1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ συγχώριο του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τὸ συγχώριο του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΑΠΟΤΕ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε τὴν ἀ­νάγ­κη του. Νό­μι­σε πὼς δὲ θὰ τὸ θυ­μη­θῇ ὁ Στρα­τη­γός, καὶ φο­ροῦ­σε τὸν ὁ­λό­χρυ­σο ντου­λα­μᾶ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τοῦ Στρα­τη­γοῦ, ποὺ τὸν εἶ­χε σκο­τώ­σει πρὶν ἀ­πὸ τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να βαλ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὸ φό­ρε­μα, κι’ ἀ­να­στέ­να­ξε ἥ­συ­χα, ἐ­νῷ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἔ­δι­νε τὸ λό­γο του στὸ φο­νιᾶ νὰ κά­μῃ τὸ ζή­τη­μά του. Ἔ­τυ­χε ὅ­μως ὁ Γέ­ρος νἆ­ναι στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ τὸν κρά­τη­σε νὰ φᾶ­νε. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐρ­χό­τα­νε στὸ σπί­τι του τὸν κα­λο­δε­χό­τα­νε καὶ το­νὲ δει­πνοῦ­σε.

       Ἡ μάν­να ὅ­μως τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη δὲ βα­στοῦ­σε βλέ­πον­τας τὸ φό­ρε­μα τοῦ παι­διοῦ της, κ’ εἶ­πε στὸ Στρα­τη­γὸ μὲ πό­νο βα­θύ:

       — Παι­δί μου, καὶ στὸ τρα­πέ­ζι μας θὰ το­νὲ βά­νῃς τὸ φο­νιᾶ τοῦ παι­διοῦ μου;

       — Σώ­πα, μάν­να! εἶ­πε ὁ Στρα­τη­γός. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μνη­μό­συ­νο ποὺ κά­νου­με τοῦ σκο­τω­μέ­νου…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Κ. Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκον. λόγος ἐπι­τάφ. εἰς Θ. Κολο­κοτρ. σ. 25.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 204 [Τίτλος: «428.— Με­γα­λό­καρ­δος.»].

Εἰκόνα: Ἀναμνηστικὴ πλά­κα γιὰ τὴν προ­δο­σία τῶν Κολο­κο­τρω­ναί­ων στὸν λη­νὸ τῆς Δη­μη­τσά­νας τὴν 1η Φε­βρου­α­ρί­ου 1806. Γιὰ τὸν Γιάν­νη Κο­λο­κο­τρώ­νη (Ζορμπᾶ) βλ. καὶ ἐδῶ.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


			

Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever): Ἡ συνάντηση


Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever)


Ἡ συ­νάν­τη­ση

(Reunion)


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα ἦ­ταν στὸ Grand Central Station. Πή­γαι­να ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς μου, στὸ Aridondacks, σὲ μιὰ ἀ­γροι­κί­α στὸ Cape ποὺ εἶ­χε νοι­κιά­σει ἡ μά­να μου, κι ἔ­γρα­ψα στὸν πα­τέ­ρα μου ὅ­τι θὰ βρι­σκό­μουν στὸ σταθ­μὸ τῶν τρέ­νων, στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, γιὰ μι­ά­μι­ση ὥ­ρα· τὸν ρω­τοῦ­σα ἂν θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ γευ­μα­τί­σου­με μα­ζί. Ἡ γραμ­μα­τέ­ας του μοῦ ἔ­γρα­ψε γιὰ νὰ μοῦ πεῖ ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ μὲ συ­ναν­τοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι στὸν γκι­σὲ τῶν πλη­ρο­φο­ρι­ῶν, καὶ ἀ­κρι­βῶς στὶς δώ­δε­κα τὸν εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος. Μοῦ ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­γνω­στος —ἡ μά­να μου τὸν εἶ­χε χω­ρί­σει ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια κι ἀ­πὸ τό­τε δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ— ἀλ­λὰ μό­λις τὸν εἶ­δα αἰ­σθάν­θη­κα ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας μου, σάρ­κα καὶ αἷ­μα μου, τὸ μέλ­λον καὶ ἡ κα­τα­δί­κη μου. Ἤ­ξε­ρα πὼς ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­να θὰ γι­νό­μουν κά­πως σὰν κι αὐ­τόν. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ κα­νο­νί­σω τὴν πο­ρεί­α μου ἔ­χον­τας ἐ­πί­γνω­ση τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Ἦ­ταν ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος, ὄ­μορ­φος ἄν­τρας κι ἤ­μουν τρο­με­ρὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ποὺ τὸν ξα­νά­βλε­πα. Μὲ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη κι ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι μου. «Γειά σου, Τσάρ­λι», εἶ­πε. «Γειά σου, ἀ­γό­ρι μου. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ω στὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω, ἀλ­λὰ εἶ­ναι στὴν ἑ­ξη­κο­στὴ λε­ω­φό­ρο, κι ἀ­φοῦ πρέ­πει νὰ φύ­γεις γρή­γο­ρα μὲ τὸ τρέ­νο νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­με νὰ φᾶ­με τί­πο­τα ἐ­δῶ κον­τά.» Πέ­ρα­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ δί­πλα μου καὶ ὀ­σμί­στη­κα τὸν πα­τέ­ρα μου μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ μά­να μου μυ­ρί­ζει ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἦ­ταν ἕ­να βα­ρὺ κρά­μα ἀ­πὸ οὐ­ί­σκι, κο­λό­νια ξυ­ρί­σμα­τος, βερ­νί­κι πα­που­τσι­ῶν, μαλ­λί, καὶ ταγ­κά­δα ὥ­ρι­μου ἀρ­σε­νι­κοῦ. Ἔλ­πι­ζα κά­ποι­ος νὰ μᾶς ἔ­βλε­πε μα­ζί. Μα­κά­ρι νὰ μᾶς ἔ­παιρ­ναν μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λα μί­αν ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ἤ­μα­σταν κά­πο­τε μα­ζί.

        Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ σταθ­μὸ καὶ πή­ρα­με ἕ­να σο­κά­κι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἦ­ταν νω­ρὶς ἀ­κό­μα καὶ τὸ μέ­ρος ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Ὁ μπάρ­μαν καυ­γά­δι­ζε μὲ τὸν ντε­λι­βε­ρά, κι ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο παλ­τὸ . Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου κά­λε­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ δυ­να­τὴ φω­νή. «Kellner!*», τοῦ φώ­να­ξε. «Carbon! Cameriere!* Ἐ­σύ!» Ἡ τρα­χύ­τη­τά του μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο ἑ­στι­α­τό­ριο ἔ­μοια­ζε ἐ­κτὸς τό­που. «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με ἐ­δῶ;», φώ­να­ξε. «Σβέλ­τα! Σβέλ­τα!» Ὕ­στε­ρα χτύ­πη­σε πα­λα­μά­κια. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν πρό­σε­ξε καὶ πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ- ἀρ­γὰ στὸ τρα­πέ­ζι μας.

       «Σὲ μέ­να χτυ­ποῦ­σες τὰ χέ­ρια σου;», ρώ­τη­σε.

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε, sommelier*», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἂν δὲν ζη­τά­ω πολ­λὰ ἀ­πὸ σέ­να —κι ἂν δὲν εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς ἁρ­μο­δι­ό­τη­τές σου— θὰ θέ­λα­με δυ­ὸ Beefeater Gibsons*.»

       «Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ μοῦ χτυ­πᾶ­νε πα­λα­μά­κια», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα φέ­ρει τὴ σφυ­ρί­χτρα μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἔ­χω μιὰ σφυ­ρί­χτρα ποὺ τὴν ἀ­κοῦ­νε μό­νο τὰ αὐ­τιὰ τῶν γέ­ρων σερ­βι­τό­ρων. Λοι­πόν, βγά­λε τὸ μπλο­κά­κι καὶ τὸ μο­λυ­βά­κι σου καὶ δὲς ἂν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις: δυ­ὸ Beefeater Gibsons. Ἐ­πα­νέ­λα­βε με­τὰ ἀ­πὸ μέ­να: δυ­ὸ Beefeater Gibsons.»

       «Νο­μί­ζω πὼς θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ», εἶ­πε ἥ­συ­χα ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Αὐ­τό», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἡ πιὸ λαμ­πρὴ πρό­τα­ση ποὺ ἄ­κου­σα πο­τέ. Ἔ­λα, Τσάρ­λι! Πᾶ­με νὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ δῶ».

       Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο κι ἀ­κο­λού­θη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου μέ­χρι ἕ­να ἄλ­λο ἑ­στι­α­τό­ριο. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν ἦ­ταν τό­σο τρα­χύς. Ἦρ­θαν τὰ πο­τά μας καὶ μὲ ἀ­νέ­κρι­νε γιὰ τὴ σε­ζὸν τοῦ μπέ­ιζ­μπολ. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ μα­χαί­ρι τὸ χεῖ­λος τοῦ ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ του κι ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Garson! Kellner! Cameriere! Ἐ­σύ! Θὰ σὲ πεί­ρα­ζε νὰ μᾶς φέ­ρεις δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια;»

       «Πό­σο χρο­νῶν εἶ­ναι τὸ ἀ­γό­ρι;», ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το!», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Για­τί δὲν κοι­τᾶς τὴ δου­λειά σου;»

       «Συ­γνώ­μη, κύ­ρι­ε», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. «Ἀλ­λὰ δὲν θὰ σερ­βί­ρω ἄλ­λο πο­τὸ στὸ ἀ­γό­ρι».

       «Λοι­πόν, σοῦ ἔ­χω ἕ­να νέ­ο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Σοῦ ἔ­χω ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον νέ­ο. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ τυ­χαί­νει νὰ μὴν εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Ἔ­χει ἀ­νοί­ξει ἄλ­λο ἕ­να στὴ γω­νί­α. Πᾶ­με, Τσάρ­λι.»

       Πλή­ρω­σε τὸ λο­γα­ρια­σμό, τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­να ἄλ­λο. Ἐ­δῶ οἱ σερ­βι­τό­ροι φο­ροῦ­σαν ρὸζ σα­κά­κια σὰν κυ­νη­γε­τι­κὰ μπου­φάν, καὶ πά­νω στοὺς τοί­χους ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ εἴ­δη ἐ­ξο­πλι­σμοῦ γιὰ ἄ­λο­γα. Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Ὑ­πεύ­θυ­νε τοῦ κο­πα­διοῦ! Πά­νω τους», κι ἄλ­λα τέ­τοι­α. «Θὰ θέ­λα­με ἕ­να πο­τό, τοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ ποὺ λέ­νε. Δη­λα­δή, δύ­ο Bibson Geefeaters.»

       «Δύ­ο Bibson Geefeaters;», ρώ­τη­­σε χα­μο­γε­λών­τας ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το, ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί θέ­λω», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μω­μέ­νος. «Θέ­λω δυ­ὸ Beefeater Gibsons, καὶ σβέλ­τα. Ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει τὰ πράγ­μα­τα στὴν εὔ­θυ­μη γη­ραι­ὰ Ἀγ­γλί­α. Ἔ­τσι μοῦ λέ­ει ὁ φί­λος μου ὁ δού­κας. Γιὰ νὰ δοῦ­με τί κο­κτέ­ιλ ξέ­ρει νὰ κά­νει ἡ Ἀγ­γλί­α.»

       «Ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι Ἀγ­γλί­α», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος

       «Μὴ δι­α­φω­νεῖς μα­ζί μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου.«Ἁ­πλῶς, κά­νε ὅ­τι σου λέ­νε».

       «Σκέ­φτη­κα μό­νο πὼς ἴ­σως σοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ξέ­ρεις ποὺ βρί­σκε­σαι», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἂν εἶ­ναι κά­τι ποὺ δὲν ἀ­νέ­χο­μαι», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἕ­νας θρα­σὺς ὑ­πη­ρέ­της. Πᾶ­με Τσάρ­λι.»

       Τὸ τέ­ταρ­το μέ­ρος ποὺ πή­γα­με τὸ εἶ­χαν Ἰ­τα­λοί. «Buon giorno», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut.*»

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω ἰ­τα­λι­κά», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἔ­λα, κό­φτο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Κα­τα­λα­βαί­νεις ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὸ ξέ­ρεις, γα­μῶ­το, πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι κα­τα­λα­βαί­νεις. Vogliamo due coctail Americani. Subito.*»

       Ὁ σερ­βι­τό­ρος μᾶς πα­ρά­τη­σε καὶ μι­λοῦ­σε μὲ τὸν ὑ­πεύ­θυ­νο, ποὺ ἦρ­θε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ εἶ­πε: «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι κρα­τη­μέ­νο.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δῶ­στε μας ἕ­να ἄλ­λο τρα­πέ­ζι.»

       «Ὅ­λα τα τρα­πέ­ζια εἶ­ναι κρα­τη­μέ­να», εἶ­πε ὁ ὑ­πεύ­θυ­νος.

       «Τὸ ἔ­πι­α­σα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δὲν μᾶς θέ­λε­τε γιὰ πε­λά­τες σας. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Λοι­πόν, ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο. Vada all’ inferno.* Πᾶ­με,Τσάρ­λι.»

       «Πρέ­πει νὰ πά­ρω τὸ τρέ­νο μου», εἶ­πα.

       «Λυ­πᾶ­μαι, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ». Μὲ ἀγ­κά­λια­σε μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ ἕ­σφι­ξε πά­νω του. «Θὰ σὲ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὸ σταθ­μό. Μα­κά­ρι νὰ ὑ­πῆρ­χε χρό­νος νὰ πη­γαί­να­με μέ­χρι τὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω.»

       «Δὲν πει­ρά­ζει, μπαμ­πά», εἶ­πα.

       «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα», εἶ­πε. «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα, γιὰ νὰ δι­α­βά­σεις στὸ τρέ­νο.»

       Ὕ­στε­ρα πλη­σί­α­σε σὲ ἕ­να πε­ρί­πτε­ρο ποὺ που­λοῦ­σε μό­νο ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ εἶ­πε: «Ἀ­γα­πη­τέ μου, κύ­ρι­ε ἔ­χε­τε τὴν κα­λο­σύ­νη νὰ μοῦ δώ­σε­τε μί­α ἀ­πὸ τὶς ἄ­χρη­στες ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς κω­λο­φυλ­λά­δες σας τῆς πεν­τά­ρας;» Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος ἔ­στρε­ψε ἀλ­λοῦ τὸ βλέμ­μα του καὶ κοι­τοῦ­σε τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ. «Ζη­τά­ω πολ­λά, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε;», ρώ­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ζη­τά­ω πολ­λὰ νὰ μοῦ που­λή­σε­τε ἕ­να ἐ­με­τι­κὸ δεῖγ­μα κί­τρι­νου τύ­που;»

       «Πρέ­πει νὰ φύ­γω, μπαμ­πά», εἶ­πα.«Εἶ­ναι ἀρ­γά.»

       «Ὄ­χι, ἕ­να λε­πτό, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε. «Πε­ρί­με­νε ἕ­να λε­πτό. Θέ­λω νὰ τὰ πῶ ἕ­να χε­ρά­κι μὲ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο.»

       «Γειά σου, μπαμ­πά», εἶ­πα καὶ κα­τέ­βη­κα τὶς σκά­λες καὶ πῆ­ρα τὸ τρέ­νο μου. Αὐ­τὴ ἦ­ταν καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα μου.

Kellner: Σερ­βι­τό­ρος στὰ γερ­μα­νι­κά.
Cameriere: Σερ­βι­τό­ρος.
Sommelier: Σερβιτόρος κρασιοῦ.
Beefeater Gibsons: Κοκτέιλ μαρτίνι μὲ τζίν.
Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut: Μπο­ροῦ­με νὰ ἔ­χου­με, πα­ρα­κα­λῶ, δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ, δυ­να­τά, δυ­να­τά; Πο­λὺ τζίν, λί­γο βερ­μούτ.
Vogliamo due coctail Americani. Subito.: Θέ­λου­με δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ. Ἀ­μέ­σως.
Vada all’ inferno: Ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο.


Πηγή: https://docs.google.com/document/d/1jfJm8mmXkpX7xMD70QTrUdf8S4sZF01U3PdYrHHjKOI/edit

Ὁ Τζὸν Οὐ­ί­λιαμ Τσί­βερ (John William Cheever) (27 Μαΐ­ου 1912 – 18 Ἰ­ου­νί­ου 1982) εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κα­νὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται συ­νή­θως «Τσέ­χωφ τῶν προ­α­στί­ων». Τὰ ἔρ­γα του δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον στὸ Upper East Side τοῦ Μαν­χά­ταν, στὰ προ­ά­στια τοῦ Westchester, στὰ πα­λαι­ὰ χω­ριὰ τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας ποὺ βρί­σκον­ται σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις τῆς Νό­τιας Ἀ­κτῆς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ Κου­ίν­σι τῆς Μα­σα­χου­σέ­της ὅ­που καὶ γεν­νή­θη­κε. Ἐ­πί­σης δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται καὶ στὴν Ἰ­τα­λί­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴ Ρώ­μη. Σή­με­ρα θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ση­μαν­τι­κοὺς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται: «Τὸ τε­ρά­στιο ρα­δι­ό­φω­νο» —ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­σου­με προ­φη­τι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ τὴν πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων— τὸ «Goodbye, My Brother», τὸ «Five-Forty-Eight», τὸ «The country Husband» καὶ τὸ «The swimmer». Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πί­σης τέσ­σε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: The Wapshot Chronicle (Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος,1958), The Wapshot Scandal (Με­τάλ­λιο William Dean Howells, 1965), Bullet Park (1969), Falconer (1977) καὶ μιὰ νου­βέ­λα: On What a Paradise It Seems (1982). Τὰ θέ­μα­τά του ἔ­χουν νὰ κά­νουν κυ­ρί­ως μὲ τὴ διτ­τὴ ἀν­θρώ­πι­νη συμπεριφορά. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς δρα­μα­το­ποι­οῦν­ται ὡς δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὴν κό­σμια, κοι­νω­νι­κὴ εἰ­κό­να τῶν χα­ρα­κτή­ρων καὶ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἠ­θι­κή τους ἐ­ξα­χρεί­ω­ση κι ἄλ­λο­τε πά­λι ὡς μιὰ σύγ­κρου­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ χα­ρα­κτῆ­ρες (συ­νή­θως δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια), ποὺ ἐν­σαρ­κώ­νουν τὶς ἀν­τι­θέ­σεις (σκο­τά­δι καὶ φῶς, σάρ­κα καὶ πνεῦ­μα). Πολ­λά του ἔρ­γα, ἐ­πί­σης, ἐκ­φρά­ζουν τὴν νο­σταλ­γί­α γιὰ ἕ­να τρό­πο ζω­ῆς ποὺ ἔ­χει πιὰ χα­θεῖ καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ μιὰ συ­νε­χῆ προ­σκόλ­λη­ση στὴν πα­ρά­δο­ση κι ἕ­να βα­θὺ αἴ­σθη­μα γιὰ τὴν κοι­νό­τη­τα – μιὰ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­ξέ­νω­ση καὶ τὸν νο­μα­δι­σμὸ ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ σύγ­χρο­να προ­ά­στια. Μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο The stories of John Cheever βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ Μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἄλ­λα ἐ­θνι­κὰ βρα­βεῖ­α. Τὸν Ἀ­πρί­λη τοῦ 1982, ἕ­ξι βδο­μά­δες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, ὁ Τζὸν Τσί­βερ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τάλ­λιο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Ἀ­με­ρι­κά­νι­κης Ἀ­κα­δη­μί­ας Γραμ­μά­των καὶ Τε­χνῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).


Βαγγέλης Παπαδιόχος: Μπάγκειον


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Μπάγ­κει­ον


ΡΑΦΩ ΣΕ ΌΛΟΥΣ ἐσᾶς ποὺ περ­νᾶ­τε συ­νέ­χεια ἀ­πὸ μπρο­στά μου κι ὅ­μως πο­τὲ δὲν μὲ βλέ­πε­τε. Γεν­νή­θη­κα γύ­ρω στὸ 1890. Στὴν ἀρ­χὴ μὲ ἔ­λε­γαν Φί­λιπ­πο Β΄ καὶ τὸν ἀ­δερ­φό μου Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Μό­λις ὁ πα­τέ­ρας μας, Ἰ­ω­άν­νης Μπάγ­κας, μᾶς ἄ­φη­σε πῆ­ρα τὸ ὄ­νο­μά του. Τό­τε, χά­ζευ­α τὴν ἥ­συ­χη πλα­τεί­α μὲ τοὺς φοί­νι­κες, τοὺς φα­νο­στά­τες, τὰ παγ­κά­κια καὶ τὶς ἅ­μα­ξες. Πό­σος κα­λὸς κό­σμος πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά μου χα­ζεύ­ον­τας τοὺς εὐ­ρύ­χω­ρους δι­α­δρό­μους μου, τοὺς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κούς μου κα­θρέ­φτες, τοὺς ἀ­κρι­βούς μου πί­να­κες καὶ τὰ σκα­λι­στά μου ἀ­γαλ­μα­τά­κια…

        Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος μα­ζευ­ό­ταν στὸ λου­κου­μα­τζί­δι­κο ποὺ εἶ­χα στὸ ὑ­πό­γει­ο. Αὐ­τοὺς —τὸ ὁ­μο­λο­γῶ— προ­τι­μοῦ­σα νὰ τοὺς κρυ­φα­κού­ω πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κά­ποι­ους τοὺς θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα —Λα­πα­θι­ώ­της, Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ἄ­γρας, Ρί­τσος, Λά­σκος, Βαμ­βα­κά­ρης— καὶ ἄλ­λους πολ­λοὺς τοὺς ἔ­χω πιὰ ξε­χά­σει. Ἡ φτώ­χεια, ἡ φυ­μα­τί­ω­ση, τὸ πο­τό, τὸ χα­σὶς καὶ ἡ τέ­χνη βα­σί­λευ­αν ἐ­κεῖ μέ­σα. «Κά­τω ἀ­π’ τὰ τό­ξα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου μὲ τὶς τε­φρὲς σκι­ές των καὶ μὲς στὴν κού­φια ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ μιὰ σι­γὴ ἀν­τη­χεῖ, τῆς κοι­νω­νί­ας οἱ ἄ­χρη­στοι κη­φῆ­νες μο­να­χοὶ στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς ζω­ῆς δι­α­γρά­φουν τὶς τρο­χι­ὲς των»(1), θυ­μᾶ­μαι εἶ­χε γρά­ψει ἕ­νας.

       Με­τὰ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν γρή­γο­ρα· πό­λε­μος, κα­το­χὴ καὶ ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση. Τὰ αὐ­το­κί­νη­τα στρι­φο­γυρ­νοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα, τὸ τσι­μέν­το σκέ­πα­σε τὰ δέν­τρα κι ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ γερ­νά­ω. Ὅ­λο καὶ λι­γό­τε­ροι ἀν­τί­κρι­ζαν πιὰ τοὺς γδαρ­μέ­νους τοί­χους καὶ τὰ τρυ­πη­μέ­να μου πα­τώ­μα­τα. Στὴν αὐ­γὴ τῆς νέ­ας χι­λι­ε­τί­ας τὰ φῶ­τα μου ξαφ­νι­κὰ ἔ­σβη­σαν. Ἀ­πὸ τό­τε, τὸν ἀ­πρό­θυ­μο ὕ­πνο μου δι­α­κό­πτουν εὐ­χά­ρι­στα κά­θε τό­σο ζω­γρά­φοι καὶ θε­α­τρί­νοι ποὺ μοῦ θυ­μί­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς πα­λιούς. Μό­νο αὐ­τοὶ βλέ­πουν μιὰ ὀ­μορ­φιὰ στὸ σκο­τά­δι μου.


(1) Στί­χοι ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Τὸ Μπάγ­κει­ον» τοῦ Ὀ­ρέ­στη Λά­σκου.

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Λα­θρε­πι­βά­τες [Ὀ­σε­λό­τος, 2018] καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια [Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019]).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος

[τοῦ Γιάννου Κλίμακα]


ΤΑ 1820, ἀ­φοῦ ἄρ­χι­σε ὁ πό­λε­μος τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα μὲ τὸ Σουλ­τά­νο, ἔ­φτα­σε στὴν Ἀτ­τι­κὴ καὶ γύ­ρω κά­ποι­ος Τοῦρ­κος Μπαμ­πάμ­πα­σης μὲ προ­στα­γὴ βα­σι­λι­κὴ νὰ συ­νά­ξῃ Τούρ­κους καὶ Χρι­στια­νοὺς Ἀρ­μα­τω­λοὺς ἐ­νάν­τια στὸν Ἀ­λή­πασ­σα. Ἔ­μα­θε γιὰ τὸ Βάσ­σο τὸ Μαυ­ρο­βου­νι­ώ­τη, ποὺ Κλέ­φτης ζοῦ­σε στὰ βου­νά, καὶ το­νὲ ρώ­για­σε [μί­σθω­σε].

       Ὁ Βάσ­σος, ἀ­φοῦ φτά­σα­νε στὸν Κι­θαι­ρῶ­να, ἀ­πο­φά­σι­σε καὶ σκό­τω­σε τοὺς Τούρ­κους. Ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θἄ­ξε­ρε τὸ τί γε­νῆ­καν.

       Ὅ­μως ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὴ ρά­χη ἕ­να τσο­πα­νό­που­λο, ἐ­νῷ ἔ­βο­σκε τὰ γί­δια του, εἶ­δε τὴ σκη­νὴ κι’ ἀ­να­τα­ρά­χτη­κε. Κι’ ἀν­τὶ νὰ φο­βη­θῆ, ἔ­τρε­ξε ἀ­προ­σκά­λε­στο, χα­ρὰ γι­ο­μᾶ­το γιὰ τὸ φο­νι­κὸ τῶν Τούρ­κων, καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ Βάσ­σο μὲ κα­μά­ρι.

       — Τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; τὸ ρώ­τη­σε ὁ Βάσ­σος ἄ­γριος, ἀ­νή­συ­χος μὴ μαρ­τυ­ρή­σῃ τὸ κα­κὸ ποὺ γί­νη­κε.

       — Θέ­λω νὰ σκο­τώ­νω κ’ ἐ­γὼ Τούρ­κους! Πᾶ­ρε με κον­τά σου, Κα­πε­τά­νε! εἶ­πε ἀ­θῷ­α τὸ παι­δί.

       Κι’ ἄ­φη­σε τὰ γί­δια, καὶ πῆ­γε Κλέ­φτης ὁ μι­κρὸς γι­δά­ρης. Ἦ­ταν ὁ Γιάν­νος Κλί­μα­κας, κα­τό­πι κα­πε­τά­νος ὀ­νο­μα­στὸς γιὰ τὴν πα­λη­κα­ριά του.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Ντρέ­μι­τσα τῶν Σα­λώ­νων, τὸ ἴ­διο τὸ χω­ριὸ ποὺ ἔ­βγα­λε τὸν Πα­νου­ριᾶ, τὸ Γκού­ρα, τὸ Ρού­κη κι’ ἄλ­λους.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 135. [Τίτλος: «253.— Τὸ βο­σκό­που­λο.].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἰωάννης Κλίμακας (Θήβα, ;-1877). Φωτογραφία: Πέτρος Μω­ρα­ΐ­της.



		

	

Ἀναστασία Κάτσικα: Τὸ δέρμα τοῦ σπιτιοῦ


Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Τὸ δέρ­μα τοῦ σπι­τιοῦ


ΤΑΝ ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο σπί­τι.

Ψη­λο­τά­βα­νο, μὲ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, χω­ρὶς κῆ­πο μπρο­στά. Τρί­α σκα­λιὰ τὸ χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ περ­νοῦ­σαν τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τρί­α σκα­λιὰ καὶ δυ­ὸ νε­ραν­τζι­ὲς φυ­τε­μέ­νες σὲ δυ­ὸ τε­τρά­γω­να παρ­τέ­ρια.

Ἦ­ταν ἕ­να εὐ­αί­σθη­το σπί­τι.

        Μά­ζευ­ε ἢ ξε­χεί­λω­νε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸν και­ρὸ καὶ τὶς ἀ­νάγ­κες. Ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν ὅ­ταν τὰ μη­χα­νή­μα­τα τοῦ δρό­μου κα­τά­βρε­χαν τὴν πρό­σο­ψή του. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴ μαυ­ρί­λα τῆς πό­λης ποὺ εἶ­χε κα­θί­σει πά­νω του σχη­μα­τί­ζον­τας σκοῦ­ρες κη­λί­δες.

        Ἦ­ταν ἕ­να ζε­στὸ σπί­τι.

        Ἵ­δρω­νε πο­λύ το κα­λο­καί­ρι. Ἡ τα­ρά­τσα του γέ­μι­ζε ἀ­πὸ ὑ­γροὺς λε­κέ­δες. Στέ­γνω­ναν μό­νο με­τὰ τὴν παν­σέ­λη­νο τοῦ Αὐ­γού­στου, τό­τε ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι στε­κό­ταν ὅ­λο το βρά­δυ πά­νω του.

        Ἦ­ταν ἕ­να μο­να­χι­κὸ σπί­τι.

        Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἦ­ταν σω­ρι­α­σμέ­να τὰ ἔ­πι­πλα ἀ­πὸ φὲρ φορ­ζὲ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ποὺ ἦ­ταν ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη ἀ­πὸ και­ρό, πα­ρα­δο­μέ­νη σὲ μιὰ μοί­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­π’ αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νη στὰ ἀ­στέ­ρια.

        Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι μὲ ἐ­λεύ­θε­ρο πνεῦ­μα.

        Πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας μά­ζε­ψε ὅ­λα τα κλει­διά. Πρῶ­τα τα κλει­διὰ ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες καὶ τὸν μπου­φὲ κι ὕ­στε­ρα ὅ­λα τα μι­κρά, με­γά­λα καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κλει­διὰ ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ουν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ κά­νει τοῦ κε­φα­λιοῦ του. Τὰ ἔ­κρυ­ψε σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ κου­τί. Τὰ πέ­τα­ξε.

        Ἦ­ταν ἕ­να αἰ­ώ­νιο σπί­τι.

        Κρα­τοῦ­σε πει­σμα­τι­κὰ κλει­στὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρά του καὶ σκο­τει­νὴ τὴν εἴ­σο­δό του. Κά­θε χρό­νο, ἐ­πέ­τρε­πε στὶς νε­ραν­τζι­ὲς νὰ ρί­χνουν τοὺς καρ­πούς τους στὰ χω­μά­τι­να τε­τρά­γω­να. Ἀ­πα­γό­ρευ­ε στὰ φὲρ φορ­ζὲ νὰ σκου­ριά­σουν.

        Ἦ­ταν ἕ­να ἥ­συ­χο σπί­τι.

        Ὁ ἀ­έ­ρας μπαι­νό­βγαι­νε ἀ­θό­ρυ­βα ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους του μέ­ρα-νύ­χτα. Δὲν τά­ρα­ζε τὸ δρο­σε­ρὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του. Μό­νο το ξε­χα­σμέ­νο στὸ πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ δέρ­μα τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ ἀ­να­τρί­χια­ζε. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ κρύ­ο ρεῦ­μα. Θυ­μό­ταν μό­νο τὴ ζέ­στη τῆς ζούγ­κλας. Ὅ­λοι εἶ­χαν κυ­λι­στεῖ πά­νω του. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν ἀγ­κα­λιά­σει τὸ κε­φά­λι του.

        Ἦ­ταν ἕ­να πι­στὸ σπί­τι.

        Στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­το πά­νω ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα ποὺ ξα­πλώ­νει ἀ­νά­σκε­λα μὲ ἀ­νοι­χτὰ τὰ μά­τια. Ἀ­κού­ει σχε­δὸν ὁ­λο­κά­θα­ρα τὸν χτύ­πο τῆς λι­ον­τα­ρί­σιας καρ­διᾶς του.

        Θὰ κα­τα­πι­εῖς τὴν πεί­να καὶ τὴ δί­ψα γιὰ τὸ μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι στὴ ζούγ­κλα.

        Θὰ στὴ χορ­τά­σω ἐ­γώ.

        Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει καὶ κλεί­νει.

        Τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν.

        Εἶ­ναι ἕ­να ἄ­σπλα­χνο σπί­τι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να μὲ τὶς δύ­ο κό­ρες της. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κα­θὼς καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Κί­τρι­νο σκο­τά­δι, ἐκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­νύ­πνιον. Ἀ­γα­πά­ει τὸ δι­ά­βα­σμα, τὸ θέ­α­τρο κι ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κό­σμο τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.


 

Μάγδα Κόσσυβα: “Ὁι Ἐραστές ΙΙ”


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


«Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ»


 ΡΕΝΕ ἦ­ταν ψη­λὸς σὰν κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νο σκιά­χτρο, εἶ­χε ἕ­να ἄ­βο­λο χα­μό­γε­λο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε συμ­πα­θῆ καὶ δυ­ὸ ἀ­γω­νι­ώ­δη μά­τια ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ φαί­νε­ται ἔ­ξυ­πνος. Ἐ­πί­σης εἶ­χε μιὰ πε­ρί­ερ­γη ἱ­κα­νό­τη­τα ἢ δυ­σκο­λί­α ἴ­σως.

        Ὅ­ταν ἔ­νι­ω­θε ἐ­ρω­τι­κὴ ἕλ­ξη γιὰ κά­ποι­ον καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν φι­λή­σει, ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε δι­α­κα­ῶς νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Ὁ­πό­τε δὲν εἶ­χε φι­λή­σει πο­τὲ κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο, ἀ­πὸ ἀ­πο­στρο­φὴ στὰ δο­λο­φο­νι­κὰ ἔν­στι­κτα ποὺ γεν­νᾶ ὁ ἔ­ρω­τας.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν χει­ρό­τε­ρα μό­λις γνώ­ρι­σε τὴν Λου­ΐζ. Μό­νο μὲ πλα­νη­τι­κὴ σύγ­κρου­ση θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συγ­κρί­νει. Ἡ Λου­ῒζ τὸν συγ­κι­νοῦ­σε ἐ­πι­κίν­δυ­να. Ἀ­πρό­θυ­μος νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται, σκέ­φτη­κε νὰ προ­τεί­νει στὴν Λου­ῒζ νὰ φι­λι­οῦν­ται μὲ ἕ­ναν μο­να­δι­κὸ τρό­πο, νὰ φο­ρᾶ­νε κου­κοῦ­λες ὅ­σο φι­λι­οῦν­ται καὶ ἔ­τσι νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον.

        Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να ἀ­που­σί­ας ἡ Λου­ῒζ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο τοῦ πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ, «Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ».

        Σὰν εὐ­χα­ρι­στή­ρια ἀ­πάν­τη­ση τῆς ἔ­στει­λε ἕ­να τη­λε­γρα­φι­κὸ σχε­δὸν μή­νυ­μα ποὺ συ­νό­ψι­ζε τὴν κα­τά­στα­σή του.

        Ἕ­να βρά­δυ τὴν βρῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του νὰ φορᾶ ἕ­να λευ­κὸ σεν­τό­νι στὸ κε­φά­λι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ζευγάρι ποὺ μιμεῖται τὸ γνωστὸ ἔργο τοῦ Ρενὲ Μαγκρὶτ «Ἐραστές II».

 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Γκαϊντούρια!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Γκαϊντούρια!

Αὐτόχθονες καὶ Ἑτερόχθονες

[τοῦ Ριχάρδου Τσούρτς]


ΤΟΠΙΚΙΣΜΟΣ εἶ­χε γεν­νή­σει πολ­λὰ κα­κὰ καὶ στὰ χρό­νια τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, για­τὶ ἀ­πὸ τό­τε οἱ ντό­πιοι, μά­λι­στα οἱ Μω­ρα­ΐ­τες, μι­σοῦ­σαν τὸ Μαυ­ρο­κορ­δά­το, τὸν με­γά­λον πο­λι­τι­κό, καὶ τοὺς Φα­να­ρι­ῶ­τες καὶ τοὺς ἄλ­λους ξέ­νους, ποὺ ἤ­τα­νε πιὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, κ’ ἔ­τσι μὲ τὰ προ­σόν­τα τους, τὴ γλωσ­σο­μά­θειά τους, περ­νού­σα­νε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γράμ­μα­τους τοὺς ντό­πιους, πο­λι­τι­κοὺς καὶ στρα­τι­ω­τι­κούς.

       Μὰ τὸ με­γά­λο κα­κὸ ξέ­σπα­σε μὲ τὸ πε­ρί­φη­μο ζή­τη­μα τοῦ «Αὐ­το­χθο­νι­σμοῦ», ποὺ ὁ Τρι­πο­λι­τσι­ώ­της Ρή­γας Πα­λα­μή­δης κι’ ἄλ­λοι Μω­ρα­ΐ­τες-Ρου­με­λι­ῶ­τες φέ­ρα­νε στὴ Συ­νέ­λευ­ση τοῦ 1843.

       Ὁ σκο­πός τους ἤ­τα­νε νὰ βά­λου­νε κά­ποι­ο φραγ­μὸ στῶν νι­ό­φερ­των [«Ἑ­τε­ρο­χθό­νων»] τὴν πλημ­μύ­ρα, ποὺ γι­νόν­τα­νε πο­λῖ­τες εὔ­κο­λα κι’ ἁρ­πά­ζα­νε τὴς δη­μό­σι­ες θέ­σεις ἀ­πὸ τοὺς ντό­πιους, ποὺ εἴ­χα­νε δώ­σει τὸ ἔ­χει καὶ τὸ αἷ­μα τους γιὰ τὸν ἀ­γῶ­να τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ γιὰ νὰ στρώ­σουν τὸ τρα­πέ­ζι ποὺ ἐρ­χόν­ταν καὶ κα­λο­κα­θί­ζαν οἱ ξε­νό­φερ­τοι. Ὅ­μως τὸν ἀ­γῶ­να τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να δὲν τὸν εἴ­χα­νε βγά­λει πέ­ρα Μω­ρα­ΐ­τες μο­να­χὰ καὶ Ρου­με­λι­ῶ­τες, μὰ ὁ­λά­κε­ρο τὸ Ἑλ­λη­νι­κό, κι’ ἄ­φη­σε τοὺς φι­λέλ­λη­νες [Εὐ­ρω­παί­ους κι’ Ἀ­να­το­λῖ­τες].

       Τρο­με­ρὸς ἦ­ταν ὁ χω­ρι­σμὸς καὶ στὴ Συ­νέ­λευ­ση καὶ στὴς ἐ­φη­με­ρί­δες, μὰ καὶ στὸν κό­σμο τὸν πο­λύ. Ἀ­φοῦ ὁ Θο­δω­ρά­κης Γρί­βας κι’ ἄλ­λοι ἀ­γράμ­μα­τοι Ἀ­γω­νι­στὲς προ­βά­λαν ἀ­κρά­τη­τοι ρή­το­ρες στὸ βῆ­μα καὶ χτυ­ποῦ­σαν τοὺς ἑ­τε­ρο­χθό­νους, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ὁ ἑ­τε­ρό­γλωσ­σος, γεν­νη­μέ­νος ἴ­σως Βούλ­γα­ρος, ἴ­σως Σέρ­βος, ποὺ μὲ τὸ ἄ­τα­χτο ἱπ­πι­κό του, ἑ­τε­ρό­γλωσ­σο κι’ αὐ­τὸ τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο, τό­σες εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει πα­λη­κα­ρι­ὲς ἐ­νάν­τια στοὺς τρο­με­ροὺς Ντε­λῆ­δες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δο­κι­μά­σῃ αὐ­τῆς τῆς λο­γῆς τὸν πό­λε­μο, τὰ λό­για τὰ ρη­το­ρι­κὰ στὸ βῆ­μα ἀ­πά­νω. Σκαρ­φα­λώ­νει τὸ λοι­πὸν ἐ­κεῖ, μὰ κα­θὼς ἀν­τι­κρύ­ζει τό­σα μά­τια, τό­σα πρό­σω­πα γε­λα­στι­κά, τρέ­μει σὰ νἄ­τα­νε κι­ο­τῆς [δει­λὸς] καὶ σὰ ν’ ἀν­τί­κρυ­σε πρώ­τη φο­ρὰ τοὺς ἄ­γριους τοὺς Ντε­λῆ­δες. Τρέ­μει, χλω­μιά­ζει, θέ­λει ν’ ἀρ­χί­σῃ ἀ­π’ τὴς πα­λι­ές του θύ­μη­σες, ὅ­ταν μὲ τοὺς πα­λιοὺς συν­τρό­φους του τοὺς «Ἑ­τε­ρό­χθο­νας» τὸν Τοῦρ­κο πο­λε­μοῦ­σε, κι’ ἀρ­χί­ζει μὲ ὑ­πό­κω­φη λα­λιὰ νὰ λέ­ῃ:

       — Ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο Πα­πά­ζο­γλου, ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο Χα­τζη-Ζορ­μπᾶ, ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο…

       Πνί­γε­ται ἡ φω­νή του καὶ μέ­νει ὀρ­θὸς ἐ­κεῖ καὶ κλαί­ει. Νε­κρι­κὴ σι­ω­πή, κι’ ἀρ­χί­ζει τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο νὰ κλαί­ῃ, κλαῖ­νε οἱ γέ­ρον­τες στρα­τι­ω­τι­κοὶ Πλη­ρε­ξού­σιοι, κλαῖν οἱ ἀ­πό­μα­χοι κ’ οἱ Φα­λαγ­γῖ­τες ἀ­κρο­α­τὲς ἀ­κρά­τη­τα, κλαῖν ὅ­λοι.

       Ὁ Πρό­ε­δρος στε­νο­χω­ρε­μέ­νος θυ­μᾶ­ται πὼς ὁ στρα­τη­γὸς Τσούρ­τσης, ὁ Ἄγ­γλος φι­λέλ­λη­νας, Ἑ­τε­ρό­χθο­νας κι’ αὐ­τός, ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σῃ καὶ βέ­βαι­α ἐ­νάν­τια στοὺς Αὐ­το­χθο­νι­στές.

       — Ὁ κ. Τσοὺρ­τς ἔ­χει τὸν λό­γον!

       Ση­κώ­νε­ται μὲ τὸ στα­νιὸ στὰ πό­δια του ὁ γέ­ρο-στρα­τη­γός, μὰ βῆ­μα δὲ μπο­ρεῖ νὰ κά­μῃ· ἀ­κουμ­πά­ει μὲ τὄ­να χέ­ρι στὸ κά­θι­σμα, ἀ­γρι­ο­κυ­τά­ζει τὸ Γρί­βα καὶ τὸν Κρι­ε­ζώ­τη, για­τὶ οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ οἱ πα­λιοὶ ἔ­πρε­πε νὰ πο­νᾶ­νε τοὺς πα­λιοὺς συν­τρό­φους, καὶ μὲ τὴν ἀγ­γλι­κή του προ­φο­ρὰ βά­νει φω­νὴ με­γά­λη:

       — Γκα­ϊν­τού­ρια!

       Καὶ σω­ρι­ά­ζε­ται κα­τά­χλω­μος στὸ κά­θι­σμά του.

       Τρέ­χουν οἱ Πλη­ρε­ξού­σιοι τα­ραγ­μέ­νοι γύ­ρω του, βλέ­πουν πὼς δὲν εἶ­χε πά­θει τί­πο­τε, παύ­ουν τό­τε τὰ κλά­μα­τα, καὶ ξαφ­νι­κὰ γέ­λια ἀ­κρά­τη­τα χύ­νον­ται παν­τοῦ γιὰ τὸ σω­στὸ καὶ ται­ρια­στὸν αὐ­τὸ λό­γο τοῦ γε­ρο-Ἀ­γω­νι­στῆ.

       Ὅ­μως καὶ πά­λι τὸ ζή­τη­μα εἶ­χε χα­θῆ, κ’ οἱ Αὐ­το­χθο­νι­στὲς κερ­δῆ­σαν τὸ σκο­πό τους(1).


(1) Ὁ Τσὼρτς (Church) πάν­τα ἤ­τανε λι­γό­λο­γος στὴ ζωή του. «…Καθ’ ὅλην τὴν πε­ρί­ο­δον τῆς ἀ­πο­λύ­του μο­ναρ­χίας, εἰς ὅλας τὰς ἐν τῷ Συμ­βου­λίῳ τῆς Ἐ­πι­κρα­τεί­ας συ­ζη­τή­σεις τῶν νο­μο­σχε­δί­ων μίαν φω­νὴν ἄ­φι­νε: “Εἶ­μαι ἐ­ναν­τί­ος”». (Ἀλ. Σού­τσου «Ἡ με­τα­βο­λὴ τῆς Γ´ Σεπτ.» ἔκδ. β´, 1844 σ. 58). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Σε­λί­δες τι­νὲς τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς βα­σι­λεί­ας Ὄ­θω­νος, Ἀ­θῆ­ναι, 1898» σ. 105.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 67-68 [Τίτλος: «135.— Γκα­ϊν­τού­ρια.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὁ Richard Church ὡς ἀξι­ω­ματι­κὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἐ­λα­φροῦ Πεζι­κοῦ τοῦ Δού­κα τῆς Ὑ­όρ­κης στὰ Ἑ­πτά­νη­σα σὲ πί­να­κα τοῦ 1813.



		

	

Γιῶργος Δουατζῆς: Μι­κρὸ δο­κί­μιο γιὰ τὸν Χρό­νο



Γιῶργος Δουατζῆς

 

Μι­κρὸ δο­κί­μιο γιὰ τὸν Χρό­νο


τοῦ­το γά­ρ ­στι­ν  χρό­νος
­ριθ­μὸς κι­νή­σε­ω­ς κα­τὰ τὸ πρό­τε­ρον καὶ ­στε­ρον
Ἀ­ρι­στο­τέ­λης (Φυ­σι­κά)

ΠΑΠΠΟΥΣ ἔ­τρε­χε μὲς στὸν χι­ο­νιᾶ κρα­τών­τας ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τὸ ἐγ­γό­νι. Ἔ­τρε­χαν ὄ­μορ­φοι κι ἀν­τάλ­λα­ζαν τοὺς ρό­λους τους μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες ξε­γε­λών­τας τὸν χρό­νο μὲ ποι­ή­μα­τα καὶ τρα­γού­δια. Δι­ό­τι ὁ χρό­νος δὲν ἔ­μα­θε ὅ­τι εἰ­κό­νες, ποι­ή­μα­τα, τρα­γού­δια, δὲν ἔ­χουν τέ­λος. Βλέ­πεις, μό­νον νὰ με­τρά­ει γνώ­ρι­ζε…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

Ρουμπίνα Γκουγιουμτζιάν: Τὸ ἀγόρι καὶ τὸ σπίτι


Ρου­μπί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν


Τὸ ἀ­γό­ρι καὶ τὸ σπί­τι


 ΣΙΩΠΗ ἄ­νοι­ξε τὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου καὶ γλί­στρη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ πά­τω­μα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς στὸ δω­μά­τιο. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ καὶ τὸ σπί­τι ἄ­δει­ο. Ὁ κα­θρέ­φτης τοῦ χὸλ ἦ­ταν πα­γω­μέ­νος καὶ βα­ρύς, ὅ­πως καὶ ὁ χρό­νος.

        Κά­θε ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε, λει­τουρ­γοῦ­σε ἄλ­λο ρο­λό­ι στὸ σπί­τι καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα στα­μα­τοῦ­σαν. Ὁ χρό­νος δὲν εἶ­χε πο­τὲ τὴ σω­στὴ ἀ­κο­λου­θί­α. Μπο­ρεῖ τὴ μιὰ στιγ­μὴ νὰ ἦ­ταν νύ­χτα καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη με­ση­μέ­ρι. Ἄλ­λες φορές, οἱ ἐναλλαγές ἦταν πιὸ ὀμαλὲς καὶ ὅλα ἔδειχναν φυσιολογικά. Σὲ κάποια δωμά­τια ἦταν καλοκαίρι, σὲ ἄλλα χειμώνας. Σὲ κάποια ἔνιωθες τὴ νοσταλγία τοῦ φθινοπώρου, σὲ ἄλλα τὴ διαύγεια τῆς ἄνοιξης. Κανείς, ὅμως, δὲν βρισκόταν ἐκεῖ νὰ παρατηρήσει τὰ παράδοξα γεγονότα.

        Στὸ πρῶ­το πά­τω­μα ὑ­πῆρ­χε ἕ­να δω­μά­τιο μὲ βι­βλί­α καὶ μπερ­δε­μέ­νες ση­μει­ώ­σεις. Σὲ ὅ­λους τοὺς τοί­χους ὑ­ψώ­νον­ταν βι­βλι­ο­θῆ­κες. Στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου βα­σί­λευ­ε ἕ­να χά­ος ἀ­πὸ στοῖ­βες βι­βλί­ων, ζω­γρα­φι­ές, ση­μει­ώ­σεις καὶ σχέ­δια, καὶ στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς ὑ­ψη­λό­τε­ρης στοί­βας, μιὰ ὑ­δρό­γει­ος σφαί­ρα ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη εὐ­λα­βι­κὰ ἀ­πέ­πνε­ε ἕ­να μυ­στη­ρι­ώ­δη σε­βα­σμό. Τὸ δω­μά­τιο αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ, για­τί ἦ­ταν τὸ μό­νο ση­μα­δε­μέ­νο ἀ­πὸ κά­ποι­α πα­ρου­σί­α.

       Ξαφ­νι­κά, ἡ σι­ω­πή, μὲ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το προ­αί­σθη­μα, γλί­στρη­σε πί­σω, κα­τέ­βη­κε τὶς σκά­λες καὶ γύ­ρι­σε στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε βγεῖ. Σύρ­θη­κε πρὸς τὸ κο­μο­δί­νο καὶ μπῆ­κε πά­λι μέ­σα στὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κλει­σε ἁ­πα­λά. Τό­τε, ἀ­κού­στη­κε ἕ­να τρί­ξι­μο καὶ ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἕ­να μι­κρὸ ἀ­γο­ρά­κι, ποὺ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα ἔ­παι­ζε στὸν κῆ­πο, μπῆ­κε μέ­σα λα­χα­νι­α­σμέ­νο καὶ κοι­τά­χτη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὸν πα­γω­μέ­νο κα­θρέ­φτη. Ὕ­στε­ρα ἔ­τρε­ξε πά­νω καὶ κλεί­στη­κε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ βι­βλί­α.

       Ὁ κα­θρέ­φτης ξε­πά­γω­σε γιὰ λί­γο καὶ ξα­να­πά­γω­σε πο­λὺ γρή­γο­ρα. Στὸ δω­μά­τιο, τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὴν ὑ­δρό­γει­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει καὶ νὰ ση­μει­ώ­νει πε­ρι­ο­χὲς ἐ­πά­νω της μὲ μο­λύ­βι. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει τὶς ἀ­κα­τα­νό­η­τες ση­μει­ώ­σεις του μὲ ἕ­να μυ­στή­ριο χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη. Κι αὐ­τὸ συ­νέ­χι­σε νὰ τὸ κά­νει δί­χως νὰ προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ὁ χρό­νος ποὺ περ­νοῦ­σε, εἴ­τε εἶ­χε σκο­τά­δι εἴ­τε φῶς, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ποὺ ἔ­βγαι­νε στὸν κῆ­πο νὰ παί­ξει. Καὶ τὰ σκόρ­πια ἀν­τι­κεί­με­να ἄλ­λα­ξαν πολ­λὲς φο­ρὲς θέ­ση μέ­σα στὸ δω­μά­τιο, ἐ­νῶ πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς πά­νω στὴν ὑ­δρό­γει­ο ἴ­σως ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ ἔ­ξω καὶ ἂν ὑ­πάρ­χει Θε­ός.



Πη­γή: Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν, ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή καὶ ἄλ­λα μι­κρὰ ­φη­γή­μα­τα, Κα­λύ­βια Ἀτ­τι­κῆς, 2019, σελ. 45-46.

Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν (Γι­ε­ρε­βὰν τῆς Ἀρ­με­νί­ας, 1989). Ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Σπού­δα­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος καὶ γρά­φει μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα (αὐ­το­έκ­δο­ση), τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βε Βρα­βεῖ­ο Ὑ­περ­βα­τι­κοῦ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὸ 22ο Πα­νελ­λή­νιο Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης καὶ Πε­ζο­γρα­φί­ας. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῆς Γρα­φῆς, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὠ­ρί­ω­νας γιὰ τὸ ἔ­τος 2017. Τὸ Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΑΝΕΨΙΟΣ τοῦ Ἀ­λῆ Φαρ­μά­κη (πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1821), ὅ­ταν ἦ­σαν κλει­σμέ­νοι εἰς τὸν πύρ­γον τοῦ θεί­ου του, ἔ­λε­γε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη:

       — »Κρῖ­μας ὁ­ποὺ δὲν εἶ­σαι Τοῦρ­κος, μέ­γας ἀ­φέν­της θὰ γί­νο­σουν.

       — »Ἂν γέ­νω Τοῦρ­κος, θὰ μὲ σου­νε­τέ­ψουν;(1)

       — »Βέ­βαι­α.

       — »Ἐ­μᾶς ὅ­ταν μᾶς βα­πτί­ζουν, μᾶς κό­βουν ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς μας τρί­χες καὶ ταῖς βά­ζουν εἰς τὸ εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἂν γί­νω Τοῦρ­κος, εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον θὰ μὲ τρα­βοῦν ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ὁ Μω­ά­μεθ ἀ­πὸ τὴν <ψωλή> καὶ δὲν θέ­λω νὰ βά­λω εἰς πα­ρό­μοι­α δι­α­φο­ρὰ δύ­ο τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»


(1) σουνέτι· περιτομή.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 278 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 185-186 [Τίτλος: «367.— Δυ­ὸ τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»].

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.