Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Συνέντευξη γιὰ τὴν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)

 

Συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὴν μικρομυθοπλασία

στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008


Πῶς ἀλ­λη­λε­πι­δρᾷ ὁ τί­τλος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α;


ΟΠΟΤΕ ΕΠΙΛΕΓΩ ἕ­ναν τί­τλο, προ­σπα­θῶ νὰ βρῶ μιὰ συν­θή­κη ποὺ νὰ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ῃ τὴ βα­θύ­τε­ρη οὐ­σί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας. Τὸ «Χα­στού­κι» [=«Slam»] συμ­πυ­κνώ­νει γιὰ μέ­να τὴν ἐγ­γε­νῆ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα ποὺ κρύ­βε­ται στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς μη­τέ­ρας νὰ δεί­ξῃ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Εὔ­χο­μαι νὰ κα­τα­φέρ­νῃ [ὁ τί­τλος] νὰ ἐκ­φρά­σῃ τὸ αἴ­σθη­μα μιᾶς γυ­ναῖ­κας ποὺ προ­σπα­θῇ νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θῇ ὡς μη­τέ­ρα πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ζω­ῆς ποὺ χα­στου­κί­ζει τό­σο αὐ­τὴ ὅ­σο καὶ τὸ παι­δί της κα­θὼς προ­σπα­θοῦν νὰ ὑ­περ­πη­δή­σουν τὴ βί­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἐμ­πό­διο στὸν διά­βα τους.


Μοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λὺ οἱ εἰ­κό­νες τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῶν οὐ­λῶν – ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι, καὶ οἱ στοι­χι­σμέ­νοι με­νε­ξε­δέ­νιοι γυ­μνο­σά­λια­γκες. Ἕ­να ψά­ρι καὶ γυ­μνο­σά­λια­γκες… Πλά­σμα­τα…

 

Μιὰ ἀ­πὸ τὶς χα­ρὲς τῆς συγ­γρα­φῆς εἶ­ναι τὸ νὰ ἔ­χῃς ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτῃ στοι­χεῖ­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­κά­λε­στα καὶ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴ γρα­φὴ ἀ­θέ­λη­τα. Ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­χνὰ κρύ­βει μέ­σα της μυ­στη­ρι­ώ­δεις ποι­ό­τη­τες. Δου­λεύ­ει σ’ ἐ­πί­πε­δα, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στα­δια­κά. Δὲν εἶ­χα πα­ρα­τη­ρή­σει τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πλα­σμά­των αὐ­τῶν ὥ­σπου μοῦ τὰ ἐ­πε­σή­μα­νες, ὡ­στό­σο λει­τουρ­γοῦν ἐν προ­κει­μέ­νῳ μιᾶς καὶ ἡ μη­τρό­τη­τα εἶ­ναι τρό­πον τι­νὰ σὰν ἕ­να γλι­στε­ρὸ ψά­ρι.


Τὸ τέ­λος μὲ ἐν­θου­σιά­ζει. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­γῶ­να με­τα­ξὺ τῆς ἐλ­πί­δας καὶ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας. Ἡ κό­ρη τσα­λα­κώ­νει τὶς ζω­γρα­φι­ές της καὶ τὶς πε­τᾷ στὰ σκου­πί­δια· ἡ μη­τέ­ρα τὶς ἀ­να­σύ­ρει καὶ τὶς σι­δε­ρώ­νει. Ἡ σύγ­κρου­ση, στὴν οὐ­σια, συ­νε­χί­ζε­ται, ὡ­στό­σο ἡ τε­λι­κὴ σκη­νὴ ἀ­νή­κει στὴν ἐλ­πί­δα. Πι­στεύ­εις ὅ­τι ἡ μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ κα­τα­λή­γῃ σὲ χαρ­μό­συ­νο μή­νυ­μα;


Ὁ Ρόμ­περτ Μπέρ­ντεττ Σου­ΐτ, στὸ Writing Towards Wisdom: The Writer as Shaman (Helios, 1990) ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν δη­μι­ου­ρι­κῶν ἀ­τό­μων εἶ­ναι ἡ τε­ρά­στια ἀ­νο­χὴ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ουν στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας τὴν ἄ­γνοι­α. Γρά­φε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σε­τε τί συμ­βαί­νει καὶ για­τί. Ἐ­φό­σον ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­το­συγ­γρά­φε­ται, δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ γνω­ρί­ζε­τε τὸ τέ­λος. Οὔ­τε τὴ μέ­ση. Ἐν­δε­χο­μέ­νως οὔ­τε κὰν τὴν ἀρ­χή».

     Νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ ἐμ­μο­νὴ μὲ τὸ χαρ­μό­συ­νο τέ­λος ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να μέ­σο ποὺ ἐ­πι­στρα­τεύ­ου­με ἐ­νάν­τια στὴν ἀ­μη­χα­νί­α μας ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Προσ­λαμ­βά­νεις τὸ σι­δέ­ρω­μα τῆς μη­τέ­ρας ὡς ἐλ­πι­δο­φό­ρα χει­ρο­νο­μί­α. Ἐ­γὼ τὸ βλέ­πω ὡς τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σή της ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ μό­νο ποὺ θὰ λά­βῃ νἆ­ναι τσα­λα­κω­μέ­να σκου­πί­δια ἂν ἡ κό­ρη της προ­βῇ ἐκ νέ­ου σὲ ἐ­πί­θε­ση πρὸς τοὺς Προ­γό­νους της.

     Οἱ ἀμ­φί­ση­μοι ἐ­πί­λο­γοι ἀ­νοί­γουν τὸ πε­δί­ο τῆς πα­ρα­γω­γῆς νο­ή­μα­τος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Πό­τε θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των σου 100 Papers;


Κα­λῶς ἐ­χόν­των τῶν πραγ­μά­των πρό­κει­ται νὰ σε­λι­δο­ποι­η­θῇ αὐ­τὴ τὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ θὰ τυ­πω­θῇ μέ­χρι τὰ τέ­λη Μαρ­τί­ου. Ὁ ἐκ­δό­της μου εὐ­ε­λι­πι­στεῖ νὰ τὸ πα­ρου­σιά­σῃ στὴν Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Κέ­ηπ Τά­ουν φέ­τος τὸν Ἰ­ού­νιο.


Ἐ­νῷ δι­ά­βα­ζα προ­σε­κτι­κὰ τὶς αἰ­τή­σεις τῆς ἐ­τή­σιας ὑ­πο­τρο­φί­ας Kathy Fish, ἐ­ξε­πλά­γην ἀ­πὸ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς —πα­ρα­φρά­ζον­τας— ἕ­να βο­η­θη­τι­κὸ μέ­σο ἔκ­φρα­σης. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δὲν ἔ­γρα­φαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­ποῦ­σαν αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα ἢ ἐ­πει­δὴ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­σαν κά­ποι­αν ἄλ­λη μορ­φὴ μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δὲν τοὺς κά­λυ­πτε πλέ­ον. Ἀν­τι­θέ­τως, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴ σύν­θε­ση με­γα­λύ­τε­ρων ἔρ­γων – δι­η­γη­μά­των, συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ὡς πρω­τα­θλή­τρια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ βρῆ­κα ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό. Εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λι­γό­τε­ρο συ­ναρ­πα­στι­κή, εἴ­τε συγ­γρα­φι­κὰ εἴ­τε ἀ­να­γνω­στι­κά, ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρης ἔ­κτα­σης ἔρ­γα; Ἢ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ δὲν ἔ­χει ἀ­πο­δε­χθεῖ ἀ­κό­μα τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα;


Συμ­φω­νῶ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ποὺ δὲν γί­νε­ται ἐ­παρ­κῶς κα­τα­νο­η­τή. Ἡ ἄ­πο­ψή μου εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κι ἕ­νας πί­να­κας μι­νι­α­τού­ρα, εἶ­ναι ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νος. Ὅ­πως μιὰ μι­νι­α­τού­ρα δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴν πλη­ρό­τη­τα τοῦ με­γα­λεί­ου της μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Ἂν ἤ­μουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὰ προ­σα­να­το­λι­σμέ­νη θὰ ὁ­δη­γοῦ­σα τὴν με­τα­πτυ­χια­κή μου δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α σὲ μιὰ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­τας ἄλ­λα ἕ­ξι χρό­νια πά­νω-κά­τω, ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ν’ αὐ­τὴ ἡ φι­λο­δο­ξί­α μου. Δὲν μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς ὁ­που­δή­πο­τε, πα­ρὰ πρὸς τὸν δι­κό της μυ­στη­ρια­κὸ καὶ ἀ­στα­θῆ πυ­ρή­να. Ἡ αἴ­σθη­σή μου εἶ­ναι ὅ­τι ἡ κα­λύ­τε­ρη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φι­λο­δο­ξεῖ ἁ­πλὰ νὰ εἶ­ν’ ὁ ἑ­αυ­τός της, προ­σκα­λῶν­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ συλ­λο­γι­στῇ καὶ νὰ ἔρ­θῃ πρὸς αὐ­τήν.

     Ὑ­πο­ψι­ά­ζο­μαι ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴ­ φόρ­μα μὲ με­γα­λύ­τε­ρες προσ­δο­κί­ες δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νουν νὰ γρά­ψουν κα­λὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Τού­του λε­χθέν­τος, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἄ­σκη­ση ποὺ δι­δά­σκει οἰ­κο­νο­μί­α καὶ βελ­τι­στο­ποι­εῖ τὴν ποι­η­τι­κὴ φαν­τα­σί­α. Ἡ ἀ­κρί­βεια αὐ­τὴ ὀ­φε­λεῖ ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες συγ­γρα­φι­κὲς μορ­φὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἐμ­πλα­κῇ κα­νείς.

     Ὅ­πως οἱ πι­α­νί­στες ἐ­ξα­σκοῦν­ται σὲ κλί­μα­κες καὶ ἀρ­πέ­τζιο, νο­μί­ζω ὅ­τι κά­θε συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει νὰ ἐ­ξα­σκῇ τα­κτι­κὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ὡ­στό­σο ἡ ἀ­να­λο­γί­α εἶ­ναι προ­βλη­μα­τι­κή, δι­ό­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι κα­τὰ πο­λὺ πιὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τη κι ἀ­π’ τὶς πιὸ λαμ­πρὲς ἀ­κό­μα μου­σι­κὲς κλί­μα­κες.


Για­τί γρά­φεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, καὶ ποῦ βλέ­πεις ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σῃ αὐ­τό;


Μὲ τὰ λό­για τοῦ Στὴβ Μπά­ι­κο, «Γρά­φω ὅ,τι μοῦ ἀ­ρέ­σει».

     Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ὁ­δη­γεῖ σ’ ἕ­να τα­ξί­δι ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης καὶ ἔκ­πλη­ξης, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐ­πι­χει­ρῶ νὰ δι­αρ­ρή­ξω τὸ δι­ά­φα­νο πε­ρί­βλη­μά της. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ φόρ­μα, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­νω πολ­λὲς ὧ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος μου ἂν ἀ­φε­θῶ. Κι ὅ­μως, ἀ­κό­μα κι ἂν μοῦ κλέ­βῃ πο­λύ­τι­μο χρό­νο ἢ ἂν ἂ­να­λώ­νο­μαι σ’­αὐ­τό, ὁ­δη­γοῦ­μαι σ’ ἕ­ναν δη­μι­ουρ­γι­κὸ χῶ­ρο ἀ­φάν­τα­στης εὐ­χα­ρί­στη­σης καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας.


 

Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008

http://www.smokelong.com/smoking-with-liesl-jobson-3/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony. Διαβάστε στὸ ἱστολόγιό μας τὸ διήγημά της “Χαστούκι” (“Slam”).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

 http://ptinologion.wordpress.com


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: