Ἀπόστoλος Μαϊκίδης: Φωτιστικό γραφείου


Ἀ­πό­στο­λος Μα­ϊ­κί­δης

 

Φω­τι­στι­κό γρα­φεί­ου


Ε ΤΟ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΕ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα μὲ τὸν Ἀλ­τί­νο­γλου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὸ θρά­σος νὰ ἐκ­φρά­σει πα­ρά­πο­να γιὰ τὴ χα­μη­λὴ ἐ­πί­δο­ση τοῦ γιοῦ του στὰ θε­ρι­νὰ τμή­μα­τα, ναί κύ­ρι­ε Ἀλ­τί­νο­γλου, ἀλ­λὰ τὸ φρον­τι­στή­ριο ξέ­ρε­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει καὶ θαύ­μα­τα ἂν ὁ ἄλ­λος δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, ἀ­κού­στη­κε ἕ­να κρὰκ ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Ἀ­μέ­σως με­τά, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που συν­δέ­ον­ται οἱ βρα­χί­ο­νες, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει δώ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δεῖγ­μα κα­τα­πό­νη­σης, κα­τέρ­ρευ­σε, καὶ ὁ μὲν ἐ­πά­νω βρα­χί­ο­νας προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ πλη­κτρο­λό­γιο, ὁ δὲ κῶ­νος, ἀρ­χι­κὰ ἀ­να­πή­δη­σε στὸ γρα­φεῖ­ο καὶ στὴ συ­νέ­χεια στα­μά­τη­σε, ἀ­ξι­ώ­νον­τας νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σω γιὰ τὸ ἀ­τό­πη­μα. Φω­τι­στι­κό της πλά­κας, ὅ,τι δί­νεις παίρ­νεις, σκέ­φτη­κα, με­ρι­μνών­τας χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ γιὰ τὴ δι­ά­δο­χη κα­τά­στα­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ ἐν­δε­λε­χῆ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἔ­ρευ­να πα­ρήγ­γει­λα ἕ­να ἀρ­θρω­τὸ χάρ­μα ὀ­φθαλ­μῶν, ἀ­παύ­γα­σμα γερ­μα­νι­κῆς λε­πται­σθη­σί­ας καὶ στι­βα­ρό­τη­τας. Ἡ ἐν­το­λὴ γιὰ χρέ­ω­ση τῆς πι­στω­τι­κῆς μου κάρ­τας, ὑ­πο­σχό­ταν ἕ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον, τὸ δι­ό­λου ἀ­με­λη­τέ­ο τί­μη­μα προ­ϊ­δέ­α­ζε γι’ αὐ­τό, ἕ­να μέλ­λον πάμ­φω­το θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νείς, ἢ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα κα­τ’ ἐ­πι­λο­γὴν φω­τι­ζό­με­νο, κα­θὼς τὸ προ­ϊ­ὸν εἶ­ναι ἐ­φο­δι­α­σμέ­νο μὲ ρο­δέ­λα αὐ­ξο­μεί­ω­σης τῆς ἔν­τα­σης τοῦ ἐκ­πεμ­πό­με­νου φω­τός, για­τί ἄλ­λο πράγ­μα οἱ ὧ­ρες τῆς δου­λειᾶς, κι ἄλ­λο τῆς χα­λά­ρω­σης.

        Σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­φτα­σε ἡ πα­ραγ­γε­λί­α, τὸ φω­τι­στι­κό τὸ συ­ναρ­μο­λό­γη­σα μό­νος μου, τὸ ἔ­στη­σα ὅ­πως ἔ­πρε­πε, νὰ τὸ βλέ­πουν ὅ­λοι νὰ τὸ κα­μα­ρώ­νουν, τώ­ρα ποὺ ἄρ­χι­σαν κι οἱ ἐγ­γρα­φές. Τί τὰ θέ­λεις ὅ­μως; Με­λε­τών­τας τὸ φυλ­λά­διο τῶν ὁ­δη­γι­ῶν, δι­α­πί­στω­σα κα­τά­πλη­κτος σὲ κά­ποι­α ἀν­θυ­πο­πα­ρά­γρα­φο πρὸς τὸ τέ­λος ὅ­τι «ἡ διά­ρκεια ζω­ῆς τοῦ λαμ­πτή­ρα εἶ­ναι τριά­ντα χι­λιά­δες ὧ­ρες, δι­ά­στη­μα με­τὰ τὴν πα­ρέ­λευ­ση τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συ­σκευ­ὴ πρέ­πει νὰ ἀ­πορ­ρι­φθεῖ». Ἔ­στει­λα μέ­ιλ στὸ κα­τά­στη­μα, «σω­στὰ κα­τα­λά­βα­τε» ἡ ἀ­πάν­τη­ση, με­τὰ δὲν ἄν­τε­ξα, ἔ­στει­λα καὶ στὰ κεν­τρι­κὰ τῆς ἐ­ται­ρί­ας, σὲ γνω­στὴ κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ πό­λη, ἀ­πάν­τη­ση μέ­χρι τώ­ρα δὲν ἔ­χω πά­ρει, λέ­ω αὐ­τὸ εἶ­ναι κο­ρο­ϊ­δί­α, τό­σα χρή­μα­τα καὶ με­τὰ στὰ σκου­πί­δια, τριά­ντα χι­λιά­δες ὧ­ρες, ἅ­μα τὸ δι­αι­ρέ­σεις μὲ τὸ ὀ­κτώ, λί­αν ἐ­πι­ει­κῶς δη­λα­δή, εἶ­ναι τρεῖς χι­λιά­δες ἑ­πτα­κό­σι­ες πε­νῆν­τα μέ­ρες ἐρ­γα­σί­ας, δέ­κα χρό­νια καὶ κά­τι, δὲν εἶ­ναι λί­γο θὰ πεῖ κα­νείς, ἀλ­λὰ τὰ χρό­νια τὰ ἄ­τι­μα φεύ­γουν, θὰ πῶ ἐ­γώ, καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πράγ­μα ποὺ θὰ ἤ­θε­λα στὰ ἑ­ξῆν­τα δύ­ο μου θὰ ἦ­ταν νὰ μεί­νω μό­νος μὲ τὸ κου­φά­ρι ἑ­νὸς φω­τι­στι­κοῦ, κι ἄς εἶ­ναι καὶ τὸ κα­λύ­τε­ρο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Μα­ϊ­κί­δης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1972 στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: