Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton): Παραδείσια Πουλιά


Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton)


Πα­ρα­δεί­σια Πουλιά

(Pasarea Paradisului)


 ΣΙΝΙΟΡΑ ἤ­τα­νε πάν­το­τε τρε­λή, ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ με­τα­κό­μι­σε στὸ ἄ­δει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα τοῦ ἀ­πο­κά­τω ὀ­ρό­φου, πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ν’ ἀ­κού­γε­ται πιὸ λο­γι­κὴ στὸν Νούν­τσιο, τώ­ρα ποὺ κι αὐ­τὸς πά­ει νὰ τρε­λα­θεῖ. Τοῦ ἔ­δει­ξε τὴ συλ­λο­γή της ἀ­πὸ εἴ­δη συλ­λε­κτι­κά: ἕ­ναν κα­θα­ρι­στὴ πί­πας ποὺ τὸν ἔ­λε­γε «τὸ ὅ­πλο τῆς Ἄν­νι Ὄ­ου­κλυ»· μιὰ πι­νέ­ζα ποὺ τὴν ἔ­λε­γε «τὸ κα­πέ­λο τοῦ Ἄμ­πυ Λίν­κολν»· ἕ­να νύ­χι ποὺ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸ πλευ­ρὸ τοῦ δι­α­ό­λου». Κα­θη­με­ρι­νὰ ἔ­παιρ­νε κα­θέ­να ἀν­τι­κεί­με­νο καὶ τὸ ξε­σκό­νι­ζε ἀ­πὸ κά­τω μ’ ἕ­να μο­νὸ φτε­ρὸ στρου­θο­κα­μή­λου, ποὺ τὸ φύ­λα­γε δι­πλω­μέ­νο σ’ ἕ­να βα­ζά­κι ἀ­πὸ μπι­σκό­τα σκύ­λου. Πα­ρέ­δι­δε στὸν Νούν­τσιο μα­θή­μα­τα στὸ ψεύ­τι­κο ξυ­λό­φω­νό της —μιὰ ντου­ζί­να πα­ραλ­λα­γὲς στὸ «Tu vuo fa l’Ame­ri­cano»— καὶ με­τέ­φρα­ζε τὰ «πα­ρα­λει­πό­με­να τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου» τῶν σκυ­λι­ῶν τῆς γει­το­νιᾶς.

        Τοῦ Νούν­τσιο τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴ Σι­νι­ό­ρα, βα­σι­κὰ για­τὶ τοῦ ἔ­φτια­χνε γλυ­κὰ σάν­του­ιτς, ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ‘φτια­χνε ἡ γυ­ναί­κα του κα­θώς, ὅ­πως ἔ­λε­γε, κά­νου­νε τὰ δά­χτυ­λα νὰ κολ­λᾶ­νε, κι ὅ,τι πιά­νει στὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς μέ­ρας νὰ κολ­λά­ει ἀ­πά­νω του, ὥ­σπου νὰ γί­νει μιὰ ὀ­πτι­κὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια μὲ τὰ δέ­κα πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­κα­νε με­τὰ τὸ κο­λα­τσιό.

        Τώ­ρα τοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­κό­μα καὶ νὰ κά­θε­ται μὲ τὴ Σι­νι­ό­ρα στὸν κῆ­πο, κι ἄς ἔ­νι­ω­θε τὰ ἐ­νή­λι­κα παι­διά του καὶ τὸ ταί­ρι τους —καὶ τὴ γυ­ναί­κα του— νὰ κά­νου­νε «τσκ τσκ» πί­σω ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ δεύ­τε­ρου, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἡ Σι­νι­ό­ρα θὰ κα­θό­τα­νε στὴν ἀγ­κα­λιά του, θὰ τοῦ πλη­σί­α­ζε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴ λε­μο­νά­δα στὸ στό­μα καὶ θὰ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στ’ αὐ­τὶ τὴ ρου­μά­νι­κη λέ­ξη γιὰ κά­θε λου­λού­δι στὸν κῆ­πο.


Zambilă, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε.


                        Gălbenele.


                                    Floarea-soarelui.


                                                Pa-sa-re-a pa-ra-di-su-lu-i.


Ὁ­που­δή­πο­τε κι ἂν τοῦ ’­δει­χνε, ὁ Νούν­τσιο ἔ­βλε­πε μο­νά­χα πι­κρα­λί­δες καὶ τοὺς πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους λε­κέ­δες ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τὴ μι­κρού­λα, του­βλο­χτι­σμέ­νη αὐ­λή του – ἤ­ξε­ρε ὅ­μως πώς, μὲ λί­γη πί­στη, καὶ μὲ τὸ χρό­νο, καὶ μὲ ὅ­ρα­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἰ­δεῖ καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα μὲ τὴν ἴ­δια κα­θα­ρό­τη­τα, ὅ­πως κι ἡ Σι­νι­ό­ρα:


        οἱ μί­σχοι τους οἱ λε­πτοί—


              καὶ τ’ ἀν­θο­βό­λη­μά τους σὰ φω­το­βο­λί­δα—


                    καὶ τὰ χεί­λια τους τὰ βα­θιά, τὰ βι­ο­λε­τιά.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση The Cincinnatti Review, 13.03.2019

(https://www.cincinnatireview.com/micro/micro-pasarea-paradisului-birds-of-paradise-by-molia-dumbleton/)

Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἔρ­γα της σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Sean O’Faolain Story Prize καὶ μὲ τὸ Columbia Journal Winter Fiction Award. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν τε­λι­κὴ λί­στα γιὰ τὸ Iowa Short Fiction Award (2018).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: