Ξένια Ψαρροῦ: Τὸ κῆτος


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Τὸ κῆ­τος


ΙΧΑ ΦΤΙΑΞΕΙ τὴ μι­κρή μου αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἀ­νά­με­σα στὸν τρα­πε­ζί­τη καὶ στὸν φρο­νι­μί­τη τοῦ κή­τους. Ὁ τρα­πε­ζί­της ἦ­ταν χα­λα­σμέ­νος κι εἶ­χα χω­θεῖ στὴν τρύ­πα αὐ­τὴ χρό­νια τώ­ρα. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­τε μὲ κα­τά­πι­ε. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ τὴ γλώσ­σα του προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὲ βγά­λει γιὰ νὰ μὲ πά­ει κα­τευ­θεί­αν στὴν κόκ­κι­νη ἄ­βυσ­σο τοῦ στο­μα­χιοῦ του. Ὅ­μως γρή­γο­ρα χω­νό­μου­να στὴ δεύ­τε­ρη τρυ­πού­λα ποὺ εἶ­χα φτιά­ξει, στὴ ρί­ζα τοῦ φρο­νι­μί­τη, καὶ σω­νό­μουν. Βέ­βαι­α, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­νῶ γλεν­τοῦ­σα ἀ­πὸ μιὰ νί­κη μου κιν­δύ­νευ­α, ἀλ­λὰ πά­λι σω­νό­μουν τὴ τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Οὐ­ρα­νὸ ἔ­βλε­πα μό­νο ἂν ἄ­νοι­γε τὸ στό­μα του. Ζοῦ­σα μέ­σα στὸ νε­ρὸ μα­ζί του: ἀ­νέ­πνε­α κα­νο­νι­κά! Μό­νο ποὺ δὲν με­γά­λω­να. Κα­λύ­τε­ρα, για­τί ἀλ­λι­ῶς δὲν θὰ χω­ροῦ­σα ἐ­κεῖ μέ­σα. Ζα­ρω­μέ­νη σὰν ἔμ­βρυ­ο, καὶ τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρὸ ἀ­κί­νη­τη. Κι αὐ­τὸ κα­λὸ ἦ­ταν. Εἶ­δα πολ­λοὺς νὰ περ­νοῦν καὶ νὰ χά­νον­ται μέ­σα του. Του­λά­χι­στον ζοῦ­σα.

        Τὸ κῆ­τος πρέ­πει νὰ ἤ­τα­νε τε­ρά­στιο για­τί κα­τά­πι­νε ὁ­λό­κλη­ρα κα­ρά­βια: τὰ ἔ­βλε­πα ποὺ χά­νον­ταν στὸ στο­μά­χι του. Κά­ποι­οι κα­τά­φερ­ναν νὰ πια­στοῦν ἀ­π’ τὰ δόν­τια του. Μά­λι­στα, ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἄλ­λον τρα­πε­ζί­τη ζοῦ­σε ἕ­νας ὀ­δον­τί­α­τρος πού μοῦ ἔ­δι­νε ὁ­δη­γί­ες γιὰ τὸ δόν­τι. Εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ πι­ά­σου­με κά­τι σχοι­νιὰ ἀ­πὸ ἕ­να κα­ρά­βι καὶ νὰ τὰ δέ­σου­με στὰ δόν­τια ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με. Ἕ­να βρά­δυ —ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς πάν­τα βρά­δυ ἤ­τα­νε— ὅ­ταν τὸ κῆ­τος κοι­μό­ταν, πέ­ρα­σα ἀ­πέ­ναν­τι: πί­να­με κρα­σά­κι, λέ­γα­με ἱ­στο­ρί­ες καὶ μοῦ μά­θαι­νε τὰ μυ­στι­κά τῶν δον­τι­ῶν. Μοῦ ἄ­ρε­σε ὁ ἄν­δρας αὐ­τὸς καὶ τε­λι­κά τὰ φτι­ά­ξα­με, ἀλ­λὰ ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μεί­νει ὁ κα­θέ­νας στὸν τρα­πε­ζί­τη του, για­τί οἱ ἔ­ρω­τες κά­τω ἀ­πὸ τέ­τοι­ες συν­θῆ­κες ἦ­ταν ἀμ­φι­βό­λου ποι­ό­τη­τας. Λέ­γα­με πολ­λὰ ἀ­στεῖ­α, πὼς ἂν κά­πο­τε βγαί­να­με ἀ­πὸ τὸ θη­ρί­ο θὰ παίρ­να­με ἕ­να δά­νει­ο γιὰ νά … χτί­σου­με μιὰ κα­λὴ σχέ­ση, μιᾶς καὶ ξέ­ρου­με δυ­ὸ τρα­πε­ζί­τες… Ἐ­πί­σης, γε­λού­σα­με πο­λὺ ὅ­ταν λέ­γα­με πὼς εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲν μᾶς κα­τά­πι­ε φά­λαι­να για­τὶ θὰ τρώ­γα­με μό­νο πλαγ­κτόν…

        Τὶς μέ­ρες ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν ἀ­φό­ρη­τη ζω­γρά­φι­ζα στε­ρι­ές, πά­νω στὰ δόν­τια του. Μά­θαι­να, ὅ­μως, καὶ κά­τι κα­λὸ ἐ­κεῖ μέ­σα: τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τοῦ μι­κροῦ χώ­ρου. Μέ­χρι γρα­φεῖ­ο εἶ­χα κά­νει ἀ­πὸ ἕ­να κα­τάρ­τι ποὺ εἶ­χε σφη­νω­θεῖ στὸ δόν­τι. Καὶ πάν­τα κοι­μό­μουν δε­μέ­νη μ’ ἕ­να σχοι­νὶ ἀ­πὸ τὸ μι­κρό μου δω­μά­τιο. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ξε­χνι­ό­μουν καὶ μὲ τρα­βοῦ­σε ἡ ἄ­βυσ­σος, μὲ κρα­τοῦ­σε τὸ σχοι­νά­κι αὐ­τό. Κά­ποι­οι ἄλ­λοι με­γα­λο­πι­ά­στη­καν κι ἔ­χτι­σαν βί­λες στὸν οὐ­ρα­νί­σκο του καὶ στὰ μπρο­στι­νὰ δόν­τια ἀλ­λὰ τοὺς ἔ­φα­γε ἡ μαύ­ρη νύ­χτα… Μοῦ ἀρ­κοῦ­σε ποὺ ζοῦ­σα.

        Ἡ ζω­ή μου, γε­νι­κά, ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­τη. Ὅ­μως, εἶ­χα ὁ­ρί­σει μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ γι­ορ­τά­ζω τὴ γι­ορ­τὴ τῆς ἀ­ση­μαν­τό­τη­τας. Ἦ­ταν γιὰ μέ­να κά­τι σὰν ἐ­θνι­κὴ ἐ­πέ­τει­ος. Μό­νο ποὺ κά­θε χρό­νο εἶ­χα ἄλ­λη ση­μαί­α: μιὰ χρο­νιὰ ἦ­ταν ἕ­να πα­πού­τσι, τὴν ἄλ­λη ἕ­να σω­σί­βιο, τὴν ἑ­πό­με­νη μιὰ ση­μα­δού­ρα. Ἔ­τσι, με­τροῦ­σα τὰ χρό­νια…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ψαρ­ροῦ Ξέ­νια (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ χο­ρο­θέ­α­τρο γιὰ παι­διά, γρά­φει ποί­η­ση καὶ μυ­θο­πλα­σί­α. Βι­βλί­α της: Ἡ Πέ­τρα καὶ ὁ βρά­χος (ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, μυ­θο­πλα­σί­α, 2017), Τὸ παι­δί, (ποί­η­ση, 2018, ἐκδ. Πα­να­γό­που­λος), κ.ἄ. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: