1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Γκαϊντούρια!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Γκαϊντούρια!

Αὐτόχθονες καὶ Ἑτερόχθονες

[τοῦ Ριχάρδου Τσούρτς]


ΤΟΠΙΚΙΣΜΟΣ εἶ­χε γεν­νή­σει πολ­λὰ κα­κὰ καὶ στὰ χρό­νια τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, για­τὶ ἀ­πὸ τό­τε οἱ ντό­πιοι, μά­λι­στα οἱ Μω­ρα­ΐ­τες, μι­σοῦ­σαν τὸ Μαυ­ρο­κορ­δά­το, τὸν με­γά­λον πο­λι­τι­κό, καὶ τοὺς Φα­να­ρι­ῶ­τες καὶ τοὺς ἄλ­λους ξέ­νους, ποὺ ἤ­τα­νε πιὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, κ’ ἔ­τσι μὲ τὰ προ­σόν­τα τους, τὴ γλωσ­σο­μά­θειά τους, περ­νού­σα­νε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γράμ­μα­τους τοὺς ντό­πιους, πο­λι­τι­κοὺς καὶ στρα­τι­ω­τι­κούς.

       Μὰ τὸ με­γά­λο κα­κὸ ξέ­σπα­σε μὲ τὸ πε­ρί­φη­μο ζή­τη­μα τοῦ «Αὐ­το­χθο­νι­σμοῦ», ποὺ ὁ Τρι­πο­λι­τσι­ώ­της Ρή­γας Πα­λα­μή­δης κι’ ἄλ­λοι Μω­ρα­ΐ­τες-Ρου­με­λι­ῶ­τες φέ­ρα­νε στὴ Συ­νέ­λευ­ση τοῦ 1843.

       Ὁ σκο­πός τους ἤ­τα­νε νὰ βά­λου­νε κά­ποι­ο φραγ­μὸ στῶν νι­ό­φερ­των [«Ἑ­τε­ρο­χθό­νων»] τὴν πλημ­μύ­ρα, ποὺ γι­νόν­τα­νε πο­λῖ­τες εὔ­κο­λα κι’ ἁρ­πά­ζα­νε τὴς δη­μό­σι­ες θέ­σεις ἀ­πὸ τοὺς ντό­πιους, ποὺ εἴ­χα­νε δώ­σει τὸ ἔ­χει καὶ τὸ αἷ­μα τους γιὰ τὸν ἀ­γῶ­να τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ γιὰ νὰ στρώ­σουν τὸ τρα­πέ­ζι ποὺ ἐρ­χόν­ταν καὶ κα­λο­κα­θί­ζαν οἱ ξε­νό­φερ­τοι. Ὅ­μως τὸν ἀ­γῶ­να τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να δὲν τὸν εἴ­χα­νε βγά­λει πέ­ρα Μω­ρα­ΐ­τες μο­να­χὰ καὶ Ρου­με­λι­ῶ­τες, μὰ ὁ­λά­κε­ρο τὸ Ἑλ­λη­νι­κό, κι’ ἄ­φη­σε τοὺς φι­λέλ­λη­νες [Εὐ­ρω­παί­ους κι’ Ἀ­να­το­λῖ­τες].

       Τρο­με­ρὸς ἦ­ταν ὁ χω­ρι­σμὸς καὶ στὴ Συ­νέ­λευ­ση καὶ στὴς ἐ­φη­με­ρί­δες, μὰ καὶ στὸν κό­σμο τὸν πο­λύ. Ἀ­φοῦ ὁ Θο­δω­ρά­κης Γρί­βας κι’ ἄλ­λοι ἀ­γράμ­μα­τοι Ἀ­γω­νι­στὲς προ­βά­λαν ἀ­κρά­τη­τοι ρή­το­ρες στὸ βῆ­μα καὶ χτυ­ποῦ­σαν τοὺς ἑ­τε­ρο­χθό­νους, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ὁ ἑ­τε­ρό­γλωσ­σος, γεν­νη­μέ­νος ἴ­σως Βούλ­γα­ρος, ἴ­σως Σέρ­βος, ποὺ μὲ τὸ ἄ­τα­χτο ἱπ­πι­κό του, ἑ­τε­ρό­γλωσ­σο κι’ αὐ­τὸ τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο, τό­σες εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει πα­λη­κα­ρι­ὲς ἐ­νάν­τια στοὺς τρο­με­ροὺς Ντε­λῆ­δες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δο­κι­μά­σῃ αὐ­τῆς τῆς λο­γῆς τὸν πό­λε­μο, τὰ λό­για τὰ ρη­το­ρι­κὰ στὸ βῆ­μα ἀ­πά­νω. Σκαρ­φα­λώ­νει τὸ λοι­πὸν ἐ­κεῖ, μὰ κα­θὼς ἀν­τι­κρύ­ζει τό­σα μά­τια, τό­σα πρό­σω­πα γε­λα­στι­κά, τρέ­μει σὰ νἄ­τα­νε κι­ο­τῆς [δει­λὸς] καὶ σὰ ν’ ἀν­τί­κρυ­σε πρώ­τη φο­ρὰ τοὺς ἄ­γριους τοὺς Ντε­λῆ­δες. Τρέ­μει, χλω­μιά­ζει, θέ­λει ν’ ἀρ­χί­σῃ ἀ­π’ τὴς πα­λι­ές του θύ­μη­σες, ὅ­ταν μὲ τοὺς πα­λιοὺς συν­τρό­φους του τοὺς «Ἑ­τε­ρό­χθο­νας» τὸν Τοῦρ­κο πο­λε­μοῦ­σε, κι’ ἀρ­χί­ζει μὲ ὑ­πό­κω­φη λα­λιὰ νὰ λέ­ῃ:

       — Ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο Πα­πά­ζο­γλου, ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο Χα­τζη-Ζορ­μπᾶ, ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο…

       Πνί­γε­ται ἡ φω­νή του καὶ μέ­νει ὀρ­θὸς ἐ­κεῖ καὶ κλαί­ει. Νε­κρι­κὴ σι­ω­πή, κι’ ἀρ­χί­ζει τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο νὰ κλαί­ῃ, κλαῖ­νε οἱ γέ­ρον­τες στρα­τι­ω­τι­κοὶ Πλη­ρε­ξού­σιοι, κλαῖν οἱ ἀ­πό­μα­χοι κ’ οἱ Φα­λαγ­γῖ­τες ἀ­κρο­α­τὲς ἀ­κρά­τη­τα, κλαῖν ὅ­λοι.

       Ὁ Πρό­ε­δρος στε­νο­χω­ρε­μέ­νος θυ­μᾶ­ται πὼς ὁ στρα­τη­γὸς Τσούρ­τσης, ὁ Ἄγ­γλος φι­λέλ­λη­νας, Ἑ­τε­ρό­χθο­νας κι’ αὐ­τός, ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σῃ καὶ βέ­βαι­α ἐ­νάν­τια στοὺς Αὐ­το­χθο­νι­στές.

       — Ὁ κ. Τσοὺρ­τς ἔ­χει τὸν λό­γον!

       Ση­κώ­νε­ται μὲ τὸ στα­νιὸ στὰ πό­δια του ὁ γέ­ρο-στρα­τη­γός, μὰ βῆ­μα δὲ μπο­ρεῖ νὰ κά­μῃ· ἀ­κουμ­πά­ει μὲ τὄ­να χέ­ρι στὸ κά­θι­σμα, ἀ­γρι­ο­κυ­τά­ζει τὸ Γρί­βα καὶ τὸν Κρι­ε­ζώ­τη, για­τὶ οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ οἱ πα­λιοὶ ἔ­πρε­πε νὰ πο­νᾶ­νε τοὺς πα­λιοὺς συν­τρό­φους, καὶ μὲ τὴν ἀγ­γλι­κή του προ­φο­ρὰ βά­νει φω­νὴ με­γά­λη:

       — Γκα­ϊν­τού­ρια!

       Καὶ σω­ρι­ά­ζε­ται κα­τά­χλω­μος στὸ κά­θι­σμά του.

       Τρέ­χουν οἱ Πλη­ρε­ξού­σιοι τα­ραγ­μέ­νοι γύ­ρω του, βλέ­πουν πὼς δὲν εἶ­χε πά­θει τί­πο­τε, παύ­ουν τό­τε τὰ κλά­μα­τα, καὶ ξαφ­νι­κὰ γέ­λια ἀ­κρά­τη­τα χύ­νον­ται παν­τοῦ γιὰ τὸ σω­στὸ καὶ ται­ρια­στὸν αὐ­τὸ λό­γο τοῦ γε­ρο-Ἀ­γω­νι­στῆ.

       Ὅ­μως καὶ πά­λι τὸ ζή­τη­μα εἶ­χε χα­θῆ, κ’ οἱ Αὐ­το­χθο­νι­στὲς κερ­δῆ­σαν τὸ σκο­πό τους(1).


(1) Ὁ Τσὼρτς (Church) πάν­τα ἤ­τανε λι­γό­λο­γος στὴ ζωή του. «…Καθ’ ὅλην τὴν πε­ρί­ο­δον τῆς ἀ­πο­λύ­του μο­ναρ­χίας, εἰς ὅλας τὰς ἐν τῷ Συμ­βου­λίῳ τῆς Ἐ­πι­κρα­τεί­ας συ­ζη­τή­σεις τῶν νο­μο­σχε­δί­ων μίαν φω­νὴν ἄ­φι­νε: “Εἶ­μαι ἐ­ναν­τί­ος”». (Ἀλ. Σού­τσου «Ἡ με­τα­βο­λὴ τῆς Γ´ Σεπτ.» ἔκδ. β´, 1844 σ. 58). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Σε­λί­δες τι­νὲς τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς βα­σι­λεί­ας Ὄ­θω­νος, Ἀ­θῆ­ναι, 1898» σ. 105.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 67-68 [Τίτλος: «135.— Γκα­ϊν­τού­ρια.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὁ Richard Church ὡς ἀξι­ω­ματι­κὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἐ­λα­φροῦ Πεζι­κοῦ τοῦ Δού­κα τῆς Ὑ­όρ­κης στὰ Ἑ­πτά­νη­σα σὲ πί­να­κα τοῦ 1813.