Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin): Ὁ Τζόκεϊ μου


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin)


Τζό­κε­ΐ μου

(My Jockey)


’ ΑΡΕΣΕΙ νὰ δου­λεύ­ω στὰ Ἐ­πεί­γον­τα – ὅ­πως καὶ νά ‘χει, γνω­ρί­ζεις ἄν­τρες ἐ­κεῖ. Πραγ­μα­τι­κοὺς ἄν­τρες, ἥ­ρω­ες. Πυ­ρο­σβέ­στες καὶ τζό­κε­ϊ. Ἔρ­χον­ται συ­νέ­χεια στὰ Ἐ­πεί­γον­τα. Οἱ τζό­κε­ϊ ἔ­χουν ὑ­πέ­ρο­χες ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες. Σπᾶ­νε κό­κα­λα συ­νέ­χεια ἀλ­λὰ τὰ μπαν­τά­ρουν ὅ­πως-ὅ­πως καὶ ξα­να­τρέ­χουν στὴν ἑ­πό­με­νη κούρ­σα. Οἱ σκε­λε­τοί τους μοιά­ζουν μὲ δέν­τρα, μὲ ἀ­να­συ­ναρ­μο­λο­γη­μέ­νους βρον­τό­σαυ­ρους. Μὲ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τοῦ Ἁ­γί­ου Σε­βα­στια­νοῦ.

        Ἐ­γὼ ἀ­να­λαμ­βά­νω τοὺς τζό­κε­ϊ για­τί μι­λά­ω ἱ­σπα­νι­κὰ κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι Με­ξι­κά­νοι. Ὁ πρῶ­τος τζό­κε­ϊ ποὺ γνώ­ρι­σα ἦ­ταν ὁ Μου­νιόθ. Θε­έ μου. Γδύ­νω ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἀν­θρώ­πους καὶ δὲν εἶ­ναι σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, μοῦ παίρ­νει κά­ποι­α λε­πτά. Ὁ Μου­νιὸθ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ἐ­κεῖ, ἀ­ναί­σθη­τος, Ἀζ­τέ­κος θε­ὸς σὲ μι­νι­α­τού­ρα. Ἐ­πει­δὴ τὰ ροῦ­χα του ἦ­ταν πο­λύ­πλο­κα, ἔ­νι­ω­θα λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σα ἕ­να πο­λυ­σύν­θε­το τε­λε­τουρ­γι­κό. Ἐ­κνευ­ρι­στι­κό, κα­θὼς χρει­ά­στη­κε πο­λὺς χρό­νος, ὅ­πως στὸν Μι­σί­μα ὅ­που χρει­ά­ζον­ται τρεῖς σε­λί­δες γιὰ νὰ βγά­λει τὸ κι­μο­νό της μιὰ κυ­ρί­α. Τὸ βα­θυ­πόρ­φυ­ρο σα­τὲν που­κά­μι­σό του εἶ­χε πολ­λὰ κουμ­πιὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ ὤ­μου καὶ σὲ κά­θε μι­κρο­σκο­πι­κὴ μαν­σέ­τα· τὸ παν­τε­λό­νι του ἔ­σφιγ­γε μὲ πε­ρί­πλο­κο δέ­σι­μο κορ­δο­νι­ῶν, πραγ­μα­τι­κοὺς προ-κο­λομ­βια­νοὺς κόμ­πους. Οἱ μπό­τες του μύ­ρι­ζαν κο­πριὰ καὶ ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὲς καὶ λε­πτο­κα­μω­μέ­νες σὰν τῆς Στα­χτο­πού­τας. Κι αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ κοι­μᾶ­ται, ἕ­νας μα­γε­μέ­νος πρίγ­κι­πας.

        Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ξυ­πνή­σει, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει τὴ μη­τέ­ρα του. Δὲν κρα­τοῦ­σε τὸ χέ­ρι μου, ὅ­πως κά­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λὰ γαν­τζώ­θη­κε στὸν λαι­μό μου, κλαί­γον­τας μὲ ἀ­να­φι­λη­τὰ Mama­cita! Mama­cita! (1) Ἡ μό­νη πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­φή­σει τὸν δρα Τζόν­σον νὰ τὸν ἐ­ξε­τά­σει ἦ­ταν νὰ τὸν κρα­τά­ω στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ νὰ τὸν κου­νά­ω σὰν μω­ρό. Ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος σὰν παι­δὶ ἀλ­λὰ δυ­να­τός, μυ­ώ­δης. Ἕ­νας ἄν­τρας στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὀ­νει­ρε­μέ­νος ἄν­τρας; Ὀ­νει­ρε­μέ­νο μω­ρό;

        Ὁ δρ Τζόν­σον σφούγ­γι­σε τὸ μέ­τω­πό μου κα­θὼς με­τέ­φρα­ζα. Εἶ­χε στὰ σί­γου­ρα σπα­σμέ­νη κλεί­δα, του­λά­χι­στον τρί­α σπα­σμέ­να πλευ­ρά, πι­θα­νῶς καὶ δι­ά­σει­ση. Ὄ­χι, εἶ­πε ὁ Μου­νιόθ. Ἔ­πρε­πε νὰ τρέ­ξει στὶς αὐ­ρια­νὲς κοῦρ­σες. Πή­γαι­νέ τον γιὰ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, εἶ­πε ὁ δρ Τζόν­σον. Ἐ­φό­σον δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­πλώ­σει στὸ φο­ρεῖ­ο τὸν κου­βά­λη­σα στὸν δι­ά­δρο­μο, σὰν τὸν Κὶνγκ-Κόνγκ. Ἔ­κλαι­γε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, τὰ δά­κρυ­ά του μού­σκε­ψαν τὸ στῆ­θος μου.

        Πε­ρι­μέ­να­με τὸν χει­ρι­στὴ τοῦ ἀ­κτι­νο­λο­γι­κοῦ μη­χα­νή­μα­τος στὸν σκο­τει­νὸ θά­λα­μο. Τὸν κα­θη­σύ­χα­ζα ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να μ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Cal­mate, lin­do, calma­te. De­spa­cio… de­spa­cio(2). Σι­γὰ… σι­γά. Ἡ­σύ­χα­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­φυ­σά­ει καὶ νὰ ρου­θου­νί­ζει ἁ­πα­λά. Χά­ι­δε­ψα τὴν ἐ­ξαί­σια πλά­τη του. Ρί­γη­σε καὶ τρε­μού­λια­σε σὰν τὴ ρά­χη ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου που­λα­ριοῦ. Ἦ­ταν θαυ­μά­σιο.


(1) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Μα­νού­λα μου! Μα­νού­λα μου!
(2) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Ἠ­ρέ­μη­σε, ὀ­μορ­φού­λη, ἠ­ρέ­μη­σε.


Πηγή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Τζό­κε­ΐ μου» («My Jockey») δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Berkeley Monthly (1983) καὶ πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς συλ­λο­γές: Phan­tom Pain (Tom­bou­ctou Books – 1984) καὶ Ho­me­sick ( Black Spar­row Press – 1990). Σή­με­ρα πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ A Ma­nual for Clea­ning Wo­men (Farrar, Straus and Giroux – August 2015).Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο βι­βλί­ο ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ μὲ τί­τλο Ὁ­δη­γί­ες γιὰ οἰ­κια­κὲς βο­η­θούς σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Κα­τε­ρί­νας Σχι­νᾶ γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Στε­ρέ­ω­μα (1η ἔκ­δο­ση Νο­έμ­βριος 2018).

Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin), (12 Νοεμβρίου 1936-12 Νοεμβρίου 2004) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της δὲν ἦ­ταν εὐ­ρέ­ως γνω­στή, ὡ­στό­σο εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ἀλ­λὰ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νο κοι­νό. Ἀ­πέ­κτη­σε ξαφ­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φή­μη ἕν­τε­κα χρό­νια με­τὰ τὸν θά­να­τό της, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2015, ὅ­ταν οἱ ἐκ­δό­σεις Farrar, Straus and Giroux ἐ­ξέ­δω­σαν μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των σὲ ἕ­ναν τό­μο, A Manual for Cleaning Women, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Stephen Emerson. Μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν εὐ­πώ­λη­των τοῦ New York Times καὶ μέ­σα σὲ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­φε­ρε νὰ ση­μει­ώ­σει με­γα­λύ­τε­ρες πω­λή­σεις ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να βι­βλί­α της μα­ζί. Ἐ­πί­σης, μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν 10 κα­λύ­τε­ρων βι­βλί­ων τοῦ 2015 τοῦ New York Times Book Review καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Kirkus.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: