Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever): Ἡ συνάντηση


Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever)


Ἡ συ­νάν­τη­ση

(Reunion)


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα ἦ­ταν στὸ Grand Central Station. Πή­γαι­να ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς μου, στὸ Aridondacks, σὲ μιὰ ἀ­γροι­κί­α στὸ Cape ποὺ εἶ­χε νοι­κιά­σει ἡ μά­να μου, κι ἔ­γρα­ψα στὸν πα­τέ­ρα μου ὅ­τι θὰ βρι­σκό­μουν στὸ σταθ­μὸ τῶν τρέ­νων, στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, γιὰ μι­ά­μι­ση ὥ­ρα· τὸν ρω­τοῦ­σα ἂν θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ γευ­μα­τί­σου­με μα­ζί. Ἡ γραμ­μα­τέ­ας του μοῦ ἔ­γρα­ψε γιὰ νὰ μοῦ πεῖ ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ μὲ συ­ναν­τοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι στὸν γκι­σὲ τῶν πλη­ρο­φο­ρι­ῶν, καὶ ἀ­κρι­βῶς στὶς δώ­δε­κα τὸν εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος. Μοῦ ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­γνω­στος —ἡ μά­να μου τὸν εἶ­χε χω­ρί­σει ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια κι ἀ­πὸ τό­τε δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ— ἀλ­λὰ μό­λις τὸν εἶ­δα αἰ­σθάν­θη­κα ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας μου, σάρ­κα καὶ αἷ­μα μου, τὸ μέλ­λον καὶ ἡ κα­τα­δί­κη μου. Ἤ­ξε­ρα πὼς ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­να θὰ γι­νό­μουν κά­πως σὰν κι αὐ­τόν. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ κα­νο­νί­σω τὴν πο­ρεί­α μου ἔ­χον­τας ἐ­πί­γνω­ση τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Ἦ­ταν ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος, ὄ­μορ­φος ἄν­τρας κι ἤ­μουν τρο­με­ρὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ποὺ τὸν ξα­νά­βλε­πα. Μὲ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη κι ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι μου. «Γειά σου, Τσάρ­λι», εἶ­πε. «Γειά σου, ἀ­γό­ρι μου. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ω στὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω, ἀλ­λὰ εἶ­ναι στὴν ἑ­ξη­κο­στὴ λε­ω­φό­ρο, κι ἀ­φοῦ πρέ­πει νὰ φύ­γεις γρή­γο­ρα μὲ τὸ τρέ­νο νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­με νὰ φᾶ­με τί­πο­τα ἐ­δῶ κον­τά.» Πέ­ρα­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ δί­πλα μου καὶ ὀ­σμί­στη­κα τὸν πα­τέ­ρα μου μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ μά­να μου μυ­ρί­ζει ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἦ­ταν ἕ­να βα­ρὺ κρά­μα ἀ­πὸ οὐ­ί­σκι, κο­λό­νια ξυ­ρί­σμα­τος, βερ­νί­κι πα­που­τσι­ῶν, μαλ­λί, καὶ ταγ­κά­δα ὥ­ρι­μου ἀρ­σε­νι­κοῦ. Ἔλ­πι­ζα κά­ποι­ος νὰ μᾶς ἔ­βλε­πε μα­ζί. Μα­κά­ρι νὰ μᾶς ἔ­παιρ­ναν μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λα μί­αν ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ἤ­μα­σταν κά­πο­τε μα­ζί.

        Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ σταθ­μὸ καὶ πή­ρα­με ἕ­να σο­κά­κι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἦ­ταν νω­ρὶς ἀ­κό­μα καὶ τὸ μέ­ρος ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Ὁ μπάρ­μαν καυ­γά­δι­ζε μὲ τὸν ντε­λι­βε­ρά, κι ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο παλ­τὸ . Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου κά­λε­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ δυ­να­τὴ φω­νή. «Kellner!*», τοῦ φώ­να­ξε. «Carbon! Cameriere!* Ἐ­σύ!» Ἡ τρα­χύ­τη­τά του μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο ἑ­στι­α­τό­ριο ἔ­μοια­ζε ἐ­κτὸς τό­που. «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με ἐ­δῶ;», φώ­να­ξε. «Σβέλ­τα! Σβέλ­τα!» Ὕ­στε­ρα χτύ­πη­σε πα­λα­μά­κια. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν πρό­σε­ξε καὶ πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ- ἀρ­γὰ στὸ τρα­πέ­ζι μας.

       «Σὲ μέ­να χτυ­ποῦ­σες τὰ χέ­ρια σου;», ρώ­τη­σε.

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε, sommelier*», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἂν δὲν ζη­τά­ω πολ­λὰ ἀ­πὸ σέ­να —κι ἂν δὲν εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς ἁρ­μο­δι­ό­τη­τές σου— θὰ θέ­λα­με δυ­ὸ Beefeater Gibsons*.»

       «Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ μοῦ χτυ­πᾶ­νε πα­λα­μά­κια», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα φέ­ρει τὴ σφυ­ρί­χτρα μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἔ­χω μιὰ σφυ­ρί­χτρα ποὺ τὴν ἀ­κοῦ­νε μό­νο τὰ αὐ­τιὰ τῶν γέ­ρων σερ­βι­τό­ρων. Λοι­πόν, βγά­λε τὸ μπλο­κά­κι καὶ τὸ μο­λυ­βά­κι σου καὶ δὲς ἂν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις: δυ­ὸ Beefeater Gibsons. Ἐ­πα­νέ­λα­βε με­τὰ ἀ­πὸ μέ­να: δυ­ὸ Beefeater Gibsons.»

       «Νο­μί­ζω πὼς θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ», εἶ­πε ἥ­συ­χα ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Αὐ­τό», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἡ πιὸ λαμ­πρὴ πρό­τα­ση ποὺ ἄ­κου­σα πο­τέ. Ἔ­λα, Τσάρ­λι! Πᾶ­με νὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ δῶ».

       Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο κι ἀ­κο­λού­θη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου μέ­χρι ἕ­να ἄλ­λο ἑ­στι­α­τό­ριο. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν ἦ­ταν τό­σο τρα­χύς. Ἦρ­θαν τὰ πο­τά μας καὶ μὲ ἀ­νέ­κρι­νε γιὰ τὴ σε­ζὸν τοῦ μπέ­ιζ­μπολ. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ μα­χαί­ρι τὸ χεῖ­λος τοῦ ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ του κι ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Garson! Kellner! Cameriere! Ἐ­σύ! Θὰ σὲ πεί­ρα­ζε νὰ μᾶς φέ­ρεις δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια;»

       «Πό­σο χρο­νῶν εἶ­ναι τὸ ἀ­γό­ρι;», ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το!», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Για­τί δὲν κοι­τᾶς τὴ δου­λειά σου;»

       «Συ­γνώ­μη, κύ­ρι­ε», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. «Ἀλ­λὰ δὲν θὰ σερ­βί­ρω ἄλ­λο πο­τὸ στὸ ἀ­γό­ρι».

       «Λοι­πόν, σοῦ ἔ­χω ἕ­να νέ­ο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Σοῦ ἔ­χω ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον νέ­ο. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ τυ­χαί­νει νὰ μὴν εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Ἔ­χει ἀ­νοί­ξει ἄλ­λο ἕ­να στὴ γω­νί­α. Πᾶ­με, Τσάρ­λι.»

       Πλή­ρω­σε τὸ λο­γα­ρια­σμό, τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­να ἄλ­λο. Ἐ­δῶ οἱ σερ­βι­τό­ροι φο­ροῦ­σαν ρὸζ σα­κά­κια σὰν κυ­νη­γε­τι­κὰ μπου­φάν, καὶ πά­νω στοὺς τοί­χους ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ εἴ­δη ἐ­ξο­πλι­σμοῦ γιὰ ἄ­λο­γα. Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Ὑ­πεύ­θυ­νε τοῦ κο­πα­διοῦ! Πά­νω τους», κι ἄλ­λα τέ­τοι­α. «Θὰ θέ­λα­με ἕ­να πο­τό, τοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ ποὺ λέ­νε. Δη­λα­δή, δύ­ο Bibson Geefeaters.»

       «Δύ­ο Bibson Geefeaters;», ρώ­τη­­σε χα­μο­γε­λών­τας ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το, ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί θέ­λω», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μω­μέ­νος. «Θέ­λω δυ­ὸ Beefeater Gibsons, καὶ σβέλ­τα. Ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει τὰ πράγ­μα­τα στὴν εὔ­θυ­μη γη­ραι­ὰ Ἀγ­γλί­α. Ἔ­τσι μοῦ λέ­ει ὁ φί­λος μου ὁ δού­κας. Γιὰ νὰ δοῦ­με τί κο­κτέ­ιλ ξέ­ρει νὰ κά­νει ἡ Ἀγ­γλί­α.»

       «Ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι Ἀγ­γλί­α», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος

       «Μὴ δι­α­φω­νεῖς μα­ζί μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου.«Ἁ­πλῶς, κά­νε ὅ­τι σου λέ­νε».

       «Σκέ­φτη­κα μό­νο πὼς ἴ­σως σοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ξέ­ρεις ποὺ βρί­σκε­σαι», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἂν εἶ­ναι κά­τι ποὺ δὲν ἀ­νέ­χο­μαι», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἕ­νας θρα­σὺς ὑ­πη­ρέ­της. Πᾶ­με Τσάρ­λι.»

       Τὸ τέ­ταρ­το μέ­ρος ποὺ πή­γα­με τὸ εἶ­χαν Ἰ­τα­λοί. «Buon giorno», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut.*»

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω ἰ­τα­λι­κά», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἔ­λα, κό­φτο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Κα­τα­λα­βαί­νεις ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὸ ξέ­ρεις, γα­μῶ­το, πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι κα­τα­λα­βαί­νεις. Vogliamo due coctail Americani. Subito.*»

       Ὁ σερ­βι­τό­ρος μᾶς πα­ρά­τη­σε καὶ μι­λοῦ­σε μὲ τὸν ὑ­πεύ­θυ­νο, ποὺ ἦρ­θε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ εἶ­πε: «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι κρα­τη­μέ­νο.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δῶ­στε μας ἕ­να ἄλ­λο τρα­πέ­ζι.»

       «Ὅ­λα τα τρα­πέ­ζια εἶ­ναι κρα­τη­μέ­να», εἶ­πε ὁ ὑ­πεύ­θυ­νος.

       «Τὸ ἔ­πι­α­σα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δὲν μᾶς θέ­λε­τε γιὰ πε­λά­τες σας. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Λοι­πόν, ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο. Vada all’ inferno.* Πᾶ­με,Τσάρ­λι.»

       «Πρέ­πει νὰ πά­ρω τὸ τρέ­νο μου», εἶ­πα.

       «Λυ­πᾶ­μαι, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ». Μὲ ἀγ­κά­λια­σε μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ ἕ­σφι­ξε πά­νω του. «Θὰ σὲ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὸ σταθ­μό. Μα­κά­ρι νὰ ὑ­πῆρ­χε χρό­νος νὰ πη­γαί­να­με μέ­χρι τὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω.»

       «Δὲν πει­ρά­ζει, μπαμ­πά», εἶ­πα.

       «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα», εἶ­πε. «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα, γιὰ νὰ δι­α­βά­σεις στὸ τρέ­νο.»

       Ὕ­στε­ρα πλη­σί­α­σε σὲ ἕ­να πε­ρί­πτε­ρο ποὺ που­λοῦ­σε μό­νο ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ εἶ­πε: «Ἀ­γα­πη­τέ μου, κύ­ρι­ε ἔ­χε­τε τὴν κα­λο­σύ­νη νὰ μοῦ δώ­σε­τε μί­α ἀ­πὸ τὶς ἄ­χρη­στες ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς κω­λο­φυλ­λά­δες σας τῆς πεν­τά­ρας;» Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος ἔ­στρε­ψε ἀλ­λοῦ τὸ βλέμ­μα του καὶ κοι­τοῦ­σε τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ. «Ζη­τά­ω πολ­λά, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε;», ρώ­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ζη­τά­ω πολ­λὰ νὰ μοῦ που­λή­σε­τε ἕ­να ἐ­με­τι­κὸ δεῖγ­μα κί­τρι­νου τύ­που;»

       «Πρέ­πει νὰ φύ­γω, μπαμ­πά», εἶ­πα.«Εἶ­ναι ἀρ­γά.»

       «Ὄ­χι, ἕ­να λε­πτό, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε. «Πε­ρί­με­νε ἕ­να λε­πτό. Θέ­λω νὰ τὰ πῶ ἕ­να χε­ρά­κι μὲ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο.»

       «Γειά σου, μπαμ­πά», εἶ­πα καὶ κα­τέ­βη­κα τὶς σκά­λες καὶ πῆ­ρα τὸ τρέ­νο μου. Αὐ­τὴ ἦ­ταν καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα μου.

Kellner: Σερ­βι­τό­ρος στὰ γερ­μα­νι­κά.
Cameriere: Σερ­βι­τό­ρος.
Sommelier: Σερβιτόρος κρασιοῦ.
Beefeater Gibsons: Κοκτέιλ μαρτίνι μὲ τζίν.
Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut: Μπο­ροῦ­με νὰ ἔ­χου­με, πα­ρα­κα­λῶ, δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ, δυ­να­τά, δυ­να­τά; Πο­λὺ τζίν, λί­γο βερ­μούτ.
Vogliamo due coctail Americani. Subito.: Θέ­λου­με δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ. Ἀ­μέ­σως.
Vada all’ inferno: Ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο.


Πηγή: https://docs.google.com/document/d/1jfJm8mmXkpX7xMD70QTrUdf8S4sZF01U3PdYrHHjKOI/edit

Ὁ Τζὸν Οὐ­ί­λιαμ Τσί­βερ (John William Cheever) (27 Μαΐ­ου 1912 – 18 Ἰ­ου­νί­ου 1982) εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κα­νὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται συ­νή­θως «Τσέ­χωφ τῶν προ­α­στί­ων». Τὰ ἔρ­γα του δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον στὸ Upper East Side τοῦ Μαν­χά­ταν, στὰ προ­ά­στια τοῦ Westchester, στὰ πα­λαι­ὰ χω­ριὰ τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας ποὺ βρί­σκον­ται σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις τῆς Νό­τιας Ἀ­κτῆς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ Κου­ίν­σι τῆς Μα­σα­χου­σέ­της ὅ­που καὶ γεν­νή­θη­κε. Ἐ­πί­σης δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται καὶ στὴν Ἰ­τα­λί­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴ Ρώ­μη. Σή­με­ρα θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ση­μαν­τι­κοὺς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται: «Τὸ τε­ρά­στιο ρα­δι­ό­φω­νο» —ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­σου­με προ­φη­τι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ τὴν πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων— τὸ «Goodbye, My Brother», τὸ «Five-Forty-Eight», τὸ «The country Husband» καὶ τὸ «The swimmer». Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πί­σης τέσ­σε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: The Wapshot Chronicle (Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος,1958), The Wapshot Scandal (Με­τάλ­λιο William Dean Howells, 1965), Bullet Park (1969), Falconer (1977) καὶ μιὰ νου­βέ­λα: On What a Paradise It Seems (1982). Τὰ θέ­μα­τά του ἔ­χουν νὰ κά­νουν κυ­ρί­ως μὲ τὴ διτ­τὴ ἀν­θρώ­πι­νη συμπεριφορά. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς δρα­μα­το­ποι­οῦν­ται ὡς δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὴν κό­σμια, κοι­νω­νι­κὴ εἰ­κό­να τῶν χα­ρα­κτή­ρων καὶ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἠ­θι­κή τους ἐ­ξα­χρεί­ω­ση κι ἄλ­λο­τε πά­λι ὡς μιὰ σύγ­κρου­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ χα­ρα­κτῆ­ρες (συ­νή­θως δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια), ποὺ ἐν­σαρ­κώ­νουν τὶς ἀν­τι­θέ­σεις (σκο­τά­δι καὶ φῶς, σάρ­κα καὶ πνεῦ­μα). Πολ­λά του ἔρ­γα, ἐ­πί­σης, ἐκ­φρά­ζουν τὴν νο­σταλ­γί­α γιὰ ἕ­να τρό­πο ζω­ῆς ποὺ ἔ­χει πιὰ χα­θεῖ καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ μιὰ συ­νε­χῆ προ­σκόλ­λη­ση στὴν πα­ρά­δο­ση κι ἕ­να βα­θὺ αἴ­σθη­μα γιὰ τὴν κοι­νό­τη­τα – μιὰ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­ξέ­νω­ση καὶ τὸν νο­μα­δι­σμὸ ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ σύγ­χρο­να προ­ά­στια. Μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο The stories of John Cheever βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ Μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἄλ­λα ἐ­θνι­κὰ βρα­βεῖ­α. Τὸν Ἀ­πρί­λη τοῦ 1982, ἕ­ξι βδο­μά­δες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, ὁ Τζὸν Τσί­βερ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τάλ­λιο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Ἀ­με­ρι­κά­νι­κης Ἀ­κα­δη­μί­ας Γραμ­μά­των καὶ Τε­χνῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).


<span>%d</span> ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: