Σωτήρης Παστάκας: Ἀνιχνευτής Νικόλ


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Ἀνιχνευτής Νικόλ


ΙΧΕ ΚΛΕΙΣΕΙ ΡΑΝΤΕΒΟΥ γιὰ νὰ δῶ τὴν κό­ρη του, Νι­κόλ, στὴ Γ’ Λυ­κεί­ου, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ἦρ­θε μό­νος του. Βι­α­στι­κός, ἀ­μή­χα­νος, φαι­νό­ταν πὼς ἦ­ταν σκα­στὸς ἀ­πὸ τὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α στὴν ὁ­ποί­α δού­λευ­ε. Μοῦ ζή­τη­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρύ­ο νε­ρὸ καὶ λί­γο με­τὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν του­α­λέ­τα μου. Ἤ­θε­λε μιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἢ μᾶλ­λον ἕ­ναν ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὸ λό­γο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς κό­ρης του. Ἡ ὁ­ποί­α μό­λις γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν 5η Πα­νελ­λή­νια Ναυ­το­προ­σκο­πι­κὴ Regatta στὰ Κα­λὰ Νε­ρά, στὸ Πή­λιο, ἔ­σπευ­σε νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει πὼς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ μιὰ ἀ­νι­χνευ­τή. Τὴν εἶ­χε ἀ­πο­μο­νώ­σει τὸ βρά­δυ στὴ σκη­νὴ καὶ τὸ εἰ­δύλ­λιο ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ μα­θή­μα­τα κω­πη­λα­σί­ας μὲ τὴ μυ­θι­κὴ Ἀρ­γὼ καὶ τὴν ἐκ­δρο­μὴ μὲ τὸν Μου­τζού­ρη ὣς τὶς Μη­λι­ές. Κοι­τά­ζον­ταν στὰ μά­τια ὅ­ταν περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὴν Ἄ­νω Γα­τζέ­α, τὴν Ἁγία Τριά­δα, τὸν Ἅ­γιο Ἀ­θα­νά­σιο Πι­να­κά­των καὶ τὰ Ἀρ­γυ­ρέ­ϊ­κα. Στὴ γέ­φυ­ρα τοῦ Ἐ­βα­ρί­στο ντὲ Κί­ρι­κο, πά­νω ἀ­πὸ τὸν χεί­μαρ­ρο Τα­ξιά­ρχη, ἔ­δω­σαν αἰ­ώ­νιο ὅρ­κο ἀ­γά­πης. Στὶς Μη­λι­ές, ἡ Νι­κὸλ ἀ­γό­ρα­σε στὴν κα­λή της ἕ­να δα­κτυ­λι­δά­κι ἀ­πὸ χρω­μα­τι­σμέ­νο μέ­ταλ­λο καὶ μιὰ ψεύ­τι­κη κί­τρι­νη χάν­τρα.

        Δὲν ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἔ­λε­γε στὸν πα­τέ­ρα της τὶς ἐ­ρω­τι­κές της κα­τα­κτή­σεις. Τοῦ τὰ ἔ­λε­γε ὅ­λα ἀ­π’ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ «φα­σώ­θη­κε» στὰ δώ­δε­κα μὲ μιὰ συμ­μα­θή­τριά της. Εἶπε πὼς ἐ­πέ­με­νε νὰ παίρ­νει μα­ζί της μιὰ ἄλ­λη φι­λε­να­δί­τσα, σὲ ὅ­λες τὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἐ­ξορ­μή­σεις. Πὼς πέ­ρυ­σι τὸν ἀ­νάγ­κα­ζε νὰ τὴν πη­γαί­νει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ γει­το­νι­κὴ πό­λη νὰ συ­ναν­τή­σει ἕ­να κο­ρί­τσι, με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴ Νι­κόλ, ποὺ τὸ εἶ­χε γνω­ρί­σει μέ­σω Φέισμπουκ. Ἡ ἀρ­χι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ πα­τέ­ρα ἦ­ταν ἂν «εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ μιὰ κό­ρη νὰ πε­ρι­γρά­φει τὴ σε­ξου­α­λι­κή της ζω­ὴ στὸν πα­τέ­ρα της». Τοῦ ἀ­πάν­τη­σα μὲ μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση: «Θὰ προ­τι­μού­σα­τε μᾶλ­λον νὰ μὴ γνω­ρί­ζε­τε τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ζω­ὴ τῆς κό­ρης σας, γιὰ νὰ εἶ­στε ἥ­συ­χος;»

        Τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ἄρ­χι­σαν νὰ πέ­φτουν βρο­χή: εἶ­ναι λε­σβί­α ἢ δὲν εἶ­ναι; Μή­πως εἶ­ναι μπα­ϊ­σέ­ξου­αλ; Μὴν τυ­χὸν καὶ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται ἁ­πλῶς ἡ Νι­κόλ, ὅ­πως κά­νουν ὅ­λα τὰ κο­ρί­τσια τῆς ἡ­λι­κί­ας της; Ἕ­να κο­ρί­τσι στὰ δε­κα­ε­φτά του δὲν εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ νὰ «κά­νει ἐμ­πει­ρί­ες»;

        Ἔ­βα­λα ἀ­νά­χω­μα τὴν ἰ­α­τρι­κὴ κα­τά­τα­ξη τῶν νό­σων: ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α ἔ­πα­ψε πιὰ νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς Ψυ­χι­α­τρι­κῆς. Οἱ ψυ­χί­α­τροι ποὺ δα­πα­νοῦ­σαν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν τά­ξη ἄ­το­μα μὲ ἀ­πο­κλί­νου­σες σε­ξου­α­λι­κὲς συμ­πε­ρι­φο­ρὲς ξο­δεύ­ουν πλέ­ον τὸν χρό­νο τους πη­γαί­νον­τας γιὰ κυ­νή­γι ἢ σκαρ­φα­λώ­νουν στὸν Ὄ­λυμ­πο. Φυ­σι­κά, θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τοῦ πῶ σί­γου­ρα μιὰ ἐ­κτί­μη­ση ἂν τὴν ἔ­βλε­πα, δι­ε­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὴ σύμ­φω­νη γνώ­μη της, στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο μου. Θὰ ἐ­κτι­μοῦ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν βαθ­μὸ λει­τουρ­γι­κό­τη­τάς της, τὴν ἀ­πό­δο­ση δη­λα­δὴ στὰ μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου. «Ὅ­λοι οἱ κα­θη­γη­τὲς μᾶς δί­νουν συγ­χα­ρη­τή­ρια, για­τρέ. Ἡ Νι­κὸλ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πι­με­λὴς καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ­πό­τε ἔ­κρι­να πὼς ἡ Νι­κὸλ ζοῦ­σε μιὰ χα­ρὰ τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α της καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ πα­ρέμ­βω. Μό­νον ἂν ὑ­πῆρ­χε ἔκ­πτω­ση τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας στὶς κα­θη­με­ρι­νές της ἀ­σχο­λί­ες, θὰ εἶ­χε νό­η­μα νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ μα­ζί της καὶ νὰ τῆς ἁ­πα­λύ­νω τὸ ἄγ­χος, ὅ­πως πρέ­πει νὰ κά­νω μὲ ὅ­λους τους νευ­ρω­σι­κοὺς ἀ­σθε­νεῖς. Καὶ τοῦ τὸ εἶ­πα.

        Ἔ­φυ­γε πε­πει­σμέ­νος πὼς γιὰ τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α τῆς κό­ρης του φταῖ­νε οἱ τη­λε­ο­πτι­κὲς σει­ρὲς καὶ τὰ πρω­ι­νά­δι­κα ποὺ ἔ­χουν γε­μί­σει «τοι­ού­τους», ἡ Ἀν­τὲλ Ἑ­ξαρ­χό­που­λος καὶ οἱ σε­ξου­α­λι­κὲς προ­τι­μή­σεις τοῦ πρω­θυ­πουρ­γοῦ τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου Ξα­βι­ὲ Μπε­τέλ. Φυ­σι­κά, ὅ­πως τὸ πε­ρί­με­να, δὲν τη­λε­φώ­νη­σε πο­τὲ νὰ κλεί­σει ραν­τε­βοὺ γιὰ μιὰ δεύ­τε­ρη ἐ­πί­σκε­ψη.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).