Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó): Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος



Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó)


Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος

(Sant Valentí)


ΑΝΤΡΑΣ ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μου­σεῖ­ο καὶ κά­θε­ται σὲ ἕ­να παγ­κά­κι στὴν πλα­τεί­α ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Στὸ μου­σεῖ­ο, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε ἕ­να σχέ­διο τοῦ Μα­νό­λο Οὐγ­κέ, γνώ­ρι­σε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ βλέμ­μα κα­θα­ρό, βα­θὺ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς καὶ σκέ­φτη­κε πὼς αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἐ­ρω­τευ­τεῖ. Ἐ­πί­σης σκέ­φτη­κε πὼς δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει σ’ ἐ­κεί­νη. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ὁ τρό­πος ποὺ μι­λά­ει. Ὅ­ση ὥ­ρα μί­λη­σαν στὸ μου­σεῖ­ο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τὸ προ­φα­νές, οὔ­τε ἀ­πήγ­γει­λε κά­ποι­α δογ­μα­τι­κὴ θε­ω­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν, τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­πὸ μα­κριά, μέ­χρι ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ μπαί­νει σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τώ­ρα πε­ρι­μέ­νει.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ εἶ­χε ἕ­να προ­αί­σθη­μα: δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ βρεῖ τὴ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του. Ἀ­πὸ μω­ρὸ κοί­τα­ζε μὲ πό­θο τὰ πό­δια τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ μὲ τὰ ἄ­σπρα καλ­τσά­κια καὶ κά­τι μέ­σα του τοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ δρό­μος θὰ ἦ­ταν δύ­σβα­τος. Κυ­ρί­ως ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε μιὰ ξε­κά­θα­ρη ἰ­δέ­α γιὰ τὸ πῶς ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του, οὔ­τε ἂν (ὄν­τως) ὑ­πῆρ­χε. Δὲν εἶ­χε προ­τι­μή­σεις. Δὲν τὴ φαν­τα­ζό­ταν οὔ­τε ψη­λὴ οὔ­τε κον­τή, οὔ­τε ξαν­θιὰ οὔ­τε με­λα­χρι­νή. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ χα­ζή, ὅ­πως θέ­λουν ὁ­ρι­σμέ­νοι. Ὅ­ταν ἦ­ταν πέν­τε χρο­νῶν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴν κό­ρη αὐ­τῶν ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ἀ­γό­ρα­ζε τὰ μο­λύ­βια, τὶς γό­μες, τὶς πέ­νες, τὶς γρα­φί­δες, τὸ με­λά­νι καὶ τὰ σπι­ρὰλ τε­τρά­δια. Προ­φα­νῶς, δὲν τῆς εἶ­πε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας κρυ­φὸς ἔ­ρω­τας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνά­ει τὶς νύ­χτες, στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του· ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, ὅ­ταν σκέ­φτε­ται τὴ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, σκέ­φτε­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­μως, αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο τὸ πού­λη­σαν, ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ δὲν ἔ­μα­θε πο­τὲ ξα­νὰ νέ­α τους. Τὴ νο­σταλ­γοῦ­σε. Σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε νέ­α της, ἀ­π’ ὅ­σο ὅ­ταν τὴν εἶ­χε μπρο­στά του καὶ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τῆς κά­νει ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ξα­νὰ μέ­χρι τὰ ὀ­χτώ του. Τό­τε τὸ ἀ­γνο­οῦ­σε, ἀλ­λὰ θὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἐ­ρω­τευ­ό­ταν. Ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ φί­λη τῆς με­γα­λύ­τε­ρης ἀ­δελ­φῆς του, ποὺ συ­χνὰ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι τους γιὰ παι­χνί­δι. Αἰ­σθα­νό­ταν ἔ­νο­χος ποὺ εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ: τοῦ φαι­νό­ταν προ­δο­σί­α πρὸς τὸ κο­ρί­τσι τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου. Ἡ φί­λη τῆς ἀ­δελ­φῆς του πρέ­πει νὰ ἦ­ταν γύ­ρω στὰ δώ­δε­κα κι ἐ­κεῖ­νος, ἕ­να ἀ­γό­ρι ὀ­χτὼ χρο­νῶν, δὲν εἶ­χε κα­μί­α πι­θα­νό­τη­τα. Ἴ­σως ὅ­ταν με­γά­λω­νε καὶ ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ τώ­ρα ἔ­μοια­ζε μὲ ἄ­βυσ­σο μει­ω­νό­ταν… Ὕ­στε­ρα τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας μὲ ἑ­κα­τὸ τὴν ὥ­ρα, ὅ­λο καὶ πιὸ γρή­γο­ρα. Τώ­ρα εἶ­ναι ἤ­δη δε­κα­εν­νιά. Εἶ­ναι ἐ­νή­λι­κας ἐ­δῶ καὶ ἕ­να χρό­νο. Ἕ­να χρό­νο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γί­νει εἴ­κο­σι. Εἴ­κο­σι! Πο­τὲ δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ ὅ­τι θὰ τὰ ἔ­φτα­νε, αὐ­τός, ποὺ με­τα­ξὺ δώ­δε­κα καὶ δε­κα­τεσ­σά­ρων εἶ­χε μιὰ μυ­στι­κι­στι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ πέ­θαι­νε πρὶν τὰ εἴ­κο­σι: σὲ δυ­στύ­χη­μα μὲ αὐ­το­κί­νη­το ἢ μὲ μη­χα­νὴ ἢ του­λά­χι­στον θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­ρί­α του εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Δὲν θὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ πο­τὲ ξα­νά; Ἐ­δῶ καὶ δέ­κα χρό­νια δὲν ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ κι ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­να­πο­λεῖ τὶς νύ­χτες ἀ­γρύ­πνιας ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του. Ἴ­σως ἡ ἐ­νη­λι­κί­ω­ση νὰ ση­μαί­νει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό. Σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, συλ­λο­γί­ζε­ται, ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι δεῖγ­μα ἀ­νω­ρι­μό­τη­τας, ἕ­να ση­μά­δι ἔλ­λει­ψης ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι για­τί ἀ­να­πο­λεῖ κά­τι ποὺ σύμ­φω­να μὲ τὴ λο­γι­κὴ εἶ­ναι τό­σο ζο­φε­ρό. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ αἰ­σθά­νε­ται ἄ­δει­ος; Για­τί δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ Μάρ­τα, ἐ­κεί­νη τὴν κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μά­θη­μα σχε­δί­ου; Δὲν τῆς λεί­πουν οἱ ἀ­ρε­τές. Ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἐ­λατ­τώ­μα­τα ποὺ τὰ συγ­χω­ρεῖ κα­νείς. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα: στὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα συγ­χω­ροῦν­ται. Αὐ­τὸ σκέ­φτη­κε ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­α­κό­ψει μα­ζί της. Ἀλ­λὰ για­τί νὰ συγ­χω­ρή­σει τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα καὶ ὄ­χι ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε ἄλ­λης; Ἂν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­γα­πή­σει κά­ποι­α, ἂν ἀ­γά­πη ση­μαί­νει πράγ­μα­τι αὐ­τὸ ποὺ φαν­τά­ζε­ται, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν ἀ­σή­μαν­τα ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν. Εἶ­ναι ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κή. Εἶ­ναι ὅ­μως καὶ θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ Νέ­ους εἶ­ναι θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Νέ­ους ἔ­χει τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συ­νη­θι­σμέ­νη· οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ δὲν ἔ­χει σκε­φτεῖ κά­τι πρω­τό­τυ­πο. Αὐ­τὸ τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι (λό­γῳ ἀ­να­σφά­λειας) γί­νε­ται ἐ­πι­θε­τι­κή. Μὲ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­χνά­ζουν στὶς ντι­σκο­τὲκ καὶ ποὺ μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα καὶ μὲ τὴ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σὼν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες. Τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα τὴ δη­μι­ουρ­γοῦν χρη­σι­μο­ποι­ών­τας καυ­στι­κὲς φρά­σεις, προ­κα­τα­σκευ­α­σμέ­νες, πάν­τα ἕ­τοι­μες νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν ὅ­που νά ’­ναι. Καὶ ἡ Τέ­σα; Ἡ Τέ­σα εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνη, εὐ­φυ­ής, δι­α­σκε­δα­στι­κή. Καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο, ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ στὴν ἄλ­λη, καὶ ξέ­ρουν, χω­ρὶς νὰ ποῦν λέ­ξη, ἀ­πὸ τὴ λάμ­ψη στὰ μά­τια, τί σκέ­φτον­ται, ποι­όν κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Στὸ κρε­βά­τι, ἐ­πί­σης, ται­ριά­ζουν κα­τα­πλη­κτι­κά. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­μως, εἶ­ναι ἕ­να κα­κο­μα­θη­μέ­νο κο­ρί­τσι ποὺ κα­τε­βά­ζει μοῦ­τρα ὅ­ταν δὲν τῆς κά­νεις τὸ χα­τί­ρι. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι τεμ­πέ­λα καὶ περ­νά­ει τὴ μέ­ρα της ξα­πλω­μέ­νη στὸν κα­να­πέ, κα­πνί­ζον­τας νω­χε­λι­κὰ ἕ­να τσι­γά­ρο ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει πο­τέ. Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πὸ τὴν Ἄ­να ποὺ συ­νε­χῶς κά­τι κά­νει. Εἶ­ναι ἕ­να δυ­να­μὸ πού σοῦ με­τα­δί­δει τὸ κέ­φι της γιὰ ζω­ή. Ἀλ­λὰ ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐ­λάτ­τω­μα τῆς Ἄ­να; Ὅ­τι εἶ­ναι κτη­τι­κὴ ὅ­πως κα­μιὰ ἄλ­λη ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­χει γνω­ρί­σει, ὅ­τι τοὺς μῆ­νες ποὺ ἔ­βγαι­ναν τοῦ ἔ­κα­νε ἔ­λεγ­χο μέ­ρα-νύ­χτα καὶ ὅ­τι πάν­τα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο ὅ­σο τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε ἐ­κεί­νη. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπά­θη­σε. Τὴν ἐ­κτι­μά­ει, τοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀλ­λὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει, νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει… Καὶ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ψά­χνει ἄ­πια­στα ἰ­δα­νι­κά. Δὲν εἶ­ναι τό­σο ἠ­λί­θιος ὥ­στε νὰ πι­στεύ­ει ὅ­τι θὰ βρεῖ κά­ποι­α χω­ρὶς ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἂν ἀ­γα­πᾶς ἀ­λη­θι­νά, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα μέ­νουν φυ­λαγ­μέ­να σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι καὶ δὲν βγαί­νουν ὅ­λη τὴν ὥ­ρα στὴν ἐ­πι­φά­νεια. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει. Ὅ­πως προ­σπά­θη­σε νὰ ἀ­γα­πή­σει τὴν Τέ­σα, τὴ Νέ­ους καὶ τὴ Μάρ­τα. Θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Ἐ­πει­δὴ θὰ ἄ­ξι­ζε τὸν κό­πο νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπα­θεῖ, δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει. Για­τί δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σὰν ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται; Ἡ Σέ­φα (μιὰ ἄλ­λη κο­πέ­λα ἄ­ξια νὰ ξυ­πνή­σει τὸν ἔ­ρω­τα ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἔ­χει μιὰ στα­λιὰ μυα­λὸ) τοῦ λέ­ει πὼς σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιὰ παι­δι­κὸ τραῦ­μα. Πὼς δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ ἔ­δει­ξε ἀρ­κε­τὴ ἀ­γά­πη οὔ­τε ἡ μη­τέ­ρα του οὔ­τε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­πως εἶ­ναι. Ἄλ­λη πρω­τό­τυ­πη ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τῆς Κού­κι, ἡ ὁ­ποί­α τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα, πρὶν τὸ τε­λι­κὸ ἀν­τί­ο, τοῦ εἶ­πε πὼς αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συμ­βαί­νει εἶ­ναι ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­γα­πή­σει κα­μί­α ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πά­ει μό­νο τὸν ἑ­αυ­τό του. Για­τί εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­γω­ι­στὴς ποὺ δὲν ἀ­ξί­ζει τὴν ἀ­γά­πη τῶν γυ­ναι­κῶν ποὺ τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Ἄ, τί φο­βε­ρὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἂν βέ­βαι­α ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό! Καὶ ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λο: πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Για­τί ἄ­ρα­γε ὅ­λες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­ο ἀ­χα­λί­νω­το πά­θος; Για­τί ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νος νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, κα­τ’ ἀν­τι­στοι­χί­α, κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές;

       Ἐ­νῶ σκέ­φτε­ται ὅ­λα αὐ­τά, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βλέ­πει πὼς ἡ κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μου­σεῖ­ο βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ στρί­βει στὴ γω­νί­α. Ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­νε­ται μ’ ἕ­να σάλ­το. Τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ. Στα­δια­κὰ μι­κραί­νει τὴν ἀ­πό­στα­ση. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν κοι­τά­ζει, κα­θὼς ἐ­κεί­νη περ­πα­τά­ει μπρο­στά του, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρό τοῦ ἀ­ρέ­σει καί, ἀ­π’ ὅ,τι πα­ρα­τή­ρη­σε στὸ μου­σεῖ­ο, μᾶλ­λον κι ἐ­κεί­νης πρέ­πει νὰ τῆς ἀ­ρέ­σει. Κι ἂν αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια; Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ πί­σω της, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς. Θὰ ἀρ­κοῦ­σε ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο της γιὰ νὰ γυ­ρί­σει.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὸν τό­μο Τὸ Για­τί γιὰ Κα­θε­τὶ (με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κὰ Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου, ἔκδ. Μιχ. Σι­δέ­ρης, Ἀ­θή­να, 2016).

Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitanta-sis contes. Τὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου ἔ­χει Μά­στερ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔρ­γα τῶν Λόρ­κα, Βι­τά­λε, Πα­λό­μας, Φραμ­πέ­τι, Νε­ου­μαν.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: