Εἰρήνη Σκούρα: Τὸ ροῦχο


Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ ροῦ­χο


ΑΘΕΜΙΑ ΡΑΒΕΙ τὸ ροῦ­χο της. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ζε­στὸ καὶ πρα­κτι­κό. Νὰ φο­ρι­έ­ται ὅ­λες τὶς ὧ­ρες. Πρω­ι­νό, ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό, βρα­δι­νό, κα­θη­με­ρι­νό, ἐ­πί­ση­μο, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ θη­λυ­κό.  Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με ὅ­λες τὴν ἴ­δια σχο­λὴ ρα­πτι­κῆς. Ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὴν πα­λιὰ μέ­θο­δο. Οἱ μι­κρό­τε­ρες μα­θαί­νου­με ἀ­πὸ τὶς με­γα­λύ­τε­ρες. Πα­ρα­τη­ροῦ­με πῶς φτιά­χνουν τὸ πα­τρόν, πῶς βά­ζουν τὶς καρ­φί­τσες στὰ ση­μά­δια, πῶς κό­βουν τὸ ὕ­φα­σμα, πῶς τὸ γα­ζώ­νουν.  Δὲν μι­λᾶ­με, ἁ­πλὰ τὶς πα­ρα­τη­ροῦ­με. Μό­λις μα­θαί­νου­με, κα­θό­μα­στε στὸν δι­κό μας πάγ­κο καὶ ρά­βου­με τὸ δι­κό μας ροῦ­χο. Γύ­ρω σι­ω­πή. Ἀ­κού­γον­ται μό­νο οἱ μη­χα­νές. Εἴ­μα­στε συγ­κεν­τρω­μέ­νες κα­θε­μί­α στὸ δι­κό της σχέ­διο.

        Ἐ­γὼ πί­στευ­α πὼς εἶ­χα τὸ κα­λύ­τε­ρο. Καὶ οἱ ἄλ­λες τὸ ἴ­διο νό­μι­ζαν. Δι­ά­λε­ξα τὸ κα­λύ­τε­ρο ὕ­φα­σμα, σχε­δί­α­σα τὸ κα­λύ­τε­ρο πα­τρόν. Ἤ­θε­λα ὁ για­κάς μου νὰ εἶ­ναι ζε­στὸς καὶ μα­λα­κός, νὰ μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μὲ ἕ­να κουμ­πὶ τὶς κρύ­ες μέ­ρες. Νὰ μὲ προ­στα­τεύ­ει. Τὸν ὀ­νό­μα­σα σύ­ζυ­γο, ὅ­πως ἔ­κα­ναν ὅ­λες. Τὰ μα­νί­κια μου τὰ σχε­δί­α­σα μα­κριὰ καὶ ἁ­πα­λά, μὲ πρω­τό­τυ­πο σχέ­διο. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι ξε­χω­ρι­στά, μο­να­δι­κά. Τὰ ὀ­νό­μα­σα, τὸ δε­ξὶ ἡ κό­ρη μου, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ὁ γιός μου. Δὲν ρώ­τη­σα για­τί. Ἔ­τσι ἔ­κα­ναν ὅ­λες. Τὸ  ροῦ­χο μου ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι ζε­στὸ καὶ ἄ­νε­το.Τὸ προ­τι­μοῦ­σα σὲ κόκ­κι­νο. Τε­λι­κά, ὅ­μως, εἶ­δα πὼς δὲν εἶ­χα ἐ­πι­λο­γή. Στὸ ρά­φι ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μό­νο χρῶ­μα. Συμ­βι­βά­στη­κα ὅ­πως ὅ­λες.

        Κά­θι­σα στὸν πάγ­κο μου κι ἔ­ρα­βα. Ὅ­μως τὸ ροῦ­χο γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε ἀ­τί­θα­σο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὰ σχέ­διά μου. Ὅ,τι ἔ­ρα­βα τὴν ἡ­μέ­ρα, τὸ βρά­δυ ξη­λω­νό­ταν. Δὲν μπο­ροῦ­σα τε­λι­κὰ νὰ ρά­ψω αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει. Εἶ­χα σχε­διά­σει, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­ναν σύ­ζυ­γο ζε­στό, μὲ ἐ­πέν­δυ­ση, για­τὶ ἤ­μουν ἀ­πὸ μι­κρὴ εὐ­αί­σθη­τη στὸ κρύ­ο, εἰ­δι­κὰ στὸν αὐ­χέ­να. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸ ροῦ­χο μου ρά­φτη­κε ἐ­ξώ­πλα­το μὲ ἐ­λα­φρὺ βο­λὰν στὸ τε­λεί­ω­μα. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μὲ τὰ πρῶ­τα κρύ­α, θὰ ἀρ­ρώ­σται­να.  Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὸ ἀλ­λά­ξω, ὅ­σο κι ἂν προ­σπά­θη­σα.

       Εἶ­πα, Δὲν πει­ρά­ζει, θὰ κά­νω ἕ­να ὡ­ραῖ­ο σχέ­διο του­λά­χι­στον γιὰ τὰ μα­νί­κια. Θὰ εἶ­χα ἕ­ναν γιὸ καὶ μιὰ κό­ρη. Θὰ εἶ­χαν πρω­τό­τυ­πη, ἄ­νε­τη καὶ κομ­ψὴ γραμ­μὴ μὲ φί­να μαν­σέ­τα καὶ βίν­τα­τζ κουμ­πί. Θὰ τὸ φο­ροῦ­σα μὲ σα­τὲν μπλου­ζά­κι ἀ­πὸ μέ­σα. Θὰ κά­λυ­πτα τὴν ἀ­που­σί­α ζε­στοῦ για­κὰ κά­νον­τας τὰ μα­νί­κια ρεγ­κλάν. Ἐν­τά­ξει, δὲν ἦ­ταν τῆς μό­δας, ἦ­ταν τῆς ἀ­νάγ­κης, μιὰ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Ὅ­μως καὶ στὰ μα­νί­κια, ὅ­λα τὰ σχέ­διά μου πῆ­γαν χα­μέ­να. Τὸ ροῦ­χο εἶ­χε ξα­νὰ ἀν­τιρ­ρή­σεις . Ἀ­πέρ­ρι­πτε συ­νε­χῶς τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ρα­βα ἕ­να ἀ­ρι­στε­ρὸ κι ἕ­να δε­ξὶ μα­νί­κι, τὸ ροῦ­χο κα­τέ­λη­γε πάν­τα μὲ δύ­ο δε­ξιὰ μα­νί­κια. Καί, βέ­βαι­α, κα­θό­λου ὅ­πως τὰ εἶ­χα σχε­διά­σει. Ἄ­ναρ­χη γραμ­μή, κα­θό­λου κομ­ψὴ καί, μά­λι­στα, χω­ρὶς μαν­σέ­τα, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­νέ­κα­θεν πο­λύ, για­τί εἶ­χε μιὰ φι­νέ­τσα. Ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Τὸ ἕ­να μα­νί­κι ἐ­πέ­με­νε νὰ εἶ­ναι κον­τό, κα­λο­και­ρι­νὸ μὲ ξέ­φτια στὸ τε­λεί­ω­μα, τὸ ἄλ­λο τρουα­κὰρ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο μὲ πολ­λὰ βο­λάν. Ἦ­ταν ἕ­να ροῦ­χο πα­ρά­ται­ρο ἐν­τε­λῶς, τὸ φο­ροῦ­σα κι ἔ­μοια­ζα μὲ κλό­ουν. Καί, βέ­βαι­α, οὔ­τε λό­γος γιὰ τὸ ρεγ­κλάν.

       Κοι­τά­ζω τὰ ροῦ­χα τῶν ἄλ­λων. Τὰ ἴ­δια προ­βλή­μα­τα μὲ τοὺς γι­α­κά­δες. Κά­ποι­ας ρά­βε­ται μπρο­στὰ σὰν με­γά­λη σα­λιά­ρα, πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἐμ­πο­δί­ζει στὶς κι­νή­σεις, πα­ρὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει. Ὁ αὐ­χέ­νας μέ­νει πά­λι γυ­μνός. Μιᾶς ἄλ­λης, ἐ­νῶ τὸν σχε­δί­α­ζε μι­κρὸ καὶ κομ­ψὸ μὲ δαν­τέ­λα στὸ τε­λεί­ω­μα, ἔ­γι­νε τε­λι­κὰ μιὰ κου­κού­λα ἀ­θλη­τι­κῆς φόρ­μας ποὺ τῆς κα­λύ­πτει ὅ­λο τὸ κε­φά­λι. Δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀ­κού­σει τί­πο­τα καὶ με­τὰ βί­ας βλέ­πει. Προ­σπα­θεῖ μιὰ ζω­ὴ νὰ δι­ορ­θώ­σει τὸν για­κά, νὰ ξη­λώ­σει ἐ­πι­τέ­λους τὴν κου­κού­λα, ἀλ­λὰ τὸ ροῦ­χο ἐ­πι­μέ­νει. Μιὰ ἄλ­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ μὲ ἀ­μά­νι­κο μὲς στὸ κρύ­ο, για­τὶ τὸ ροῦ­χο ἀ­πορ­ρί­πτει ὅ­λα της τὰ σχέ­δια γιὰ μα­νί­κι, ἄλ­λης τὰ μα­νί­κια δε­μέ­να πί­σω, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κι­νή­σει τὰ χέ­ρια της. Μιὰ  φο­ρά­ει ἕ­να κου­ρέ­λι ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴ σκε­πά­σει, ἄλ­λη ἕ­να ροῦ­χο στε­νὸ σὰν μο­νο­κόμ­μα­το κορ­σὲ ποὺ τὴν τυ­λί­γει ἀ­πὸ τὴν κορ­φὴ ὣς τὰ νύ­χια, ἄλ­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ γυ­μνή, για­τὶ τὸ ὕ­φα­σμα ποὺ ἔ­χει, δὲν γί­νε­ται πο­τὲ ροῦ­χο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ φο­ρε­θεῖ.

       Τὸ ἔ­χου­με πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Κά­νου­με τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα σχέ­δια, κό­βου­με τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα πα­τρὸν καὶ τε­λι­κὰ φο­ρᾶ­με ὅ,τι ἀ­πο­φα­σί­σει τὸ ροῦ­χο. Ὅ,τι κι ἂν ρά­ψου­με, στὸ τέ­λος θὰ ξη­λω­θεῖ. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς τὸ ροῦ­χο ἔ­χει ἐν­τε­λῶς ἄλ­λα σχέ­δια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ της ἔ­χει ὡς θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.