Κλαίτη Σωτηριάδου: Mπουρλότο

 

 

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου


Μπουρ­λό­το


ΚΟΤΑΔΙ πίσ­σα. Φυ­σά­ει ἐ­λα­φριὰ ὁ Γραῖ­γος, φου­σκώ­νει τὸ φλό­κο, βου­βὰ βου­τᾶ­νε τὰ κου­πιά, τὸ σφί­ξι­μο ἀ­λα­φραί­νει τῆς καρ­διᾶς. Εἶ­ναι πέν­τε οἱ κα­πε­τα­ναῖ­οι σὲ τοῦ­το τὸ σκα­ρὶ μα­ζὶ μὲ τὸν παπ­πού­λη μου τὸν κα­πε­τὰν-Χε­λί­δο­να, Νι­κό­λας Σα­μο­θρά­κης στὰ χαρ­τιά, τῆς μά­νας μου προ­πάπ­πος. Μέ­ρες τὸ ἑ­τοι­μά­ζα­νε, μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ ὣς τὰ νύ­χια, ἔ­χουν ἀ­λεί­ψει φοῦ­μο σὲ πρό­σω­πα καὶ χέ­ρια, νὰ μὴν ἀ­σπρί­ζει τί­πο­τα πέ­ρα ἀ­π’ τὸ ἄ­γριο μά­τι, μὲς στὴ νύ­χτα. Οἱ πρό­κρι­τοι ἔ­δω­σαν τὰ γρό­σια γιὰ τὸ πα­λιὸ κα­ΐ­κι, τὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ τὴ με­τα­τρο­πή. Δού­λευ­αν μέ­ρα νύ­χτα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξουν τὶς τρύ­πες στὴν κου­βέρ­τα. Ἐ­κεῖ μέ­σα στή­σα­νε βα­ρέ­λια μὲ μπα­ρού­τι, βά­λα­νε μί­νες ἀ­π’ τὴν πλώ­ρη ὣς τὴν πρύ­μνη, φί­σκα κι αὐ­τὲς μπα­ρού­τι. Πα­νιὰ καὶ ἄρ­μενα μού­σκευ­αν ὧ­ρες σὲ πίσ­σα καὶ νά­φθα. Ἕ­τοι­μοι καὶ οἱ κό­ρα­κες μὲ πισ­σω­μέ­να τὰ σκοι­νιὰ ν’ ἀγ­κι­στρω­θοῦν πά­νω στὴ ναυ­αρ­χί­δα ποὺ πάμ­φω­τη λι­κνί­ζε­ται ἀ­ρό­δο λὲς καὶ χο­ρεύ­ει στὸ τούρ­κι­κο μπα­ϊ­ρά­μι. Μ’ ἕ­να σκοι­νὶ δε­μέ­νη ἀ­κο­λου­θεῖ τῆς δι­α­φυ­γῆς ἡ βάρ­κα. Τὸ σχέ­διο πάν­τα ἴ­διο: ἀ­θό­ρυ­βα νὰ πλη­σιά­σουν, «μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ σταυ­ροῦ» στὰ χεί­λη, ν’ ἀγ­κι­στρώ­σουν κα­λά τὸ ἄρ­με­νο στὸ πλά­ι ὅ­που φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ν’ ἀ­νά­ψει μὲ τὸ τσακ­μά­κι του ὁ κα­πε­τὰν-Χε­λί­δο­νας τὰ μποῦρ­λα, γρή­γο­ρα νὰ πε­ρά­σουν στὸ ρυ­μοῦλ­κο, νὰ λύ­σουν τὸ σκοι­νί, νὰ φύ­γουν πρὶν ἀ­π’ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­σφα­λεῖς, νὰ δοῦν τὸν Τοῦρ­κο νὰ τι­νά­ζε­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲς στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, νὰ κά­νουν τὸ σταυ­ρό τους. Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἢ θά­να­τος!

        Ἐ­γὼ κα­ΐ­κι δὲν ἔ­χω, βα­ρέ­λια μὲ μπα­ρού­τι δὲν μπο­ρῶ νὰ βρῶ, ὅ­μως βα­ρὺς καὶ σκο­τει­νὸς εἶ­ναι ὁ ἴ­σκιος ὅ­πως τοῦ Τούρ­κου στὰ πα­λιὰ τὰ χρό­νια. Πά­λι ἀ­σέ­λη­νη ἡ νύ­χτα κι ἔ­χουν κι αὐ­τοὶ εἰ­κο­σι­μί­α Ἀ­πρι­λί­ου ἐ­πέ­τει­ο-γι­ορ­τή. Οἱ σύν­τρο­φοι μοῦ ἔ­μα­θαν τὰ κόλ­πα κι ἀ­πό­ψε μ’ ἕ­να μπου­κά­λι πε­τρέ­λαι­ο, λά­δι, να­φθα­λί­νη, ἕ­να στου­πὶ βρεγ­μέ­νο στὴ βεν­ζί­νη, μ’ ἕ­να ἀ­ναμ­μέ­νο σπίρ­το ἐ­ξε­γεί­ρο­μαι, ἀ­πὸ μα­κριὰ θὰ δῶ τὴν φω­τα­ψί­α, θὰ ζων­τα­νέ­ψει τὸ 21 τοῦ παπ­πού­λη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τοῦ Γκαμ­πρι­ὲλ Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Κάρ­λος Φου­έν­τες, Μά­ριο Βάρ­γκας Λι­ό­σα, Ἰ­ζαμ­πὲλ Ἀ­λιέν­τε κι ἄλ­λους Ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς κα­θὼς καὶ τὴν Σύλ­βια Πλὰθ καὶ πολ­λοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ποι­η­τές. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ ΕΚΕΒΙ. Πρό­σφα­τα ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μπον­ζά­ι (2010) καὶ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἀν­τί­δω­ρα (2011).


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου Βολα­νά­κη, Ἡ πρώ­τη πετυ­χη­μέ­νη πυρ­πό­λη­ση τῆς τουρ­κι­κῆς ναυ­αρχί­δας ἀ­πὸ τὸν Πα­πα­νι­κο­λῆ 27 Μαΐ­ου τοῦ 1821.

			

Ἴνγκριντ Τζέντρεζίνσκι (Ingrid Jendrzejewski): Κυματιστὰ μαλλιὰ μὲ ὄγκο


Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζίν­σκι (Ingrid Jendrzejewski)


Κυ­μα­τι­στὰ μαλ­λιὰ μὲ ὄγ­κο

(Roll and Curl)


 ΠΟΛΗ στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κεῖς εἶ­ναι μι­κρὴ κι ἔ­τσι ὅ­ταν κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­χὴ Ἄμ­περ Γκρό­ουβς ζη­τᾶ στὸ τη­λέ­φω­νο τὴν κα Φί­λιπς κα­τα­λα­βαί­νεις πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται: πέ­θα­νε ἢ ὁ ἄν­τρας της ἢ ἡ ἀ­δερ­φή της.

        «Εἶ­ναι στὸ στε­γνω­τή­ριο», λὲς καὶ σκᾶς μιὰ φού­σκα ἀ­πὸ τὴν τσί­χλα σου. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἤ­σουν ἀ­πο­λύ­τως σα­φὴς ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος ἀ­ναγ­κά­ζε­σαι νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις «Λοι­πόν, ἐ­λᾶ­τε ἀ­πὸ ἐ­δῶ νὰ τῆς τὸ πεῖ­τε ὁ ἴ­διος, ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τὴν λού­σω καὶ νὰ τὴν στε­γνώ­σω. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­φή­σω στὴ μέ­ση».

        Κλεί­νεις τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ στρέ­φεις τὸ βλέμ­μα σου στὴν κα Φί­λιπς. Κα­θι­στὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ στε­γνω­τη­ρί­ου δι­α­βά­ζει ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ ρόμ­πα. Ἔ­χει ἕ­να ἐ­λα­φρὸ τρέ­μου­λο καὶ στὴν ἀρ­χὴ νο­μί­ζεις ὅ­τι κλαί­ει, ἀλ­λὰ με­τὰ βλέ­πεις ὅ­τι γε­λά­ει. Στὰ μπρο­στι­νά της δόν­τια δι­α­κρί­νε­ται λί­γο κρα­γιόν.

        Ὅ­ταν τὸ χρο­νό­με­τρο χτυ­πᾶ, ση­κώ­νεις τὸ κά­λυμ­μα κι ἐ­ξε­τά­ζεις τὰ μαλ­λιά της. Τὸ τζὲλ ἔ­χει κα­θί­σει, ὁ­πό­τε τὴν φέρ­νεις στὸ μέ­ρος σου καὶ τῆς βγά­ζεις τὰ ρό­λε­ϊ. Βυ­θί­ζεις τὴ χτέ­να σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὰ ἀ­ραι­ὰ μαλ­λιά της γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις ὄγ­κο, ἔ­πει­τα χτε­νί­ζεις ὅ­σα μέ­νουν πε­σμέ­να φέρ­νον­τάς τα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κρα­νί­ου, γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις τὸ σχῆ­μα ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει. Μὲ τὸ χέ­ρι σου φτιά­χνεις τὶς μποῦ­κλες στὰ πλά­για τοῦ κε­φα­λιοῦ της.

       Ἔ­πει­τα παίρ­νεις τὸ σπρέ­ι. Ἡ κα Φίλ­πς χα­μο­γε­λᾶ, κλεί­νει σφι­χτά τά μά­τια κι ἀ­να­ση­κώ­νει τὸ πη­γού­νι. «Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πάν­τα σκέ­φτο­μαι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χή», λέ­ει κα­θὼς ξε­κι­νᾶς νὰ τὴν ραν­τί­ζεις.

       Συ­νε­χί­ζεις γιὰ τρί­α λε­πτὰ πε­ρί­που· συ­νε­χί­ζεις μέ­χρι ποὺ τε­λει­ώ­νεις ὁ­λό­κλη­ρη τὴ φιά­λη. Τὴν ραν­τί­ζεις μέ­χρις ὅ­του τὰ μαλ­λιὰ της γί­νουν σκλη­ρὰ σὰν κρά­νος καὶ τὸ χα­μό­γε­λό της στα­θε­ρο­ποι­η­θεῖ σὰν ἀ­σπί­δα. Ἔ­πει­τα τῆς δί­νεις λί­γο βαμ­βά­κι. Τῆς λὲς ὅ­τι εἶ­ναι γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ δόν­τια της.


Πηγή: Ἱστοσελίδα Bath Flash Fiction Award (Πρῶτο βραβεῖο Φεβρουαρίου 2016):

https://bathflashfictionaward.com/2016/02/ingrid-jendrzejewski-february-2016-first-prize/


Ἡ Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζιν­σκι (Ingrid Jendrzejewski) σπού­δα­σε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἤ­βαν­σβιλ καὶ Φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Καίμ­πριτζ. Λο­γο­τε­χνι­κὴ δου­λειά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ (The Conium Review, Inktears, Wyvern Lit, Vine Leaves, Flash Frontier, The LiarsLeague NYC, and Williwaw: An Anthology of the Marvellous κ.ἄ.). Πέ­ρυ­σι κέρ­δι­σε τὸν δι­α­γω­νι­σμό Gigantic Sequins’ Flash Non-fiction Contest, κα­θὼς καὶ τὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Rochdale’s Literaure & Ideas Festival Bite-sized Enlightenment Flash Fiction Contest, ἐ­νῶ πῆ­ρε καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο A Room of Her Own Foundation’s Orlando Prize for Flash Fiction. Δου­λειὰ της ὑ­πάρ­χει στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα www.ingridj.com  καὶ τι­τι­βί­σμα­τά της στὴ δι­εύ­θυν­ση

@LunchOnTuesday.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νό­δι­ο­ν και Γρα­φή.


Μουσταφὰ Χάνταρ (Mustapha Handar): Φαλαινοκτονία


Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar)


Φα­λαι­νο­κτο­νί­α

(Ballenicidio)


                                                Γιὰ τὸ δελ­φί­νι καὶ τὴ φά­λαι­να, εὐ­τυ­χί­α εἶ­ναι νὰ ὑ­πάρ­χεις.

                                                                                                            Ζὰκ Κου­στώ

Π’ ΤΟΝ ΣΑΡΩΤΙΚΟ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ, ποὺ ἀ­φά­νι­σε ὅ­λα τὰ ὄν­τα στὴ γῆ, ἐ­πέ­ζη­σε μο­να­χὰ ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τὸν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ μιὰ φά­λαι­να. Πα­ρέ­μει­νε στὸ στο­μά­χι της, ὥ­σπου τρά­βη­ξαν τὰ νε­ρὰ καὶ στέ­γνω­σε ἡ γῆ· κι ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ φεγ­γο­βο­λοῦν τὰ βου­νά, τὰ λι­βά­δια κι οἱ ἀ­κρο­γι­α­λι­ές.

        Τὸ πε­λώ­ριο πλά­σμα κου­βα­λοῦ­σε τὰ γο­νί­δια τῆς εἰ­ρή­νης, τῆς βο­ή­θειας καὶ τοῦ σε­βα­σμοῦ πρὸς τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος. Πο­τὲ δὲν λη­σμό­νη­σε τὴ θρυ­λι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν προ­γό­νων του μὲ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν προ­φή­τη Γι­ού­νους.* Πλη­σί­α­σε τὴ στε­ριά, ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα του τὸν ἐ­πι­ζῶν­τα καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λὰ σὲ μιὰ ζε­στὴ ἀμ­μου­διά. Ἦ­ταν λὲς καὶ εἶ­χε ξα­να­γεν­νη­θεῖ.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ βδο­μά­δα, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πλεύ­σει στὸ πέ­λα­γος. Κα­τα­σκεύ­α­σε ἕ­να κα­νὸ καὶ πῆ­γε νὰ κυ­νη­γή­σει τὰ γι­γάν­τια κή­τη. Χρει­α­ζό­ταν λά­δι γιὰ τὶς λάμ­πες του, κρέ­ας ζω­τι­κὴ πη­γὴ πρω­τε­ϊ­νῶν καὶ δέρ­μα γιὰ νὰ φτιά­ξει μ’ αὐ­τὸ ροῦ­χα καὶ πα­πού­τσια.


* Γι­ού­νους: τὸ ὄ­νο­μα τοῦ προ­φή­τη Ἰ­ω­νὰ στὰ ἀ­ρα­βι­κά.

 

Πη­γή: Πηγή: Minificcionistas Pandémicos, Microbios. Antología, πρόλογος: Patricia Nasello, Λίμα, Dendro ediciones, 2020.

Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar) (Ἀ­γα­δίρ, 1982). Μα­ρο­κι­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴ Χι­λή, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ βι­βλί­ο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Atrapados en telaranas (Quarks Ed. Digitales, Πε­ρού, 2020).

Μετάφραση  ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Οἱ ἐνέσεις


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς 


Οἱ ἐ­νέ­σεις


ΕΛΗ ΜΑΪΟΥ ἀρ­ρώ­στη­σα ἄ­σχη­μα καὶ ὁ για­τρός μοῦ ἔ­γρα­ψε νὰ κά­νω ἐ­νέ­σεις. Ἔ­πρε­πε κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ υἱ­ο­θε­τή­σω ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὴν ἐ­νε­σο­θε­ρα­πεί­α, ἂν δὲν ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πο­φέ­ρω στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­νο­χλή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μά­λι­στα ὑ­πῆρ­χε κίν­δυ­νος νὰ κα­τα­στοῦν μό­νι­μες. Με­τὰ τὶς ἐ­νέ­σεις, δέ­ον ἦ­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ μὲ λή­ψη χα­πι­ῶν τῆς ἴ­διας φαρ­μα­κευ­τι­κῆς οὐ­σί­ας, ἀ­πὸ ἕ­ναν ἕ­ως τρεῖς μῆ­νες. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι σὲ τού­τη τὴν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη κα­τά­στα­ση θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα πε­ρι­πέ­σει ἤ­δη ἀ­πὸ και­ρό, ἔ­τσι ὅ­πως ὑ­πέ­φε­ρε καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν πα­ρα­τε­τα­μέ­να ἡ ψυ­χή μου. Εἶ­ναι θαῦ­μα τὸ πῶς ἄν­τε­ξα, μο­λο­νό­τι τού­τη ἡ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐκ­δή­λω­ση τῶν συμ­πτω­μά­των δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς ἔ­παι­νο.

        Ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πὸ τὸν πό­νο πού μοῦ προ­κά­λε­σε ὁ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­μαι πιὰ εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ἡ ψυ­χὴ καὶ τὸ σῶ­μα μου δὲν μπο­ροῦν πλέ­ον νὰ ἀν­τι­πα­ρέλ­θουν εὔ­κο­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους ὀ­δυ­νη­ρὲς κα­τα­στά­σεις. Τὸ μο­τί­βο τῆς ἀ­πο­τυ­χί­ας ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πα­ράλ­λα­χτό τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια: ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξω ἀ­πὸ δί­πλα μου γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­θυ­μῶ δι­α­κα­ῶς, ἀ­πὸ σχέ­σεις ποὺ οὔ­τε κἄν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν ἀ­βά­στα­χτη μο­να­ξιά μου. Νὰ ’ταν μό­νο ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ἁ­πλὰ γιὰ μέ­να. Μὰ ἡ ὀ­δύ­νη μου ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κό­τε­ρη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν πε­ρὶ ὧν ὁ λό­γος πρὸς τὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, κα­θὼς δὲν θέ­λουν νὰ κα­τα­λά­βουν ὅ­τι πι­κραί­νο­μαι ἀ­φάν­τα­στα ὅ­ταν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μοῦ τη­λε­φω­νοῦν καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ μεί­νου­με γιὰ πάν­τα φί­λοι καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σου­με τὴν με­τα­ξὺ μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐν­νο­ή­σουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ μὲ βα­σα­νί­ζουν μὲ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὰ μη­νύ­μα­τά τους, μοῦ δί­νουν τὴ χα­ρι­στι­κὴ βο­λὴ μὲ γε­νι­κὲς συμ­βου­λές, εὐ­χὲς καὶ ἐ­πι­ση­μάν­σεις τοῦ τύ­που «εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χί­σεις για­τί τὸ ἀ­ξί­ζεις», «νὰ προ­σέ­χεις τὸν ἑ­αυ­τό σου», «ζη­λεύ­ω αὐ­τὴν ποὺ θὰ εἰ­σπρά­ξει ὅ­λη σου τὴν ἀ­γά­πη μα­ζε­μέ­νη», «πο­τὲ ἄλ­λο­τε δὲν ἔ­χω ἐ­κτι­μή­σει τό­σο πο­λὺ ἄν­θρω­πο στὴ ζω­ή μου» καὶ ἄλ­λα τέ­τοι­α ἠ­χη­ρὰ πα­ρό­μοι­α. Ἡ ἀ­πο­καρ­δί­ω­ση καὶ ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴ θλί­ψη ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ τὶς συμ­βου­λὲς τῶν φί­λων μου, κα­λο­προ­αί­ρε­τες καὶ εὔ­λο­γες μέν, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­φέ­ρουν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα μέ­σα μου δέ, μὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ «ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια», «δὲν βα­ρι­έ­σαι μω­ρέ, ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι κα­λά», «ὅ­λα γί­νον­ται γιὰ τὸ κα­λό μας», «σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα σὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ πράγ­μα­τα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με» καὶ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λες τέ­τοι­ες ἀ­νο­η­σί­ες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ ψά­ξω γρή­γο­ρα στὴ γει­το­νιὰ γιὰ νο­σο­κό­μα ἢ γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ γνω­ρί­ζει νὰ κά­νει ἐ­νέ­σεις.

       Ἰ­δοὺ λοι­πὸν πού, ἀν­τὶ νὰ δια­βεῖ τὸ κα­τώ­φλι τοῦ δω­μα­τί­ου μου μιὰ ζαρ­γά­να ποὺ θὰ δρο­σε­ρέ­ψει τὸ μα­ρα­μέ­νο σῶ­μα μου μὲ τὸ θελ­κτι­κὸ σῶ­μα της, ἡ μό­νη γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­μαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δε­χτῶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπή­ξει μιὰ βε­λό­να μὲ πη­χτὸ φάρ­μα­κο στὰ με­ριά μου. Οἱ  χα­μέ­νες ἐν­δορ­φί­νες, μα­ζὶ μὲ τὶς ὑ­πό­λοι­πες οὐ­σί­ες τῆς εὐ­τυ­χί­ας, ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κὰ νὰ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­ται τώ­ρα μὲ μιὰ βα­θειά, ἐν­δο­γλου­τια­ία πρόσ­λη­ψη φαρ­μα­κευ­τι­κῶν οὐ­σι­ῶν. Τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἀ­νέ­λα­βε μιὰ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα, τα­κτι­κὴ στὴν ὥ­ρα της, σο­βα­ρή, λι­γο­μί­λη­τη, ποὺ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ τὴ δου­λειά της. Τῆς ἑ­τοί­μα­ζα ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ὑ­λι­κά, πα­ρα­τάσ­σον­τάς τα ἐ­πι­με­λῶς στὸ κο­μο­δί­νο μου, τὴ σύ­ριγ­γα δη­λα­δή, τὴ βε­λό­να, τὶς γυ­ά­λι­νες φύ­σιγ­γες μὲ τὸ φάρ­μα­κο, τὸ οἰ­νό­πνευ­μα καὶ τὸ βαμ­βά­κι κι ἐ­κεί­νη, μό­λις ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν πε­ρίσ­σια τοῦ φαρ­μά­κου πι­έ­ζον­τας μὲ τὸ ἔμ­βο­λο ὅ­λες τὶς ἀ­τί­θα­σες φυ­σα­λί­δες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν κα­τὰ τὴν εἰσ­ρο­ή του στὴ σύ­ριγ­γα, μοῦ ἔ­λε­γε νὰ πά­ρω μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα καὶ μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἔ­νε­ση. Μο­λο­νό­τι εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ ἐ­νέ­σεις προ­κα­λοῦν με­γά­λο πό­νο, μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πο­λύ. Ἡ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα ἦ­ταν ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἀ­λα­φρο­χέ­ρα. Τε­λει­ώ­νον­τας, μὲ συμ­βού­λευ­ε νὰ κρα­τή­σω γιὰ λί­γο τὸ βαμ­βά­κι στὰ με­ριά μου καὶ νὰ μὴν ση­κω­θῶ ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ δω­μά­τιο, ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τὸ ραν­τε­βού μας γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Μό­λις ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, φρόν­τι­ζα νὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ πε­τά­ξω ἀ­μέ­σως ὅ­λα τα ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ὑ­λι­κά, κα­θὼς ἡ βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου, προ­ερ­χό­με­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὰ ἔκ­δο­χα, εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ στὸ δω­μά­τιο καὶ μοῦ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες τῆς θε­ρα­πεί­ας μου, ὥ­σπου, ἕ­να βρά­δυ, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ ἕ­να θε­ρι­νὸ σι­νε­μὰ – πή­γαι­να πο­λὺ συ­χνὰ τό­τε σι­νε­μὰ γιὰ νὰ ξε­χνι­έ­μαι καὶ γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου ὀ­νει­ρευ­ό­με­νος – δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι εἶ­χα λη­σμο­νή­σει νὰ μα­ζέ­ψω τὰ ὑ­λι­κά τῆς ἔ­νε­σης ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο μου. Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου δέ­σπο­ζε στὸ δω­μά­τιο, στὴν «ἀρ­ρω­στο­κά­με­ρα», ὅ­πως θὰ τὴν ὀ­νό­μα­ζε ὁ Ρο­ΐ­δης, μά, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος, τού­τη τὴ φο­ρὰ ἡ φαρ­μα­κί­λα δὲν μοῦ προ­κά­λε­σε κα­μί­α δυ­σα­ρέ­σκεια· τὸ ἀν­τί­θε­το μά­λι­στα, μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου τὴ σπα­σμέ­νη γυ­ά­λι­νη φύ­σιγ­γα, ἔ­πει­τα πῆ­ρα καὶ τὴ σύ­ριγ­γα, μύ­ρι­σα τὰ κοκ­κι­νω­πὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ φαρ­μά­κου στὰ τοι­χώ­μα­τά τους καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι τού­τη ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα στὴ ζω­ή μου ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός, ἔ­χον­τας πρά­ξει ὅ­σα ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε νὰ πρά­ξω – αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ποὺ σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν ὑ­γεί­α μου – καὶ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω.

       Ἔ­χει πε­ρά­σει ἤ­δη μιὰ ἑ­βδο­μά­δα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α ἔ­νε­ση. Πρὸς τὸ τέ­λος τῶν συ­ναν­τή­σε­ών μας ἡ νο­σο­κό­μα εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ πρὸς ἐ­μέ­να. Μι­λού­σα­με πλέ­ον ἐ­πὶ παν­τός τοῦ ἐ­πι­στη­τοῦ: γιὰ τὴν τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κὴ κα­τά­στα­ση – στὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρεμ­πι­πτόν­τως συμ­φω­νού­σα­με –, γιὰ ζω­γρα­φι­κή, γιὰ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς βα­θύ­τε­ρους πό­θους καὶ τὰ ὄ­νει­ρά μας. Μά­λι­στα, ὅ­ταν μὲ ἄ­φη­νε ξα­πλω­μέ­νο μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὸ δω­μά­τιό μου, ἐ­ξε­δή­λω­νε τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀλ­λα­γὴ στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά της καὶ σω­μα­τι­κά, του­τέ­στιν, μὲ χτυ­ποῦ­σε πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ πολ­λὲς φο­ρὲς στὸν ὦ­μο μὲ τὴν πα­λά­μη της. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τε­λεί­ω­σαν κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τολ­μή­σει ἕ­ως τώ­ρα νὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια τὰ σύ­νερ­γα τῆς τε­λευ­ταί­ας ἔ­νε­σης, τρέ­φον­τας ἐν­δό­μυ­χα τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ δι­α­τη­ρή­σω στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὴν πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ κα­τα­φα­νῶς μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω. Γνω­ρί­ζω πώς, σὲ λί­γο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου θὰ ἔ­χει ἐ­ξα­λει­φθεῖ ἐν­τε­λῶς καί, γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, σκέ­φτη­κα πὼς ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν πα­ρα­τεί­νω τε­χνη­τὰ μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἐ­νη­με­ρω­νό­με­νος ἀρ­χι­κὰ καὶ δι­α­βά­ζον­τας τὰ πάν­τα σὲ σχέ­ση μὲ τὸ φάρ­μα­κο: γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γι­κή του δι­α­δι­κα­σί­α, γιὰ τὴ σύν­θε­ση, τὴν ἀ­νά­λυ­σή του… Εἰς μά­την ὅ­μως, εἰς μά­την. Ἡ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου βαθ­μια­ία θὰ σβή­σει, πα­ρα­χω­ρών­τας τὴ θέ­ση της στὰ συ­νή­θη ὀ­σφρη­τι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου ἀλ­λὰ καὶ τῶν πέ­ριξ τοῦ δω­μα­τί­ου μου χώ­ρων: στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁ­πλω­μέ­νης μπου­γά­δας τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ μου (ἀλ­λὰ καὶ τῆς μπου­γά­δας τῆς γει­τό­νισ­σάς μου στὸ δι­πλα­νὸ μπαλ­κό­νι, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ γνω­στὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πό­κρυ­ψης τῶν ἐ­σώ­ρου­χων στὰ μέ­σα συρ­μα­τό­σχοι­να τῆς ἁ­πλώ­στρας της, πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴν κοι­νῆς θέ­ας), στὸ ἀ­ναρ­ρι­χώ­με­νο ἀ­πὸ τὴν πι­λο­τὴ ἄ­ρω­μα τοῦ νυ­χτο­λού­λου­δου, στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἱ­δρώ­τα ποὺ ἀ­πό­μει­νε στὰ σεν­τό­νια μου ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ἀ­ϋ­πνί­ας ἢ στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φι­τι­λιοῦ ἑ­νὸς ἄρ­τι σβη­σθέν­τος κε­ριοῦ, ἀ­πὸ αὐ­τὰ πού μοῦ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­νά­βω ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν στὸ ἔ­ρη­μο δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἔ­πει­τα, ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τα ἀρ­χι­κὰ ἀ­πὸ τὰ σύ­νερ­γα τῶν ἐ­νέ­σε­ων καὶ ὀ­φει­λό­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν αἴ­σθη­ση τῆς ὄ­σφρη­σης, θὰ πε­ρά­σει προ­σώ­ρας στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ὅ­ρα­σης, στὸ ἰ­δι­ό­τυ­πο αὐ­τὸ εἰ­κο­νο­στά­σι ποὺ κεί­τε­ται στὸ κο­μο­δί­νο μου καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται οὔ­τε ἀ­πὸ ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ ἐ­λαι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ σκί­τσα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σύ­ριγ­γες, βε­λό­νες καὶ φάρ­μα­κα, ὥ­σπου, στὸ τέ­λος, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη συ­νά­θροι­ση πραγ­μά­των τοῦ ὑ­λι­κοῦ κό­σμου ποὺ τε­λεῖ­ται πλά­ι μου νὰ κα­τα­στεῖ, μὲ τὴ σει­ρά της, μιὰ κα­νο­νι­κό­τη­τα τοῦ βλέμ­μα­τος καὶ νὰ ἀ­πο­λέ­σει τὸν εὐ­ερ­γε­τι­κό της χα­ρα­κτή­ρα. Σκέ­φτο­μαι – τὸ ἔ­χω ἤ­δη ἀ­πο­φα­σί­σει – νὰ κρα­τή­σω ἀ­νέ­πα­φα ὅ­λα τοῦ­τα τὰ σύ­νερ­γα στὸ κο­μο­δί­νο μου ὡς τὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ἔ­πει­τα, τὸ φθι­νο­πω­ρά­κι, θὰ τὰ πε­τά­ξω καὶ θὰ πα­σχί­σω νὰ βρῶ ἕ­ναν τρό­πο νὰ ζή­σω.



Πηγή: Περιοδικὸ Φρέαρ, τχ. 19 (Ιούνιος 2017)

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ξυρίσματα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ξυ­ρί­σμα­τα

[τοῦ Πανουργιᾶ καὶ τοῦ Ἰωάννου Δυοβουνιώτη]


ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Κα­πο­δί­στριας, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ γέ­ρο-Πα­νου­ριᾶς, ὁ Κλε­φταρ­μα­τω­λὸς τῶν Σα­λώ­νων, νὰ κα­τε­βῇ ἀ­πὸ τοῦ Παρ­να­σοῦ τὰ κάρ­κα­ρα καὶ νὰ πάῃ νὰ πα­ρου­σια­στῇ στὸν Κυ­βερ­νή­τη. Ἔ­φτα­σε λοι­πὸν στὴν Αἴ­γι­να, μὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ποὔρ­ρι­ξε γύ­ρω του, δὲν τοῦ χα­μα­ρέ­σα­νε τὰ πρά­μα­τα. Εἶ­δε κον­τὰ στὸν Κυ­βερ­νή­τη κά­τι φραγ­κον­τυ­μέ­νους, ποῦ δὲν τοὺς φτά­να­νε τὰ φράγ­κι­κα φο­ρέ­μα­τα, μὰ εἴ­χα­νε ξου­ρί­σει καὶ γέ­νεια καὶ μου­στά­κια, καὶ ἦ­ταν ἔ­τσι σὰν ξε­ρο­κο­λό­κυ­θα γυ­α­λι­στε­ρὰ τὰ μοῦ­τρα τους:

       — Τί μ’­σοῦ­δες (μοῦ­ρες) εἶ­ν’ αὐ­τές; εἶ­πε στὸ γέ­ρο-Δυ­ο­βου­νι­ώ­τη, ποῦ εἶ­χε ἔρ­θει κι’ αὐ­τὸς συν­τρο­φιά του στὴν Αἴ­γι­να.

       — Δὲν τοὺς βλέ­πεις; Τσ’ ἤ­φε­ρε οὑ Κυ­βερνή­τ’ς νὰ μᾶς φου­τί­σουν.

       — Γι’ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ἔ­τσ’ τὰ μοῦ­τρα τ’ς; Γέ­νουντ’ ἔ­τσ’ πλει­ὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, μα­θές; Τό­τε θέ­λω κ’ ἐ­γὼ νὰ τὰ ξου­ρί­σω νὰ γί­νου σου­φὸς κ’ ἐ­γώ…

       — Καὶ δὲν τὰ ξου­ρί­ζεις; Ἐ­δῶ πα­ρα­κά­τ’ εἶ­ν’ οὑ χαμ­ζᾶς (κου­ρέ­ας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυ­ρί’ης, μαῦ­ρε, στοὺ χου­ριό;

       — Πλε­ρώ­νεις ἐ­σὺ τὰ ξου­ρι­στ’­κά;

       — Πλε­ρώ­νου… μὰ δὲ θ’ ἀ­πο­κου­τί’ῃς τέ­τοι­ου πρᾶ­μα..

       — Βά­ν’ς καὶ τὰ βι­ου­λιὰ μα­ζί;

       — Τί τὰ θέ­λ’ς τὰ βι­ου­λιά;

       — Ἔ­τσ’, θέ­λου νὰ γί­νῃ τοῦ πρά­μα πα­νη­γύ­ρ’.

       — Ἂς εἶ­ναι κ’ ἔ­τσ’.

       Ὁ Δυ­ο­βου­νι­ώ­της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε κα­τα­λά­βει κα­λὰ τί λο­γῆς ξύ­ρι­σμα ἤ­θε­λε ὁ γέ­ρο-σύν­τρο­φός του. Ξέ­χα­νε τὰ πα­λιά του τὰ κα­μώ­μα­τα· Ἄν­θρω­πος τοῦ δρυ­μοῦ, κλα­ρί­της, ἤ­ξε­ρε νὰ λέ­ῃ τὰ πρά­μα­τα καὶ νὰ τὰ κά­νῃ πέ­ρα καὶ πέ­ρα ξέ­σκε­πα.

       Μπαί­νου­νε στὸν κου­ρέ­α, καὶ νά, ἔρ­χον­ται τὰ βι­ο­λιά, κι’ ἀρ­χί­ζουν τὸ παι­γνί­δι, κ’ ἑ­τοι­μά­ζει ὁ κου­ρέ­ας τὰ ξου­ρά­φια του. Κά­νει ὅ­μως νὰ βά­λῃ χέ­ρι στοῦ γέ­ρο-στρα­τη­γοῦ τὰ μοῦ­τρα, κι’ αὐ­τός,

       — Τρά­βα τοὺ χέ­ρ’ σ’ ἀ­ποὺ κεῖ! τοῦ λέ­ει.

       Πε­τά­ει πέ­ρα τὴ φου­στα­νέλ­λα καὶ μέ­νει ὅ­πως τὸν ἔ­κα­με ἡ μαν­νού­λα του ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­του…

       Κι’ ἀρ­χί­ζει ὁ κου­ρέ­ας, θέ­λον­τας μὴ θέ­λον­τας, καὶ τοῦ τὰ ξου­ρί­ζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βι­ο­λιά… Κι ὁ κό­σμος ὅ­λο καὶ μα­ζεύ­ε­ται…

       — Αἴ, τώ­ρα μοι­ά­ζ’­νε μὲ μοῦ­τρα φράγ­κι­κα! εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τὸ ξύ­ρι­σμα.

       Κι’ ὅ­λα αὐ­τὰ τἄ­κα­με, γιὰ νὰ σα­τυ­ρί­σῃ τὰ ξου­ρι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μου­στά­κια, ποῦ εἴ­χα­νε κο­πιά­σει ἀ­π’ τὴ Φραγ­κιὰ νὰ φέ­ρου­νε και­νούρ­για φῶ­τα στὸ Ρω­μαίϊ­κο.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 335 [Τίτλος: «171.— Ξυρίσματα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρ­χηγὸς ἐπαρ­χίας Ἀμ­φίσ­σης).



		

	

Γιά­ννης Πα­τί­λης: Post(Mortem)Modern Hellas 2021



Γιά­ννης Πα­τί­λης


Post(Mortem)Modern Hellas 2021

(Εἰ­κὼν με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή)


διὸ καὶ φι­λο­σο­φώ­τε­ρον καὶ σπου­δαι­ό­τε­ρον ποί­η­σις ἱ­στο­ρί­ας ἐ­στίν· ἡ μὲν γὰρ ποί­η­σις


|| εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ἀ­κό­μη || ἀλ­λά ὅ­πως τοῦ συμ­βαί­νει συ­νή­θως δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ τί ἀ­κρι­βῶς || συ­νή­θως δὲν κοι­μᾶ­ται κα­λά || συ­χνὰ μου­σκεύ­ει τὴ φα­νέ­λα του πά­λι κα­λά || πάν­τως ἀ­πὸ τὸν ἐ­φιά­λτη ἡ συ­χνου­ρί­α τὸν σώ­ζει || πά­λι ἔ­βλε­πε πὼς κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στὴν Ἑρ­μοῦ δί­χως μά­σκα || Ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­ται καὶ τὶς κα­λές του στιγ­μές || Στὸν ὕ­πνο του ἔρ­χε­ται ἡ νε­α­ρὰ φι­λε­νά­δα του || Εἶ­ναι μι­κρο­κα­μω­μέ­νη καὶ δρο­σε­ρὴ μὲ κα­λω­συ­νά­το χα­μό­γε­λο || τὰ κόκ­κι­να κα­τσα­ρά της μαλ­λιὰ κι οὐ­ρά­νιο πορ­πά­τη­μα || κά­θε δε­κα­πέν­τε κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὸν βορ­ρᾶ || Χτὲς εἶ­δε στὸν ὕ­πνο της τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη! || Τὴν κρα­τοῦ­σε τρυ­φε­ρὰ ‘πὸ τὸ χέ­ρι || Ἕ­να ἥ­συ­χο ρεῦ­μα ζε­στὸ τὸ κορ­μί της γε­μί­ζει || Ὅ­πως τὸ κρά­τη­μα ‘πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα της ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί || Τί βλέ­πει στὸ θε­ό σου αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι || Φτά­νει ὅ­μως μιὰ πι­να­κί­δα στὸ δρό­μο Πρὸς Κο­ρώ­νης Μο­νὴ Ἱ­ε­ρὰ γιὰ μιὰ τέ­τοι­α ἐ­πί­σκε­ψη; || Γιὰ ἕ­ναν ἅ­γιο ποὺ ἄ­κου­γε πρώ­τη φο­ρά; || Τὸν εἶ­χε ὅ­μως; || Ἢ μή­πως τὸν ἤ­ξευ­ρε δί­χως; || Αὐ­τὸς τὸ μό­νο ποὺ θυ­μό­ταν ἦ­ταν οἱ δι­α­βε­βαι­ώ­σεις τοῦ «μαρ­ξι­στῆ» ἱ­στο­ρι­κοῦ || οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες συ­χνὸ φαι­νό­με­νο ἐ­πο­χῆς ποὺ δέ­χον­ται θά­να­το μαρ­τυ­ρι­κὸ γιὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κή τους τὴν πί­στη || εἶ­ναι συγ­χρό­νως κι οἱ πρῶ­τοι οἱ ἥ­ρω­ες οἱ ἐ­θνι­κοὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ μας τοῦ Νέ­ου || δέ­χου θε­άν­θρω­πε Λό­γε οὓς προ­σά­γει σου γέ­νος αἰχ­μά­λω­τον || Ἂν εἶ­χε ὅ­μως δι­α­βά­σει τὸ «Πό­θος Μαρ­τυ­ρί­ου» στὰ Ἱ­στο­ρι­κά-τεῦ­χος-εἴ­κο­σι-τρί­α θὰ τά ‘λε­γε; || δέν θὰ τά ‘λε­γε… || ὁ πρίν-πρίν Ἕλ­λη­νας, ὁ πρίν ὥ­ρι­μος Γάλ­λος, ὁ νῦν «Ἕλ­λη­νας» || ὁ-ἐν­τὸς-εἰ­σα­γω­γι­κῶν || ὁ ἰ­δε­ο­λο­γη­μα­τί­ας αὐ­τός || ὁ πε­ριτ­τὸς νο­σταλ­γός… || Ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴ συ­χνου­ρί­α κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει δι­α­φεύ­γουν στα­γό­νες κα­τὰ τὸ σχῆ­μα λι­τό­τη­τος || τὴν ἄ­τι­μη τὴν δι­α­κε­κομ­μέ­νη τὴν οὔ­ρη­ση || τὴν δυ­σού­ρη­ση || Ποῦ κα­τήν­τη­σε (ὁ πρὶν ὠ­μο­γέ­ρων) || Τώ­ρα πλη­ρώ­νει τὴ μα­νί­α του μὲ τὴν ἀ-συ­νέ­χεια || τὸ σπα­σμέ­νο || τὸ τά­χα ἀν­θε­κτι­κό || τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα π’ ἐ­γί­ναν ἀ­γνώ­στου πα­τρὸς ἀ­πο­κόμ­μα­τα || Συ­ναν­τή­θη­καν πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ πυρ­πο­λη­τῆ τοῦ Κα­νά­ρη τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ ἑ­ξή­κον­τα πέν­τε || κι ὁρ­κι­στῆ­καν πὼς δὲν θά ‘φη­ναν πο­τὲ τὴν Κυ­ψέ­λη || Ὅ­μως αὐ­τὸς τὴν κο­πά­νη­σε || μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον τῆς Γαλ­βά­νη τὸν ἅ­γιο || τοῦ πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει ἡ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ τὴν ταυ­τό­τη­τα || τοῦ φτά­νει πιὰ ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς i­di­ot-προ­σω­πί­ας || τοῦ ἡ συ­ζή­τη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πλέ­ων ἡ ἄ­γο­νη || τοῦ τώ­ρα πιὰ φύ­λα­γέ μας Χρι­στέ μας ὅ­ταν γα­μι­ώ­μα­στε || (ἀλ­λὰ γα­μι­ώ­μα­στε πιά;) || me too ναί! || κι ἐ­μέ­να μὲ πή­δη­ξε ὁ Κου­λὸς στὸ ὄ­γδο­ο μὲ τὸ τρί­ση­μον || πά­ρε τώ­ρα καὶ Ἀν­τε­το­κοῦν­μπο νά ‘χεις τε­τρά­ση­μο || κι ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο γιὰ ἐ­ξελ­λη­νι­σμὸ προ­σφυ­γά­κια || πού εἰ­πε στὴ Γκι­ώ­να ἡ Λι­ά­κου­ρα ἀ­πὸ τὴν κορ­φή της || Καὶ τὸ γι­ορ­τά­σα­νε πο­λὺ στὸ Συγ­κρό­τη­μα || Δι­κέ μου || ἀ­τῶν εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα τους ὁ­πού ‘ναι τὸ λο­γά­ριν || ἐ­σέ­να καὶ στὸ Μαν­χά­ταν θὰ σ’ ἀ­κο­λου­θά­ει ἡ Πα­τη­σί­ων || μὲ τὶς μαῦ­ρες τὶς τσοῦ­πρες στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ τοὺς ἀν­τι­φά || Ἀλ­λὰ τώ­ρα πές μου || τί ἠ­ταν αὐ­τὸς ὁ παπ­πού­λης ὁ ὡς ἀ­μνὸς σου­βλι­σθεὶς ὑ­πὲρ τῶν λο­γι­κῶν του προ­βά­των || ὁ λα­τρε­μέ­νος τῶν Κλε­φτῶν αὐ­τὸς ὁ νο­μο­τα­γής || τῶν ἀ­προ­σκύ­νη­των ποὺ τρί­ψα­νε τὴ μού­ρη τῆς Χον­τρα­χεί­λως || κι ἀ­ρα­δια­στὰ τρα­γου­δού­σα­νε τοῦ Φα­να­ριοῦ τὸν ἐ­πί­σκο­πο || τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη; || Γί­νε­ται ἥ­ρω­ας ἐ­θνι­κὸς πρὶν τὸ Ἔ­θνος; γιὰ πές μου || Ἔ­τσι τὴν πά­τη­σε κι ὁ «μαρ­ξι­στὴς» ποὺ λέ­γα­με πα­ρα­πά­νω || πού ‘θε­λε νὰ κά­μει Ἱ­στο­ρί­α μὲ κε­φα­λαῖ­ο Ἰ­ῶ­τα ὁ δύ­στυ­χος καὶ πά­λι στὴ Ζω­ο­λο­γί­α κα­τέ­λη­ξε || τὴν ἄλ­λη τὴ μα­σκα­ρε­μέ­νη τοῦ δι­α­φο­ρι­κοῦ ρα­τσι­σμοῦ τοῦ τρό­μου τῆς δι­α­φο­ρᾶς τοῦ Ἀλ­λὰχ-ἴλ-Ἀλ­λά τοῦ βλέ­πε καὶ Μπα­λιμ­πάρ || ἂς μά­θαι­ν’ ἀ­π’ τὸν κὺρ-Φλῶ­ρο ἀ­κού­ον­τα φι­λο­σο­φι­κῶς – ποι­ά;… || α ὐ ­τ ὰ π ο ὺ  ε ἶ ­χ ε ν  ἰ ­δ ε ῖ  μ ὲ  τ ὰ  μ ά ­τ ι α  τ ο υ ! || γιὰ κεί­νη τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σι τὰ τό­σον πα­ρηλ­λαγ­μέ­να ἀ­πὸ στό­μα εἰς στό­μα || π’ ἐ­σκέ­πτε­το ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ μέ­νῃ προ­ϊ­όν τι ἢ ἐμ­πό­ρευ­μα ἀ­νό­θευ­τον εἰς τὴν ἀ­γο­ράν || ἀ­δύ­να­τον καὶ πε­ρὶ τοῦ ἐ­λα­χί­στου συμ­βάν­τος νὰ γνω­σθῇ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἡ ἀ­λή­θεια || καὶ τοῦ­το κυ­ρί­ως: || ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν ἀ­λη­θῆ ἄλ­λα εἰ­μὴ ὅ­σα… —ἀ­κοῦς!— δ έ ν  σ υ ν έ ­β η ­σ α ν ! || Πε­ρὶ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­κρι­βῶς καὶ ἡ ποί­η­σις! || τὸ Συρ­τά­κι στὸ Ζά­λογ­γο || τὸ κρυ­φὸ τὸ σχο­λει­ὸ στῆς μαύ­ρης ἀ­νάγ­κης τὰ ἑ­σπε­ρι­νὰ Βά­θης Πλα­τεί­α || τὸ λά­βα­ρο τὴν εἰ­κο­στὴ πέμ­πτη τοῦ Μάρ­τη || (καὶ ὄ­χι τὴν εἰ­κο­στὴ τε­τάρ­τη πε­ρι­κα­λῶ) || τ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα σὲ Χα­σιὰ καὶ Ἀ­σπρό­πυρ­γο ὅ­που μά­ζευ­ε τὶς δό­σεις τοῦ πλα­νό­διου πε­θα­μέ­νου πα­τέ­ρα || συ­νε­λόν­τι­εἰ­πεῖν τοῦ Ρω­μιοῦ ὁ ἀ­νύ­στα­κτος ζῆ­λος || Ἂς ἄ­κου­γε ἐ­πι­τέ­λους τὸν φι­λο­ζὸφ ποὺ ρή­μα­ζε τὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α στὰ Πα­ρί­σια || πού εἰ­χε ψύ­χω­ση μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τὴν ἄν­θρώ­πι­νη || μὲ τὰ πρό­σω­πα τὰ σὰν τὸν Κα­νέλ­λο σα­θρά || Αὐ­τὸς πιὰ κι ἂν ἦ­ταν στὴ Ζω­ο­λο­γί­α ἐξ­πέρ || Ἀ­φοῦ τὸ ψέμ­μα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος || κά­νε τώ­ρα ἐ­σὺ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ ψέμ­μα || μή­πως κι ἦ­ταν λι­γό­τε­ρα τοῦ Θο­δω­ρά­κη τὰ ψέμ­μα­τα; || Ἐ­γὼ τὸ μό­νο ποὺ τοῦ πι­στεύ­ω εἶ­ναι τοῦ­το στὴ Ζά­κυ­θο || στὸ μνη­μό­συ­νο τῆς γυ­ναί­κας του || ὅ­ταν πῆ­ρε τὴν τά­βλα μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὸ κε­φά­λι || καὶ τὰ πῆ­γε ἀ­τός του ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴν ἐκ­κλη­σιά || ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του || λέ­ει κι ὁ πο­πο­λά­ρος ὁ τρὶς βα­πτι­σθείς || καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ με­τά || μὲ τὴν ἀ­στε­φά­νω­τη τὴν κα­λό­γρια καὶ τὸν πῆ­δο στὰ 63 ποὺ τοῦ χά­ρι­σε τὸν Πά­νο τὸν Δεύ­τε­ρο || τὸν ἁ­γνὸ πα­τρι­ώ­τη || τέ­τοι­ες ἀ­λή­θει­ες || φρέ­σκες τοῦ 1879 ἀ­ναλ­λοί­ω­τες: || Ὅ­θεν || πρὸς τῇ δι­οι­κή­σει, κιν­δυ­νεύ­ει καί τὸ πο­λί­τευ­μα || οἱ δὲ πο­λῖ­ται γέ­νον­ται σ ο ­σ ι ­α ­λ ι ­σ τ α ὶ νέ­ου εἴ­δους || ἀ­ξι­οῦν­τες δι­καί­ω­μα πρὸς ἐρ­γα­σί­αν οὐ­χί || ἀλ­λὰ πρὸς θέ­σεις δη­μο­σί­ας || πρὸς μι­σθούς || καὶ πρὸς ἁρ­πα­γάς || Καὶ τού­του ἕ­νε­κα || ἡ πο­λι­τεί­α με­τε­βλή­θη εἰς χρη­μα­τι­στή­ριον εὐ­ρύ || ὡς ἐ­πὶ τῶν λαυ­ρε­ω­τι­κῶν ἡ ὁ­δὸς τοῦ Αἰ­ό­λου || Πα­σί­γνω­στα πράγ­μα­τα κύ­ρι­ε Ση­μί­τη || κυ­ρὰ Να­τα­λί­α τὸ γέ­νος Δρα­γού­μη || Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἡ Με­γά­λη Μέ­ρα ξη­μέ­ρω­νε || Ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη βο­ή­θα μας φω­νά­ξα­νε ὅ­λα τὰ κό­λια μα­ζί || Στὴν ἐ­ξέ­δρα πι­ά­σα­νε θέ­ση ὅ­πως πάν­τα ὁ Πού­τιν ὁ Κά­ρο­λος || κι ὁ Μα­κρὸν ὁ μα­κρὰν Μι­κρο­μέ­γαλ­λος || Οἱ Προ­στά­τι­δες ὅ­λες προ­στά­τη μου || Θά ‘ναι κι ἡ Γιά­ννα ἐ­κεῖ μὲ Κυ­ριά­κο μὲ Βε­ρέ­μη τὸν ἄ­νε­το || καὶ τὰ Ρα­φὰλ ἀ­πὸ πά­νω ἀρ­χάγ­γε­λοι ν’ ἁ­πλώ­νουν φτε­ροῦ­γες || Μπρο­στὰ θὰ κυ­λά­ει τῶν σι­δε­ρέ­νι­ων ἁρ­μά­των τὸ σύ­βρον­το || Ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το σή­ριαλ ἡ Πα­τρὶς ἡ και­νούρ­για θὰ κυ­λά­ει ἀ­τσα­λά­κω­τη σὲ συ­νέ­χει­ες πάν­τα || συν­τριμ­μέ­νη κι αἱ­μάσ­σου­σα σοῦ φαι­νό­ταν ὡς χθές || δι­α­κε­κομ­μέ­νη συ­νου­σί­α || τὸ βρά­δυ ἀλ­γει­νὴ δυ­σου­ρί­α || ἀλ­λὰ ἔ­πα­σχες || ἀ­πὸ πα­τρι­δου­ρί­αν ἑλ­λα­δι­κὴν ἀ­κα­τά­σχε­τον || κι ἐ­σὺ κα­κο­μοί­ρη μου || καὶ δὲν τό ‘ξε­ρες ||



Ἀν­τι­δε­ον­το­λο­γι­κὴ δι­α­σα­φή­νι­σις: Στὴ σύν­τα­ξη τοῦ πα­ρόν­τος ἂς-τὸ-ποῦ­με-ποι­ή­μα­τος συ­νει­σέ­φε­ραν μὲ τοὺς γρα­πτοὺς λο­γι­σμοὺς/πα­ρα­λο­γι­σμούς τους οἱ ἑ­ξῆς κα­τὰ σει­ρὰν ἐμ­φα­νί­σε­ως, τοὺς ὁ­ποί­ους καὶ εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­πὸ τὴν θέ­σιν αὐ­τήν: Στα­γει­ρί­της, Νί­κος Σβο­ρῶ­νος, Φί­λιπ­πος Ἠ­λιοῦ, Γι­ῶρ­γος Βε­λου­δῆς, Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος, Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Λιά­κος, Μπερ­γα­δῆς, Γιάν­νης Βλα­χο­γιά­ννης, Ἄ­κης Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δι­α­μάν­της, Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Γε­ώρ­γιος Τερ­τσέ­της, Νι­κό­λα­ος Δρα­γού­μης, Πε­ρι­κλῆς Γι­αν­νό­που­λος.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Τὸ κοι­νὸν τῶν ὡ­ραί­ων τε­χνῶν, ἀρ.11, Μάρ­τιος 2021 [ἐ­δῶ βελ­τι­ω­μένο].

Εἰ­κό­να: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, PostModern Hellas 2021. Ψη­φια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α φω­το­γρα­φί­ας τυ­πω­μέ­νη σὲ μου­σα­μᾶ, 21Χ18ἑκ. Συμ­με­το­χὴ στὴν Ἐ­πε­τεια­κὴ Ἔκ­θε­ση «1821, Ὀ­πτι­κὴ μιᾶς Ἐ­πα­νά­στα­σης» τῆς Ψη­φια­κῆς Πλατ­φόρ­μας Τέ­χνης «gr collectors».

Εἰ­κό­να λή­ξε­ως ἑ­ο­ρτα­σμῶν: Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαία στὸ πάρ­κο Φλοί­σβου Πα­λαι­οῦ Φα­λή­ρου στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2020. Φω­το­γρα­φία: Γιάν­νης Πα­τί­λης.



		

	

Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου: Τὸ σπίτι


Ἀ­δα­μαν­τι­νή Κα­βαλ­λι­ε­ρά­του


Σπί­τι


ΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΕΣ, ἡ για­γιὰ μα­γεί­ρευ­ε κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στά, ἐ­νῶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, μᾶς ἔ­φτια­χνε ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ, ποὺ δυ­νά­μω­νε, ἔ­λε­γε, τὴν καρ­διά, ὥ­σπου στὰ δε­κα­τρί­α μου, ἀ­νέ­βα­σα πί­ε­ση. Ἐ­κεί­νη τὸ ἀ­πέ­δω­σε στὸ ὅ­τι τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ παπ­ποὺς ἀ­πὸ καρ­κί­νο στὸ πάγ­κρε­ας, πα­ρό­λα αὐ­τὰ δέ­χτη­κε νὰ μοῦ τὸ ‘κό­ψει, ἂν καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ μοῦ δί­νει γου­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι λί­γο και­ρὸ ἀ­κό­μα, γιὰ νὰ μὴν πά­θω στε­ρη­τι­κά. Με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ παπ­ποῦ, εἴ­χα­με πέν­θος καὶ γιὰ μῆ­νες ζού­σα­με μὲ μι­σό­κλει­στα παν­τζού­ρια, ἐ­νῶ οἱ κα­θρέ­φτες ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ κι ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν στὴν κά­μα­ρά μας τὰ βρά­δια καὶ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν σκᾶ­με, για­τί ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν γέ­ρος κι ἄλ­λω­στε ἤ­μα­σταν τυ­χε­ροὶ ποὺ εἴ­χα­με τοὺς γο­νεῖς μᾶς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ δί­πλα.

      Ὅ­ταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο, μά­θα­με ὅ­τι ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὴ Βουλ­γα­ρί­α ποὺ φρόν­τι­ζε τὸν παπ­ποὺ στὰ τε­λευ­ταῖ­α του κι ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γαν νὰ ζή­σουν στὸν τό­πο της, ἡ για­γιὰ μᾶς ἐ­ξή­γη­σε πὼς αὐ­τὸ κά­νουν οἱ ἄν­τρες, ρί­χνουν τὸν σπό­ρο τους κι ἔ­πει­τα μὴν τοὺς εἴ­δα­τε, κι ἄλ­λω­στε ἔ­τσι ἦ­ταν ἡ φύ­ση: τὰ παι­διὰ εἶ­ναι τῆς μά­νας. Ἐ­μεῖς ὅ­μως οὔ­τε τῆς μά­νας ἤ­μα­σταν, για­τί λί­γους μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ δι­κή μας γνώ­ρι­σε τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη ποὺ ἦ­ταν ὑ­πάλ­λη­λος στὴν τρά­πε­ζα καὶ πῆ­γε νὰ ζή­σει μα­ζί του σὲ ἕ­να ρε­τι­ρὲ στὸ Παγ­κρά­τι χω­ρὶς ἐ­μᾶς. Ἀ­πὸ τό­τε ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν κά­θε βρά­δυ στὸ δω­μά­τιό μας καὶ προ­σευ­χό­μα­σταν πα­ρέ­α νὰ τὴ συγ­χω­ρή­σει ὁ Θε­ὸς ποὺ ἀ­νάγ­κα­σε τοὺς γο­νεῖς μας νὰ παν­τρευ­τοῦν στὰ δε­κα­ε­φτὰ για­τί ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος σὲ μέ­να καὶ νὰ τὴν ἔ­χει κα­λά, για­τί ἂν πά­θαι­νε κά­τι, ἐ­μεῖς θὰ κα­τα­λή­γα­με σὲ ἵ­δρυ­μα.

     Συ­νε­χί­σα­με νὰ τρῶ­με τὶς Κυ­ρια­κὲς κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στὰ ὥ­σπου τὰ σι­χά­θη­κα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πα κου­βέν­τα, για­τί ἡ μι­κρὴ δὲν ἔ­βα­ζε τί­πο­τα ἄλ­λο στὸ στό­μα της ὅ­λη τὴ βδο­μά­δα κι ἔ­τσι γιὰ και­ρὸ δὲν ἄλ­λα­ξαν πολ­λά, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις καὶ βρῆ­καν τὰ λευ­κά της κα­τε­βα­σμέ­να.

     Τό­τε μᾶς πῆ­ρε καὶ πή­γα­με στὸν συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο νὰ μᾶς γρά­ψει τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α καὶ νὰ μᾶς ἀ­φή­σει ὅ­λα της τὰ λε­φτά, ἐ­νῶ στὴ μα­μὰ ἄ­φη­σε τὰ ἔ­πι­πλα ποὺ ἦ­ταν ἀν­τί­κες καὶ λί­γα κο­σμή­μα­τα γιὰ νὰ μὴν θυ­μώ­σει μα­ζί μας καὶ μᾶς κό­ψει τὴν κα­λη­μέ­ρα.

     Τέ­λος μ’ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ μοῦ ‘μα­θε νὰ φτιά­χνω κοκ­κι­νι­στὸ καὶ γε­μι­στὰ καὶ μὲ ἔ­βα­λε νὰ πά­ρω ὅρ­κο ὅ­τι θὰ τὰ φτιά­χνω στὴ μι­κρὴ γιὰ ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας. Ὅ­ταν πιὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, μα­γεί­ρευ­α ἐ­γὼ κι ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει οὔ­τε κου­τά­λι, τὴν τά­ι­ζα ὥ­σπου λί­γες βδο­μά­δες ἀ­φό­του ἔ­κλει­σα τὰ δε­κα­ο­χτώ, πέ­θα­νε στὸν ὕ­πνο της μιὰ νύ­χτα.

     Ἡ μα­μὰ ἦρ­θε τό­τε νὰ μεί­νει λί­γο και­ρὸ μα­ζί μας κι ὅ­σο ἦ­ταν ἐ­κεῖ, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τα κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε μὲ ὅ­λα, ἔ­στει­λε με­τα­φο­ρι­κὴ νὰ πά­ρει τὰ ἔ­πι­πλα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ κρε­βά­τια μας γιὰ νὰ ἔ­χου­με κά­που νὰ κοι­μό­μα­στε καὶ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας για­τί δὲν ἦ­ταν ἀν­τί­κα. Ἀ­πὸ τό­τε τρι­γυ­ρί­ζα­με στὰ ἄ­δεια δω­μά­τια, κοι­τά­ζα­με τὰ ση­μά­δια στοὺς τοί­χους καὶ τὰ σα­νί­δια, κι ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν πῶς ἔ­γι­νε κι ὅ­λοι ἔ­φυ­γαν κι ἔ­δι­να ὅρ­κο ὅ­τι τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ τὴν ἐγ­κα­τέ­λει­πα. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ξε­θύ­μω­σα μὲ τὴ για­γιὰ ποὺ πῆ­γε καὶ πέ­θα­νε, ἔ­κλα­ψα ποὺ δὲν θὰ τὴν ξα­νά­βλε­πα καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι μὲ ἕ­να βά­ψι­μο κι ἕ­να γυ­ά­λι­σμα ὅ­λα θὰ ἔ­σβη­ναν, για­τί ἕ­να σπί­τι ἦ­ταν μο­νά­χα, ἐ­νῶ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­γι­ναν μέ­σα του – θέ­λα­με δὲν θέ­λα­με – θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἐ­μέ­να καὶ τὴ μι­κρὴ ὅ­που κι ἂν βρι­σκό­μα­σταν.

     Τὴν προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κὴ ποὺ κά­να­με τὰ σα­ράν­τα, ἔ­φτια­ξα κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια κι ἦρ­θε ἡ μα­μὰ μὲ τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη, φά­γα­με πα­ρέ­α, εἴ­πα­με δυ­ὸ λό­για γιὰ τὴ για­γιὰ κι ἔ­πει­τα μᾶς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, ποὺ ἦ­ταν Τε­τάρ­τη, φώ­να­ξα τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι δὲν θὰ φτι­ά­χνα­με γε­μι­στά, για­τί τὸ με­ση­μέ­ρι θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ τὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ ὅ­τι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­νε μα­ζὶ μὲ τὸν μπαμ­πὰ γιὰ λί­γα χρό­νια ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ ἔ­βλε­πα τί θὰ ἔ­κα­να. Τό­τε, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν ἤ­θε­λε νὰ φύ­γω ἀ­πὸ κον­τά της ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ ἀ­φή­σει τὸ σπί­τι μας, κι ἐ­γὼ τὴν πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τῆς ἀ­πάν­τη­σα ὅ­τι σπί­τι ἤ­μα­στε ἐ­μεῖς, ἐ­γὼ κι ἐ­σὺ τῆς εἶ­πα ἤ­μα­στε σπί­τι κι ἔ­πει­τα ἐ­πί­α­σα τὸ χέ­ρι της, τὸ ἀ­κούμ­πη­σα στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς μου κι ὕ­στε­ρα στὴ δι­κή της καρ­διὰ καὶ τῆς εἶ­πα ἐ­δῶ εἶ­ναι σπί­τι κι ἔ­πει­τα βγή­κα­με ἔ­ξω, κι ἀ­φοῦ τῆς εἶ­πα νὰ ρί­ξει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πρὸς τὰ μέ­σα, τὴν ἔ­βα­λα νὰ κλεί­σει πί­σω της τὴν πόρ­τα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου (Ἀθήνα, 1979). Διηγήματά της ἔχουν δια­κρι­θεῖ σὲ λογοτεχνικοὺς διαγωνισμοὺς, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ συλλο­γὲς κι ἔχουν δημοσιευτεῖ στὸ διαδίκτυο.


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#16]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α


Blyde River Canyon εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πρά­σι­νο φα­ράγ­γι τῆς γῆς, μὲ πλού­σια ὑ­πο­τρο­πι­κὴ βλά­στη­ση, στὴν πε­ρι­ο­χὴ Mpumalanga, στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή. «Bly­de» ση­μαί­νει εὐ­τυ­χὴς στὰ πα­λαι­ό­τε­ρα ὀλ­λαν­δι­κά, ὀ­νο­μα­σί­α ποὺ τοῦ ἀ­πο­δό­θη­κε τὸ 1844 ἀ­πὸ τὸν ὀλ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς Hen­drik Pot­gie­ter καὶ ἄλ­λους ἐ­ξε­ρευ­νη­τές. Σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φές του ὑ­πάρ­χει ἕ­να ση­μεῖ­ο γνω­στὸ ὡς «τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ Θε­οῦ» (God’s win­dow). Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὴ θέα τοῦ ἐ­θνι­κοῦ πάρ­κου Kru­ger, τὴν ὁ­ρο­σει­ρὰ Le­bom­bo στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὴ Μο­ζαμ­βί­κη, ἐ­νῶ θε­ω­ρεῖ­ται κι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰ­δα­νι­κό­τε­ρα ση­μεῖ­α γιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση καὶ με­λέ­τη πτη­νῶν στὴ χώ­ρα.

Ὁ θεῖ­ος μου ὁ Τζί­μι στέ­κε­ται στὸ ὑ­γρό του δι­α­μέ­ρι­σμα, αὐ­τὸ μὲ τὶς βρώ­μι­κες βε­λό­νες καὶ σύ­ριγ­γες ἂν καὶ τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ξάρ­τια καὶ ὄ­χι σύ­ριγ­γες, καὶ ἡ με­θα­δό­νη ἀ­νά­θε­μα καὶ ἂν ἔ­χει κά­νει τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν καὶ δὲν ἔ­χει χρή­μα­τα γιὰ τὴ δό­ση του, ἔ­τσι σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ μέ­ρα ποὺ θὰ πε­θά­νει.

       Ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι θὰ πά­ει στὴ συ­νέν­τευ­ξη στὸ ἐρ­γο­στά­σιο μπου­ζὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα, ντυ­μέ­νος μὲ τὸ κο­στού­μι ποὺ τοῦ ἀ­γό­ρα­σε ὁ πα­τέ­ρας του —ὁ παπ­ποῦς μου—, ἀλ­λὰ δὲ θὰ πε­ρά­σει τὴν ἐ­ξέ­τα­ση οὔ­ρων, καὶ ἔ­χει ἁ­πλῶς ἀ­παυ­δή­σει μὲ ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ θεῖ­ος Τζί­μι ἱ­δρώ­νει καὶ τρέ­μει, μο­νο­λο­γεῖ ὅ­τι φταί­ει ἡ στέ­ρη­ση ἀ­πὸ τὴ δό­ση του καὶ Χρι­στέ μου αὐ­τὴ ἡ ζέ­στη, για­τί εἶ­ναι Σε­πτέμ­βριος στὸ Το­λέ­δο καὶ εἶ­ναι ἄ­θλια, καὶ πιά­νει τὸ μά­τι του τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ κα­λώ­διο πά­νω στὸ χα­λα­σμέ­νο ψυ­γεῖ­ο καὶ τὴν πε­τα­μέ­νη ζώ­νη στὸ πά­τω­μα ἡ ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τεῖ τὸ παν­τε­λό­νι του, ἀλ­λὰ δὲν τὸ κά­νει καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει ποι­ό θὰ εἶ­ναι τὸ πιὸ γε­ρό, τὸ κα­λύ­τε­ρο νὰ ἀν­τέ­ξει τὸ βά­ρος του γιὰ νὰ κρε­μα­στεῖ ἀ­πὸ τὶς σω­λῆ­νες στὸ ὑ­πό­γει­ο αὐ­τοῦ τοῦ σκα­το­κτι­ρί­ου.

       Καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ εἶ­ναι ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται τὸ που­λί.

       Ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ εἶ­μαι ξε­κά­θα­ρη: αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κα­νέ­να με­λίρ­ρυ­το, μὲ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ φτέ­ρω­μα κε­λα­η­δο­πού­λι, οὔ­τε κα­νέ­να κο­τσύ­φι μὲ κο­φτε­ρὸ βλέμ­μα, οὔ­τε κα­νέ­να χνου­δω­τὸ πα­πά­κι βγαλ­μέ­νο ἀ­πὸ πα­ρα­μύ­θι. Ὄ­χι. Εἶ­ναι ἕ­να κα­κά­σχη­μο που­λὶ μό­α, τό­σο γι­γάν­τιο ποὺ μό­λις ποὺ χω­ρά­ει στὸ δω­μά­τιο, καὶ δὲν ἔ­χει κὰν πού­που­λα, εἶ­ναι γε­μά­το τρί­χες, δὲν σᾶς κά­νω πλά­κα. Καὶ ἀ­κοῦ­στε κι αὐ­τό, δὲν ἔ­χει κὰν φτε­ρά. Ἀ­κρι­βῶς, ἕ­να που­λὶ χω­ρὶς φτε­ρά. Στρι­μώ­χνει τὸν πε­λώ­ριο ἑ­αυ­τό του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, για­τὶ βέ­βαι­α δὲν ὑ­πάρ­χει πλαί­σιο, καὶ μπου­κά­ρουν καὶ μπαι­νο­βγαί­νουν οἱ μύ­γες, ἑ­πο­μέ­νως για­τί ὄ­χι κι ἕ­να γα­μη­μέ­νο που­λί, ἕ­να τε­ρά­στιο ἀ­πε­χθὲς πράγ­μα ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει ὅ­λο τὸ χῶ­ρο; Ὁ θεῖ­ος Τζί­μι δὲν ἔ­χει ξα­να­δεῖ που­λὶ μό­α, ἀλ­λὰ οὔ­τε κι ἐ­σεῖς, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν κά­που ἑ­ξα­κό­σια χρό­νια πρίν. Καὶ ὁ θεῖ­ος μου αἰ­σθά­νε­ται μιὰ στε­νὴ συγ­γέ­νεια μὲ αὐ­τὸ τὸ που­λὶ ἐ­πει­δὴ τὰ πτη­νὰ μό­α ἔ­χουν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ γιὰ ἕ­ναν λό­γο: οἱ πρῶ­τοι ἄν­θρω­ποι ποὺ ἔ­φτα­σαν στὸ νη­σὶ τὰ κυ­νή­γη­σαν καὶ τὰ ἔ­φα­γαν. Μέ­χρι καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο.

       Ἔ­τσι ὁ θεῖ­ος Τζί­μι καὶ τὸ που­λὶ μό­α, καρ­φώ­νουν μὲ τὰ μά­τια ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, κι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κα­τά­στα­σης στὴν ὁ­ποί­α βρί­σκε­ται ὁ θεῖ­ος μου, δὲ σκέ­φτε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἔ­στω καὶ λί­γο πα­ρα­νο­ϊ­κὸ ὅ­ταν τὸ που­λὶ ἀ­νοί­γει τὸ ράμ­φος του καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ μι­λά­ει.

       «Θὰ χα­ρα­μί­σεις αὐ­τὸ τὸ και­νού­ριο κο­στού­μι σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­η­δί­α;» λέ­ει τὸ που­λί. Κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να τὸν θεῖ­ο μου ἀ­πὸ κά­τω του, τὸ μά­τι του στρογ­γυ­λὸ καὶ ὑ­γρὸ σὰν κουμ­πί.

       Καὶ ὁρ­κί­ζο­μαι στὸν Θε­ό, ὁ θεῖ­ος Τζί­μι βά­ζει τὰ γέ­λια. Γε­λά­ει! Για­τί τό’ ξε­ρε ὅ­τι ἐ­ὰν τὸ που­λὶ εἶ­χε πεῖ κα­μί­α ἄλ­λη χα­ζο­μά­ρα —εἶ­σαι μό­λις σα­ραν­τα­πέν­τε, τί θὰ ἀ­πο­γί­νει τὸ μι­κρὸ ξαν­θο­μάλ­λι­κο ἀ­γό­ρι σου, ἡ ἀ­δερ­φή σου θὰ πε­θά­νει κι αὐ­τὴ ἀ­πὸ ναρ­κω­τι­κὰ σὲ λί­γα χρό­νια, δὲ λυ­πᾶ­σαι κα­νέ­ναν;— ὁ θεῖ­ος Τζί­μι θὰ τὸ κλω­τσοῦ­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μό­νο γιὰ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τὸ δεῖ νὰ σκά­ει κά­τω.

       Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ που­λὶ μό­α, εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνο που­λί. Καὶ μι­λά­ει σὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ Ντι­τρό­ιτ. Καὶ ἐ­ξαι­τί­ας ὅ­λων αὐ­τῶν, σκά­ει τὸ γε­μά­το χα­μό­γε­λο μὲ τὰ ὡ­ραῖ­α δόν­τια τοῦ θεί­ου Τζί­μι καὶ αὐ­τὸ τὸ βα­θύ, νε­α­νι­κὸ γέ­λιο ἀ­να­βλύ­ζει καί…ἐν­τά­ξει. Πά­ει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ γέ­λα­σε, καὶ δι­ά­ο­λε, ὅ­λο αὐ­τὸ εἶ­ναι θε­ό­τρε­λο.

       Τὸ που­λὶ συ­νε­χί­ζει νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να, χα­μο­γε­λών­τας πο­νη­ρά, κι ἔ­πει­τα λέ­ει στὸν θεῖ­ο Τζί­μι: τσα­κί­σου καὶ βγὲς ἔ­ξω. Ὅ­ταν ὁ θεῖ­ος Τζί­μι δὲν κου­νι­έ­ται ρού­πι, τὸ που­λὶ σέρ­νει τὰ με­γά­λα του πό­δια μὲ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια πά­νω στὸν ξε­φλου­δι­σμέ­νο λι­νο­τά­πη­τα καὶ λέ­ει ἐν­νο­ῶ μπίζ­νες, ἀ­δερ­φέ. Καὶ ὁ θεῖ­ος μου ξα­να­βά­ζει τὰ γέ­λια —πό­σο λα­τρεύ­ω αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο! Ἡ ἐν­το­νό­τε­ρη ἀ­νά­μνη­σή μου ἀ­πὸ αὐ­τόν, τό­σο ἔν­το­νη ποὺ πο­νά­ει σὰν βε­λό­να ποὺ τρυ­πά­ει τὸ δέρ­μα— καὶ ἡ ξαν­θιά του τού­φα τραν­τά­ζε­ται ἀ­πὸ τὰ γέ­λια του. Φυ­σι­κὰ δὲν πρό­κει­ται νὰ πά­ει στὴ συ­νέν­τευ­ξη, ἐ­πει­δὴ τὸ που­λὶ μπο­ρεῖ νὰ μι­λά­ει ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι μα­γι­κό, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἐ­ξέ­τα­σης οὔ­ρων, ἀλ­λὰ ὁ θεῖ­ος Τζί­μι φεύ­γει. Βγαί­νει ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν σκου­πι­δό­το­πο, ἀ­φή­νον­τας πί­σω τα ξάρ­τια καὶ τὶς βε­λό­νες του καὶ τὴ ζώ­νη καὶ τὸ κα­λώ­διο τοῦ ψυ­γεί­ου καὶ ἴ­σως πά­ει σὲ κα­νέ­να κέν­τρο ἀ­πε­ξάρ­τη­σης ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ὄ­χι, ἀλ­λὰ ἔ, φεύ­γει. Ἐ­πει­δὴ σὲ κά­ποι­ον, σὲ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε, πρέ­πει νὰ πεῖ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κό­μα καὶ ἂν πο­τέ, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση, δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴν πι­στέ­ψουν.

            Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[1] τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Amy Col­lini μὲ τί­τλο «Στὴν ὁ­ποία φα­ντά­ζομαι ἕ­να δια­φορε­τι­κὸ τέλος γιὰ τὸν θεῖο Τζί­μι», μί­α ἀ­πὸ τὶς πε­νήν­τα κα­λύ­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τοῦ 2020 στὴ λί­στα τοῦ Wig­leaf, ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἀ­να­φο­ρᾶς στὸ εἶ­δος.


Micro­me­ria Acro­po­li­tana εἶ­ναι ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, ἐν­δη­μι­κὸ φυ­τὸ μὲ ρὸζ ἄν­θη, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐν­το­πί­ζε­ται μό­νο σὲ ἕ­να ση­μεῖ­ο στὸν κό­σμο: στὸν βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης. Κα­τα­γρά­φη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ 1906, ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, τὸ 1981 θε­ω­ρή­θη­κε προ­στα­τευ­ό­με­νο εἶ­δος κι ἐντο­πί­στηκε ξα­νὰ τὸ 2006. Σύμ­φω­να μὲ ἄρ­θρο τῆς Περι­βαλ­λοντι­κῆς Ἀρ­χαι­ολο­γίας, ἀν­θί­ζει ἀ­πὸ Μά­ϊ­ο ἕ­ως Ἰ­ού­νιο πά­νω σὲ πέ­τρες τει­χῶν καὶ σχι­σμὲς μὲ λί­γο χῶ­μα, καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἕ­να φυ­τὸ-μύ­θο».


Ἐ­πί­σης στὴν πα­ρα­πά­νω λί­στα τοῦ Wig­leaf πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[2] μὲ τί­τλο «Ὅ­λα φρι­κτὰ εἶ­ναι ἀλ­λά πρέ­πει νὰ δια­βά­σεις αὐ­τὴ τὴν ἱστο­ρία» τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Amber Sparks, κρι­τὴ τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας Best micro­fi­ction 2021. Ξε­κι­νά­ει ὡς ἑ­ξῆς: «Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ χρει­ά­ζε­σαι νὰ δι­α­βά­σεις αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α μί­ας μη­τέ­ρας καὶ μί­ας κό­ρης στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, δὲν ἀ­πο­χαι­ρε­τά­ει, δὲν πε­θαί­νει. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα μέ­νει. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ σοῦ εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα σου ὅ­ταν ἤ­σουν μι­κρή, αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ὁ Τει­ρε­σί­ας τυ­φλώ­θη­κε ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­ταν εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα του νὰ κά­νει μπά­νιο μὲ τὴν Ἀ­θη­νᾶ· ἀλ­λὰ ἡ θε­ὰ τὸν ἀ­πο­ζη­μί­ω­σε μὲ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ὁ­ρα­μα­τί­ζε­ται τὸ μέλ­λον. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα σου σοῦ ψι­θύ­ρι­σε, “θὰ ἔ­χου­με τέ­τοι­α μυ­στι­κὰ με­τα­ξὺ μας”, κι ἔ­νι­ω­σες ἀ­γά­πη ἀν­τὶ γιὰ τρό­μο. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α πε­ρη­φα­νευ­ό­σουν γιὰ τὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ σοῦ δι­η­γοῦν­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου. […] Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα ἔ­γι­νε κλα­σι­κὴ ἐ­πει­δὴ σα­γη­νεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὴ μυ­θο­λο­γί­α, καὶ ὄ­χι ἐ­πει­δὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Φι­λο­μή­λας[3] ἀν­τη­χοῦ­σε τό­σο βα­θιὰ μέ­σα της. […] Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α […] ὅ­ταν ρώ­τη­σες τὸ ἀ­γό­ρι σου “Μὲ θε­ω­ρεῖς ἀλ­λό­κο­τη”, ἀν­τὶ τοῦ γέ­λιου του καὶ τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς ἀ­πάν­τη­σής του […] ἀ­παν­τᾶ ναί· σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α εἶ­πε “ναί, ναὶ εἶ­σαι ἀλ­λό­κο­τη” καὶ ἡ φλό­γα φούν­τω­σε μέ­χρι ἐ­πά­νω κι ἔ­κα­ψε τὴν προ­η­γού­με­νη ζω­ή σου ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ξε­κά­θα­ρα καὶ σὲ ἀ­να­γέν­νη­σε, ἀ­πα­στρά­πτου­σα, μὲ φτε­ρὰ φοί­νι­κα.» Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ὅ­ταν με­τὰ τὸ χω­ρι­σμὸ τῶν γο­νι­ῶν της ἡ κό­ρη ρω­τά­ει τὴ μη­τέ­ρα της τί σκέ­φτε­ται «ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­παν­τά­ει “νὰ πε­θά­νω”, ἀλ­λὰ “νὰ πε­τά­ξω”, καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρία σοῦ εἶ­πε πῶς δου­λεύ­ουν τὰ φτε­ρά. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ὁ Ἴ­κα­ρος κόλ­λη­σε τὰ φτε­ρά του μὲ κά­τι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ κε­ρὶ καὶ πέ­τα­ξε στὴν καρ­διὰ τοῦ ἥ­λιου μέ­χρι ποὺ τὸν τρά­βη­ξε ὁ Ἀ­πόλ­λω­νας καὶ τὸν ἐ­πι­βρά­βευ­σε. Ἐ­δῶ, ὁ Ἀ­πόλ­λω­νας εἶ­ναι ὁ κα­λὸς πα­τέ­ρας ποὺ ὁ Ἴ­κα­ρος δὲν εἶ­χε πο­τέ. […] Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὸ σχοι­νὶ εἶ­ναι γιὰ ἀ­ναρ­ρί­χη­ση, ὄ­χι γιὰ πτώ­ση. […] Δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει θλί­ψη σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες χρει­ά­ζον­ται συγ­κρού­σεις, καὶ τὸ κλά­μα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ὀ­νει­ρῶ­δες. Ἀλ­λὰ ἡ θλί­ψη, σὰν τὰ κα­ρά­βια, πρέ­πει νὰ στρί­βει καὶ αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α δὲν προ­κύ­πτει ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη γιὰ κά­θαρ­ση. […] Δὲν ὑ­πάρ­χουν κρε­μα­σμέ­να σώ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­νε­μι­στῆ­ρες στὰ τα­βά­νια. […]». Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α δω­ρο­δο­κεῖς ὅ­πο­τε θέ­λεις τὸν Κέρ­βε­ρο μὲ ἀ­χνι­στὸ ψω­μὶ ἀ­λειμ­μέ­νο μὲ μέ­λι, ἐ­πα­να­φέ­ρεις τὴ μη­τέ­ρα σου συ­χνὰ ἀ­πὸ τὸν Ἅ­δη, ὅ­λοι εἶ­ναι ἀ­σφα­λεῖς, τὰ παι­διὰ εἶ­ναι εὐ­πρόσ­δε­κτα, οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ δέ­χον­ται ἐ­πί­θε­ση ἀ­να­πτύσ­σουν ἄ­μυ­νες καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει χω­ρέ­σει τὸ σύμ­παν. «Εἶ­ναι μιὰ ξε­πε­ρα­σμέ­νη ἱ­στο­ρί­α: ἡ κα­λο­σύ­νη ρέ­ει μέ­σα της σὰν τεμ­πέ­λι­κο πο­τά­μι, τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­σχί­ζει κά­θε χα­ρα­κτή­ρας.» Τέ­λος, «Δὲν ὑ­πάρ­χουν ὅ­πλα σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ἴ­σως ὑ­πάρ­χουν ξυ­ρά­φια, ναί, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ χρει­ά­ζε­σαι γιὰ νὰ κό­ψεις τὰ δυ­σά­ρε­στα μέ­ρη καὶ νὰ ἀ­φή­σεις τὰ κα­λά, ἐ­κεῖ­να ποὺ θὰ σώ­σουν τὴ ζω­ή σου».

       «Ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε ἕ­νας πυ­ρή­νας ἀ­λή­θειας στὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ περ­νοῦν ἀ­πὸ γε­νιὰ σὲ γε­νιά», ἰσχυ­ρί­ζεται ὁ ἀρχαι­ο­λό­γος Jack Da­vis ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Cincinnati στὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Archaeology σὲ ἄρ­θρο τοῦ 2019 γιὰ τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις τῶν ἀ­να­σκα­φῶν κον­τὰ στὸ μυ­κη­να­ϊ­κὸ ἀ­νά­κτο­ρο τοῦ Νέ­στο­ρος, στὴν πε­ρι­ο­χὴ Πυ­λί­α τῆς Μεσ­ση­νί­ας. Ἐ­κεῖ, μα­ζὶ μὲ τὴν Sha­ron Sto­cker καὶ δι­ε­θνῆ ὁ­μά­δα ἀρ­χαι­ο­λό­γων ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2015 τὸν ἀ­σύ­λη­το καὶ πλού­σια κτε­ρι­σμέ­νο λακ­κο­ει­δῆ τά­φο νε­α­ροῦ ἄν­δρα, τοῦ ἀ­πο­κα­λού­με­νου Γρύ­πα Πο­λε­μι­στῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρο­νο­λο­γεῖ­ται πε­ρί­που στὸ 1500 π.Χ. (Ὑ­στε­ρο­ελ­λα­δι­κὴ ΙΙ πε­ρί­ο­δος). Σύμ­φω­να μὲ τὶς σχε­τι­κὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Ἀ­θλη­τι­σμοῦ, «ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐντυ­πω­σια­κή περί­πτω­ση ἐ­πί­δει­ξης προ­ϊ­στο­ρι­κοῦ πλού­του σὲ τα­φι­κὰ μνη­μεῖ­α τῆς Ἠ­πει­ρω­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας, ποὺ ἔ­χει ἔρ­θει στὸ φῶς τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἑ­ξῆν­τα πέν­τε χρό­νια». Μά­λι­στα «ἡ ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἡ Πύ­λος, ὅ­πως καὶ οἱ Μυ­κῆ­νες στὴ ΒΑ Πε­λο­πόν­νη­σο, εἶ­χε ἔν­το­να ἐ­πη­ρε­α­στεῖ ἀ­πὸ τὴ μι­νω­ϊ­κὴ τέ­χνη γύ­ρω στὸ 1500 π.Χ.» καὶ ἡ σχέ­ση τους ἐπανε­ξετά­ζεται. Ἀ­νά­με­σα στὰ εὐ­ρή­μα­τα ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐν­τυ­πω­σια­κὸς εἶ­ναι ἕ­νας σφρα­γιδό­λι­θος πε­ρί­που 3,5 ἑκα­το­στῶν, οἱ λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ ὁ­ποί­ου δὲν εἶ­ναι εὐ­δι­ά­κρι­τες μὲ γυ­μνὸ μά­τι, ὅ­πως οἱ φλέ­βες στὰ σώ­μα­τα τῶν πο­λε­μι­στῶν. Ἡ ταυ­τό­τη­τα τοῦ καλ­λι­τέ­χνη πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στη. Εἰ­κά­ζε­ται ὅ­τι ἦ­ταν κρη­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς, κα­θὼς δὲν ἔ­χουν βρε­θεῖ στοι­χεῖ­α γιὰ τε­χνί­τες τῆς ἠ­πει­ρω­τι­κῆς χώ­ρας ποὺ νὰ γνώ­ρι­ζαν αὐ­τὴ τὴν τε­χνο­τρο­πί­α. Ἀ­πει­κο­νί­ζει ἕ­ναν πο­λε­μι­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος μα­χαι­ρώ­νει ἕ­ναν ὁ­πλι­σμέ­νο ἐ­χθρό, ἐ­νῶ ἕ­νας ἄλ­λος πε­θαί­νει στὰ πό­δια του. Στὴν μι­κρο­σκο­πι­κή του πε­ρί­με­τρο ἐ­σω­κλεί­ει μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­γνω­στη ἱ­στο­ρί­α ἐ­δῶ καὶ τό­σους αἰ­ῶ­νες, ἡ ὁ­ποί­α μέ­νει νὰ ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Me­gan Pin­to μὲ τί­τλο From Mars, ἐ­πί­σης ἀ­πὸ τὴ λί­στα τοῦ Wig­leaf, δὲν δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ ἡ­ρω­ΐ­δα ἢ ἥ­ρω­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται, οὔ­τε σὲ ποι­ό ση­μεῖ­ο τοῦ Ἄ­ρη βρί­σκε­ται αὐ­τὴ/αὐ­τός. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρί­σκε­ται στὸ βό­ρει­ο ἠ­μι­σφαί­ριο, στὸν κρα­τή­ρα Jezero, ἐ­κεῖ ὅ­που προ­σε­δα­φί­στη­κε πρόσφα­τα το Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­νο ρομ­πὸτ ἐ­δά­φους Mars 2020 Perseverance γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἴ­χνη μι­κρο­βια­κῆς ζω­ῆς. Τὸ ση­μεῖ­ο βρί­σκε­ται κον­τὰ στὴν πε­ρι­ο­χὴ U­to­pia Pla­ni­tia, ὅ­που σύν­το­μα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ προ­σε­δα­φι­στεῖ καὶ ἡ πρώ­τη Κι­νε­ζι­κὴ δι­α­στη­μο­συ­σκευ­ή. Ἡ ἡ­ρω­ί­δα ἢ ὁ ἥ­ρω­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τῆς Pinto θὰ μπο­ροῦ­σε ὅ­μως νὰ εἶ­ναι καὶ στὸ νό­τιο ἡ­μι­σφαί­ριο, στὴν κα­τὰ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη πε­διά­δα ἀ­πὸ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο κρά­τος μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α Ἑλ­λάς, ἡ ὁ­ποί­α θε­ω­ρεῖ­ται ὡς σή­με­ρα ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους κρα­τῆ­ρες στοὺς πλα­νῆ­τες τοῦ ἡ­λια­κοῦ μας συ­στή­μα­τος καὶ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δο­μὴ ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε πρὶν 4,1-3,8 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια ἀ­πὸ πρό­σκρου­ση ἄλ­λου σώ­μα­τος στὸν Ἄ­ρη. Τὸ θέ­μα τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη ἀ­γά­πη καὶ τὸ κε­νὸ ποὺ ἀ­φή­νει, οἱ ρή­ξεις στὶς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις καὶ ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου ὄν­τος, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χει δι­α­τη­ρή­σει μέ­χρι τώ­ρα στὴν ἱ­στο­ρί­α του καὶ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ τι­θα­σεύ­σει, ἀ­κό­μα καὶ στὰ δι­α­πλα­νη­τι­κά του τα­ξί­δια. Ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἢ ὁ ἥ­ρω­ας τῆς Pinto, ὅ­μως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς δι­η­γοῦν­ταν τὴν ἱ­στο­ρί­α της/του ἀ­πὸ τὸν Ό­λυμ­πο· ἀ­πὸ τὸ ἀ­νε­νερ­γὸ ἡ­φαί­στει­ο κον­τὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ ψη­λό­τε­ρο γνω­στὸ βου­νὸ στὸ ἡ­λια­κό μας σύ­στη­μα, μὲ τρι­πλά­σιο ὑ­ψό­με­τρο ἀ­πὸ τὸ Ἔ­βε­ρε­στ. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως νὰ δεῖ κα­λύ­τε­ρα τὴ Γῆ, πού, ὅ­πως λέ­ει, εἶ­ναι μι­κρο­σκο­πι­κὴ σὲ μιὰ ἄ­κρη τοῦ σύμ­παν­τος καὶ «μοιά­ζει μὲ ὄ­μορ­φο βῶ­λο[4]». Εἰ­κό­να ποὺ θυ­μί­ζει τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ φω­το­γρα­φί­α τῆς Γῆς ποὺ τρά­βη­ξε τὸ Voyager 1 στὶς 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1990 ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, τὴ γνω­στὴ ὡς Pa­le blue dot (Χλω­μή, μπλὲ κουκ­κί­δα), ποὺ ἀλ­λά­ζει τὴν ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κή μας ἀν­τί­λη­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἡ Ἀγ­γλί­δα Hol­ly Howitt–Dring στὴ δι­α­τρι­βή[5] της μὲ θέ­μα τὴ νου­βέ­λα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, στοι­χει­ο­θε­τεῖ τὴ βα­σι­κὴ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α της γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ὑ­πό­θε­ση ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­νε­ώ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ, οὔ­τε χρει­ά­ζε­ται νὰ ὁ­ρι­στεῖ. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν εἰ­δο­λο­γι­κὴ κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση καὶ ὅ­σο τὸ κα­τα­φέρ­νει, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀμ­φί­δρο­μες καὶ ὑ­βρι­δι­κὲς σχέ­σεις ποὺ ἀ­να­πτύσ­σει μὲ ἄλ­λα τα­ξι­νο­μη­μέ­να εἴ­δη, τό­σο θὰ δι­α­τη­ρεῖ τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κό της ρό­λο. Ἡ Howitt πα­ρου­σιά­ζει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να γιὰ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­σει τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς φόρ­μας καὶ τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή της ἱ­κα­νό­τη­τα, ὅ­πως ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[6] τοῦ Οὐα­λοῦ Ri­chard Gwyn, μὲ τί­τλο «Σπαρ­τιά­τες»:

            Στὴν πό­λη τῆς Σπάρ­της ἡ δι­α­βί­ω­ση ἦ­ταν δύ­σκο­λη. Πα­ρα­τη­μέ­νος στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου ὡς νε­ο­γέν­νη­το γιὰ μιὰ νύ­χτα, ἔ­μα­θες γρή­γο­ρα τὸ τί καὶ τὸ πῶς. Ἔ­πει­τα ἦρ­θαν μά­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν, τό­ποι νὰ κα­τα­κτή­σεις, λε­η­λα­σί­α καὶ ὑ­πο­δού­λω­ση νὰ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια κι ἕ­νας τά­φος πρὸς τι­μή σου. Καὶ δια­ρκῶς νὰ πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τε­ρεῖς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς δι­πρό­σω­πους Κο­ρίν­θιους καὶ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες Ἀ­θη­ναί­ους σὲ θα­να­τη­φό­ρες συγ­κρού­σεις καὶ στὸ νὰ μὴ μέ­νει οὔ­τε τρί­χα ἄ­θι­κτη. Λόγ­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­α­λι­στοῦν ἕ­ως ὅ­του ξε­πε­ρά­σουν σὲ λάμ­ψη τὶς ἀ­κτί­νες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, σπα­θιὰ νὰ ἀ­κο­νι­στοῦν μέ­χρι καὶ τὸ ἐ­λα­φρύ­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα νὰ ἔ­σχι­ζε στὰ δύ­ο τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο νεῦ­ρο. Ἐ­ὰν με­γά­λω­σες νι­ώ­θον­τας ἀ­δύ­να­μος μπρο­στά σε ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρα­γώ­γη­ση, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἀ­παί­τη­ση γιὰ αἷ­μα καὶ θά­να­το, καὶ λα­χτά­ρη­σες ἔ­στω μιὰ ἱκ­μά­δα μυ­στη­ρί­ου ἢ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἤ­σουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸν χλευα­σμὸ καὶ τὴν προ­σβο­λή. Τοὺς ἄ­κου­σα στὸ προ­αύ­λιο τοῦ σχο­λεί­ου, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους Σπαρ­τιά­τες πο­λε­μι­στές. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ βλα­σφη­μί­ες τους ἦ­ταν κα­θα­ρό­αι­μες, ἐ­νῶ τὸ δι­κό μου στό­μα ἦ­ταν γε­μά­το βώ­λους.

       Ἡ Howitt στὴ δι­α­τρι­βή της ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ κρι­τι­κοῦ Jerome Stern ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως πρῶ­τος ἀ­πο­κά­λε­σε τὸ 1996 αὐ­τὸ τὸ νέ­ο εἶ­δος, «εἶ­ναι βα­θιὰ ρι­ζω­μέ­νη στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χὴ καὶ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νι­ῶν». Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­σή του βρί­σκε­ται στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας Mi­cro Fi­ction: an an­tho­lo­gy of real­ly short sto­ries, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ, καὶ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ δι­ό­τι συ­σχε­τί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴν ἀ­φή­γη­ση per se, ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ προ­φα­νῆ εἴ­δη, ὅ­πως τὴ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὴν ποί­η­ση. Ὡς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­ναν ἀ­κό­μα λό­γο γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὀ­φεί­λου­με νὰ τὴν ἐ­ρευ­νοῦ­με καὶ νὰ τὴν πα­ρά­γου­με στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ἐ­κεῖ ὅ­που δὲν ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις καὶ τὸ κεί­με­νο πα­ρα­μέ­νει ἀ­φη­γη­μα­τι­κό: λέ­με τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πι­πλέ­ον, τὸ μι­κρὸ μέ­γε­θός της εἶ­ναι μιὰ ἀ­κό­μα ψευ­δαί­σθη­ση, ὅ­πως ἡ μι­μη­τι­κὴ ψευ­δαί­σθη­ση στὴν ὁ­ποί­α στο­χεύ­ει αἰ­ῶ­νες τώ­ρα ἡ ἀ­φή­γη­ση, προ­φο­ρι­κὴ ἢ γρα­πτή, κα­τὰ τὸν G. Genette[7]. Στὴν ἴ­δια εἰ­σα­γω­γὴ ὁ Stern ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ «μιὰ πρό­κλη­ση, ἕ­να πρό­βλη­μα στὴν ἀ­φή­γη­ση»[8], κομ­βι­κὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα, ὅ­πως ἔ­χω ἐ­πι­ση­μά­νει καὶ σὲ προ­η­γού­με­να δελ­τί­α. Ἂν ἰ­σχύ­ει τὸ πρῶ­το, δη­λα­δὴ τὸ ρί­ζω­μά της στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή, προ­φα­νῶς ἰ­σχύ­ει καὶ τὸ δεύ­τε­ρο: πῶς ὁ­ρί­ζε­ται ἡ ψυ­χή, ἢ ποι­ά ἡ σχέ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὴ συνεί­δη­ση; Ὁ­πό­τε ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι γιὰ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­σή της ἔ­χου­με μα­κρὺ δρό­μο νὰ δι­α­νύ­σου­με.

       Πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ μιᾶς ἀ­νε­πι­θύ­μη­της πρό­σκρου­σης στὸν τοῖ­χο τοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ καὶ γιὰ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἀ­πό­λαυ­σης σὲ αὐ­τὴ τὴν πο­ρεί­α, μπο­ροῦ­με νὰ κρα­τᾶ­με κά­ποι­α στοι­χεῖ­α προ­σα­να­το­λι­σμοῦ ποὺ ἔ­χω ἐ­πι­ση­μά­νει σὲ προ­η­γού­με­να δελ­τί­α, ὅ­πως καὶ τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Ri­chard Gwyn, στὸ ἱ­στο­λό­γιό του ἐ­ξαί­ρει τὰ δέ­κα ση­μεῖα ποὺ ἔ­χει ἐν­το­πί­σει ὁ Ἀρ­γεν­τι­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κρι­τι­κὸς An­drés Neu­man τὰ ὁ­ποῖ­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ὡς ἕ­να βαθ­μὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὅ­πως τὴν ἐν­νο­οῦ­με σή­με­ρα. Ἀ­πὸ αὐ­τά, τὸ πιὸ χρή­σι­μο, ὄ­χι τό­σο γιὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σή της ὅ­σο γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς συγ­γρα­φῆς καὶ ἀ­νά­γνω­σής της, θε­ω­ρῶ ὅ­τι εἶ­ναι ἡ δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Τὰ ρή­μα­τα πε­τοῦν, τὰ οὐ­σι­α­στι­κὰ τρέ­χουν, τὰ ἐ­πί­θε­τα κάμ­πτον­ται».


 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὶς ἱ­στο­ρί­ες Παρα­δεί­σια που­λιά, τῆς Mo­lia Dum­ble­ton καὶ Τὸ ψα­ρόνι τοῦ ὀνό­μα­τός της, τῆς Να­τα­λί­ας Θε­ο­δω­ρί­δου.


Τὴ συλ­λο­γὴ ἀ­φη­γή­σε­ων μὲ τί­τλο Βλαδι­βο­στόκ τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ.


Τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Short Cir­cuits: A­pho­risms, Frag­ments, and Li­te­rary A­no­ma­lies τῶν James Lough καὶ Alex Stein.


Τοὺς δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμοὺς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ δι­η­γή­μα­τος The Cam­bri­dge Pri­zes (προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς κει­μέ­νων στὴν ἀγ­γλι­κὴ ἕ­ως 14.5 καὶ 14.6.2021 ἀν­τί­στοι­χα).


Τοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς ἀ­στε­ρι­σμοὺς ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ὁ καλ­λι­τέ­χνης ψη­φια­κῶν δε­δο­μέ­νων Nick Rou­geux με­λε­τών­τας τὶς πρῶ­τες προ­τά­σεις κλα­σι­κῶν δι­η­γη­μά­των καὶ μυ­θι­στο­ρη­μά­των μὲ βά­ση τὰ μέ­ρη τοῦ λό­γου ποὺ κα­τα­γρά­φει (ρή­μα­τα, οὐ­σι­α­στι­κά, ἐ­πί­θε­τα, κ.τ.λ.)


Τὴν πρώ­τη ἀ­να­δρο­μι­κὴ ἔκ­θε­ση τῆς Ya­yoi Ku­sa­ma στὸ Gropius Bau στὸ Βε­ρο­λί­νο (23.4-1.8.2021).


To νέ­ο ἐγ­χεί­ρη­μα ἀ­πὸ τὴν Google Arts+Culture Ex­pe­ri­ence Kan­din­sky’s Art Through Si­mu­la­ted Sy­ne­sthe­sia, μέ­σω τοῦ ὁ­ποί­ου μπο­ροῦ­με νὰ βι­ώ­σου­με μέ­ρος τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τῆς τέ­χνης τοῦ Kandinsky, «νὰ ἀ­κού­σου­με τί μπο­ρεῖ νὰ ἄ­κου­γε» σὲ ἔρ­γα τοῦ ὅ­πως τὸ Κί­τρι­νο-Κόκ­κι­νο-Μπλέ, ἢ τὸν Μπλὲ οὐρα­νό.


[1] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[3] . Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ Φι­λο­μῆ­λα ἐ­δῶ.
[4] . Μετάφραση δική μου.
[5]. Howitt–Dring Hol­ly, Mea­ning and In­comple­teness, Car­diff Uni­ver­sity, 2008. Στο άρθρο της με τίτλο Ma­king mi­cro mea­nings: rea­ding and wri­ting micro­fi­ction στο περιοδικό Short fi­ction in the­ory and pra­ctice, τ. Ιανουαρίου 2011, συνοψίζει τους βασικούς άξονες της διατριβής της.
[6] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[7]. Genette G., Σχή­μα­τα ΙΙΙὉ λό­γος τῆς ἀ­φή­γη­σης: Δο­κί­μιο με­θο­δο­λο­γί­ας καὶ ἄλ­λα κεί­με­να, μτφ. Λυ­κού­δης Μπάμ­πης, ἐπ. Κα­ψω­μέ­νος Ἐ­ρα­το­σθέ­νης, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να 2007.
[8]. Stern Jerome (ed.), Mi­cro Fi­ction: An an­tho­lo­gy of real­ly short sto­ries, New York: W. W. Norton & Company, 1996.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#15: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις (21-01-2021)

Δελτίο#14: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού (21-09-2020)

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Πηγή φωτογραφίας: https://www.instagram.com/elculture/?hl=el



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς

[τοῦ Νικηταρᾶ]


ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του Νι­κό­λα καὶ τὰ πα­λη­κά­ρια τους πε­ρά­σαν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Δο­λια­νά, Μά­η τοῦ 1821, καὶ τρα­βού­σα­νε γιὰ τὸ Ἄρ­γος. Ὁ Νι­κό­λας εἶ­χε ζη­τή­σει ἀ­πὸ τοὺς χω­ριά­τες ἕ­να φόρ­τω­μα κρα­σί, μὰ δὲν τοῦ τὸ δώ­σα­νε, καὶ θύ­μω­σε πο­λύ.

       Ἐ­κεῖ ποὺ πη­γαί­να­νε τὸ δρό­μο τους, φτά­νουν ἀ­πὸ πί­σω κά­τι Δο­λι­α­νῖ­τες τρέ­χον­τας καὶ φω­νά­ζου­νε νὰ γύ­ρουν πί­σω.

       — Μιὰ κο­λώ­να Τοῦρ­κοι ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὰ Δο­λια­νά!

       — Πᾶ­με τὸ δρό­μο μας, εἶ­πε ὁ Νι­κό­λας, κι’ ἂς μὴν ἀ­φή­σουν ἀ­π’ αὐ­τοὺς οἱ Τοῦρ­κοι οὔ­τε ρου­θοῦ­νι!

       — Ἐ­γὼ γιὰ Περ­σιά­νους [Τούρ­κους] πά­ω στ’ Ἀ­νά­πλι γυ­ρεύ­ον­τας, κ’ ἐ­δῶ ποὺ τοὺς ηὗ­ρα θὰ τοὺς ἀ­φή­σω; Ὄ­χι, δὲν τὸ κά­νω! εἶ­πε ὁ Νι­κη­τα­ρᾶς.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φω­τά­κου Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, 1858, σ. 74.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 139 [Τίτλος: «265.— Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Νι­κη­­ταρᾶς. Λι­θο­γρα­φία σὲ χαρ­τί, 29Χ22,7 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).



		

	

Στάθης Κουτσούνης: Ἡ κούκλα


Στά­θης Κου­τσού­νης


Ἡ κού­κλα


στὴ Marie Faubert

ΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ’87 στὴ Σκό­πε­λο. Ὄ­μορ­φο νη­σί. Ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ὁ Τά­κης κι ἐ­γώ. Στή­σα­με τὴ σκη­νὴ σὲ μιὰ ἀ­πό­με­ρη πα­ρα­λί­α καὶ τὴν ἀ­ρά­ζα­με ἐ­κεῖ μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὕ­στε­ρα στὴν πό­λη, νὰ φᾶ­με κά­τι, νὰ βολ­τά­ρου­με καὶ κα­τό­πιν σὲ κά­να μπὰρ γιὰ πο­τό.

Τὸ πρῶ­το βρά­δυ, περ­πα­τών­τας στοὺς κεν­τρι­κοὺς δρό­μους, στα­μα­τή­σα­με μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ μὲ γυ­ναι­κεί­α ροῦ­χα. Στὴ βι­τρί­να δέ­σπο­ζε μιὰ κού­κλα πα­νέ­μορ­φη, σὰν ζων­τα­νὴ φαι­νό­ταν. Τῆς εἶ­χαν φο­ρέ­σει ἕ­να ὡ­ραῖ­ο μα­κρὺ φό­ρε­μα κι ἕ­να πέ­πλο στὸ κε­φά­λι ποὺ κά­λυ­πτε τὰ μά­τια της.

Χα­ζέ­ψα­με ἀ­συ­ναί­σθη­τα κι οἱ τρεῖς κάμ­πο­ση ὥ­ρα καὶ φύ­γα­με.

        — Ρὲ παι­διά, ὁ­λο­ζών­τα­νη αὐ­τὴ ἡ κού­κλα στὴ βι­τρί­να, τοὺς λέ­ω στὸ δρό­μο.

        — Ναι, ἀ­παν­τᾶ­νε πε­ρι­παι­χτι­κά, καὶ σὲ κοί­τα­ζε κι­ό­λας…

        Τὸ ἄλ­λο βρά­δυ, τοὺς πα­ρέ­συ­ρα καὶ βρε­θή­κα­με πά­λι μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να.

        — Τι ἔ­γι­νε, τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες τὴν κού­κλα; μὲ πεί­ρα­ξαν πά­λι.

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Ἔ­μει­νε ὅ­μως μέ­σα μου ἐ­κεῖ­νο τὸ ζω­η­ρὸ μει­δί­α­μά της, ἀλ­λὰ ποῦ νὰ τολ­μή­σω νὰ τὸ ξα­να­πῶ.

        Τὴν τρί­τη μέ­ρα ἦρ­θε ὁ καύ­σω­νας. Ἀ­κό­μη κι ἐ­δῶ χτύ­πα­γε σα­ραν­τά­ρια. Τὸ βρά­δυ, ὡ­στό­σο, πά­λι στὴν πό­λη. Βρί­σκω μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α, ξε­κό­βω ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους καὶ πά­ω ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Αὐ­τὴ ἐ­κεῖ. Στὴν ἴ­δια θέ­ση, ὄρ­θια, μὲ φρε­σκο­βαμ­μέ­να χεί­λη, πλά­ι σε μί­αν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        Μό­νος μου εἶ­χα τὴν ἄ­νε­ση νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρή­σω κα­λύ­τε­ρα. Μ’ ἔ­τρω­γε ἡ πε­ρι­έρ­γεια. Μιὰ κί­νη­ση μό­νο, μιὰ τό­ση δὰ κί­νη­ση στὰ χεί­λη, στὰ χέ­ρια, ὁ­που­δή­πο­τε, νὰ φύ­γει τὸ βά­ρος. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς κά­νω γκρι­μά­τσες, μπὰς καὶ τὴν πιά­σουν τὰ γέ­λια, τὴν ἐ­ξέ­τα­ζα ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, τὴν κα­τα­βρό­χθι­ζα μὲ τὰ μά­τια. Ἐ­κεί­νη ἀ­τά­ρα­χη, μὲ τὸ μει­δί­α­μα ὑ­πο­σχό­με­νο.

        Ὁ καύ­σω­νας στὸ φούλ, εἶ­χα γί­νει μού­σκε­μα, δὲν ξέ­ρω ἂν ἵ­δρω­να ἀ­π’ τὴ ζέ­στη ἢ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ βλέ­πω στα­γό­νες ἱ­δρώ­τα νὰ τρέ­χουν σι­γὰ σι­γὰ στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ κά­νουν αὐ­λά­κια στὸ μα­κι­γι­άζ. Τα­ρά­χτη­κα. Τὸ ’­ξε­ρα, φω­νά­ζω θρι­αμ­βι­κά, εἶ­ναι γυ­ναί­κα ἀ­λη­θι­νή, ζων­τα­νή! Καὶ τί ὄ­μορ­φη! Ἔ­τρε­ξα γρή­γο­ρα νὰ βρῶ τοὺς φί­λους μου.

        Τοὺς ἔ­φε­ρα τρέ­χον­τας, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα ριγ­μέ­νο τὸ φό­ρε­μα, ἄ­δει­ο.

        Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ οἱ φί­λοι μου μὲ δού­λε­ψαν γιὰ τὰ κα­λά. Δί­χτυ μὲ τύ­λι­γε ἡ λύ­πη. Θὰ τὴν ἔ­βλε­πα ἄ­ρα­γε πά­λι; Ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα καὶ βγῆ­κα ἀ­π’ τὴ σκη­νή, κά­θι­σα ἔ­ξω κα­τα­ϊ­δρω­μέ­νος, ἐ­νῶ μέ­σα οἱ ἄλ­λοι κοι­μοῦν­ταν, ἀ­ναί­σθη­τοι.

        Κά­ποι­α στιγ­μὴ πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἀ­πέ­ναν­τί μας, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση, κά­ποι­ος εἶ­χε στή­σει μιὰ σκη­νή.

        Σὲ λί­γο βγαί­νει ἀ­πὸ μέ­σα ἐ­κεί­νη, γυ­μνή. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της ἀ­νεί­πω­τη. Ἕ­νας ξαν­θὸς ἄγ­γε­λος, μὲ σῶ­μα φι­δί­σιο, σκέ­τη καλ­λο­νή. Τὰ στή­θη της ἕ­τοι­μα νὰ πε­τά­ξουν.

        Τὰ μά­τια μας δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν κι ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ γνώ­ρι­μο μει­δί­α­μα. Σά­στι­σα. Ὁ καύ­σω­νας μὲ μπέρ­δευ­ε. Ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα πρὸς τὸ μέ­ρος της.

        — Κα­λη­μέ­ρα, λέ­ω.

        — Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­παν­τά­ει μὲ σπα­στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Do you speak English, μὲ ρω­τά­ει στὴ συ­νέ­χεια.

        Ὁ ἥ­λιος ἔ­ξω εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ζε­μα­τά­ει καὶ σὲ λί­γο συρ­θή­κα­με στὴ σκη­νή της.

        Βγῆ­κα πρὸς τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἔ­λαμ­πα ὁ­λό­κλη­ρος. Οἱ φί­λοι μου κο­λυμ­ποῦ­σαν. Μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν μοῦ ἔ­κα­ναν νό­η­μα.

        — Ποῦ χά­θη­κες ὅ­λο το πρω­ί, μὲ ρω­τᾶ­νε. Πο­λὺ χα­ρού­με­νος εἶ­σαι. Ραν­τε­βοὺ μὲ τὴν κού­κλα σου εἶ­χες; Ἢ πῆ­γες νὰ τὴν πά­ρεις πά­λι μά­τι;

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Πε­ρί­με­να μό­νο νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή της, νὰ τοὺς τὴ δεί­ξω, νὰ τρε­λα­θοῦν. Κο­λυμ­πών­τας τρα­βή­ξα­με βα­θιὰ κι ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε. Ὅ­ταν βγή­κα­με τὴν ἔ­ψα­ξα ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὰ μά­τια. Που­θε­νά. Με­τὰ κοί­τα­ξα πρὸς τὴ σκη­νή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ ἡ σκη­νή. Μὲ κυ­ρί­ε­ψε θλί­ψη καὶ ἄγ­χος. Ἀ­νέ­πνε­α δύ­σκο­λα. Τὸ λι­ο­πύ­ρι στὸ ζε­νίθ. Ἔ­πε­σα κά­τω ξε­ρός. Ὤχ, λέ­νε ἀ­νή­συ­χοι οἱ φί­λοι μου, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ καύ­σω­νας.

        Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κα­λὰ ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ὁ καύ­σω­νας. Ἡ ὀ­μορ­φιά της, ἡ ὀ­μορ­φιά της μὲ ἐ­ξου­θέ­νω­σε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.