Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ: Ἡ ἀπογραφέας



Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας


ΑΠΟΓΡΑΦΕΑΣ περ­νᾶ ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι καὶ κα­τα­γρά­φει κε­φά­λια, ἀν­θρώ­πους, ζω­ές, ψυ­χές. Χτυ­πά­ει πόρ­τες καὶ τὶς ἀ­νοί­γουν φο­βι­σμέ­νες γρι­οῦ­λες, θυ­μω­μέ­νοι πε­νην­τά­ρη­δες, κα­κο­ποι­η­μέ­νες σύ­ζυ­γοι, χω­ρι­σμέ­νοι πα­τε­ρά­δες, ἐρ­γέ­νη­δες γυ­ναι­κο­λό­γοι, πι­στοὶ ποὺ θε­ω­ροῦν χρέ­ος τους νὰ τῆς χα­ρί­σουν τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη.

       Πλη­ρώ­νε­ται μὲ τὸ κε­φά­λι. Ὅ­σες πε­ρισ­σό­τε­ρες ψυ­χὲς κα­τα­γρα­φοῦν στὸ ἔν­τυ­πο, τό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα θὰ κερ­δί­σει. Ὁ­δὸς Τα­λι­α­δού­ρου. Τῆς ἀ­νοί­γει μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α. Πάν­τα ἔ­χει λί­γη ἀ­μη­χα­νί­α μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους, τοὺς προ­τι­μᾶ ὅ­μως ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νους πε­νην­τά­ρη­δες. Λὲς καὶ στὰ γε­ρά­μα­τα νὰ στα­μα­τά­ει ὁ θυ­μὸς καὶ ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κού­ρα­ση ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­χεις ζή­σει, σὰν νὰ ἔ­χεις πα­ρα­δο­θεῖ στὸ τέ­λος μιᾶς μοί­ρας ποὺ δὲν μπό­ρε­σες νὰ ἀλ­λά­ξεις. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη τῆς χα­μο­γε­λά­ει καὶ τὴν βά­ζει στὸ σπι­τι­κό της: ἕ­να χα­μό­σπι­το μὲ 2 δω­μά­τια, μιὰ κου­ζι­νού­λα, ἕ­να μπά­νιο καὶ ἕ­να χώλ. Κά­θον­ται στὰ πα­λιὰ ἔ­πι­πλα. Τῆς βά­ζει νὰ πι­εῖ νε­ρὸ καὶ τὴν κερ­νᾶ γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι ἄ­νε­τη μὲ κά­τι τέ­τοι­α. Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της καὶ νὰ φύ­γει. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ὅ­μως θέ­λει ἐ­πι­τέ­λους νὰ μι­λή­σει. Δὲν μπαί­νει καὶ κα­νεὶς στὸ σπί­τι της πέ­ρα —ἴ­σως— ἀ­πὸ τὴ γει­τό­νισ­σα.


       — Ὄ­νο­μα;

       — Ὄλ­γα Π.

       — Πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε, κα Ὄλ­γα;

       — 72

       — Ὄ­νο­μα πα­τρός:

       — Δη­μή­τριος

        — Ὄ­νο­μα μη­τρός: Ἀ­γο­ρί­τσα

        — Ἀ­δέρ­φια ἔ­χε­τε;

       — Πρώ­τη ἦ­ταν ἡ Σο­φί­α, με­τὰ οἱ γο­νεῖς μου ἔ­κα­ναν τὴν Ἑ­λέ­νη. Ὕ­στε­ρα τὸν Παῦ­λο μας, τὸν χά­σα­με στὸ ἀν­τάρ­τι­κο, με­τὰ ἐ­γώ.

       — Λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὸν ἀ­δερ­φό σας… Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ κα­τά­στα­ση; Τὰ δι­κά σας παι­διά;

       — Ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Στὸ ρά­φι ὅ­πως ἔ­λε­γαν τό­τε. Γε­ρον­το­κό­ρη. Τώ­ρα εὐ­τυ­χῶς ἐ­σεῖς οἱ νέ­οι δὲν τὸ λέ­τε. Ἔ­πρε­πε βλέ­πεις, κο­ρί­τσι μου, νὰ φρον­τί­σω τοὺς γο­νεῖς μου. Παν­τρεύ­τη­καν τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ὁ πα­τέ­ρας μας δὲν εἶ­χε ἄλ­λη προί­κα νὰ μοῦ δώ­σει καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Με­τὰ πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια, ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζω τοὺς γο­νεῖς μου ποὺ με­γά­λω­ναν, τὰ ἀ­δέρ­φια μου ποὺ ἀρ­ρώ­σται­ναν. Δὲν ἔ­κα­ναν παι­διά. Ὁ ἀ­δερ­φός μου, ὅ­πως σου εἶ­πα, σκο­τώ­θη­κε. Τοὺς φρόν­τι­σα ὅ­λους. Πάν­τα τοὺς φρόν­τι­ζα ὅ­λους. Δὲν παν­τρεύ­τη­κα γιὰ νὰ τοὺς φρον­τί­ζω ὅ­λους. Πέ­θα­ναν ὅ­λοι. Δὲν ἔ­χω κα­νέ­ναν. Εἶ­μαι μό­νη μου. Ἔ­μει­να μό­νη μου. Πε­ρι­μέ­νω νὰ φύ­γω μὲ τὴ σει­ρά μου.


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν ξέ­ρει τί νὰ πεῖ, πῶς νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Μὰ θέ­λει τὴν πα­ρη­γο­ριά της; Ὄ­χι. Φεύ­γον­τας, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­σε ἦ­ταν φό­βος καὶ λύ­πη.


Εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά, ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας ποῦ καὶ ποῦ θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸν φό­βο ποὺ σω­μα­το­ποί­η­σε χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει, ἐ­κεῖ­νο τὸ αἴ­σθη­μα ποὺ τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­ως σή­με­ρα. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας τώ­ρα κοι­μᾶ­ται καὶ ξυ­πνᾶ μό­νη. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό της σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ δὲν μοι­ρά­ζε­ται μὲ κα­νέ­να. Ἀλ­λά­ζει σπί­τια καὶ δὲν ἔ­χει μιὰ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Ἀ­πο­γρά­φε­ται πάν­τα ὡς φι­λο­ξε­νού­με­νη στὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν της. Οἱ γο­νεῖς της ζοῦν, εὐ­τυ­χῶς. Εὐ­τυ­χῶς δὲν ἔ­χει κά­ποι­ον νὰ φρον­τί­σει γιὰ τὴν ὥ­ρα. Δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ ἀ­νί­ψια νὰ φρον­τί­σει. Βι­ώ­νει ἕ­να εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ ὅ­μως τὴν κα­τα­τρώ­ει. Ἀ­πὸ πό­τε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α σὲ τυ­ραν­νά­ει; Κι ἔ­τσι ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας, θὰ συ­νε­χί­σει μὲ μα­ται­ώ­σεις, φό­βους καὶ ἀρ­νή­σεις νὰ σκέ­φτε­ται αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κά­πο­τε καὶ νὰ τὸ συγ­κρί­νει μὲ αὐ­τὸ ποὺ μοι­ραῖ­α ἄ­φη­σε νὰ γί­νει: Μί­α ἐν δυ­νά­μει κυ­ρί­α Ὄλ­γα, ποὺ θὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­πο­γρα­φέ­α γιὰ νὰ δη­λώ­σει τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κή της κα­τά­στα­ση. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν θὰ εἶ­ναι μιὰ «γε­ρον­το­κό­ρη», ἀλ­λὰ μιὰ θλιμ­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὴ δου­λειὰ καὶ ὄ­χι στὴ ζωή.



Μα­ριά­να Μπολ­τσῆ. (Καρ­δί­τσα, 1986). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Σχο­λι­κὴ Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀ­να­πλη­ρώ­τρια φι­λό­λο­γος ΕΑΕ. Ἔ­χει πά­ρει μέ­ρος σὲ δι­ά­φο­ρα ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ προ­γράμ­μα­τα. Εἶ­ναι κά­το­χος πι­στο­ποί­η­σης Braille. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πρό­γραμ­μα διὰ βί­ου ἐκ­παί­δευ­σης Grundtvig μὲ τί­τλο «Developing Educational Processes using Art». Γνω­ρί­ζει Ἀγ­γλι­κὰ καὶ Ἰ­τα­λι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὸ 2009.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: