Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς

(За краткостта и тази книга – накъсо)


Ο LAPIDARIUM, τὸ πρῶ­το μου βι­βλί­ο, πε­ρι­εῖ­χε σύν­το­μα πράγ­μα­τα γραμ­μέ­να στὸ πί­σω μέ­ρος ἀ­πὸ εἰ­σι­τή­ρια καὶ χαρ­τά­κια. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ὣς ἕ­ναν βαθ­μὸ καὶ τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­ποι­ες ἐν­τε­λῶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ δὲν μπαί­νουν ἐ­δῶ, ὑ­πάρ­χουν καὶ στὶς δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των μου. Ἀ­πὸ πα­λιὰ μοῦ ἀ­ρέ­σει καὶ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι τὴ συν­το­μί­α, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τά, θε­ω­ρῶ τὸ βι­βλί­ο ἐ­τοῦ­το ὡς τὸ προ­σω­πι­κό μου ντεμ­ποῦ­το στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος. Δι­α­σκέ­δα­ζα, ἐ­νῶ ἔ­γρα­φα αὐ­τὲς τὶς ἱ­στο­ρί­ες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια. Ξέ­φευ­γα σὲ αὐ­τές, ὅ­ταν μοῦ γι­νό­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρη­το τὸ «ἔ­ξω». Τὶς μά­ζευ­α στὰ τε­φτέ­ρια μου, με­τα­ξὺ ἄλ­λων βι­βλί­ων, ποὺ φαί­νον­ταν ὡς πιὸ ση­μαν­τι­κά.*


       Ὑ­πάρ­χει μιὰ ὁ­ρι­σμέ­νη ἱ­ε­ραρ­χί­α στὴ ση­με­ρι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­κε­φα­λῆς εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα – δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, δο­κί­μια, ὑ­πάρ­χουν κυ­ρί­ως λό­γω τῆς ἐ­πι­εί­κιας τῶν ἐκ­δο­τῶν καὶ τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Τί ἀ­πο­μέ­νει γιὰ τὰ ἐν­τε­λῶς σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­σπά­σμα­τα καὶ προ­τά­σεις; Ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν βγαί­νου­νε μπὲ­στ σέ­λερς καὶ μπλοκ­μπά­στερς, εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως «μι­κροῦ μή­κους». Τὰ μυρ­μηγ­κο­σώ­μα­τά τους δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν μὲ τὸν ἐ­λέ­φαν­τα τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Καὶ ὅ­μως, ἐ­μέ­να αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­τρε­πτι­κό­τη­τα τῶν μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν, ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά τους νὰ ξε­γλι­στρᾶ­νε κά­τω ἀ­πὸ τὸν ζυ­γὸ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀ­κρι­βῶς σή­με­ρα μοῦ ἀ­ρέ­σει, στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς βα­ριᾶς ἐ­πι­κό­τη­τας…


Ἀλ­λι­ῶς, νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς συν­το­μί­ας, ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι χθε­σι­νή. Ἐν­τε­λῶς χα­ο­τι­κά, ὅ­πως στὴ Μπορ­χε­σια­νὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια, μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­τά­ξου­με τὶς λί­θι­νες ἐ­πι­γρα­φὲς τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, βου­δι­στι­κὰ κο­άν, τοὺς Χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ Θε­ο­φρά­στου, βι­βλι­κὲς πα­ρα­βο­λές, κά­ποι­α ἀ­πό­κρυ­φα, τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τῶν ἀ­νω­νύ­μων ἀν­τι­γρα­φέ­ων στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν βι­βλί­ων, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ «τὸ δόν­τι μὲ πο­νεῖ καὶ δὲν ἀν­τέ­χε­ται», τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἴ­διου τοῦ Μπόρ­χες[1], τοῦ Μον­τερ­ρό­σο[2], τοῦ Χάρ­μς[3], τοῦ Γι­όρ­κεν[4]… Ἐ­νῶ στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τας, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα μπαί­νουν τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Ντάλ­τσεφ[5], οἱ ἀμ­μό­κοκ­κοι τοῦ Γκέ­ροφ[6], οἱ «Κύ­κνοι μου» τοῦ Ραν­τί­τσκοφ[7], ὁ ὄ­ψι­μος Στρα­τί­εφ[8], οἱ «νά­βες» τοῦ Ἰ­βὰν Με­τόν­τι­εφ [9], ἂν μνη­μο­νεύ­σω μό­νον αὐ­τοὺς ποὺ δὲν βρί­σκον­ται πλέ­ον ἀ­νά­με­σά μας. Πα­ρα­λεί­πω πολ­λούς. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μα­κρὰ γραμ­μὴ πα­ρά­δο­σης, ἀ­σα­φὴς κά­πο­τε, ἀ­πο­σι­ω­πη­μέ­νη, πε­σμέ­νη μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἁ­δρὸ δί­χτυ τοῦ κα­νό­να, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει.


Ὑ­πάρ­χει κά­τι τὸ δρα­μα­τι­κὸ καὶ μα­ζὶ μ’ αὐ­τό, κά­τι τὸ ἠ­ρε­μι­στι­κὸ στὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, λό­γω συγ­χρο­νι­σμοῦ μὲ τὴν πε­ρα­τό­τη­τα τῶν σω­μά­των. Τε­λει­ώ­νουν ἀ­πρό­σμε­να, μπο­ροῦν νὰ εἶ­ναι ἀ­στεῖ­ες ἢ πα­ρά­λο­γες, νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­το­μες καὶ ἀ­βέ­βαι­ες, προ­σω­πι­κὲς καὶ ἀ­πρό­σι­τες τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Νου­βέ­λες τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ Ἴ­στβαν Γι­όρ­κεν καὶ αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρι­βέ­στε­ρους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς.

       Σὰν παι­διὰ ἀν­τα­γω­νι­ζό­μα­σταν ποι­ός θὰ ἀν­τέ­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­τω ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ χω­ρὶς ἀ­νά­σα. Βου­τᾶς τὸ κε­φά­λι σου, ἐλ­λεί­ψει θά­λασ­σας, σὲ τσίγ­κι­νο κου­βά, βού­ι­σμα στ’ ἀ­φτιά, κλει­στο­φο­βία στὸν θώ­ρα­κα, δὲν ἀ­να­πνέ­εις μι­σὸ λε­πτό, ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτό, κά­ποι­ος ἑ­νά­μι­σι λε­πτό, πά­νω-κά­τω ὅ­σο δια­ρκεῖ μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α, καὶ γρή­γο­ρα βγά­ζεις τὸ κε­φά­λι, ἐ­πι­στρέ­φεις στὴ ζω­ή. Ἡ πρώ­τη ἀ­νά­σα εἶ­ναι κο­φτὴ καὶ τὴ θυ­μᾶ­σαι ἔν­το­να. Εἶ­σαι λα­χα­νι­α­σμέ­νος, θαρ­ρεῖς καὶ τα­ξί­δε­ψες 20.000 λεῦ­γες κά­τω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα. (Ἔ­τσι καὶ δὲν ἔ­μα­θα πό­σο εἶ­ναι μιὰ λεύ­γα, ὁ­πό­τε τὴ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­νεύ­θυ­να.) Κά­τι τέ­τοι­ο πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Δὲν θὰ πνι­γεῖς, ὅ­μως με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε βού­τηγ­μα, ἀ­να­σαί­νεις σὰν γιὰ πρώ­τη φο­ρά.


Σάμ­πως νὰ ξέ­φυ­γα, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο κεί­με­νο ἐ­δῶ μέ­σα. Θέ­λω νὰ πῶ, ὅ­τι σὲ τέ­τοι­ες ἐ­πο­χὲς σὰν τὴ ση­με­ρι­νή, ὅ­που ὑ­πάρ­χει παν­τοῦ ἡ ὀ­χλα­γω­γία τῆς τα­βέρ­νας, ἡ κα­λή, σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ἔρ­χε­ται νὰ μᾶς δώ­σει τὸ μέ­τρο γιὰ τὴν κά­θε λέ­ξη. Καὶ τὸ κά­θε λε­πτό. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ πα­ρα­μεί­νει ἔ­τσι.


Γκ. Γκ.

31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2018

Μπρού­κλιν


______________________________


[*] Μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων αὐ­τοῦ τοῦ βι­βλί­ου συμ­πί­πτει μὲ τὴν πα­ρα­μο­νή μου στὸ Cullman Center, New York Public Library. Αὐ­τὸ μοῦ ἔ­δω­σε τὸν χρό­νο καὶ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ τὸ τε­λει­ώ­σω, πράγ­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­μαι εὐ­γνώ­μων.
[1] (ΣτΜ.) Jorge Luis Borges, 1899-1986.
[2] (ΣτΜ.) Augusto Monterroso, 1920-2003.
[3] (ΣτΜ.) Daniil Kharms (Даниил Хармс, 1905-1942).
[4] (ΣτΜ.) István Örkény, 1912-1979.
[5] (ΣτΜ.) Atanas Dalchev (Атанас Далчев, 1904-1978).
[6] (ΣτΜ.) Aleksander Gerov (Александър Геров, 1919-1997).
[7] (ΣτΜ.) Yordan Raditchkov (Йордан Радичков, 1929-2004).
[8] (ΣτΜ.) Stanislav Stratiev (Станислав Стратиев, 1941-2000).
[9] (ΣτΜ.) Ivan Metodiev (Иван Методиев, 1946-2003).


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 137-139.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: