Ρόμπερτ Μανς (Robert Mans): Μαθήματα πιάνου


Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans)


Μα­θή­μα­τα Πιά­νου

(Piano Lessons)

 

ΟΙΠΟΝ, ποῦ χά­θη­κες;, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέ­ϊ, κα­θι­σμέ­νος δέ­κα χρό­νια με­τὰ στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει, ἀ­γα­πή­σει, χο­ρέ­ψει καὶ χά­σει τὴν Πι­λάρ. Ἦ­ταν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ό τους μὲ τὴν Κά­θριν, ὅ­ταν καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, ποὺ δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, καὶ εἶ­χε δεί­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα στὴ σύ­ζυ­γό του ποῦ σύ­χνα­ζε κά­πο­τε. Ὁ πορ­τι­έ­ρης μὲ τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι καὶ τὸ πα­πι­γιὸν εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», τὸ νέ­ο πιά­νο μπὰρ ποὺ ἐκ­θεί­α­ζαν πιὰ ὅ­λα τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τὰ σάϊτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ὁ­λό­λευ­κο καὶ ἀρ­κε­τὰ φω­τει­νό, μὲ τρα­πέ­ζια πα­ρα­ταγ­μέ­να μὲ τά­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να πιά­νο μὲ οὐ­ρά, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ τὸν φι­λό­ξε­νο χῶ­ρο γιὰ ἄ­το­μα τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τοῦ σι­να­φιοῦ του. Ὅ­λοι μὲ τὰ ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τους, κα­λο­στη­μέ­νοι καὶ λαμ­πε­ροί, γι­όρ­τα­ζαν τὶς ἐ­πε­τεί­ους, τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες, τὴ γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἐλ­πί­δας, μὲ τὴ συ­νο­δεί­α τοῦ Μά­ϊκ στὸ πιά­νο. Ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε σμό­κιν, ὅ­πως ταί­ρια­ζε στὴ θέ­ση του, καὶ τοὺς ἔ­παι­ζε δι­κές του πει­ραγ­μέ­νες με­λω­δί­ες ἢ τζὰζ δι­α­σκευ­ὲς γνω­στῶν τρα­γου­δι­ῶν.

        Τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Ρέ­ϊ καὶ τῆς Κά­θριν ἔ­βλε­πε τὰ πλῆ­κτρα καὶ τὰ χέ­ρια τοῦ πι­α­νί­στα καὶ ὁ Ρέϊ χά­ζευ­ε τὸ πιά­νο ὅ­λο το βρά­δυ. Ὡ­ραῖ­ο το φα­γη­τό, ὡ­ραῖ­ο καὶ τὸ κρα­σί, ὡ­ραί­α καὶ ἡ Κά­θριν. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ σχε­δὸν κα­τα­γώ­γιο μὲ τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα καὶ τὰ μουγ­κρη­τὰ τῶν ξέμ­παρ­κων μέ­θυ­σων. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του τό­τε. Λί­γο μό­νο ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη πί­στα τοῦ πιά­νου, ποὺ κα­τὰ σύμ­πτω­ση εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο ποὺ τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια του προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν μα­ζὶ μὲ τὴν Πι­λάρ.

        Τε­λεί­ω­σε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ κρα­σὶ καὶ ὁ Ρέϊ ἤ­θε­λε κι ἄλ­λο. Ἡ Κά­θριν ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­να πο­τη­ρά­κι. Περ­νοῦ­σε κα­λὰ μα­ζί του. Ση­κώ­νον­τας δει­λά το χέ­ρι, ὅ­πως ὅ­ρι­ζαν πιὰ οἱ κα­λοί του τρό­ποι, γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο καὶ τὸ μαῦ­ρο πα­πι­γιόν, ὁ Ρέϊ τὸν ἐν­τό­πι­σε κον­τὰ στὸ δι­α­κρι­τι­κὸ καὶ προ­σεγ­μέ­νο μπὰρ νὰ παίρ­νει μιὰ ἄλ­λη πα­ραγ­γε­λί­α. Μό­λις ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ μπρο­στὰ μὲ τὸν δί­σκο, ὁ Ρέϊ δι­ά­βα­σε στὴν κά­νου­λα La Rubia. Κόλ­λη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­κεῖ σε βαθ­μὸ ποὺ ἀ­νη­σύ­χη­σε τὴν Κά­θριν ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ρω­τά­ει τί εἶ­χε πά­θει καὶ ἂν εἶ­χε δεῖ κά­τι ποὺ τὸν τρό­μα­ξε. Μὰ πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέϊ. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια ἡ ἴ­δια μπί­ρα. Σὰν κά­του­ρο ἦ­ταν τό­τε. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν μπί­ρα ἐ­δῶ πέ­ρα; Καὶ δί­χως νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα του ἀ­πὸ τὸ μπάρ, πα­ρήγ­γει­λε ἐ­σπευ­σμέ­να στὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ ἀ­κό­μα γιὰ τὴ γυ­ναί­κα του καὶ μιὰ ξαν­θιὰ Rubia γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Γεύ­τη­κε τὴν κά­θε της γου­λιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν φα­νε­ρὰ πιὰ ἀ­νή­συ­χος. Ἡ Πι­λὰρ ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται νὰ χο­ρεύ­ει στὴν πί­στα. Τὰ γλυ­κό­λο­γα ποὺ πῆ­γε κά­πο­τε νὰ ξε­στο­μί­σει ἔρ­χον­ταν στὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ τὰ ξέ­πλε­νε μὲ τὴν μπί­ρα καὶ τὸ σα­κά­κι του τὸν ἔ­σκα­γε. Ση­κώ­θη­κε στὴ μι­σὴ μπί­ρα νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα. Ἡ Κά­θριν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ μί­λη­σε. Ἤ­ξε­ρε αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα νὰ ἀ­φή­νει χῶ­ρο στὸν ἄλ­λο καὶ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε αὐ­τὸ σ’ ἐ­κεί­νη.

        Οἱ του­α­λέ­τες κι αὐ­τὲς στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, δι­πλα­νὲς πόρ­τες καὶ ἡ δι­κή του κα­τει­λημ­μέ­νη ἀ­πὸ ἄλ­λον. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πε­ρί­με­νε στὸν προ­θά­λα­μο. Βυ­θι­σμέ­νος στὴ μου­σι­κὴ τοῦ πιά­νου ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λο­τι­νὴ πί­στα, ἄ­κου­σε τὴν πόρ­τα νὰ ἀ­νοί­γει καὶ τὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ στὸν νι­πτή­ρα. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα νὰ μπεῖ μέ­σα, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἡ ἀν­τρι­κὴ ποὺ ἄ­νοι­ξε, ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ τύ­πος θὰ χέ­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα τό­ση ὥ­ρα, σκέ­φτη­κε. Ἀ­κό­μα πα­ρα­συρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ρυθ­μὸ τοῦ πι­α­νί­στα, κοί­τα­ξε ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὴ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ κα­θρέ­φτης φω­το­γρά­φι­ζε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ λε­πτὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να σὲ κό­τσο γιὰ νὰ πλύ­νει τὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βα­φτεῖ, καὶ μαύ­ρη στε­νὴ φού­στα. Ὁ Ρέϊ κοκ­κά­λω­σε. Ὁ κα­θρέ­φτης τὸν ξε­γε­λοῦ­σε. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­ζέ το μπορ­ντὸ κρα­γιόν της. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τή. Τὸ κλὶκ στὴν πόρ­τα τῆς ἀν­τρι­κῆς του­α­λέ­τας τοῦ τά­ρα­ξε τὶς ἀ­να­μνή­σεις. Ὁ τύ­πος ποὺ ἔ­χε­ζε βγῆ­κε καὶ ἔ­ζω­νε τὸ που­κά­μι­σο μέ­σα στὸ κου­στού­μι του. Ὁ Ρέ­ϊ μπῆ­κε μέ­σα στὴ βρο­με­ρὴ του­α­λέ­τα καὶ κρα­τών­τας τὴ μύ­τη καὶ τὴ ζω­ή του σὲ ἀ­να­μο­νή, κα­τού­ρη­σε τὴ μι­σὴ μπί­ρα καὶ τὸ μι­σὸ μπου­κά­λι κρα­σί. Δὲν γί­νε­ται, σκε­φτό­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα. Τρα­βών­τας τὸ κα­ζα­νά­κι, ἄ­κου­σε «Mi amor» μέ­σα στὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε πιὰ τε­λει­ώ­σει καὶ φύ­γει.

        Γύ­ρι­σε στὸ τρα­πέ­ζι σὰν νὰ εἶ­χε μό­λις δεῖ φάν­τα­σμα. Ἡ Κά­θριν ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ κρα­σί της καὶ δὲν εἶ­δε τὰ ξαν­θά του δά­κρυ­α νὰ χά­νον­ται μέ­σα στὴν μπί­ρα, κα­θὼς ἐ­πί­τη­δες τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ μά­γου­λά του, γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ δῆ­θεν. Δὲν τῆς εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γιὰ τὴν Πι­λάρ, γιὰ τὸ ταν­γκό, γιὰ τὰ «Mi amor» ποὺ κά­θε βρά­δυ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ τῆς πεῖ καὶ δὲν τῆς ἔ­λε­γε τε­λι­κά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀ­φή­σει σύ­ξυ­λο στὴν πί­στα καὶ χα­θεῖ γιὰ πάν­τα.

        Ὁ Μά­ϊκ χά­ι­δευ­ε τὰ πλῆ­κτρα μὲ τὰ τζὰζ χέ­ρια του καὶ πα­ρα­μόρ­φω­νε με­λω­δί­ες γνω­στῶν ρὸκ συγ­κρο­τη­μά­των ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ τὰ χω­νέ­ψουν οἱ θα­μῶ­νες τῆς ἀ­νώ­τε­ρης τά­ξης. «Without you, I’m nothing» ἔ­λε­γε τὸ πιά­νο καὶ ὁ Ρέ­ϊ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἐ­κεί­νη στὴν του­α­λέ­τα ἢ στὴν μπί­ρα ἢ στὴν πί­στα ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ.



 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hel­lenic A­me­ri­can U­niver­sity στὴν Ἀ­θή­να.


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ ἀργεντινοῦ ζωγράφου Fabian Perez (1967).


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: