρα ἄρ­χι­σε στὰ δεκα­εν­νέα του χρό­νια, τὸ 1926, μὲ τὴν δη­μο­σί­ευ­ση τῆς πρώ­της ποι­η­τι­κῆς του συλ­λο­γῆς, ψα­ρὰς τῶν ­στε­ρι­ῶν (El pescador de estrellas), μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀ­λε­χάν­τρο Γκου­τι­έ­ρες. Τὸ 1928, μα­ζὶ μὲ τὸν φί­λο του Σαλ­βα­δὸρ Ρέ­γες Φι­γε­ρό­α καὶ ἄλ­λους, ἵ­δρυ­σαν τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Letras, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­με­τεῖ­χε μέ­χρι τὸ 1930, ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ Ἰ­μα­ζι­σμοῦ. Τὸ 1929, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Mercurio, ποὺ ἀ­νῆ­κε στὸν συγ­γε­νῆ του Ἀ­γου­στὶν Ἔν­τουα­ρντς. Τα­ξί­δε­ψε στὴν Ἱ­σπα­νί­α τὸ 1934 γιὰ νὰ σπου­δά­σει Φι­λο­λο­γί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της, ὅ­που καὶ ἔ­ζη­σε τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Ὀ­νο­μά­στη­κε Πρό­ξε­νος τῆς Χι­λῆς στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1940, ἀ­ξί­ω­μα ποὺ δι­α­τή­ρη­σε μέ­χρι τὸ 1946 ὅ­ταν ἔ­γι­νε Πρό­ξε­νος στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που ἔ­μει­νε μέ­χρι τὸ 1949. Ἔ­γι­νε δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Vistazo τὸ 1952. Τὸ 1956 ἡ νου­βέ­λα του Puerto de fuego τοῦ χά­ρι­σε τὸ Δη­μο­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο τοῦ Σαν­τιά­γο. Ἔ­λα­βε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας, γιὰ τὴν εἰ­δι­κό­τη­τα τοῦ συν­τά­κτη, τὸ 1970. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἔ­γι­νε πρέ­σβης τῆς Χι­λῆς στὴν Σου­η­δί­α. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς θη­τεί­ας του ἐ­κεῖ, ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ στὸν φί­λο του Πάμ­πλο Νε­ρού­δα. Ὑ­πῆρ­ξε δι­α­κε­κρι­μέ­νο μέ­λος τοῦ Κομ­μου­νι­στι­κοῦ Κόμ­μα­τος τῆς Χι­λῆς καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Πάμ­πλο Νε­ρού­δα γιὰ τὴν με­τα­φο­ρὰ πο­λε­μι­κῶν προ­σφύ­γων τοῦ ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐμ­φυ­λί­ου στὸ ἀ­τμό­πλοι­ο Win­ni­peg. Ἐ­ξο­ρί­στη­κε γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὸ 1974 ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ Με­ξι­κό. Στὴ Χι­λὴ ἐ­πέ­στρε­ψε μό­λις τὸ 1984. Σύ­ζυ­γός του ἦ­ταν ἡ φω­το­γρά­φος Ντο­λό­ρες Φαλ­κόν, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ναν γιό, τὸν συγ­γρα­φέ­α Πό­λι Ντέ­λα­νο. Ἀ­πε­βί­ω­σε τὸ 1985 στὸ Σαν­τιά­γο, λί­γους μῆ­νες ἀ­φοῦ εἶ­χε λά­βει τὴν ἄ­δεια νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Χι­λή.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἀ­θα­να­σιά­δου Μα­ρί­α Δι­κη­γό­ρος, ἰ­σπα­νί­στρια καὶ με­τα­φρά­στρια.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: