Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Συνέντευξη γιὰ τὴν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)

 

Συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὴν μικρομυθοπλασία

στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008


Πῶς ἀλ­λη­λε­πι­δρᾷ ὁ τί­τλος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α;


ΟΠΟΤΕ ΕΠΙΛΕΓΩ ἕ­ναν τί­τλο, προ­σπα­θῶ νὰ βρῶ μιὰ συν­θή­κη ποὺ νὰ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ῃ τὴ βα­θύ­τε­ρη οὐ­σί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας. Τὸ «Χα­στού­κι» [=«Slam»] συμ­πυ­κνώ­νει γιὰ μέ­να τὴν ἐγ­γε­νῆ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα ποὺ κρύ­βε­ται στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς μη­τέ­ρας νὰ δεί­ξῃ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Εὔ­χο­μαι νὰ κα­τα­φέρ­νῃ [ὁ τί­τλος] νὰ ἐκ­φρά­σῃ τὸ αἴ­σθη­μα μιᾶς γυ­ναῖ­κας ποὺ προ­σπα­θῇ νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θῇ ὡς μη­τέ­ρα πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ζω­ῆς ποὺ χα­στου­κί­ζει τό­σο αὐ­τὴ ὅ­σο καὶ τὸ παι­δί της κα­θὼς προ­σπα­θοῦν νὰ ὑ­περ­πη­δή­σουν τὴ βί­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἐμ­πό­διο στὸν διά­βα τους.


Μοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λὺ οἱ εἰ­κό­νες τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῶν οὐ­λῶν – ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι, καὶ οἱ στοι­χι­σμέ­νοι με­νε­ξε­δέ­νιοι γυ­μνο­σά­λια­γκες. Ἕ­να ψά­ρι καὶ γυ­μνο­σά­λια­γκες… Πλά­σμα­τα…

 

Μιὰ ἀ­πὸ τὶς χα­ρὲς τῆς συγ­γρα­φῆς εἶ­ναι τὸ νὰ ἔ­χῃς ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτῃ στοι­χεῖ­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­κά­λε­στα καὶ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴ γρα­φὴ ἀ­θέ­λη­τα. Ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­χνὰ κρύ­βει μέ­σα της μυ­στη­ρι­ώ­δεις ποι­ό­τη­τες. Δου­λεύ­ει σ’ ἐ­πί­πε­δα, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στα­δια­κά. Δὲν εἶ­χα πα­ρα­τη­ρή­σει τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πλα­σμά­των αὐ­τῶν ὥ­σπου μοῦ τὰ ἐ­πε­σή­μα­νες, ὡ­στό­σο λει­τουρ­γοῦν ἐν προ­κει­μέ­νῳ μιᾶς καὶ ἡ μη­τρό­τη­τα εἶ­ναι τρό­πον τι­νὰ σὰν ἕ­να γλι­στε­ρὸ ψά­ρι.


Τὸ τέ­λος μὲ ἐν­θου­σιά­ζει. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­γῶ­να με­τα­ξὺ τῆς ἐλ­πί­δας καὶ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας. Ἡ κό­ρη τσα­λα­κώ­νει τὶς ζω­γρα­φι­ές της καὶ τὶς πε­τᾷ στὰ σκου­πί­δια· ἡ μη­τέ­ρα τὶς ἀ­να­σύ­ρει καὶ τὶς σι­δε­ρώ­νει. Ἡ σύγ­κρου­ση, στὴν οὐ­σια, συ­νε­χί­ζε­ται, ὡ­στό­σο ἡ τε­λι­κὴ σκη­νὴ ἀ­νή­κει στὴν ἐλ­πί­δα. Πι­στεύ­εις ὅ­τι ἡ μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ κα­τα­λή­γῃ σὲ χαρ­μό­συ­νο μή­νυ­μα;


Ὁ Ρόμ­περτ Μπέρ­ντεττ Σου­ΐτ, στὸ Writing Towards Wisdom: The Writer as Shaman (Helios, 1990) ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν δη­μι­ου­ρι­κῶν ἀ­τό­μων εἶ­ναι ἡ τε­ρά­στια ἀ­νο­χὴ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ουν στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας τὴν ἄ­γνοι­α. Γρά­φε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σε­τε τί συμ­βαί­νει καὶ για­τί. Ἐ­φό­σον ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­το­συγ­γρά­φε­ται, δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ γνω­ρί­ζε­τε τὸ τέ­λος. Οὔ­τε τὴ μέ­ση. Ἐν­δε­χο­μέ­νως οὔ­τε κὰν τὴν ἀρ­χή».

     Νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ ἐμ­μο­νὴ μὲ τὸ χαρ­μό­συ­νο τέ­λος ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να μέ­σο ποὺ ἐ­πι­στρα­τεύ­ου­με ἐ­νάν­τια στὴν ἀ­μη­χα­νί­α μας ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Προσ­λαμ­βά­νεις τὸ σι­δέ­ρω­μα τῆς μη­τέ­ρας ὡς ἐλ­πι­δο­φό­ρα χει­ρο­νο­μί­α. Ἐ­γὼ τὸ βλέ­πω ὡς τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σή της ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ μό­νο ποὺ θὰ λά­βῃ νἆ­ναι τσα­λα­κω­μέ­να σκου­πί­δια ἂν ἡ κό­ρη της προ­βῇ ἐκ νέ­ου σὲ ἐ­πί­θε­ση πρὸς τοὺς Προ­γό­νους της.

     Οἱ ἀμ­φί­ση­μοι ἐ­πί­λο­γοι ἀ­νοί­γουν τὸ πε­δί­ο τῆς πα­ρα­γω­γῆς νο­ή­μα­τος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Πό­τε θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των σου 100 Papers;


Κα­λῶς ἐ­χόν­των τῶν πραγ­μά­των πρό­κει­ται νὰ σε­λι­δο­ποι­η­θῇ αὐ­τὴ τὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ θὰ τυ­πω­θῇ μέ­χρι τὰ τέ­λη Μαρ­τί­ου. Ὁ ἐκ­δό­της μου εὐ­ε­λι­πι­στεῖ νὰ τὸ πα­ρου­σιά­σῃ στὴν Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Κέ­ηπ Τά­ουν φέ­τος τὸν Ἰ­ού­νιο.


Ἐ­νῷ δι­ά­βα­ζα προ­σε­κτι­κὰ τὶς αἰ­τή­σεις τῆς ἐ­τή­σιας ὑ­πο­τρο­φί­ας Kathy Fish, ἐ­ξε­πλά­γην ἀ­πὸ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς —πα­ρα­φρά­ζον­τας— ἕ­να βο­η­θη­τι­κὸ μέ­σο ἔκ­φρα­σης. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δὲν ἔ­γρα­φαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­ποῦ­σαν αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα ἢ ἐ­πει­δὴ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­σαν κά­ποι­αν ἄλ­λη μορ­φὴ μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δὲν τοὺς κά­λυ­πτε πλέ­ον. Ἀν­τι­θέ­τως, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴ σύν­θε­ση με­γα­λύ­τε­ρων ἔρ­γων – δι­η­γη­μά­των, συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ὡς πρω­τα­θλή­τρια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ βρῆ­κα ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό. Εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λι­γό­τε­ρο συ­ναρ­πα­στι­κή, εἴ­τε συγ­γρα­φι­κὰ εἴ­τε ἀ­να­γνω­στι­κά, ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρης ἔ­κτα­σης ἔρ­γα; Ἢ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ δὲν ἔ­χει ἀ­πο­δε­χθεῖ ἀ­κό­μα τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα;


Συμ­φω­νῶ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ποὺ δὲν γί­νε­ται ἐ­παρ­κῶς κα­τα­νο­η­τή. Ἡ ἄ­πο­ψή μου εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κι ἕ­νας πί­να­κας μι­νι­α­τού­ρα, εἶ­ναι ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νος. Ὅ­πως μιὰ μι­νι­α­τού­ρα δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴν πλη­ρό­τη­τα τοῦ με­γα­λεί­ου της μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Ἂν ἤ­μουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὰ προ­σα­να­το­λι­σμέ­νη θὰ ὁ­δη­γοῦ­σα τὴν με­τα­πτυ­χια­κή μου δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α σὲ μιὰ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­τας ἄλ­λα ἕ­ξι χρό­νια πά­νω-κά­τω, ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ν’ αὐ­τὴ ἡ φι­λο­δο­ξί­α μου. Δὲν μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς ὁ­που­δή­πο­τε, πα­ρὰ πρὸς τὸν δι­κό της μυ­στη­ρια­κὸ καὶ ἀ­στα­θῆ πυ­ρή­να. Ἡ αἴ­σθη­σή μου εἶ­ναι ὅ­τι ἡ κα­λύ­τε­ρη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φι­λο­δο­ξεῖ ἁ­πλὰ νὰ εἶ­ν’ ὁ ἑ­αυ­τός της, προ­σκα­λῶν­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ συλ­λο­γι­στῇ καὶ νὰ ἔρ­θῃ πρὸς αὐ­τήν.

     Ὑ­πο­ψι­ά­ζο­μαι ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴ­ φόρ­μα μὲ με­γα­λύ­τε­ρες προσ­δο­κί­ες δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νουν νὰ γρά­ψουν κα­λὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Τού­του λε­χθέν­τος, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἄ­σκη­ση ποὺ δι­δά­σκει οἰ­κο­νο­μί­α καὶ βελ­τι­στο­ποι­εῖ τὴν ποι­η­τι­κὴ φαν­τα­σί­α. Ἡ ἀ­κρί­βεια αὐ­τὴ ὀ­φε­λεῖ ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες συγ­γρα­φι­κὲς μορ­φὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἐμ­πλα­κῇ κα­νείς.

     Ὅ­πως οἱ πι­α­νί­στες ἐ­ξα­σκοῦν­ται σὲ κλί­μα­κες καὶ ἀρ­πέ­τζιο, νο­μί­ζω ὅ­τι κά­θε συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει νὰ ἐ­ξα­σκῇ τα­κτι­κὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ὡ­στό­σο ἡ ἀ­να­λο­γί­α εἶ­ναι προ­βλη­μα­τι­κή, δι­ό­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι κα­τὰ πο­λὺ πιὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τη κι ἀ­π’ τὶς πιὸ λαμ­πρὲς ἀ­κό­μα μου­σι­κὲς κλί­μα­κες.


Για­τί γρά­φεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, καὶ ποῦ βλέ­πεις ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σῃ αὐ­τό;


Μὲ τὰ λό­για τοῦ Στὴβ Μπά­ι­κο, «Γρά­φω ὅ,τι μοῦ ἀ­ρέ­σει».

     Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ὁ­δη­γεῖ σ’ ἕ­να τα­ξί­δι ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης καὶ ἔκ­πλη­ξης, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐ­πι­χει­ρῶ νὰ δι­αρ­ρή­ξω τὸ δι­ά­φα­νο πε­ρί­βλη­μά της. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ φόρ­μα, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­νω πολ­λὲς ὧ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος μου ἂν ἀ­φε­θῶ. Κι ὅ­μως, ἀ­κό­μα κι ἂν μοῦ κλέ­βῃ πο­λύ­τι­μο χρό­νο ἢ ἂν ἂ­να­λώ­νο­μαι σ’­αὐ­τό, ὁ­δη­γοῦ­μαι σ’ ἕ­ναν δη­μι­ουρ­γι­κὸ χῶ­ρο ἀ­φάν­τα­στης εὐ­χα­ρί­στη­σης καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας.


 

Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008

http://www.smokelong.com/smoking-with-liesl-jobson-3/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony. Διαβάστε στὸ ἱστολόγιό μας τὸ διήγημά της “Χαστούκι” (“Slam”).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

 http://ptinologion.wordpress.com


Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος: Η Μίνα



Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος


Ἡ Μί­να


ΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ δε­κα­ε­τί­α τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ἡ Μί­να δὲν εἶ­χε χρό­νο, οὔ­τε νὰ γνω­ρί­σει σχο­λεῖ­ο οὔ­τε νὰ βι­ώ­σει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν.

     Παι­δού­λα ἀ­κό­μη, πρὶν τὴ Μι­κρα­σί­α, ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ τὴν δώ­σουν γιὰ δου­λά­κι σὲ μιὰ μι­κρο­α­στι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Πει­ραι­ᾶ, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ συ­νή­θει­ο γιὰ τὶς πο­λυ­με­λεῖς φτω­χὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν νη­σι­ῶν μὲ πολ­λὲς θυ­γα­τέ­ρες.

     Τὴν ἔ­φε­ρε μὲ ἕ­να κα­ΐ­κι ὁ με­γά­λος καὶ μο­να­δι­κὸς ἀ­δελ­φός της ἀ­πὸ τὶς Σπέ­τσες, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, καὶ τὴν πα­ρά­δω­σε στὴν Πει­ραι­ώ­τι­κη οἰ­κο­γέ­νεια.

     Μό­λις τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­κεῖ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος, ξέ­νη ἀ­νά­με­σα σὲ ξέ­νους, ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει σπα­ρα­κτι­κά, ποῦ εἶ­σαι μά­να νὰ φω­νά­ζει, καὶ δὲν στα­μά­τη­σε τὸ κλά­μα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα. Στὴν ἀρ­χή, τὴν ἔ­πι­α­σαν μὲ τὸ κα­λό, τῆς εἶ­παν θὰ περ­νά­ει κα­λύ­τε­ρα ἐ­δῶ ἀ­πὸ τὸ νη­σί της, θὰ τρώ­ει κα­νο­νι­κά, θὰ ντύ­νε­ται κι ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­νε, θὰ τῆς ἔ­βρι­σκαν ἕ­να κα­λὸ παλ­λη­κά­ρι νὰ παν­τρευ­τεῖ. Με­τὰ τὴν φο­βέ­ρι­σαν, τῆς εἶ­παν θὰ τὴν πε­τά­ξουν στὸ δρό­μο μό­νη κι ἔ­ρη­μη, λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θ’ ἄρ­χι­ζαν νὰ τὴν ξυ­λο­φορ­τώ­νουν. Τί­πο­τε αὐ­τή. Νὰ κλαί­ει ὑ­στε­ρι­κά. Εἶ­δαν κι ἀ­πο­εῖ­δαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­στει­λαν μή­νυ­μα στὶς Σπέ­τσες, νὰ ἔλ­θουν νὰ τὴν πά­ρουν πί­σω.

     Στα­μά­τη­σε νὰ κλαί­ει μό­νο ὅ­ταν ξα­να­εῖ­δε τὸν ἀ­δελ­φό της, ἕ­να μή­να με­τά, νὰ χτυ­πά­ει τὸ ρό­πτρο τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ νὰ τὴν παίρ­νει μα­ζὶ μὲ τὸ μπο­γα­λά­κι της. Πί­σω στὶς Σπέ­τσες!

     Ἔ­γι­νε ἡ Μι­κρα­σί­α, με­τα­νά­στευ­σε ὁ ἀ­δελ­φὸς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, νὰ τὰ φέ­ρει βόλ­τα ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, νὰ προι­κι­στοῦν οἱ πέν­τε ἀ­δελ­φὲς ποὺ τοῦ ἔ­λα­χαν καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, νὰ βρεῖ γαμ­προὺς νὰ τὶς παν­τρέ­ψει.

     Βρῆ­κε καὶ γιὰ τὴ Μί­να τὸν Μι­χά­λη. Λυ­γε­ρό­κορ­μο πα­λι­κά­ρι, νη­σι­ώ­της, ἀ­πὸ τὴ Σύ­μη, ναυ­τι­κὸς στὰ βα­πό­ρια, παν­τρεύ­τη­καν καὶ με­τα­κό­μι­σαν σὲ μιὰ κά­μα­ρα στὸν Πει­ραι­ά. Σὲ λί­γες μέ­ρες ὁ Μι­χά­λης μπαρ­κά­ρει, ἀ­φή­νον­τας ἔγ­κυ­ο τὴ Μί­να.

     Λί­γο πρίν, λί­γο με­τὰ τὴ γέν­να, τῆς ἦλ­θε μή­νυ­μα, ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ Μι­χά­λης στὸ βα­πό­ρι καὶ πέ­θα­νε, τὸν ἔ­θα­ψαν στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Πό­σα βρά­δια εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ μα­ζί; Τέσ­σε­ρα; Πέν­τε; Οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει κα­λὰ-κα­λά. Γεν­νι­έ­ται τὸ παι­δί, κο­ρί­τσι, καὶ σὲ λί­γες μέ­ρες πε­θαί­νει κι αὐ­τό. Χω­ρὶς ὄ­νο­μα.

     Ἔ­κτο­τε ἡ Μί­να πα­ρα­δέ­χτη­κε τὸ ἀ­με­τά­κλη­το τῶν γε­γο­νό­των. Μιὰ ζω­ὴ πέν­θος. Του­λά­χι­στον, ἀ­φοῦ παν­τρεύ­τη­καν ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἀ­δελ­φὲς κι ἔ­κα­ναν με­γά­λες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὑ­πῆρ­χε πάν­τα ὁ ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­μει­νε γε­ρον­το­πα­λί­κα­ρο ἐ­ξαι­τί­ας της, γιὰ νὰ τὴν φρον­τί­ζει, νὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει καὶ νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σει ἕ­να σπί­τι γιὰ νὰ μέ­νουν.

     Ἐ­κεῖ ξα­να­βρῆ­κε ἀρ­γό­τε­ρα τὴ φω­νή της. Μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ τρα­γου­δά­ει μό­νη μὲ τὴ γάρ­γα­ρη φω­νὴ της τὸν «Κα­πε­τὰν-Ἀν­τρέ­α Ζέ­πο» καὶ τὴν «Μπρα­τσέ­ρα», κα­θα­ρί­ζον­τας ὅ­λη τὴν ὥ­ρα καὶ με­τὰ μα­νί­ας τὸ σπι­τι­κὸ καὶ τὰ μου­τζού­ρι­κα ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ. Τὶς ὧ­ρες τῆς σχό­λης, κα­θι­σμέ­νη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Πει­ραι­ώ­τι­κου σπι­τιοῦ, στὴ σκιὰ τῆς πε­λώ­ριας λε­μο­νιᾶς ποὺ κά­λυ­πτε μέ­χρι καὶ τὰ κε­ρα­μί­δια, ἔ­βα­ζε νὰ τὶς δι­α­βά­ζουν τὶς κοι­νω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις ἀ­πὸ τὸ νη­σί της σὲ το­πι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ λά­βαι­νε ἀ­νελ­λι­πῶς, νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες συμ­πα­τρι­ω­τῶν καὶ συ­νοι­κι­ῶν τοῦ τό­που της, νὰ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες τῶν πη­γα­δι­ῶν τοῦ νη­σιοῦ ποὺ πα­ρα­φυ­λᾶ­νε νὰ ξε­λο­γιά­σουν τοὺς ἄν­τρες, ὅ­ταν ξε­μέ­νουν ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ τὰ βρά­δια, νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ἄ­στρα καὶ τοὺς και­ρούς, νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει τοὺς μῆ­νες καὶ τὰ δί­σε­κτα χρό­νια, νὰ ἱ­στο­ρεῖ τὸν Τά­σο καὶ τὴν Πα­γώ­να σὲ κεν­τή­μα­τα καὶ σὲ κουρ­τι­νά­κια πα­ρα­θύ­ρων.

     Μὲ τὸν και­ρό, ἡ Μί­να ἀ­πο­δέ­χτη­κε τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἄν­τρα-συ­ζύ­γου καὶ τὸν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸν ἄν­τρα-ἀ­δελ­φό, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ζή­σα­νε μα­ζὶ μέ­χρι θα­νά­του. Εὐ­νου­χι­σμέ­νοι καὶ οἱ δύ­ο, γκρι­νι­ά­ζον­τας συ­νε­χῶς με­τα­ξύ τους γιὰ τὸ πα­ρα­μι­κρό, ὡς σύ­ζυ­γοι σὲ χω­ρι­στὰ κρε­βά­τια. Ἐ­κεί­νη στὴν κα­μα­ρού­λα της, δί­πλα στὴν κου­ζί­να, μιὰ πα­ραγ­κού­λα στὴν αὐ­λὴ κι ἐ­κεῖ­νος στὸ δω­μά­τιό του. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια, γιὰ νοί­κια­σμα, γιὰ ἕ­να πε­νι­χρὸ πρό­σθε­το εἰ­σό­δη­μα στὶς πε­νι­χρὲς ἀ­πο­λα­βὲς τοῦ μα­ου­νι­έ­ρη ἀ­δελ­φοῦ, καὶ κα­νέ­νας νοι­κά­ρης νὰ μὴν στε­ρι­ώ­νει. Μιὰ ζω­ὴ ὅ­μως μα­ζί, σχε­δὸν ἕ­νας αἰ­ώ­νας, μέ­χρι καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80.


(Πει­ραι­ᾶς, 1985)


Πη­γή: Σπε­τσι­ώ­τι­κη Ἠ­χώ, πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Ἕ­νω­σης Σπε­τσι­ω­τῶν, τχ. 139, Ἰ­αν.-Μάρτ. 2017, σελ. 15.

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος (Πει­ραι­ᾶς, 1949). Σπούδασε στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στήμιο Ἀ­θηνῶν, ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Lancaster (UK) καὶ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πε­ρι­φε­ρεια­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ποι­ή­μα­τα, ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρου­σιά­σεις καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ. Ὑ­πῆρ­ξε ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Διαβάζω καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς (1976-1983). Ἔχει έκδόσει τέσσερις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς πρώ­της ἐξ αὐ­τῶν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή.


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi): Ἡ Ἀγάπη σὲ κάνει καινούργιο


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi)


Ἡ Ἀ­γά­πη σὲ κά­νει και­νούρ­γιο

(Love is always an innovation)


ΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ μέ­ρος μὲ κα­κὴ θέ­α. Θὰ χώ­ρι­ζαν, αὐ­τὸ εἶ­χαν πεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ τε­λευ­ταί­α τους συ­νεύ­ρε­ση. Θὰ ἦ­ταν ἄ­γρια, ὅ­σο πιὸ ἄ­γρια γι­νό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ εἶ­χε φτά­σει νω­ρί­τε­ρα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ μυα­λό της. Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει τὸ τη­λέ­φω­νό της ἀ­νοι­χτὸ γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ τὰ παι­διά της κι ὁ Πί­τερ τῆς ἔ­στελ­ναν συ­νέ­χεια μη­νύ­μα­τα. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο φί­λο ποὺ πέ­θαι­νε. Χα­χά­νι­ζε, κα­θὼς ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὴν ἄ­φη­σαν ἥ­συ­χη, οἱ μό­νοι ποὺ εἶ­χε στὸν κό­σμο. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της ἦ­ταν σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, τῆς ἄ­ρε­σε νὰ λέ­ει. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός, ἦ­ταν κα­θ’ ὁ­δόν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἐ­ξά­σκη­ση, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­κτι­μά­ει τὴ βι­αι­ό­τη­τα στὸ κρε­βά­τι. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­πι­δει­ξί­ας. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πής. Τί δι­α­φο­ρὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ στὴ ζω­ή της! Μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα νὰ πρέ­πει νὰ ἀλ­λά­ξουν καὶ νὰ ἀ­να­δι­ορ­γα­νω­θοῦν γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της, τὸ και­νού­ριο αὐ­τὸ ἄ­το­μο.

        Μέ­χρι αὐ­τὸν ἐ­δῶ, εἶ­χε πά­ει μὲ πέν­τε ἢ ἕ­ξι ἄν­τρες καὶ εἶ­χε τὰ μά­τια της κλει­στὰ στὴ διά­ρκεια. Νευ­ρι­κὴ καὶ ἀρ­κε­τὰ ἀγ­χω­μέ­νη, ὥ­στε νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νη­συ­χί­α της, εἶ­χε τρέ­ξει μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι χρει­α­ζό­ταν. Πί­στευ­ε πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ντρε­πό­ταν. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τὸ τραῦ­μα. Ἔ­κα­νε τὴν κα­λὴ γιὰ τὸ δι­κό της κα­λό. Με­ρι­κὲς φο­ρές, πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νεις τοὺς ἄλ­λους νὰ σὲ μι­σοῦν.

        Ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει. Τὴ ρω­τοῦ­σε τί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, τῆς ἐ­ξη­γοῦ­σε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει. «Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα σου νὰ βά­λω τὰ δά­χτυ­λά μου, σκύ­ψε, ἄ­νοι­ξε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δεῖ­ξε μου. Πρέ­πει νὰ δῶ.» Τὴν ἔ­κα­νε κι ἐ­κεί­νη νὰ μι­λά­ει. Τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὶς λέ­ξεις τώ­ρα. Βλέ­πεις, οἱ δυ­ό τους ἦ­ταν τὸ κά­τι ἄλ­λο.

        Ἕ­νας χον­τρός, τρι­χω­τὸς καὶ πο­λυ­ά­σχο­λος ἄν­τρας, ἕ­να γου­ρού­νι, ἕ­νας πω­λη­τής, ἕ­νας ψεύ­της καὶ ἀ­λα­ζό­νας, μὲ μιὰ φω­νὴ πιὸ φαλ­λι­κὴ ἀ­πὸ τὴν ψω­λή του. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε μὲ τὸν κύ­ριο Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸ κα­τέ­φε­ρ­ε ἕ­να πλῆγ­μα σὲ ὅ,τι γνώ­ρι­ζε. Τὴν ἔ­κα­νε τό­σο ἀ­βὰν-γκὰρντ ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοῦ κό­ψει τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ δόν­τια, νὰ τὸ με­τα­φέ­ρει μα­κριὰ καὶ νὰ ἀ­ναγ­κά­σει ὅ­ποι­ον ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ φο­ρά­ει.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, κοι­τών­τας ἔ­ξω μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­κουμ­πι­σμέ­νες στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­νῶ ἀ­ε­ρο­πλά­να δι­έ­σχι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ κό­σμος κι­νοῦν­ταν πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα της, τὰ πέ­τα­ξε κά­τω καὶ βά­δι­σε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ πα­πού­τσια της, γυ­μνὴ μέ­σα σὲ ἕ­να κου­τί, νι­ώ­θον­τας πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρη ἔ­τσι.

        Εἴ­μα­στε ἀ­νώ­μα­λοι στὴ φαν­τα­σί­α μας κι ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ὁ ἑ­αυ­τός της, ὅ­πως λέ­νε. Τό­τε, ξέ­ρεις πὼς δὲν ἔ­χεις τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἐ­αυ­τοῦ σου. Ὁ Ἔ­ρω­τας τὴν ἔ­σπρω­χνε πα­ρα­πέ­ρα καὶ τὸ σὲξ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ δι­και­ο­σύ­νη, ἀ­πο­φά­σι­σε. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ ἡ ἀ­η­δί­α ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νες δί­δυ­μες: ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι βί­αι­η καὶ μι­ση­τή. Ἔ­γρα­φε λί­στες μὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες γιὰ νὰ θυ­μί­σει στὸν ἑ­αυ­τὸ της ποι­ό εἶ­δος μι­ση­τῆς εἶ­χε στὸ μυα­λό της. Ἀ­κό­μα δὲν κα­τα­νο­οῦ­σε ἀ­πὸ ποῦ πή­γα­ζε ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἀλ­λα­γὴ ἢ ποι­όν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ρω­τή­σει γι’ αὐ­τό.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Στὰ εἴ­κο­σι τῆς εἶ­χε πεῖ κά­ποι­ος πὼς δὲν θὰ κα­τα­νο­οῦ­σε τὸ πά­θος προ­τοῦ φτά­σει στὰ σα­ράν­τα ἢ δὲν θὰ τὸ ἄν­τε­χε πρὶν τὰ σα­ράν­τα πέν­τε της. Ἀ­κό­μα καὶ τό­τε, δὲν θὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά: τί προ­ει­δο­ποί­η­ση! Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­μως, δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­να σῶ­μα. Ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖς ὅ­ποι­ον σὲ κά­νει τό­σο πα­ρά­λο­γο.

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἡ λα­γνεί­α της ἦ­ταν πο­λὺ με­τρι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ κά­τι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἀ­π’ ὅ­σο σκό­πευ­ε, τὸν φι­λοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Τὴν εἶ­χε γδύ­σει ὡς τὸ με­δού­λι της. Λέ­νε πὼς πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς νὰ βα­σί­ζε­σαι σὲ ἄλ­λους. Κι ἂν εἶ­ναι τό­σο κα­λοὶ γιὰ σέ­να ποὺ ξε­χνᾶς ὅ­λα τὰ ἄλ­λα;

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σκέ­φτη­κε νὰ μπεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ τὸν ξαφ­νιά­σει ὅ­ταν θὰ ἐρ­χό­ταν. Θὰ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ σα­στι­σμέ­νος καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πῶς θὰ ἦ­ταν χω­ρὶς ἐ­κεί­νη, πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε εὐ­τυ­χί­α. Ἴ­σως κα­θό­ταν. Μπο­ρεῖ νὰ συλ­λο­γι­ό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν τρο­μά­ξει. Ἤ­θε­λε νὰ κα­πνί­σει, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα δὲν ἄ­νοι­γαν. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τοῦ ἄ­ρε­σε, για­τὶ εἶ­χε κα­ταρ­ρεύ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὴν εἶ­χαν κλεί­σει σὲ κλι­νι­κὴ ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο μυα­λό. Ἴ­σως νὰ νό­μι­ζε πὼς ἄν­θρω­ποι σὰν ἐ­κεί­νη, θὰ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σύν­το­μα, ὅ­πως λέ­νε, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν. Εἶ­χαν κά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ κά­νουν μα­ζί. Ἀ­κό­μα τὸν ἤ­θε­λε, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ κά­νει πά­λι, ἀλ­λὰ εἶ­χε οἰ­κο­γέ­νεια. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε μιὰ φι­λε­νά­δα νὰ μοι­ρά­ζε­ται τὸ κρουα­σάν του, ὄ­χι μιὰ τρε­λά­ρα νὰ ψά­χνει ἕ­να δω­μά­τιο γιὰ νὰ τὴ βρεῖ.

        Ἦ­ταν στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ πε­ρί­με­νε νὰ δεῖ τὶς γκρί­ζες του σό­λες. Σύν­το­μα, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴ φυ­λὴ τῶν Ἀ­γά­μη­των. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λά­ει, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὸν κά­νει νὰ βα­ρι­έ­ται. Οἱ τρε­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­ώ­χνουν τοὺς ἄλ­λους. Φο­βό­ταν νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σει, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο φο­βό­ταν τὸν θά­να­το. Τὸ πά­θος ἔ­κα­νε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ζω­ὴ ἀ­δύ­να­τη καὶ κλό­νι­ζε τὸ ση­μεῖ­ο μη­δὲν τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εὐ­τυ­χῶς.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὰ παι­διά της, τὸ κα­θῆ­κον της ἦ­ταν νὰ φρον­τί­ζει τὸν ἄρ­ρω­στο σύ­ζυ­γό της. Μα­ζί του ἦ­ταν σὰν νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ κά­νεις ἔ­ρω­τα μὲ τὴ μά­να σου. Ἠ­θι­κὴ ἦ­ταν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πεις αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πᾶς γιὰ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις κά­ποι­ον ποὺ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τώ­ρα, εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς ὁ ἄ­σχη­μος ἄν­τρας ἦ­ταν ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πῶς συμ­βα­δί­ζουν, ὅ­μως, αὐ­τὲς οἱ ἰ­δέ­ες;

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μά­θει. Με­τὰ ἀπ’ αὐ­τό, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ μα­νί­α νὰ ξε­χά­σει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ κεί­νη.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου τὶς ὧ­ρες, τὰ λε­πτά, τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ ἐ­κεῖ­νος γί­νει φάν­τα­σμα κι ἐ­κεί­νη ἔρ­θει στὰ συγ­κα­λά της. Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ὁ­που­δή­πο­τε πε­ρι­μέ­νει ὁ­τι­δή­πο­τε, πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­γά­πη.



Πη­γή: Hanif Kureishi, What Happened? Faber & Faber (2019).


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi) (Κέντ, Ἀγ­γλί­α, 1954). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Κὶν­γκς Κό­λε­τζ τοῦ Λον­δί­νου. Γρά­φει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, σε­νά­ρια καὶ δο­κί­μια. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Whitbread γιὰ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο συγ­γρα­φέ­α τὸ 1990 γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Βού­δας τῶν Προ­α­στί­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ θέ­α­τρο, ἐ­νῶ τὰ σε­νά­ριά του ἔ­χουν γί­νει ται­νί­ες ἀ­πὸ σκη­νο­θέ­τες ὅ­πως ὁ Στί­βεν Φρί­αρς. Κα­τέ­χει τὸν τι­μη­τι­κὸ τί­τλο τοῦ Ἱπ­πό­τη τῶν Τε­χνῶν καὶ τῶν Γραμ­μά­των.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κη­ς (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Χαστούκι



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)


Χα­στού­κι

(Slam)


ΚΟΡΗ ΤΗΣ ἐ­πέ­στρε­φε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρό. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ μά­θαι­νε ξα­νὰ νἆ­ναι Μα­μά. Ἔ­πει­τα, θὰ μά­θαι­νε πό­τε μπο­ρεῖ ν’ ἀγ­κα­λιά­ζῃ, καὶ πό­τε νὰ συγ­κρα­τεῖ­ται.

     Δε­κα­πέν­τε χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, ἡ κό­ρη της ἦ­ταν ἕ­να πρό­ω­ρα γεν­νη­μέ­νο βρέ­φος μὲς σὲ μιὰ θερ­μο­κοι­τί­δα καὶ ζύ­γι­ζε ἀ­κρι­βῶς ἕ­να κι­λό. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της ὁ­δη­γοῦ­σε ὣς τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο στὶς 04:00 π.μ. ἁ­πλὰ καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὴ δῇ ν’ ἀ­να­πνέ­ῃ. Τῆς σκά­ρω­νε να­νου­ρί­σμα­τα, ὥ­σπου κοι­μό­ταν πλά­ι στὶς ὀ­θό­νες. Ἔ­πλε­κε μάλ­λι­να ―μυ­τε­ρὰ στὴν κο­ρυ­φὴ σὰν ξω­τι­κοῦ― σκου­φά­κια, ποὺ ἔ­φτα­ναν τὸ μέ­γε­θος ἑ­νὸς μή­λου, ὡ­στό­σο ἕ­να πρω­ῒ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λει­πε, μιὰ νο­ση­λεύ­τρια ἀ­π’ τὴν κλι­νι­κὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων ἀ­σθε­νῶν ποὺ ἀ­να­πλή­ρω­νε κά­ποι­ον στὴ ΜΕΘ τῶν νε­ο­γέν­νη­των, το­πο­θέ­τη­σε τὴ λά­θος ται­νί­α στό πρό­σω­πο τοῦ βρέ­φους προ­κει­μέ­νου νὰ σι­γου­ρέ­ψῃ τὸν τρο­φο­δο­τι­κὸ σω­λή­να. Ὅ­ταν αὐ­τὴ ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­φαι­ρε­θῇ, τὸ ἀ­νώ­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ βρε­φι­κοῦ δέρ­μα­τος σκί­στη­κε, δη­μι­ουρ­γῶν­τας ἕ­να κά­πα­λο, κι’ ἀρ­γό­τε­ρα μιὰν οὐ­λὴ στὸ ζυ­γω­μα­τι­κὸ τοῦ νε­ο­γνοῦ, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε κα­τα­λή­γον­τας νὰ μοιά­ζῃ μὲ ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι.

     Ὅ­ταν ἦ­ταν νή­πιο, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σῃ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῇ σα­πού­νι γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ ἐκ­ζέ­μα­τος τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ τὴν ἄ­λει­φε μὲ τὴν ὑ­δα­ρῆ κρέ­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἀ­φροὺς μὲς στὴ λε­κά­νη. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ βλά­βη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­ξε­νή­σῃ ὁ ἀ­φρι­κα­νι­κὸς ἥ­λιος, ἱ­κε­τεύ­ον­τας τὸ νε­α­ρὸ πλέ­ον κο­ρί­τσι νὰ φο­ρᾷ κα­πέ­λο, ἀν­τη­λια­κὴ προ­στα­σί­α, προ­ει­δο­ποι­ῶν­τας την πα­ράλ­λη­λα γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση φα­κί­δων καὶ τὸν καρ­κί­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ κό­ρη της ἐρ­χό­ταν σπί­τι τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα ὡς ἐ­πι­σκέ­πτρια, θὰ ρω­τοῦ­σε μὲ τὴ σει­ρά της τὴ μη­τέ­ρα της γιὰ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς κρέ­μες γιὰ τὰ σπυ­ρά­κια, καὶ γιὰ προ­ϊ­όν­τα ἐ­νυ­δά­τω­σης. Θὰ ψώ­νι­ζαν πα­ρέα. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ τῆς ἀ­γό­ρα­ζε κι ἀ­ρώ­μα­τα, λέ­γον­τάς της, Γιὰ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι κά­θε φο­ρὰ ποὺ θὰ τὸ μυ­ρί­ζῃς.

     Τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πέ­κτη­σε πλέ­ον νέ­α ση­μά­δια σὰν στοι­χι­σμέ­νους με­νε­ξε­δέ­νιους γυ­μνο­σά­λια­γκες, ποὺ ἕρ­πον­ται στὸ μπρά­τσο της, ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τα­φέ­ρῃ κα­νεὶς νὰ τ’ ἀγ­γί­ξῃ. Ἀ­φό­του ἔ­κο­ψε τὶς φλέ­βες της, ὁ δερ­μα­το­λό­γος της τῆς πρό­τει­νε νὰ κά­νουν πλα­στι­κὰ ράμ­μα­τα, ὡ­στό­σο οἱ πιὸ βα­θι­ὲς ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς το­μὲς πα­ρα­λί­γο νὰ φτά­σουν στὴν ἁρ­τη­ρί­α. Ἡ μη­τέ­ρα τρί­βει ἔ­λαι­ο ἀ­πὸ κυ­νό­ρο­δο στὸ δέρ­μα τοῦ παι­διοῦ της, προ­σπα­θῶν­τας νὰ κα­τα­πρα­ΰ­νῃ τὸν χη­λο­ει­δῆ ἱ­στό, ἐν­θυ­μού­με­νη τὶς πα­λι­ές της ἀ­νη­συ­χί­ες, ποὺ εἶ­χαν πιὰ πε­τά­ξει μα­κριὰ σὰν φου­σκά­λες σὲ πο­τή­ρι ἀ­να­ψυ­κτι­κοῦ, ἀ­νά­λα­φρες σὰν κον­φε­τὶ ἀ­πὸ ρυ­ζό­χαρ­το.

     Ὅ­ταν παν­τρεύ­τη­κε τὸν πα­τέ­ρα τοῦ παι­διοῦ της, τὸ δέρ­μα της ἦ­ταν κα­θα­ρό. Δὲν εἶ­χε στίγ­μα­τα ἀ­ϋ­πνί­ας, οὔ­τε με­λα­νι­ὲς ἀ­π’ τὶς ἀ­να­κρί­σεις στὶς ἕν­τε­κα, τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴ μί­α, στὶς δύ­ο. Μό­νον οἱ ἀρ­γοὶ χτύ­ποι τοῦ ρο­λο­γιοῦ ἦ­ταν μάρ­τυ­ρες στὸν φό­βο της.

     Τώ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα ἀ­κού­ει τὶς σι­ω­πη­λὲς ὧ­ρες τὴν κό­ρη της νὰ στρι­φο­γυρ­νᾷ στὸν ὕ­πνο της. Ἀ­κού­ει τὶς σοῦ­στες τοῦ κρε­βα­τιοῦ νὰ τρί­ζουν, κά­θε ποὺ τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­νε­ται γιὰ νὰ πά­ῃ στὴν του­α­λέ­τα. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α ἀ­να­ρω­τι­έ­ται γιὰ τὰ φο­ρέ­μα­τα τοῦ ἐ­τή­σιου χο­ροῦ τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σης, γιὰ τὰ νυ­φι­κά. Τὸ κο­ρί­τσι σχε­διά­ζει μὲ ξυ­λομ­πο­γι­ὲς στὸ τε­τρά­διό της, δαν­τε­λέ­νια μα­νί­κια ἢ τού­λια, μα­κρι­ὲς φοῦ­στες ποὺ νὰ κα­λύ­πτουν τὰ ση­μά­δια ἀ­π’ τὰ χα­ρα­κω­μέ­να κα­λά­μια καὶ τοὺς μη­ρούς της.

     Ἡ μη­τέ­ρα βρί­σκει τὶς ζω­γρα­φι­ὲς ὅ­ταν τὸ κο­ρί­τσι λεί­πει στὸ σχο­λεῖ­ο, τσα­λα­κω­μέ­νες στὰ σκου­πί­δια της. Τὶς παίρ­νει καὶ κα­θὼς τὶς σι­δε­ρώ­νει, ὁ ἀ­έ­ρας πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­π’ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ζε­στοῦ χαρ­τιοῦ.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008:

http://www.smokelong.com/slam/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com

Ἀπόστoλος Μαϊκίδης: Φωτιστικό γραφείου


Ἀ­πό­στο­λος Μα­ϊ­κί­δης

 

Φω­τι­στι­κό γρα­φεί­ου


Ε ΤΟ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΕ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα μὲ τὸν Ἀλ­τί­νο­γλου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὸ θρά­σος νὰ ἐκ­φρά­σει πα­ρά­πο­να γιὰ τὴ χα­μη­λὴ ἐ­πί­δο­ση τοῦ γιοῦ του στὰ θε­ρι­νὰ τμή­μα­τα, ναί κύ­ρι­ε Ἀλ­τί­νο­γλου, ἀλ­λὰ τὸ φρον­τι­στή­ριο ξέ­ρε­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει καὶ θαύ­μα­τα ἂν ὁ ἄλ­λος δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, ἀ­κού­στη­κε ἕ­να κρὰκ ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Ἀ­μέ­σως με­τά, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που συν­δέ­ον­ται οἱ βρα­χί­ο­νες, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει δώ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δεῖγ­μα κα­τα­πό­νη­σης, κα­τέρ­ρευ­σε, καὶ ὁ μὲν ἐ­πά­νω βρα­χί­ο­νας προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ πλη­κτρο­λό­γιο, ὁ δὲ κῶ­νος, ἀρ­χι­κὰ ἀ­να­πή­δη­σε στὸ γρα­φεῖ­ο καὶ στὴ συ­νέ­χεια στα­μά­τη­σε, ἀ­ξι­ώ­νον­τας νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σω γιὰ τὸ ἀ­τό­πη­μα. Φω­τι­στι­κό της πλά­κας, ὅ,τι δί­νεις παίρ­νεις, σκέ­φτη­κα, με­ρι­μνών­τας χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ γιὰ τὴ δι­ά­δο­χη κα­τά­στα­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ ἐν­δε­λε­χῆ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἔ­ρευ­να πα­ρήγ­γει­λα ἕ­να ἀρ­θρω­τὸ χάρ­μα ὀ­φθαλ­μῶν, ἀ­παύ­γα­σμα γερ­μα­νι­κῆς λε­πται­σθη­σί­ας καὶ στι­βα­ρό­τη­τας. Ἡ ἐν­το­λὴ γιὰ χρέ­ω­ση τῆς πι­στω­τι­κῆς μου κάρ­τας, ὑ­πο­σχό­ταν ἕ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον, τὸ δι­ό­λου ἀ­με­λη­τέ­ο τί­μη­μα προ­ϊ­δέ­α­ζε γι’ αὐ­τό, ἕ­να μέλ­λον πάμ­φω­το θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νείς, ἢ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα κα­τ’ ἐ­πι­λο­γὴν φω­τι­ζό­με­νο, κα­θὼς τὸ προ­ϊ­ὸν εἶ­ναι ἐ­φο­δι­α­σμέ­νο μὲ ρο­δέ­λα αὐ­ξο­μεί­ω­σης τῆς ἔν­τα­σης τοῦ ἐκ­πεμ­πό­με­νου φω­τός, για­τί ἄλ­λο πράγ­μα οἱ ὧ­ρες τῆς δου­λειᾶς, κι ἄλ­λο τῆς χα­λά­ρω­σης.

        Σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­φτα­σε ἡ πα­ραγ­γε­λί­α, τὸ φω­τι­στι­κό τὸ συ­ναρ­μο­λό­γη­σα μό­νος μου, τὸ ἔ­στη­σα ὅ­πως ἔ­πρε­πε, νὰ τὸ βλέ­πουν ὅ­λοι νὰ τὸ κα­μα­ρώ­νουν, τώ­ρα ποὺ ἄρ­χι­σαν κι οἱ ἐγ­γρα­φές. Τί τὰ θέ­λεις ὅ­μως; Με­λε­τών­τας τὸ φυλ­λά­διο τῶν ὁ­δη­γι­ῶν, δι­α­πί­στω­σα κα­τά­πλη­κτος σὲ κά­ποι­α ἀν­θυ­πο­πα­ρά­γρα­φο πρὸς τὸ τέ­λος ὅ­τι «ἡ διά­ρκεια ζω­ῆς τοῦ λαμ­πτή­ρα εἶ­ναι τριά­ντα χι­λιά­δες ὧ­ρες, δι­ά­στη­μα με­τὰ τὴν πα­ρέ­λευ­ση τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συ­σκευ­ὴ πρέ­πει νὰ ἀ­πορ­ρι­φθεῖ». Ἔ­στει­λα μέ­ιλ στὸ κα­τά­στη­μα, «σω­στὰ κα­τα­λά­βα­τε» ἡ ἀ­πάν­τη­ση, με­τὰ δὲν ἄν­τε­ξα, ἔ­στει­λα καὶ στὰ κεν­τρι­κὰ τῆς ἐ­ται­ρί­ας, σὲ γνω­στὴ κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ πό­λη, ἀ­πάν­τη­ση μέ­χρι τώ­ρα δὲν ἔ­χω πά­ρει, λέ­ω αὐ­τὸ εἶ­ναι κο­ρο­ϊ­δί­α, τό­σα χρή­μα­τα καὶ με­τὰ στὰ σκου­πί­δια, τριά­ντα χι­λιά­δες ὧ­ρες, ἅ­μα τὸ δι­αι­ρέ­σεις μὲ τὸ ὀ­κτώ, λί­αν ἐ­πι­ει­κῶς δη­λα­δή, εἶ­ναι τρεῖς χι­λιά­δες ἑ­πτα­κό­σι­ες πε­νῆν­τα μέ­ρες ἐρ­γα­σί­ας, δέ­κα χρό­νια καὶ κά­τι, δὲν εἶ­ναι λί­γο θὰ πεῖ κα­νείς, ἀλ­λὰ τὰ χρό­νια τὰ ἄ­τι­μα φεύ­γουν, θὰ πῶ ἐ­γώ, καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πράγ­μα ποὺ θὰ ἤ­θε­λα στὰ ἑ­ξῆν­τα δύ­ο μου θὰ ἦ­ταν νὰ μεί­νω μό­νος μὲ τὸ κου­φά­ρι ἑ­νὸς φω­τι­στι­κοῦ, κι ἄς εἶ­ναι καὶ τὸ κα­λύ­τε­ρο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Μα­ϊ­κί­δης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1972 στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται.


Πρίμο Λέβι (Privo Levi): Ἕνα ἥσυχο ἀστέρι


Πρί­μο Λέ­βι (Primo Levi)


Ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι

(Una stella tranquilla)


Ε ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ τοῦ σύμ­παν­τος, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ζοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι ποὺ κι­νοῦν­ταν ἥ­συ­χα στὸ βά­θος τῆς ἀ­βύσ­σου, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ ἕ­να πλῆ­θος ἥ­συ­χων πλα­νη­τῶν γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τα νὰ ποῦ­με. Τὸ ἀ­στέ­ρι αὐ­τὸ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο καὶ ζε­στό, τὸ βά­ρος του τε­ρά­στιο – κι ἐ­δῶ ἀρ­χί­ζουν οἱ δυ­σκο­λί­ες μας ὡς ἀ­φη­γη­τές. Γρά­ψα­με «πο­λὺ μα­κριά», «με­γά­λο», «ζε­στό», «τε­ρά­στιο»: ἡ Αὐ­στρα­λί­α εἶ­ναι πο­λὺ μα­κριά, ἕ­νας ἐ­λέ­φαν­τας εἶ­ναι με­γά­λος κι ἕ­να σπί­τι ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο, σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ ἔ­κα­να ἕ­να ζε­στὸ μπά­νιο, τὸ Ἔ­βε­ρε­στ εἶ­ναι τε­ρά­στιο. Φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα ὅ­τι κά­τι στὸ λε­ξι­κό μας δὲν λει­τουρ­γεῖ.

        Πραγ­μα­τι­κά, ἂν εἶ­ναι νὰ γρά­ψου­με αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ χρει­α­στοῦ­με τὸ θάρ­ρος νὰ σβή­σου­με ὅ­λα τα ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν σα­στι­μά­ρα – θὰ προ­ξε­νοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δη­λα­δὴ θὰ ὑ­πο­βάθ­μι­ζαν τὴν ἀ­φή­γη­ση. Γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὰ ἀ­στέ­ρια ἡ γλώσ­σα μας εἶ­ναι ἀ­νε­παρ­κὴς καὶ γιὰ γέ­λια, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λου­με νὰ ὀρ­γώ­σου­με τὴ γῆ μὲ ἕ­να φτε­ρό. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γλώσ­σα ποὺ γεν­νή­θη­κε μα­ζί μας, κα­τάλ­λη­λη νὰ πε­ρι­γρά­φει, πά­νω-κά­τω, ἀν­τι­κεί­με­να μὲ μέ­γε­θος καὶ διάρκεια ὅ­σο κι ἐ­μεῖς· στὰ δι­κά μας μέ­τρα, ἀν­θρώ­πι­νη. Δὲν πά­ει πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ αἰ­σθή­σεις μας. Μέ­χρι καὶ δι­α­κό­σια, τρι­α­κό­σια χρό­νια πρὶν μι­κρὸ ἦ­ταν τὸ ἄ­κα­ρι τῆς ψώ­ρας. Δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τα πιὸ μι­κρό, καὶ γιὰ αὐ­τό, δὲν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε ἐ­πί­θε­το γιὰ νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει. Με­γά­λα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη —τὸ ἴ­διο με­γά­λα— ἦ­ταν ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ οὐ­ρα­νός, ζε­στὴ ἦ­ταν ἡ φω­τιά. Μό­λις τὸ 1700 δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ εἰ­σά­γου­με στὴν κα­θη­με­ρι­νή μας γλώσ­σα ἕ­ναν ὄ­ρο κα­τάλ­λη­λο νὰ με­τρά­ει ‘’πο­λυ”-ά­ριθ­μα ἀν­τι­κεί­με­να καὶ μὲ λί­γη φαν­τα­σί­α ἐ­πι­νο­ή­θη­κε τὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ριο. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρη φαν­τα­σί­α, ἐ­πι­νο­ή­θη­κε τὸ δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο, χω­ρὶς κὰν νὰ μποῦ­με στὸν κό­πο νὰ ὁ­ρί­σου­με τὴν ἀ­κρι­βὴ του ἔν­νοι­α, ἔ­τσι ποὺ ὁ ὅ­ρος ἔ­χει σή­με­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες σὲ δι­ά­φο­ρες χῶ­ρες.

        Οὔ­τε μὲ τὸν ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μὸ κά­νου­με με­γά­λη πρό­ο­δο – πό­σες φο­ρὲς ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ ἕ­να ψη­λὸ πύρ­γο εἶ­ναι ἕ­νας πο­λὺ ψη­λὸς πύρ­γος; Οὔ­τε μπο­ροῦ­με νὰ ἐλ­πί­ζου­με στὴν βο­ή­θεια “με­ταμ­φι­ε­σμέ­νων” ὑ­περ­θε­τι­κῶν ὅ­πως «τε­ρά­στιος, κο­λοσ­σια­ῖος, ἐκ­πλη­κτι­κός». Γιὰ νὰ δι­η­γη­θοῦ­με τὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λου­με νὰ δι­η­γη­θοῦ­με ἐ­δῶ, τὰ ἐ­πί­θε­τα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­στι­κὰ ἀ­κα­τάλ­λη­λα, για­τὶ τὸ ἀ­στέ­ρι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κι­νή­σα­με ἦ­ταν δέ­κα φο­ρὲς πιὸ με­γά­λο ἀ­πὸ τὸν δι­κό μας Ἥ­λιο, καὶ ὁ Ἥ­λιος εἶ­ναι «πολ­λὲς» φο­ρὲς πιὸ με­γά­λος καὶ πιὸ βα­ρὺς ἀ­πὸ τὴ Γῆ μας, ἔ­τσι ποὺ τε­λι­κά τὸ μέ­γε­θός του ὑ­περ­βαί­νει τό­σο πο­λύ τὰ δι­κά μας μέ­τρα ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ τὸν πα­ρα­στή­σου­με μό­νο μὲ μιὰ βε­βι­α­σμέ­νη προ­σπά­θεια τῆς φαν­τα­σί­ας. Ὑ­πάρ­χει βέ­βαι­α ἡ γλώσ­σα τῶν ἀ­ριθ­μῶν —κομ­ψὴ καὶ λε­πτή— οἱ πί­να­κες τῶν δυ­νά­με­ων τοῦ δέ­κα, ἀλ­λὰ τό­τε δὲν θὰ ἀ­φη­γού­μα­σταν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ τρό­πο ποὺ ἡ ἴ­δια θέ­λει νὰ τὸ κά­νει: σὰν ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, δη­λα­δή, ποὺ θὰ ξυ­πνοῦ­σε ἀ­πό­η­χους καὶ ποὺ μέ­σα της ὁ κα­θέ­νας μας θὰ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε ἀ­λή­θει­ες γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος.

        Αὐ­τὸ τὸ ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι, λοι­πόν, δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ τό­σο ἥ­συ­χο. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο – στὴν μα­κρι­νὴ πρώ­τη πρά­ξη, τό­τε ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν τὰ πάν­τα, τοῦ εἶ­χε τύ­χει μιὰ βα­ριὰ κλη­ρο­νο­μιά. Ἴ­σως πά­λι νὰ εἶ­χε στὴν καρ­διά του μιὰ δυσ­λει­τουρ­γί­α ἢ μιὰ μό­λυν­ση ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ με­ρι­κοὺς ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο με­τα­ξύ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν νὰ καῖ­νε ἥ­συ­χα τὸ ὑ­δρο­γό­νο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φτι­ά­χτη­καν δω­ρί­ζον­τας γεν­ναι­ό­δω­ρα ἐ­νέρ­γεια στὸ κε­νό, μέ­χρι ποὺ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἕ­να ἀ­ξι­ο­πρε­πὲς ὑ­πό­λειμ­μα καὶ τε­λει­ώ­νουν τὴν κα­ρι­έ­ρα τους ὡς τα­πει­νοὶ λευ­κοὶ νά­νοι. Τὸ ὑ­πὸ συ­ζή­τη­ση ἀ­στέ­ρι, ὡ­στό­σο, ὅ­ταν πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του καὶ τὴ γέν­νη­ση τῶν συν­τρό­φων του, ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­ραι­ώ­νει. Δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο μὲ τὴ μοί­ρα του κι ἔ­γι­νε νευ­ρι­κό, ἀ­νή­συ­χο, ἀ­ει­κί­νη­το· σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α του αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ὁ­ρα­τὴ σὲ μᾶς, τοὺς “πο­λὺ” μα­κρι­νοὺς καὶ συ­νά­μα ἐγ­κλω­βι­σμέ­νους σὲ μιὰ “πο­λὺ” σύν­το­μη ζω­ή.

        Τὴν ἀ­νη­συ­χί­α αὐ­τὴ τὴν ἀν­τι­λή­φθη­καν οἱ Ἄ­ρα­βες καὶ οἱ Κι­νέ­ζοι ἀ­στρο­νό­μοι – ὄ­χι οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι. Οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι ἐ­κεί­νων τῶν και­ρῶν (δύ­σκο­λοι και­ροί) ἦ­σαν τό­σο πε­πει­σμέ­νοι ὅ­τι τὸ στε­ρέ­ω­μα ἦ­ταν ἀ­με­τά­βλη­το —βα­σί­λει­ο καὶ ὑ­πό­δειγ­μα τῆς μὴ με­τα­βλη­τό­τη­τας— ποὺ τὸ θε­ω­ροῦ­σαν μά­ται­ο καὶ βλά­σφη­μο νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κα­τα­λά­βουν τὶς ἀλ­λα­γές του· ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ὑ­πάρ­χουν. Ὅ­μως ἕ­νας Ἄ­ρα­βας πα­ρα­τη­ρη­τής, ὁ­πλι­σμέ­νος μό­νον μὲ τὴν κα­λή του ὅ­ρα­ση, μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ μὲ ἀ­γά­πη νὰ γνω­ρί­σει τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοῦ θε­οῦ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­στέ­ρι, ποὺ τὸ εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει μὲ τὸν και­ρό, δὲν ἦ­ταν ἀ­κί­νη­το. Τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει πρὶν τριά­ντα χρό­νια κι εἶ­χε πα­ρα­τη­ρή­σει ὅ­τι ἡ φω­τει­νό­τη­τά του κυ­μαι­νό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ με­γέ­θη τέσ­σε­ρα καὶ ἕ­ξι, ἀ­πὸ τοὺς ἕ­ξι βαθ­μοὺς φω­τει­νό­τη­τας ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ ποὺ εἶ­χαν κα­θο­ρι­στεῖ, πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες πρίν, ἀ­πὸ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να, ὅ­μοι­α φι­λό­πο­νο ὅ­σο ὁ Ἄ­ρα­βας, ποὺ πί­στευ­ε ὅ­τι τὸ νὰ κοι­τᾶς τὰ ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι ἕ­νας δρό­μος ποὺ σὲ πη­γαί­νει μα­κριά. Ὁ Ἄ­ρα­βας αἰ­σθα­νό­ταν κά­πως ὅ­πως καὶ τὸ ἀ­στέ­ρι του. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­πι­βάλ­λει τὸ δι­κό του ση­μά­δι καὶ στὶς ση­μει­ώ­σεις του τὸ εἶ­χε ὀ­νο­μά­σει ἡ Al-Ludra, ποὺ στὴ δι­ά­λε­κτό του ση­μαί­νει ἡ «Ἰ­δι­ό­τρο­πη». Ἡ Al-Ludra τα­λαν­τευ­ό­ταν ἀλ­λὰ ὄ­χι μὲ κα­νο­νι­κό­τη­τα, ὄ­χι ὅ­πως ἕ­να ἐκ­κρε­μές, ἀλ­λὰ σὰν κά­ποι­ον ποὺ εἶ­ναι μπερ­δε­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ ἐ­πι­λο­γές. Ὁ­λο­κλή­ρω­νε τὸν κύ­κλο της ἄλ­λο­τε σὲ ἕ­να χρό­νο, ἄλ­λο­τε σὲ δύ­ο, ἄλ­λο­τε σὲ πέν­τε καὶ – ὄ­χι πάν­τα – στὸ λι­γό­στε­μά της στα­μα­τοῦ­σε στὴν φω­τει­νό­τη­τα με­γέ­θους 6 ποὺ εἶ­ναι καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α ὁ­ρα­τὴ μὲ γυ­μνὸ μά­τι – μὲ ἄλ­λα λό­για με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν ἐν­τε­λῶς. Ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸς Ἄ­ρα­βας μέ­τρη­σε ἑ­πτὰ κύ­κλους πρὶν πε­θά­νει. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν μα­κρό­χρο­νη, μὰ ἡ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που εἶ­ναι θλι­βε­ρὰ σύν­το­μη σὲ σύγ­κρι­ση μὲ κεί­νη ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ, ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ὑ­πο­ψί­ες σχε­τι­κὰ μὲ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τά του. Με­τὰ τὸ θά­να­το τοῦ Ἄ­ρα­βα, ἡ Al-Ludra, ἂν καὶ εἶ­χε πιὰ ὄ­νο­μα, δὲν τρα­βοῦ­σε πλέ­ον τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, για­τί τὰ εὐ­με­τά­βλη­τα ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι πολ­λὰ κι ἐ­πει­δή, ἀ­πὸ τὸ 1750, εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἕ­να ση­μα­δά­κι μό­λις ὁ­ρα­τὸ καὶ μὲ τὰ κα­λύ­τε­ρα τη­λε­σκό­πια τῆς ἐ­πο­χῆς. Μὰ τὸ 1950 (καὶ τὸ μή­νυ­μα ἔ­φτα­σε μό­λις τώ­ρα) ἡ ἀρ­ρώ­στια, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἔ­τρω­γε ἀ­πὸ μέ­σα, ἔ­φτα­σε σὲ ἕ­να κρί­σι­μο ση­μεῖ­ο, κι ἐ­δῶ, γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρά, μπαί­νει σὲ κρί­ση καὶ ἡ ἀ­φή­γη­ση – τώ­ρα δὲν εἶ­ναι μό­νο τὰ ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἀ­πο­τυγ­χά­νουν, μὰ τὰ ἴ­δια τὰ γε­γο­νό­τα. Δὲν γνω­ρί­ζου­με ἀ­κό­μη πολ­λὰ γιὰ τὴν ἀ­κα­νό­νι­στη νε­κρα­νά­στα­ση τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν. Γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι, ὄ­χι τό­σο σπά­νια, κά­τι γί­νε­ται στὸν ἀ­το­μι­κὸ μη­χα­νι­σμὸ μέ­σα στοὺς πυ­ρῆ­νες τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν καὶ ὅ­τι τό­τε τὰ ἀ­στέ­ρια ἐ­κρή­γνυν­ται, ὄ­χι πλέ­ον στὴν κλί­μα­κα τῶν ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων καὶ δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων χρό­νων, ἀλ­λὰ στὴν κλί­μα­κα τῶν ὡ­ρῶν καὶ τῶν λε­πτῶν. Ὅ­μως κα­τα­λα­βαί­νου­με κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση μό­νο τὸ πῶς, ὄ­χι τὸ για­τί. Ἄς εἴ­μα­στε, λοι­πόν, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τὸ πῶς.

        Ὁ πα­ρα­τη­ρη­τής, ποὺ γιὰ κα­κή του τύ­χη, θὰ βρι­σκό­ταν στὶς 19 Ὀ­κτω­βρί­ου ἐ­κεί­νου τοῦ χρό­νου —στὶς 10 ἡ ὥ­ρα, μὲ τὰ δι­κά μας ρο­λό­για— πά­νω σε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πλα­νῆ­τες τῆς Al-Ludra, θὰ ἔ­βλε­πε “μπρο­στὰ στὰ μά­τια του”, ὅ­πως λέ­νε, τὸν ζω­ο­δό­τη ἥ­λιο νὰ φου­σκώ­νει, ὄ­χι λί­γο μὰ “πο­λύ”, καὶ δὲν θὰ ἦ­ταν πα­ρὼν γιὰ πο­λὺ ὥ­ρα μπρο­στά σὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα. Σὲ ἕ­να τέ­ταρ­το τῆς ὥ­ρας θὰ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ψά­ξει μά­ται­α νὰ βρεῖ κα­τα­φύ­γιο γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη θερ­μό­τη­τα. Αὐ­τὸ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σου­με ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ κά­θε ὑ­πό­θε­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὴ μορ­φὴ ἐ­κεί­νου τοῦ πα­ρα­τη­ρη­τῆ, ὑ­πὸ τὴν προϋ­πό­θε­ση ὅ­τι αὐ­τός, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, θὰ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος ἀ­πὸ μό­ρια καὶ ἄ­το­μα. Μέ­σα σὲ μι­σὴ ὥ­ρα ἡ μαρ­τυ­ρί­α του, ὅ­πως κι οἱ μαρ­τυ­ρί­ες τῶν συν­τρό­φων του, θὰ ἔ­φτα­ναν στὸ τέ­λος. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σου­με αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πρέ­πει νὰ βα­σι­στοῦ­με πά­νω στὶς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν γή­ι­νων ἐρ­γα­λεί­ων: σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὰ τὸ συμ­βὰν ἔ­γι­νε, μέ­σα στὸν ἐγ­γε­νή του τρό­μο, μὲ “πο­λὺ” ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο τρό­πο, κι ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θυ­στέ­ρη­σε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ μα­κρι­νοῦ του τα­ξι­διοῦ μέ­σα στὴν ἄ­βυσ­σο τοῦ φω­τὸς ποὺ τε­λι­κά μᾶς ἔ­φε­ρε τὸ νέ­ο.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, οἱ θά­λασ­σες καὶ οἱ πά­γοι (ἂν ὑ­πῆρ­χαν) τοῦ ὄ­χι πλέ­ον πιὸ ἥ­συ­χου πλα­νή­τη, ἄρ­χι­σαν νὰ βρά­ζουν· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς ὧ­ρες ὅ­λοι του οἱ βρά­χοι ἔ­λι­ω­σαν καὶ τὰ βου­νὰ του κα­τέρ­ρευ­σαν σχη­μα­τί­ζον­τας πε­διά­δες λά­βας· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρος ὁ πλα­νή­της εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἀ­τμό, μα­ζὶ μὲ ὅ­λα τὰ κομ­ψὰ καὶ λε­πτά του δη­μι­ουρ­γή­μα­τα ποὺ ἕ­να συ­νον­θύ­λευ­μα τύ­χης καὶ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας εἶ­χαν δη­μι­ουρ­γή­σει ἐ­κεῖ μέ­σω τῆς δο­κι­μα­σί­ας δο­κι­μῆς καὶ σφάλ­μα­τος· καὶ μα­ζὶ μὲ ὅ­λους ἐ­κεί­νους τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τοὺς σο­φοὺς ποὺ ἴ­σως εἶ­χαν με­λε­τή­σει τὸν οὐ­ρα­νὸ κι εἶ­χαν ἀ­να­ρω­τη­θεῖ σὲ τί χρη­σί­μευ­αν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­τί­τσες χω­ρὶς νὰ πά­ρουν πο­τὲ μί­αν ἀ­πάν­τη­ση. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μέ­ρα ὅ­μοι­α μὲ τὶς δι­κές μας, ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἀ­στε­ριοῦ εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι τὴν τρο­χιὰ τῶν πιὸ μα­κρι­νῶν πλα­νη­τῶν του, κα­τα­κλύ­ζον­τας τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ σκορ­πί­ζον­τας πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση —μα­ζὶ μὲ τὰ συν­τρίμ­μια τῆς ἠ­ρε­μί­ας του—  κύ­μα­τα ἐ­νέρ­γειας καὶ τὴν εἴ­δη­ση τῆς με­τα­μόρ­φω­σης καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς του.

        Ὁ Ρα­μὸν Ἐ­σκο­χίν­τα ἦ­ταν τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρό­νων καὶ εἶ­χε δυ­ὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τα παι­διά. Μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του εἶ­χε μιὰ σχέ­ση πε­ρί­πλο­κη καὶ τε­τα­μέ­νη. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν Πε­ρου­βια­νὸς κι ἐ­κεί­νη Αὐ­στρια­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν μο­να­χι­κός, με­τρι­ό­φρων καὶ τεμ­πέ­λης, ἐ­κεί­νη φι­λό­δο­ξη κι ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν κοι­νω­νι­κὴ ζω­ή. Ἀλ­λὰ τί κοι­νω­νι­κὴ ζω­ὴ μπο­ρεῖς νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι ἂν κα­τοι­κεῖς σὲ ἕ­να πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο σὲ ὑ­ψό­με­τρο χι­λί­ων ἐν­νια­κο­σί­ων μέ­τρων, μιὰ ὥ­ρα μὲ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἀ­πὸ τὴν κον­τι­νό­τε­ρη πό­λη καὶ τέσ­σε­ρα χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ ἰν­διά­νων, γε­μά­το σκό­νη τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ πά­γο τὸ χει­μώ­να; Ἡ Τζούν­τιθ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ μι­σοῦ­σε τὸ σύ­ζυ­γό της, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ μέ­ρα – με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. Μι­σοῦ­σε τὴ σο­φί­α του καὶ τὴ συλ­λο­γὴ κο­χυ­λι­ῶν του, ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν πα­τέ­ρα τῶν παι­δι­ῶν της καὶ τὸν ἄν­δρα ποὺ βρι­σκό­ταν τὰ πρω­ι­νὰ κά­τω ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα.

        Εἶ­χαν κα­τα­λή­ξει σὲ μιὰ εὔ­θραυ­στη συμ­φω­νί­α γιὰ ἐ­ξό­δους τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα. Μιὰ πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­γευ­μα προ­ε­τοι­μά­ζον­ταν μὲ θο­ρυ­βώ­δη χα­ρὰ γιὰ τὴν ἐκ­δρο­μὴ τῆς ἑ­πό­με­νης μέ­ρας. Ἡ Τζούν­τιθ καὶ τὰ παι­διὰ ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὶς προ­μή­θει­ες. Ὁ Ρα­μὸν ἀ­νέ­βη­κε στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο γιὰ νὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὶς βρα­δι­νὲς φω­το­γρα­φι­κὲς πλά­κες. Τὸ πρω­ὶ ξε­φορ­τώ­θη­κε μὲ δυ­σκο­λί­α τὰ παι­διὰ ποὺ τὸν κα­τέ­κλυ­ζαν μὲ χα­ρού­με­νες ἐ­ρω­τή­σεις. Πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν ἡ λί­μνη; Θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη πα­γω­μέ­νη; Θὰ θυ­μό­ταν νὰ πά­ρει τὴν φου­σκω­τὴ βάρ­κα; Πῆ­γε στὸ σκο­τει­νὸ θά­λα­μο νὰ ἐμ­φα­νί­σει τὴν πλά­κα· τὴν στέ­γνω­σε καὶ τὴν το­πο­θέ­τη­σε μα­ζὶ μὲ μιὰ πα­ρό­μοι­α πλά­κα ποὺ τὴν εἶ­χε ἐμ­φα­νί­σει ἑ­πτὰ μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Τὶς ἐ­ξέ­τα­σε καὶ τὶς δυ­ὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­σκό­πιο. Ὅ­λα κα­λά. Ἦ­ταν ὅ­μοι­ες, μπο­ροῦ­σε νὰ φύ­γει ἥ­συ­χος. Ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­χε ἕ­ναν ἐν­δοια­σμό. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε κά­τι και­νούρ­γιο – ὄ­χι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό· ἕ­να ση­μα­δά­κι ποὺ μό­λις δι­α­κρι­νό­ταν, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν πα­λιὰ πλά­κα. Ὅ­ταν συμ­βαί­νουν τέ­τοι­α πράγ­μα­τα ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α στὰ ἑ­κα­τὸ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν κόκ­κο σκό­νης —κα­νεὶς δὲν δου­λεύ­ει σὲ ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον— ἢ γιὰ ἕ­να μι­κρὸ ἐ­λάτ­τω­μα τοῦ γα­λα­κτώ­μα­τος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χει ἐ­πί­σης μιὰ ἐ­λά­χι­στη πι­θα­νό­τη­τα νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν και­νο­φα­νὴ ἀ­στέ­ρα καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νεις μιὰ ἀ­να­φο­ρὰ πρὸς ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Ἀν­τί­ο ἐκ­δρο­μή, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴ φω­το­γρά­φι­ση τὶς δυ­ὸ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Τί θὰ ἔ­λε­γε στὴν Τζούν­τιθ καὶ τὰ παι­διά;



Πηγή:

https://incontrotesto.files.wordpress.com/2011/09/una-stella-tranquilla_primo-levi.pdf

Ὁ Πρί­μο Λέ­βι (Primo Michele Levi) (Το­ρί­νο, 31 Ἰ­ου­λί­ου 1919 – Το­ρί­νο, 11 Ἀ­πρι­λί­ου 1987) ἦ­ταν Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποι­ή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἦ­ταν παρ­τι­ζά­νος ἀν­τι­φα­σί­στας. Στὶς 13 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ 1943 συ­νε­λή­φθη ἀ­πὸ τοὺς φα­σί­στες στὴν Valle d’Aosta. Στὴν ἀρ­χὴ τὸν στεί­λα­νε σὲ ἕ­να στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης στὸ Fossoli καὶ τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ ἑ­πό­με­νου ἔ­τους στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης τοῦ Ἄ­ου­σβιτς, για­τὶ ἦ­ταν Ἑ­βραῖ­ος. Ἐ­πέ­ζη­σε ἀ­πὸ τὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης κι ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἰ­τα­λί­α ὅ­που ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση στὸ κα­θῆ­κον νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ τὶς φρι­κα­λε­ό­τη­τες ποὺ εἶ­χε δεῖ καὶ εἶ­χε ζή­σει τὰ χρό­νια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του. Τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο ἔρ­γο του —καὶ τὸ πρῶ­το του— ἦ­ταν τὸ Se questo e un uomo: ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης τῶν Να­ζί – θε­ω­ρεῖ­ται κλα­σι­κό τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας. Ἦ­ταν χη­μι­κὸς καὶ σὲ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὑ­πάρ­χουν ἄ­με­σες καὶ ἔμ­με­σες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ αὐ­τὸν τὸν κλά­δο τῆς ἐ­πι­στή­μης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Do not disturb


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Do not disturb


ΤΕΚΕΤΑΙ κα­τα­με­σῆς στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­ναμ­μέ­νη, μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο, τυ­λιγ­μέ­νη στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της πρά­σι­νη πε­τσέ­τα. Πο­τὲ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὶς πε­τσέ­τες τῶν ξε­νο­δο­χεί­ων, τὸ θε­ω­ρεῖ βρω­μιά. Ἀρ­χί­ζει νὰ τι­νά­ζει τὰ βρεγ­μέ­να της μαλ­λιά, νι­ώ­θον­τας ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ βρο­χὴ τρι­γύ­ρω.

       Ἦρ­θε σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο γιὰ νὰ πε­θά­νει, ὅ­μως ἐ­δῶ καὶ δύ­ο ὧ­ρες ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­να­πό­φευ­κτα ψι­λο­πράγ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε ὑ­πο­ψια­στεῖ, ὅ­τι καὶ ὁ θά­να­τος χρει­ά­ζε­ται χρό­νο. Ὁ ἄν­τρας στὴ ρε­σε­ψιόν, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­δει­χνε ἐ­λα­φρῶς προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ρώ­τη­σή της, γιὰ τὸ ἂν ἔ­χουν ἐ­λεύ­θε­ρο δω­μά­τιο στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο. Μή­πως, πράγ­μα­τι, γί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ ξε­κά­θα­ρο; Ποι­ά εἶ­ναι τὰ στα­τι­στι­κά των αὐ­το­κτο­νι­ῶν σὲ τού­τη τὴ σο­βα­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα; Ἄ­ρα­γε οἱ ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦν νὰ ρι­χτοῦ­νε ἀ­πὸ πο­λυ­τε­λῆ ξε­νο­δο­χεῖ­α, ἢ μιᾶς καὶ τὸ ἀ­πο­φά­σι­σαν τοὺς εἶ­ναι πιὰ τὸ ἴ­διο;

       Προ­τι­μῶ στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει, ἐ­πει­δὴ ἔ­χω ἐ­λα­φρὰ φο­βί­α ἀ­πὸ τὸ χα­μη­λὸ ὕ­ψος, ἔ­ε­ε, τὸ ἀν­τί­θε­τό της ὑ­ψο­φο­βί­ας, ἡ ὁ­ποί­α, ἐν­νο­εῖ­ται, εἶ­ναι πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νη, κ.ο.κ. Τὸν δι­α­πέ­ρα­σε μὲ τὸ πιὸ ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό της χα­μό­γε­λο (μι­σών­τας τὸ ἴ­διο, ἐ­κεῖ­νο, δευ­τε­ρό­λε­πτο). Θε­έ μου, για­τί πρέ­πει νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται μπρο­στά σε κά­ποι­ον ἄ­γνω­στο, καὶ μά­λι­στα ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μή.

       Ὁ ἄν­τρας ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κα­τά­νε­ψε, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τοὺς τύ­πους πα­ρὰ ἀ­πὸ κα­τα­νό­η­ση, δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι ξέ­ρει ἀ­κρι­βῶς τί εἶ­ναι ἡ φο­βί­α, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ πέ­φτει καὶ κα­νέ­νας λό­γος. Εἶ­χαν ἐ­λεύ­θε­ρο δω­μά­τιο στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, ἔ­γρα­ψε τὰ στοι­χεῖ­α της, πρό­τει­νε τὴ βο­ή­θειά του γιὰ τὴ βα­λί­τσα, αὐ­τὴ ἀρ­νή­θη­κε, τὴ ρώ­τη­σε ἂν χρει­ά­ζε­ται ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ. Τῆς κά­λε­σε τὸ ἀ­σαν­σὲρ καὶ κρά­τη­σε τὴν πόρ­τα. Εἶ­ναι σί­γου­ρη, ὅ­τι στιγ­μια­ία γλί­στρη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­πά­νω στὸ κορ­μί της, ὁ κα­θρέ­φτης στὸν θά­λα­μο τὸ ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε, ὅ­μως, τώ­ρα, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κρί­νει ἂν αὐ­τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἐ­κνεύ­ρι­ζε, τὴν κο­λά­κευ­ε, ἢ ἂν πλέ­ον τῆς ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­δι­ά­φο­ρο. Καὶ ἕ­ως πό­τε, στὸ κά­τω-κά­τω τῆς γρα­φῆς, θὰ ἀ­να­λύ­ει κά­θε ἀ­νο­η­σί­α. Πα­τά­ει τὸ κουμ­πὶ γιὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, στη­ρί­ζε­ται στὸ τοί­χω­μα καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ κα­θα­ρὰ (ἐ­νῶ δῆ­θεν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴ σκέ­φτε­ται γιὰ τί­πο­τα), ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιὸν θὰ γι­νό­ταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­δε, καὶ δὲν θυ­μᾶ­ται τί­πο­τα ἀ­π’ αὐ­τόν, μά­τια, πρό­σω­πο, ἡ­λι­κί­α, τὸ κε­φά­λι του, τί­πο­τα, τί­πο­τα… Ἕ­νας ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιόν, ἀ­πρό­σω­πος ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἄν­τρες τῶν ξε­νο­δο­χεί­ων. Καὶ μή­πως ἐ­κεῖ­νος νὰ θυ­μό­ταν κά­τι ἀ­π’ αὐ­τὴν (ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν πι­σι­νό της); Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἐ­τοῦ­το θὰ ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό­τε­ρο, του­λά­χι­στον γιὰ τοὺς μπά­τσους οἱ ὁ­ποῖ­οι θὰ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νά­κρι­ση ἀρ­γό­τε­ρα. Φαι­νό­ταν ἀ­να­στα­τω­μέ­νη, τρο­μαγ­μέ­νη ἢ κυ­νη­γη­μέ­νη, ποι­ές ἀ­κρι­βῶς κου­βέν­τες ἀν­τάλ­λα­ξαν. Θυ­μή­σου, ἐ­πει­δὴ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔ­κα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρη προ­σπά­θεια νὰ πε­τά­ξει κά­ποι­α φαν­τα­χτε­ρὴ πρό­τα­ση, μὲ δι­πλὸ νό­η­μα, ἡ ὁ­ποί­α νά…

       Πο­τὲ δὲν ἔ­μα­θε νὰ φτιά­χνει τὸ ἐ­πι­μύ­θιο. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί λέ­γε­ται στὸ τέ­λος. Ὅ­πως τό­τε, ποὺ κοι­μή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μὲ ἄν­τρα. Συ­νέ­βη με­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο ἑ­ξά­μη­νο στὸ κο­λέ­γιο, σὲ κά­ποι­ο χω­ρά­φι πί­σω ἀ­πὸ τὰ γή­πε­δα. Ἦ­ταν ἄ­βο­λο, ἀγ­χω­τι­κό, κοι­τοῦ­σε τρι­γύ­ρω, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­τι τὸ ἀ­φυ­πνι­στι­κό. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν ὅ­λα (οὔ­τε ὁ πό­νος τό­σο με­γά­λος, οὔ­τε ἡ ἀ­πό­λαυ­ση), ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ πεῖ κά­τι, μὰ οὔ­τε ποὺ ἤ­ξε­ρε τί. Καὶ ξε­φούρ­νι­σε τὸ πιὸ χα­ζὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε: Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, χά­ρη­κα ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἀ­μέ­σως με­τά­νοι­ω­σε ποὺ τὸ ξε­στό­μι­σε, ὅ­μως ἦ­ταν ἀρ­γά. Τὸ ἀ­γό­ρι με­τὰ βί­ας συγ­κρά­τη­σε τὸ γέ­λιο του γιὰ νὰ μὴν τὴν θί­ξει. Ἀρ­γό­τε­ρα, προ­φα­νῶς, τὸ ἀ­φη­γή­θη­κε σὲ ὅ­λους στὴν πα­ρέ­α καὶ αὐ­τὴ ἄ­κου­γε τὴν ἀ­τά­κα της νὰ ρί­χνε­ται, δῆ­θεν ἀ­πρό­σε­κτα, στὴ συ­ζή­τη­ση. Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, χά­ρη­κα ἰ­δι­αί­τε­ρα. Μὰ σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος…, συμ­πλή­ρω­νε κά­ποι­ος καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἔ­κρη­ξη ἀ­πὸ γέ­λια. Μιὰ φο­ρά, ἕ­ναν χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, σὲ μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρέ­α ὅ­που κα­νεὶς δὲν τὴ γνώ­ρι­ζε, χρει­ά­στη­κε νὰ ὑ­πο­μεί­νει ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ κα­τάν­τη­σε νὰ γί­νει τοῦ εἴ­δους «ἕ­νας φί­λος, ἔ­λε­γε ὅ­τι…». Τί πράγ­μα­τα θυ­μᾶ­ται ὁ ἄν­θρω­πος στὰ τε­λευ­ταῖ­α λε­πτά.

       Τε­λευ­ταῖ­ο μπά­νιο, εἶ­πε, ἐ­νῶ τί­να­ζε τὸ βρεγ­μέ­νο κε­φά­λι της. Τε­λευ­ταῖ­ο σε­σου­άρ. Τε­λευ­ταί­α κρέ­μα κα­τὰ τῆς… Τὰ κα­τέ­γρα­ψε ὅ­λα αὐ­το­μα­τι­κά, ὅ­μως τώ­ρα στα­μα­τᾶ, τὸ αὐ­τό­μα­το ἔ­πα­θε ἐμ­πλο­κή. Ἡ κρέ­μα μέ­νει στὴ χού­φτα της. Συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς ὅ­λες οἱ κι­νή­σεις της προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ κά­ποι­ο μελ­λον­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, σὲ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο πλέ­ον δὲν τῆς ἀ­νή­κει. Οἱ πό­ροι τοῦ δέρ­μα­τός της, δὲν θὰ ἔ­χουν χρό­νο νὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σουν κα­λὰ αὐ­τὴ τὴν κρέ­μα, τὸ ἐκ­χύ­λι­σμα ἀ­μυ­γδά­λου καὶ τὸ ἀ­πό­σταγ­μα τῆς ἀ­λό­ης δὲν θὰ κα­τορ­θώ­σουν νὰ ξε­δι­πλώ­σουν τὶς δυ­να­τό­τη­τές τους, τὰ μαλ­λιά της, θὰ ξα­να­γί­νουν βρεγ­μέ­να καὶ μπλεγ­μέ­να ἀπ’ τὸ αἷ­μα. Ἀ­να­τρί­χια­σε μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη καὶ ἀ­πα­γό­ρευ­σε στὸν ἑ­αυ­τό της νὰ σκέ­πτε­ται πῶς θὰ μοιά­ζει με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τό. Τὸ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

       Ὡ­στό­σο,  ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴν κρέ­μα σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το σῶ­μα της. Τοῦ ἄ­ξι­ζε, τὴν εἶ­χε ὑ­πη­ρε­τή­σει κα­λά, ἔ­κρυ­βε ἐ­πι­δέ­ξια στὶς πτυ­χὲς τοῦ κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ 40 χρό­νια του. Τὸ ἄ­λοι­φε ἀρ­γά, μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, σὰν γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἡ κρέ­μα εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρό το ἄλ­λο­θι, γιὰ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα, νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Κρέ­μα πά­νω στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ ὦ­μο, ἀν­τί­ο ἀ­ρι­στε­ρὲ ὦ­με… Κρέ­μα στὸ δέρ­μα κά­τω ἀπ’ τὸν λαι­μό, ἀν­τί­ο λαι­μέ… Πά­νω στὰ στή­θη, θὰ λεί­ψε­τε του­λά­χι­στον σὲ με­ρι­κοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀν­τί­ο, ἀν­τί­ο…

       Σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χει μιὰ τε­λε­τουρ­γί­α καὶ ἡ τε­λε­τουρ­γί­α γα­λη­νεύ­ει, βά­ζει τὰ πράγ­μα­τα στὴ θέ­ση τους. Μοιά­ζει μὲ ἐ­πά­λει­ψη μύ­ρου, στὴν ὁ­ποί­α ὁ νε­κρὸς μό­νος του ἁ­πλώ­νει τὸ μύ­ρο ἐ­πά­νω στὸ σῶ­μα του.

       Τὰ πράγ­μα­τα θὰ μπο­ροῦ­σαν καὶ νὰ μοιά­ζουν φαι­δρά. Μιὰ γυ­ναί­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει μὲ τὸν πιὸ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο τρό­πο, πη­δών­τας ἀ­πὸ ψη­λά, ἀ­π’ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, καὶ ἤ­δη μιὰ ὥ­ρα καὶ κά­τι, κά­νει ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ χα­ζὰ καὶ μά­ται­α γυ­ναι­κεῖ­α πράγ­μα­τα. Μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια κρέ­μα γιὰ τὶς ρυ­τί­δες κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, με­τὰ θὰ θέ­σει μή­πως σὲ λει­τουρ­γί­α καὶ τὸν ἀ­πο­τρι­χω­τὴ (γιὰ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὸν πῆ­ρε μα­ζί της), με­τά… Τί τῆς ἦρ­θε στὸ μυα­λό, ποῦ νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος; Θὰ βγεῖ νὰ πά­ει κά­που; Ἀ­κρι­βέ­στε­ρα, ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα θὰ βγεῖ ἢ ἄ­ρα­γε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;

       Θυ­μή­θη­κε, πῶς πρὶν ἀ­πὸ και­ρὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἐ­κεί­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘40 γιὰ τὸν ἀ­σκού­με­νο φω­το­γρά­φο σὲ μιὰ νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζι­κη ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν τυ­χαί­α φω­το­γρα­φί­α του μὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς ξε­νο­δο­χεί­ου. Τό­τε, ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μη καὶ ποί­η­μα γιὰ τὸ πῶς ἡ γυ­ναί­κα «πα­ρέ­με­νε ζων­τα­νὴ ἀ­νά­με­σα στὸν ἔ­να­το καὶ στὸν ὄ­γδο­ο ὄ­ρο­φο» καὶ πάν­το­τε θὰ ἔ­με­νε ἐ­κεῖ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται, πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια τῶν δύ­ο ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν στὴν κα­φε­τέ­ρια τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. «Οἱ λεκ­κέ­δες ἀ­πὸ τὸν κα­φὲ στὸ πε­ζο­δρό­μιο, εἶ­ναι ἀ­κό­μα μέ­σα στὴν κού­πα», ἔ­τσι τε­λεί­ω­νε τὸ ποί­η­μα. [1]

       Ἀ­νε­βά­ζει τὴν κομ­ψὴ βα­λί­τσα στὸ κρε­βά­τι, τὴν ἀ­νοί­γει καὶ βγά­ζει προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να πρά­σι­νο φό­ρε­μα ρε­τρὸ μὲ χα­μη­λὴ τά­λια, τὸ ἁ­πλώ­νει ἐ­πά­νω στὸ σεν­τό­νι. Μιὰ φο­ρά, τῆς εἶ­παν ὅ­τι μὲ αὐ­τὸ μοιά­ζει στὴν Τα­μά­ρα ντὲ Λέμ­πι­τσκα. Τρε­λαι­νό­ταν γιὰ τὸ πρά­σι­νο.


Ἃς κρα­τή­σου­με τὸ κά­δρο, στὸ ὁ­ποῖ­ο αὐ­τὴ πά­τη­σε μὲ τὰ δυ­ὸ πό­δια στὸ περ­βά­ζι, κά­πως ἀ­νή­συ­χα, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, ἀ­πὸ κά­τω ἀρ­χί­ζουν ἄν­θρω­ποι νὰ συ­στρέ­φον­ται, νὰ συγ­κεν­τρώ­νον­ται, νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν καὶ νὰ κοι­τά­ζουν πρὸς τὰ πά­νω. Ἀ­κό­μα ἀ­πο­ροῦν ἂν γυ­ρί­ζε­ται ται­νί­α, ἢ ἂν ἡ αὐ­το­κτο­νί­α θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια. Ὁ πρώ­ι­μος Σε­πτέμ­βρης, ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει ποι­κι­λό­χρω­μα τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων. Ἀ­πὸ κά­τω, πο­τὲ δὲν πα­ρα­τη­ρεῖς. Σὲ λί­γο κά­ποι­ος θὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, στὴν πυ­ρο­σβε­στι­κὴ ἢ στὶς «Πρῶ­τες βο­ή­θει­ες». Ποι­ά ὑ­πη­ρε­σί­α εἶ­ναι ἁρ­μό­δια γιὰ τὶς αὐ­το­κτο­νί­ες σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη; Δὲν τὸ φαν­τά­στη­κε ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι… Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦν. Νὰ προ­σποι­η­θεῖ, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι σκαρ­φά­λω­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει κά­ποι­ον λεκ­κὲ ποὺ δὲν φαι­νό­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­σα με­ριά. Κου­τα­μά­ρες, ποι­ὸς κα­θα­ρί­ζει τὰ πα­ρά­θυ­ρα στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου ὅ­που μέ­νει…

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ποὺ βου­ί­ζει ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, βγά­ζει ξαφ­νι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στους καὶ ἀ­νά­στα­τους θο­ρύ­βους, ἀ­κού­γον­ται οὐρ­λια­χτά, ἡ τρο­μαγ­μέ­νη φω­νὴ τοῦ ὁ­μι­λη­τή, κά­τι φρι­κτὸ θὰ πρέ­πει νὰ συ­νέ­βη, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται μό­νο ἕ­να μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, ἀλ­λο­παρ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους, ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο συν­τρί­βε­ται πά­νω… δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν… Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει στὴν ἴ­δια πό­λη. Κα­τε­βαί­νει ἀ­π’ τὸ περ­βά­ζι (πρὸς τὴ με­ριὰ τοῦ δω­μα­τί­ου). Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ  δι­α­δρό­μου φαί­νε­ται ὁ κα­πνὸς ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται στὰ δυ­τι­κά, ἀ­πὸ τοὺς πύρ­γους τοῦ Κέν­τρου Ἐμ­πο­ρί­ου, σὲ λί­γο ἀ­κού­γε­ται τὸ ἔ­ξαλ­λο οὐρ­λια­χτὸ τῶν ἀ­σθε­νο­φό­ρων, πυ­ρο­σβε­στι­κῶν, πε­ρι­πο­λι­κῶν, δὲν εἶ­ναι γιὰ ‘κεί­νη… Ἐ­πι­στρέ­φει στὸ δω­μά­τιο.

       Δύ­ο μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ κά­θε­ται μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, πλέ­ον στὸ σπί­τι της, ξα­να­βλέ­πει τὰ ἴ­δια κά­δρα καὶ με­τρά­ει αὐ­τοὺς ποὺ πη­δοῦν ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν φλε­γό­με­νων πύρ­γων. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πε­ρι­στρε­φό­με­να κορ­μιά. Ἡ αἴ­σθη­ση εἶ­ναι σχε­δὸν φυ­σι­κή, θαρ­ρεῖς καὶ κά­θε φο­ρᾶ πη­δοῦν μὲ τὸ δι­κό της σῶ­μα, ἡ τρι­βὴ τοῦ ἀ­έ­ρα, τὸ τί­ναγ­μα τῶν ἄ­κρων…

       Ἔ­τσι ἀρ­χί­ζει ἡ δεύ­τε­ρη ζω­ὴ τῆς Μ.Κ. Κα­τὰ μιὰ ἔν­νοι­α, γεν­νι­έ­ται μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ μα­ζι­κὴ αὐ­το­κτο­νί­α. Καὶ πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο με­τά, θὰ ζή­σει ἐμ­φα­νῶς κα­νο­νι­κά, αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να πο­τὲ δὲν τὴν ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Πο­τὲ δὲν πρό­κει­ται νὰ κα­τα­νο­ή­σει τί ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ ση­μά­δι – κά­ποι­ες ἑ­κα­τον­τά­δες ἀν­θρώ­πων ποὺ πη­δοῦν ξαφ­νι­κὰ ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σουν τὸ με­μο­νω­μέ­νο δι­κό της, ἤ­δη ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο, πή­δη­μα.

       Θὰ αὐ­το­κτο­νή­σει (ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἑ­νὸς ἄλ­λου ξε­νο­δο­χεί­ου) πε­ρί­που δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­τά­ρα­χη, στὰ μέ­σα του Ἰ­ου­λί­ου. Σὲ μέ­ρα, ὅ­που τί­πο­τα τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο δὲν θὰ ἔ­χει συμ­βεῖ.



Πη­γή: Георги Господинов, И всичко стана луна, Жанет 45, Σό­φια, 2013, σ. 77-83. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὸν τό­μο 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γὶa τo Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐ­πιμ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου & Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη), ἔκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να , 2017.

[1] Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πε­ρί­φη­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ Russel Sorgi (φω­το­γρά­φου, τό­τε, τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Buffalo Courier Express) μὲ τί­τλο «Suicide» (γνω­στὴ καὶ ὡς «The Ge­nes­se Ho­tel Sui­ci­de» ἢ «The Des­pon­dant Di­vor­cee») τρα­βηγ­μέ­νη στὶς 7 Μα­ΐ­ου 1942, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἡ πτώ­ση τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­χρο­νης Mary Miller, ἀ­πὸ τὸν ὄ­γδο­ο ὄ­ρο­φο τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου ξε­νο­δο­χεί­ου. Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, μὲ τὴ γνω­στή του παι­γνι­ώ­δη δι­ά­θε­ση, ἀ­πο­δί­δει —μυ­θο­πλα­στι­κά— στὴν ἡ­ρω­ί­δα του, τὴ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐν λό­γω φω­το­γρα­φί­α (πα­ρα­θέ­τον­τας, μά­λι­στα, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νους στί­χους) ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ποί­η­μα ποὺ ἀ­νή­κει στὸν ἴ­διο, δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στὴν ποι­η­τι­κή του συλ­λο­γὴ Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин) τὸ 2003, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο «Suicide. Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Russel Sorgi, 1942» («Sui­cide. Фо­то­графия на Rus­sel Sor­gi, 1942»). Ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, σὲ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ μὲ τὸν Mark Robinson, ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸ A Balkan Exchange, Eight poets from Bulgaria and Britain, (ed. W. N. Herbert), ἐκδ. Arc Publications, Τον­τμόρ­ντεν 2007.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ σχ­ετι­κὸ κεί­με­νο τοῦ με­τα­φρα­στῆ).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Ἀναγνωστικὴ Διαμεσολάβηση


Νατάσα Κεσμέτη


Ἀ­να­γνω­στι­κή Δι­α­με­σο­λά­βη­ση


ΙΤΕ ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΙ ἀ­πο­ρη­μέ­να εἴ­τε μᾶς ρω­τοῦν εὐ­θέ­ως: Για­τί τή λέ­τε ἔ­τσι; Τί ἐν­νο­εῖ­τε; Το­ύς ἐ­ξη­γοῦ­με, καί μᾶλ­λον μᾶς περ­νᾶ­νε γιά μι­σό­τρελ­λους, ἐ­κτός κι ἄν ἀ­νή­κουν σ’ αὐ­το­ύς πού ἔ­χουν πα­ρό­μοι­α σχέ­ση μέ τίς ἀ­να­γνώ­σεις, το­ύς ἥ­ρω­ες τῶν βι­βλί­ων ἤ κά­ποι­α ἀ­πό τά πε­ρι­γρα­φό­με­να ἐ­κεῖ πράγ­μα­τα.

        Ἀ­να­φέ­ρο­μαι σέ μι­άν ἐ­ρώ­τη­ση πού κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη μᾶς ἔ­χουν κά­μει γνω­στοί ἤ φί­λοι, ἄν ἡ πε­ρί­στα­ση ἤ ὁ λό­γος τό ἔ­χει φέ­ρει στίς λάμ­πες θυ­έλ­λης ὁ­πό­τε μᾶς ἀ­κοῦ­νε νά λέ­με π.χ. Ποῦ εἶ­ναι ἡ Νόμιμη; Νά κρε­μά­σου­με μιά Νόμιμη!, Μήν ξε­χά­σου­με νά βά­λου­με στή βάρ­κα τή Νόμιμη… Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α σχε­τί­ζε­ται μέ τό σχε­τι­κό δι­ή­γη­μα γνω­στοῦ συγ­γρα­φέ­ως, ὅ­που πρω­τα­γω­νι­στεῖ μιά λάμ­πα θυ­έλ­λης, τήν ὁ­πο­ί­α τό­σο ἔ­χου­με οἰ­κει­ω­θεῖ ὡς Νόμιμη, ὥ­στε νά ὀ­νο­μά­ζου­με ἔ­τσι κά­θε ἄλ­λο πα­ρό­μοι­ο φα­νό !

        Ὑ­πο­θέ­τω πώς ἕ­να δά­νει­ο, ὅ­πως τό πα­ρα­πά­νω γιά τόν κό­σμο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἀ­πό τόν κό­σμο τῆς ἀ­νά­γνω­σης λο­γο­τε­χνι­κῶν βι­βλί­ων, δέν εἶ­ναι κά­τι και­νο­φα­νές οὔ­τε συμ­βα­ί­νει μό­νο στήν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Ὅ­πως ἐ­πί­σης ὑ­πο­θέ­τω πώς ἡ ὀ­νο­μα­το­δο­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ση­μα­το­δο­τεῖ (ἄν δέν συ­νι­στᾶ) τήν ὕ­παρ­ξη γνω­ρι­μί­ας καί φι­λί­ας, σέ ἀμ­φί­δρο­μη λει­τουρ­γί­α, ἀ­νά­με­σα στο­ύς δυό κό­σμους.

        Ἐ­κεῖ­νο πού δέν φαν­τα­ζό­μου­να ὥς πο­λύ πρό­σφα­τα, εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­να­γνω­στι­κή γνω­ρι­μί­α μπο­ρεῖ νά λει­τουρ­γεῖ κα­τά τρό­πο ἀ­κα­ρια­ῖο σέ μιά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νη στιγμή. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι ἀ­μέ­σως:

        Στό σπί­τι τῆς ποι­ή­τριας Α.Σ. δέν εἶ­χε τύ­χει νά μπῶ σέ δω­μά­τιο ὅ­που βρί­σκε­ται μιά ἐ­ξαι­ρε­τι­κή τρί­πτυ­χη φω­το­γρα­φί­α. Πρό­κει­ται γιά μιά πό­ζα ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἡ ἴ­δια, σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές ἡ­λι­κια­κά ἐ­πο­χές, πέν­τε φι­λη­νά­δων. Στήν πρώ­τη οἱ εἰ­κο­νι­ζό­με­νες εἶ­ναι κο­πε­λοῦ­δες, στή δε­ύ­τε­ρη ἔ­χουν φτά­σει πε­ρί­που στή μέ­ση ἡ­λι­κί­α καί στήν τρί­τη βρί­σκον­ται πιά στό γῆ­ρας.

        Μόλις τήν ἀν­τί­κρυ­σα, ἡ φω­το­γρα­φί­α κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά μέ μα­γνή­τι­σε καί γιά ἀρ­κε­τή ὥ­ρα προ­σπα­θοῦ­σα νά ἐν­το­πί­σω ποιά νά εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα τῆς φί­λης μου πού εἶ­χε ἤ­δη ἀ­πέλ­θει τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν ἐ­μεῖς γνω­ρι­στή­κα­με. Ἡ Α.Σ. στό με­τα­ξύ γύ­ρι­σε στό δω­μά­τιο καί ξαφ­νι­κά μέ ρώ­τη­σε ἄν ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὄ­χι τή μη­τέ­ρα της, ἀλ­λά τή θεί­α της Περ­σε­φό­νη.

        – Αὐ­τή, ἀ­πάν­τη­σα χω­ρίς τόν πα­ρα­μι­κρό δι­σταγμό καί ἔ­δει­ξα μι­άν ἀ­πό τίς εἰ­κο­νι­ζό­με­νες.

        Ἡ φί­λη μου μέ κο­ί­τα­ξε ἐμ­βρόν­τη­τη:

        – Κα­λά πῶς τή βρῆ­κες ἀ­μέ­σως; μέ ρώ­τη­σε.

        – Ἀ­πό τό πο­ί­η­μά σου καί ὅ­σα ἔ­χεις γρά­ψει γι αὐ­τήν, ἀ­πάν­τη­σα αὐ­θόρ­μη­τα, μέ μιά φυ­σι­κό­τη­τα πού τήν ξάφ­νια­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο καί μᾶλ­λον τήν ἔ­κα­νε νά προ­σθέ­σει ὅ­τι αἰ­σθά­νε­ται συγ­κλο­νι­σμέ­νη.

        – Δέν θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι κα­μιά ἄλ­λη ! – αὐ­τό ἔ­νι­ω­σα, εἶ­πα ἐ­ξα­κο­λου­θών­τας νά τά βρί­σκω ὅ­λα φυ­σι­κά καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά οἰ­κεῖ­α.

        Μόνον ὅ­ταν ἔ­φυ­γα ἄρ­χι­σα νά σκέ­πτο­μαι τό πε­ρί­ερ­γο τοῦ πράγ­μα­τος: πῶς ἀ­νά­με­σα σέ δε­κα­πέν­τε παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στές μου μορ­φές μό­νο μί­α ξε­χώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως στά μά­τια μου ὡς ἡ θε­ί­α Περ­σε­φό­νη – πού βέ­βαι­α οὔ­τε δι­κή μου συγ­γε­νής ἦ­ταν οὔ­τε τή συ­νάν­τη­σα πο­τέ. Ἀ­νέ­τρε­ξα λοι­πόν στά γρα­φό­με­να τῆς Α.Σ. τά ὁ­πο­ῖ­α εἶ­χα ἀ­να­γνώ­σει πρίν ἀρ­κε­τό και­ρό, καί γιά νά εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής τά εἶ­χα μι­σο­ξε­χα­σμέ­να, γιά νά ἀ­να­κα­λύ­ψω πρός δι­κή μου, αὐ­τή τή φο­ρά, κα­τά­πλη­ξη πώς που­θε­νά δέν πε­ρι­γρά­φε­ται οὔ­τε ἡ κορ­μο­στα­σιά οὔ­τε τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ προ­σώ­που τῆς Περ­σε­φό­νης! Στή φω­το­γρα­φί­α εἶ­ναι με­γα­λό­σχη­μη, ἐ­πι­βλη­τι­κή καί ἡ μορφή της ξε­χει­λί­ζει ζωή.

        Τώρα αἰ­σθά­νο­μαι πώς νο­μι­μο­ποι­οῦ­μαι νά δι­α­με­σο­λα­βή­σω, κα­τά τό ρό­λο πού ἀ­να­λαμ­βά­νουν εἴ­τε τό θέ­λουν εἴ­τε ὄ­χι οἱ ἀ­να­γνώ­σεις, τά κε­ί­με­να καί τά βι­βλί­α, ἀ­νά­με­σα στήν φω­το­γρα­φί­α της καί στήν Α.Σ. γιά νά σᾶς τήν γνω­ρί­σω:

        Ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη θε­ί­α Φώνη, τό­σο θα­λε­ρή, δρα­στή­ρια, ἀ­ει­κί­νη­τη – τή θυ­μᾶ­μαι νά δι­δά­σκει μέ τίς ὧ­ρες πι­ά­νο δί­χως ἀ­μοι­βή σ’ ὅ­λα τά γει­το­νό­που­λα, στά παι­διά ἀ­κό­μα καί τῶν πιό μα­κρι­νῶν συγ­γε­νῶν, στά κα­τη­χη­τό­που­λα, καί του­λά­χι­στον μιά φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα νά πη­γα­ί­νει στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο καί μέ τίς νο­σταλ­γι­κές νό­τες της νά ξε­ση­κώ­νει το­ύς γέ­ρους μέ ξε­χα­σμέ­να βάλς.

        Ἦ­ταν τό­σο δη­μο­φι­λής καί γνω­στή στό Ἄ­στρο τῆς Κυ­νου­ρί­ας (ἀ­π’ ὅ­που ἡ κα­τα­γω­γή μας) πού ὅ­ταν κά­ποι­ος ἤ­θε­λε νά συ­στη­θεῖ, πλά­ι στ’ ­ὄ­νο­μά του σάν ἀ­ξί­ω­μα προ­σέ­θε­τε: Τάδε…τά­δε.., συγ­γε­νής Φώνη .

                    Καί λί­γο πα­ρα­κά­τω:

                    Σάν τ’ ὄ­νο­μά της

                    μι­σό στόν Ἅ­δη

                    καί τ’ ἄλ­λο στέ­ρε­ο στή γῆ

                    χω­ρί­στη­κε στά δύ­ο

                    Ἡ μιά πλευ­ρά πα­ρα­δο­μέ­νη

                    κι­ό­λας στή λη­σμο­νιά,

                    ἡ ἄλ­λη μι­σή τήν δι­α­ψε­ύ­δει….

                    ……………………………………………………..

        Ἐ­λά­χι­στες πα­ρά­γρα­φοι καί ἕ­να πο­ί­η­μα στά­θη­καν ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή φα­νε­ρώ­σουν σέ μιά στιγμή καί, θά τολ­μοῦ­σα πιά νά πῶ, ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή συ­στή­σουν ὡς μιά με­τα­θα­νά­τια φί­λη μου .

        Ἡ ἀ­νά­γνω­ση εἶ­ναι τό­πος προ­βλε­πτῶν ἀλ­λά πρω­τί­στως ἀ­πρό­βλε­πτων συ­ναν­τή­σε­ων καί γνω­ρι­μι­ῶν μέ­σα στό γνω­στό χρό­νο καί πέ­ρα… στόν ἄ­γνω­στο.

        Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, ἡ Α.Σ. λέ­ει πώς ἡ Περ­σε­φό­νη ἦ­ταν ὁ μό­νος ἄν­θρω­πος πού γνώ­ρι­σε χω­ρίς κα­νέ­να φό­βο θα­νά­του. Κι ἀ­κό­μα πώς ὥς τό τέ­λος της πε­ρί­με­νε μέ με­γά­λη χα­ρά τό βρά­δυ, για­τί τό­τε ἐρ­χό­ταν ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη της ὥ­ρα γιά νά προ­σευ­χη­θεῖ.

       Τήν πα­ρα­κα­λῶ τώ­ρα νά εὔ­χε­ται καί γιά μᾶς. Πρέ­πει νά μέ ἀ­κο­ύ­σει, ἡ φί­λη μου. Κι ἐ­γώ θά ἀ­νά­ψω στό ὄ­νο­μά της, νά λάμ­πει, τή Νόμιμη.

6/3/2003



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταία της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.

Εἰ­κό­να: Μα­ται­ό­της. Νε­κρὴ φύ­ση μὲ Βι­βλί­α, Χει­ρό­γρα­φα καὶ Κρα­νί­ο (1663). Ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­λαν­δοῦ ζω­γρά­φου Evert Collier per. 1640-1708).

Περικλῆς Σφυρίδης: Στὴ σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων


Περικλῆς Σφυρίδης


Στὴ σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων


Στὸν γιό μου Ἀν­τρέα

ΕΚΑΕΤΙΑ τοῦ 1970, με­τὰ τὴ Χούν­τα, στὴ Σκή­τη τῶν Δα­νι­ηλαί­ων στὸ Ἅ­γιον Ὅρος. Γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα Αὐ­γού­στου με­τὰ τὸν ἑ­σπε­ρι­νό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν ἡ­γού­με­νο, τὸν γέ­ρον­τα Μόδε­στο πού, σπρώ­χνον­τας ἕ­να ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, πή­γαι­νε βόλ­τα τὸν πα­τέ­ρα Νή­φω­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε πά­θει συμ­φό­ρη­ση. Πα­ρό­τι ἡ Σκή­τη εἶ­ναι ψη­λὰ καὶ ἕ­να χα­ϊ­δευ­τι­κὸ ἀ­ε­ρά­κι δρό­σιζε κά­πως τὸ πρό­σω­πό μου, ἡ ζέ­στη εἶ­ναι ἀ­κό­μα βα­σα­νι­στι­κή. Ὁ γέ­ρον­τας ὁ­δή­γη­σε τὸ κα­ρο­τσά­κι στὴ σκιὰ μιᾶς δα­σύ­φυλ­λης μου­ριᾶς. Ὁ Νή­φων εἶ­χε γερ­μέ­νο τὸ κε­φά­λι του πλά­για, κά­θι­δρος, μὲ τὰ σά­λια του νὰ τρέ­χουν, τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, σὰν νὰ κοί­τα­ζε τὸ ἐ­που­ρά­νιο ἄ­πει­ρο. Ὁ γέ­ρον­τας ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του μιὰ βρε­μέ­νη μι­κρὴ πε­τσέ­τα, τὸν σκού­πι­σε εὐ­λα­βι­κά, τὸν κα­θά­ρι­σε. Ὕ­στε­ρα ἔ­σκυ­ψε καὶ φί­λη­σε τὸ μέ­τω­πο τοῦ Νή­φω­να κι ἄρ­χι­σε νὰ τοῦ μι­λά­ει. Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια πλη­σί­α­σα στὴ μου­ριὰ ν’ ἀ­κού­σω. Στά­θη­κα λί­γο ἀ­πό­μα­κρα, ὁ γέ­ρον­τας τσέ­βδι­ζε, τὸ μό­νο ποὺ ἔ­πι­α­σα ἦ­ταν ἕ­να «Συγ­χώ­ρα με, ἀ­δελ­φέ μου…»

        Τὴ Σκή­τη αὐ­τὴ ἵ­δρυ­σε τὸ 1881 ὁ γέ­ρων Δα­νι­ὴλ Κα­του­νακι­ώ­της. Ἡ κα­τα­γω­γή του ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴ Σμύρ­νη. Εἶ­χε πα­ρα­γιὸ τὸν πα­τέ­ρα Γε­ρόν­τιο ἀ­πὸ τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί. Ὅταν κοι­μή­θη­κε τὸ 1929, ἡ­γού­με­νος ἔ­γι­νε ὁ Γε­ρόν­τιος. Ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ὑ­πο­τα­κτι­κούς: Τὸν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο πα­τέ­ρα Νήφω­να, Κρη­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ Χα­νιά, καὶ τὸν πα­τέ­ρα Μό­δε­στο ἀ­πὸ τὴν Ἀτ­τά­λεια, Μι­κρα­σιά­τη. Καὶ οἱ δύ­ο πῆ­γαν ἔ­φη­βοι στὴ Σκή­τη, ὅ­που ὁ Γε­ρόν­τιος τοὺς δί­δα­ξε τὴν τέ­χνη τῆς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας βυ­ζαν­τι­νῶν εἰ­κό­νων. Ἑ­πτὰ χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἦ­ταν στὴν ἡ­λι­κί­α ὁ Νή­φω­νας ἀ­πὸ τὸν Μόδε­στο καὶ —ὅ­πως ἔ­λε­γαν— πιὸ μορ­φω­μέ­νος. Ὁ μό­νος ποὺ στὴν ἁ­γι­ο­γρα­φί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε λά­δια κι ὄ­χι αὐ­γο­τέμ­πε­ρες. Τα­πει­νὸς ὁ Μό­δε­στος, χα­μη­λό­φω­νος καὶ ὀ­λί­γον τσε­βδός, γι’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­κό­νη­μά του ἦ­ταν μά­γει­ρας στὴν κου­ζί­να. Ἀρ­γό­τε­ρα στὴ συ­νο­δεί­α προ­στέ­θη­καν καὶ τέσ­σε­ρις νέ­οι ἀ­πὸ τὸ Παγ­γαῖ­ο τῆς Κα­βά­λας, παι­διὰ ἀ­κό­μα πές, οἱ πα­τέ­ρες Δα­νι­ήλ, Ἀ­κά­κιος καὶ Γρη­γό­ριος μὲ τὸν ἐν ζω­ῇ μι­κρὸ ἀ­δελ­φό του Στέ­φα­νο. Ἐ­ξε­λί­χτη­καν σὲ σπου­δαί­ους ἁ­γι­ο­γρά­φους καὶ ψαλ­τά­δες· φη­μι­σμέ­νοι σ’ ὅ­λη τὴ μο­να­στι­κὴ κοι­νό­τη­τα καὶ ἐ­κτὸς αὐ­τῆς. Ἔ­τσι με­γά­λω­σε ἡ Σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων, μα­κρου­λὴ ὡς κτή­ριο, μὲ τὸ κα­θο­λι­κὸ στὴ μέ­ση νὰ τὴ χω­ρί­ζει στὰ δύ­ο, καὶ τὸ ἐρ­γα­στή­ριο ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας τους, ποὺ ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ ψη­λὰ τὸ Αἰ­γαῖ­ο, εἶ­ναι ἴ­σως τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο ἀ­τε­λι­ὲ ζω­γρα­φι­κῆς ποὺ ἔ­χω δεῖ.

        Τὸ 1973, ποὺ ἐ­κοι­μή­θη ὁ γέ­ρων Γε­ρόν­τιος, ὅ­λοι πί­στευ­αν ὅ­τι θὰ ἔ­χρι­ζε ἡ­γού­με­νο τὸν Νή­φω­να, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος προ­τί­μη­σε τὸν Μό­δε­στο. Ὁ Νή­φων ἔ­πνι­ξε τὴ λύ­πη ἐν­τός του, μὰ ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ τὸν ἄ­φη­σε ἀ­νά­πη­ρο σὲ ἀ­φα­σί­α. Ὁ ἡ­γού­με­νος πλέ­ον Μό­δε­στος πα­ρέ­δω­σε τὴν δι­α­χεί­ρι­ση τῆς Σκή­της στὸν πα­τέ­ρα Γρη­γό­ριο καί, χω­ρὶς νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ δι­α­κό­νη­μά του στὴν κου­ζί­να, ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸν Νήφω­να· τὸν ἔπλε­νε, τὸν κα­θά­ρι­ζε, τὸν τά­ϊ­ζε, τοῦ δι­ά­βα­ζε Πη­δά­λιο, τὸν Μι­κρὸ Εὐ­ερ­γε­τι­νό, βι­ο­γρα­φί­ες ἁ­γί­ων καὶ συγ­γράμ­μα­τα πα­τέ­ρων τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, ἐ­νῶ, φαν­τά­ζο­μαι, δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ὁ Νή­φω­νας τὸν ἄκουε ἤ κα­τα­λά­βαι­νε. Προ­σευ­χό­ταν πάν­τως ν’ ἀ­κού­ει καὶ νὰ κα­τα­λα­βαί­νει – μᾶλ­λον τὸ πί­στευ­ε. Καὶ κά­θε μέ­ρα, πρω­ῒ κι ἀ­πό­γευ­μα, ὅ­ταν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν κα­λός, τὸν ἔ­βα­ζε στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι καὶ τὸν σερ­γι­α­νοῦ­σε στὸ μο­να­στή­ρι. Τὸν πή­γαι­νε στὴ σκιὰ ἑ­νὸς με­γά­λου δέν­τρου, μου­ριὰ θαρ­ρῶ πὼς ἦ­ταν, κι ἄλ­λο­τε κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκι­ε­ρὴ πέρ­γου­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς τοῦ κή­που. Κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν καὶ κά­θε τό­σο τοῦ σκού­πι­ζε τὸν ἵ­δρω­τα μ’ ἕ­να λευ­κὸ προ­σόψι. Ὕ­στε­ρα, ὅ­ταν δρο­σι­ζό­ταν ὁ ἄρ­ρω­στος, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε πάν­τα κά­τι στ’ αὐ­τί, σι­γὰ κι εὐ­λα­βι­κά, καὶ τὸν πή­γαι­νε πά­λι στὸ κε­λί του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν τί νὰ τοῦ ἔ­λε­γε ἄ­ρα­γε. Κά­πο­τε ἡ πε­ρι­έρ­γεια ὑ­περ­νί­κη­σε τὸν δι­σταγ­μό μου κι ἀ­θό­ρυ­βα στά­θη­κα πί­σω του ν’ ἀ­κού­σω. «Εὐ­λό­γη­σον», τοῦ ἔ­λε­γε, μό­νο αὐ­τό, πολ­λὲς ὅ­μως φο­ρές. Δὲν ἦ­ταν ὁ συ­νη­θι­σμέ­νος χαι­ρε­τι­σμὸς ποὺ ἀ­κοῦ­με ὅ­λοι στὸ ‘Ἅγιον Ὅ­ρος, «εὐ­λό­γη­σον» ὁ ἕ­νας, «ὁ Κύ­ριος», ὁ ἄλ­λος. Αὐ­τὸ τὸ «εὐ­λό­γη­σον» τοῦ γέ­ρον­τα ἦ­ταν κά­τι πιὸ βα­θὺ· ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὰ σπλά­χνα του. Αὐ­τὸ κρά­τη­σε μέ­χρι τὸ 1977 ποὺ ὁ Νή­φω­νας ἐ­κοι­μή­θη κι ὁ ἡ­γού­με­νος ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὴν κου­ζί­να του μέ­χρι τὸ 2001, ὅ­ταν κι αὐ­τὸς ἀ­να­παύ­τη­κε.

        Γιατὶ τὰ θυ­μή­θη­κα ὅ­λα αὐ­τὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια; Ἴσως για­τὶ ὁ Βα­σί­λης μ­ε πα­ρό­τρυ­νε νὰ γρά­ψω καὶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α-μπον­ζάϊ γιὰ τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος. «Γρά­ψε», μοῦ εἶ­πε, «καὶ μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες, τὶς Γι­ορ­τές, θέ­λω νὰ κά­νω ἕ­να ὀ­κτα­σέ­λι­δο. Ἐ­σὺ ἔχεις γυρίσει ὅ­λο τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος κι ὁ δε­σμός σου μὲ τοὺς Δα­νιηλαί­ους ὑ­πῆρ­ξε μα­κρό­χρο­νος.» «Σω­στά», ἀ­πάν­τη­σα, «για­τί ἀ­γα­πῶ τὴ θρη­σκευ­τι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λὰ πι­στὸς σὰν ἐ­σέ­να δὲν ἤ­μουν πο­τέ». «Θὰ βρεῖς ἐ­σύ», ἐ­πέ­με­νε, «τὸν τρό­πο».

        Ἔ­τσι ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι τῆς μνή­μης ἀ­να­δύ­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὴ Σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων. Αὐ­τὴ ἡ «εἰ­κό­να» τῶν δύ­ο γε­ρόν­των, κι ὄ­χι μιὰ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­με «μπον­ζά­ϊ», ὡς μιὰ ἀ­κό­μα ἐ­πιρ­ρο­ή, ὄ­χι ὅ­πως εἴ­θι­σται ἀ­πὸ τὴν Εὐ­ρώ­πη ἢ τὴν Ἀ­με­ρι­κή, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­κρι­νὴ Ἰ­α­πω­νί­α. Κοι­τά­ζον­τας προ­σε­κτι­κὰ τὴν «εἰ­κό­να», συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τώ­ρα στὰ γε­ρά­μα­τα, ὅ­τι ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἡ­γού­με­νου δὲν ὀ­φεί­λον­ταν σὲ τύ­ψεις —τί ἔ­φται­γε αὐ­τὸς γιὰ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ γέ­ρον­τά τους;— ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ «εὐ­λό­γη­σον» ἦ­ταν ἡ δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης τοῦ γέ­ρον­τα Μό­δε­στου, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ μί­αν ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση. Καὶ σκέ­φτη­κα: μή­πως αὐ­τὸ εἶ­χε δι­αι­σθαν­θεῖ ὁ γέ­ρων Γε­ρόν­τιος καὶ λί­γο πρὶν πε­θά­νει ἔ­κα­νε τὴν ἐ­πι­λο­γή του; Φί­λη­σα τὴν εἰ­κό­να καί, πρὶν τὴν ἐ­να­πο­θέ­σω ξα­νὰ στὸ εἰ­κο­νο­στά­σι τῆς μνή­μης, τὴν ἁ­γι­ο­γρά­φη­σα μὲ τὸν μό­νο τρό­πο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­χω μά­θει.



Πηγή: Ἱστορίες «Μπον­ζάϊ», Γιορ­τὲς τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ἐκδ. Ὀκτα­σέ­λι­δο τοῦ Μπι­λιέ­του, 102/2020.

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).


Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Θεός



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Θεός

(ἢ τὸ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ καὶ θεο-λο­γι­κὸ Ἀ­πόλυ­το)


ΝΑΣ ΒΡΑΧΜΑΝΟΣ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας κα­λεῖ τοὺς ἀν­τιρ­ρη­σί­ες νὰ πά­ρουν τὸ λό­γο. «Ὁ θε­ός σας εἶ­ναι φε­νά­κη», πα­ρα­τη­ρεῖ δί­και­α κά­ποι­ος. «Ἡ θρη­σκεί­α σας εἶ­ναι ψέ­μα καὶ χί­μαι­ρα κι ἐ­σεῖς, οἱ ἱ­ε­ρεῖς, τὸ στή­ριγ­μα τῆς κα­ται­σχύ­νης. Θε­ός, θρη­σκεί­α καὶ ἱ­ε­ρεῖς πρέ­πει νὰ κα­τα­πο­λε­μη­θοῦν καὶ νὰ ἐκ­μη­δε­νι­στοῦν. Τί ἔ­χεις νὰ μοῦ πεῖς, ἐ­σύ, ἀρ­χι­ε­ρέ­α;». «Κι ἐ­σὺ δι­κός μας εἶ­σαι», τοῦ ἁ­παν­τᾶ γα­λή­νια ὁ βραχ­μά­νος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 336.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.