Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ: Ἡ ἀπογραφέας



Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας


ΑΠΟΓΡΑΦΕΑΣ περ­νᾶ ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι καὶ κα­τα­γρά­φει κε­φά­λια, ἀν­θρώ­πους, ζω­ές, ψυ­χές. Χτυ­πά­ει πόρ­τες καὶ τὶς ἀ­νοί­γουν φο­βι­σμέ­νες γρι­οῦ­λες, θυ­μω­μέ­νοι πε­νην­τά­ρη­δες, κα­κο­ποι­η­μέ­νες σύ­ζυ­γοι, χω­ρι­σμέ­νοι πα­τε­ρά­δες, ἐρ­γέ­νη­δες γυ­ναι­κο­λό­γοι, πι­στοὶ ποὺ θε­ω­ροῦν χρέ­ος τους νὰ τῆς χα­ρί­σουν τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη.

       Πλη­ρώ­νε­ται μὲ τὸ κε­φά­λι. Ὅ­σες πε­ρισ­σό­τε­ρες ψυ­χὲς κα­τα­γρα­φοῦν στὸ ἔν­τυ­πο, τό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα θὰ κερ­δί­σει. Ὁ­δὸς Τα­λι­α­δού­ρου. Τῆς ἀ­νοί­γει μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α. Πάν­τα ἔ­χει λί­γη ἀ­μη­χα­νί­α μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους, τοὺς προ­τι­μᾶ ὅ­μως ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νους πε­νην­τά­ρη­δες. Λὲς καὶ στὰ γε­ρά­μα­τα νὰ στα­μα­τά­ει ὁ θυ­μὸς καὶ ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κού­ρα­ση ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­χεις ζή­σει, σὰν νὰ ἔ­χεις πα­ρα­δο­θεῖ στὸ τέ­λος μιᾶς μοί­ρας ποὺ δὲν μπό­ρε­σες νὰ ἀλ­λά­ξεις. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη τῆς χα­μο­γε­λά­ει καὶ τὴν βά­ζει στὸ σπι­τι­κό της: ἕ­να χα­μό­σπι­το μὲ 2 δω­μά­τια, μιὰ κου­ζι­νού­λα, ἕ­να μπά­νιο καὶ ἕ­να χώλ. Κά­θον­ται στὰ πα­λιὰ ἔ­πι­πλα. Τῆς βά­ζει νὰ πι­εῖ νε­ρὸ καὶ τὴν κερ­νᾶ γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι ἄ­νε­τη μὲ κά­τι τέ­τοι­α. Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της καὶ νὰ φύ­γει. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ὅ­μως θέ­λει ἐ­πι­τέ­λους νὰ μι­λή­σει. Δὲν μπαί­νει καὶ κα­νεὶς στὸ σπί­τι της πέ­ρα —ἴ­σως— ἀ­πὸ τὴ γει­τό­νισ­σα.


       — Ὄ­νο­μα;

       — Ὄλ­γα Π.

       — Πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε, κα Ὄλ­γα;

       — 72

       — Ὄ­νο­μα πα­τρός:

       — Δη­μή­τριος

        — Ὄ­νο­μα μη­τρός: Ἀ­γο­ρί­τσα

        — Ἀ­δέρ­φια ἔ­χε­τε;

       — Πρώ­τη ἦ­ταν ἡ Σο­φί­α, με­τὰ οἱ γο­νεῖς μου ἔ­κα­ναν τὴν Ἑ­λέ­νη. Ὕ­στε­ρα τὸν Παῦ­λο μας, τὸν χά­σα­με στὸ ἀν­τάρ­τι­κο, με­τὰ ἐ­γώ.

       — Λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὸν ἀ­δερ­φό σας… Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ κα­τά­στα­ση; Τὰ δι­κά σας παι­διά;

       — Ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Στὸ ρά­φι ὅ­πως ἔ­λε­γαν τό­τε. Γε­ρον­το­κό­ρη. Τώ­ρα εὐ­τυ­χῶς ἐ­σεῖς οἱ νέ­οι δὲν τὸ λέ­τε. Ἔ­πρε­πε βλέ­πεις, κο­ρί­τσι μου, νὰ φρον­τί­σω τοὺς γο­νεῖς μου. Παν­τρεύ­τη­καν τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ὁ πα­τέ­ρας μας δὲν εἶ­χε ἄλ­λη προί­κα νὰ μοῦ δώ­σει καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Με­τὰ πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια, ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζω τοὺς γο­νεῖς μου ποὺ με­γά­λω­ναν, τὰ ἀ­δέρ­φια μου ποὺ ἀρ­ρώ­σται­ναν. Δὲν ἔ­κα­ναν παι­διά. Ὁ ἀ­δερ­φός μου, ὅ­πως σου εἶ­πα, σκο­τώ­θη­κε. Τοὺς φρόν­τι­σα ὅ­λους. Πάν­τα τοὺς φρόν­τι­ζα ὅ­λους. Δὲν παν­τρεύ­τη­κα γιὰ νὰ τοὺς φρον­τί­ζω ὅ­λους. Πέ­θα­ναν ὅ­λοι. Δὲν ἔ­χω κα­νέ­ναν. Εἶ­μαι μό­νη μου. Ἔ­μει­να μό­νη μου. Πε­ρι­μέ­νω νὰ φύ­γω μὲ τὴ σει­ρά μου.


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν ξέ­ρει τί νὰ πεῖ, πῶς νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Μὰ θέ­λει τὴν πα­ρη­γο­ριά της; Ὄ­χι. Φεύ­γον­τας, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­σε ἦ­ταν φό­βος καὶ λύ­πη.


Εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά, ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας ποῦ καὶ ποῦ θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸν φό­βο ποὺ σω­μα­το­ποί­η­σε χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει, ἐ­κεῖ­νο τὸ αἴ­σθη­μα ποὺ τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­ως σή­με­ρα. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας τώ­ρα κοι­μᾶ­ται καὶ ξυ­πνᾶ μό­νη. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό της σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ δὲν μοι­ρά­ζε­ται μὲ κα­νέ­να. Ἀλ­λά­ζει σπί­τια καὶ δὲν ἔ­χει μιὰ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Ἀ­πο­γρά­φε­ται πάν­τα ὡς φι­λο­ξε­νού­με­νη στὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν της. Οἱ γο­νεῖς της ζοῦν, εὐ­τυ­χῶς. Εὐ­τυ­χῶς δὲν ἔ­χει κά­ποι­ον νὰ φρον­τί­σει γιὰ τὴν ὥ­ρα. Δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ ἀ­νί­ψια νὰ φρον­τί­σει. Βι­ώ­νει ἕ­να εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ ὅ­μως τὴν κα­τα­τρώ­ει. Ἀ­πὸ πό­τε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α σὲ τυ­ραν­νά­ει; Κι ἔ­τσι ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας, θὰ συ­νε­χί­σει μὲ μα­ται­ώ­σεις, φό­βους καὶ ἀρ­νή­σεις νὰ σκέ­φτε­ται αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κά­πο­τε καὶ νὰ τὸ συγ­κρί­νει μὲ αὐ­τὸ ποὺ μοι­ραῖ­α ἄ­φη­σε νὰ γί­νει: Μί­α ἐν δυ­νά­μει κυ­ρί­α Ὄλ­γα, ποὺ θὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­πο­γρα­φέ­α γιὰ νὰ δη­λώ­σει τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κή της κα­τά­στα­ση. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν θὰ εἶ­ναι μιὰ «γε­ρον­το­κό­ρη», ἀλ­λὰ μιὰ θλιμ­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὴ δου­λειὰ καὶ ὄ­χι στὴ ζωή.



Μα­ριά­να Μπολ­τσῆ. (Καρ­δί­τσα, 1986). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Σχο­λι­κὴ Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀ­να­πλη­ρώ­τρια φι­λό­λο­γος ΕΑΕ. Ἔ­χει πά­ρει μέ­ρος σὲ δι­ά­φο­ρα ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ προ­γράμ­μα­τα. Εἶ­ναι κά­το­χος πι­στο­ποί­η­σης Braille. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πρό­γραμ­μα διὰ βί­ου ἐκ­παί­δευ­σης Grundtvig μὲ τί­τλο «Developing Educational Processes using Art». Γνω­ρί­ζει Ἀγ­γλι­κὰ καὶ Ἰ­τα­λι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὸ 2009.


			

Πηγὴ Κούτση: Perfect day


Πη­γὴ Κού­τση


Perfect day*


ΙΜΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΙΑ ἐ­τῶν. Μὲ βε­βα­ρη­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κὸ ὑ­γεί­ας ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὸ πο­λὺ τσι­γά­ρο. Πέ­ρα­σα ὡ­ραῖ­α τὴ ζω­ή μου πα­ρέ­α καὶ μὲ τὰ δύ­ο. Πνευ­μό­νια μαῦ­ρα καὶ συ­κώ­τι κα­τε­στραμ­μέ­νο. Μὲ δῶ­ρο ἕ­ναν καρ­κί­νο ποὺ κά­νει πάρ­τι σι­γὰ-σι­γὰ πά­νω στὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να μου κύτ­τα­ρα.

        Δὲν τὸν πε­ρί­με­να τό­σο σύν­το­μα, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον εἶ­δε αὐ­τὴν τὴν τέ­λεια μέ­ρα καὶ ἦρ­θε. Ὁ Ἄγ­γε­λος μὲ ἐ­πι­σκέ­φτη­κε.  Κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου, ἀ­μί­λη­τος, μὲ μιὰ ζε­στα­σιὰ ὅ­μως στὸ βλέμ­μα, γιὰ νὰ μὴν τρο­μά­ξω. Τί νὰ τρο­μά­ξω; Ἔ­χω βρε­θεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τί του στὴν κα­θι­κί­σια ζω­ή μου. Τὸν κοί­τα­ξα καὶ ἐ­γὼ μὲ τεμ­πέ­λι­κη δι­ά­θε­ση καὶ με­τὰ γύ­ρι­σα λί­γο στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ εἶ­πα μέ­σα μου, τί ὡ­ραί­α μέ­ρα γιὰ νὰ ζή­σει κα­νείς.

        Τοῦ ζή­τη­σα λοι­πὸν μιὰ χά­ρη. Νὰ βγοῦ­με ἔ­ξω μιὰ βόλ­τα. Μιὰ τε­λευ­ταί­α βόλ­τα. Νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὰ μό­ρια ἀ­έ­ρα ποὺ θὰ ἀ­φή­σουν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­πο­τύ­πω­μα ζω­ῆς.

        Φό­ρε­σα τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο μου ξε­βαμ­μέ­νο μπλου­ζά­κι, τὸ  σκι­σμέ­νο μου τζὶν ποὺ φο­ροῦ­σα πα­λιὰ ὅ­ταν γυρ­νοῦ­σα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη, κα­κό­φη­μα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ πεῖ κα­νείς. Ἀ­κό­μα μοῦ κά­νει, εἰ­δι­κὰ τώ­ρα ποὺ ἔ­χα­σα με­ρι­κὰ κι­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια. Πῆ­ρα μα­ζί μου καὶ ἕ­να μπου­κά­λι οὐ­ί­σκι γιὰ νὰ τὸ πι­οῦ­με μὲ τὸν φί­λο μου στὸ πάρ­κο.

        Βγή­κα­με ἔ­ξω στὸν δρό­μο καὶ πῆ­ρα μιὰ βα­θιὰ ἀ­να­πνο­ή. Ὁ Ἄγ­γε­λος μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε δι­στα­κτι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ μιὰ μι­κρή, κρυ­φὴ χα­ρὰ καὶ ἐ­κεῖ­νος γιὰ αὐ­τὴν τὴ βόλ­τα.

        Τί ὡ­ραί­α ποὺ μύ­ρι­ζε ὁ ἀ­έ­ρας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν λου­λου­δι­ῶν ἀ­να­κα­τευ­ό­ταν μὲ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἀ­πὸ τὶς ἀ­νά­σες τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ περ­πα­τοῦ­σαν λα­χα­νι­α­σμέ­να γιὰ νὰ προ­λά­βουν τὰ ραν­τε­βού τους.

        Ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ θα­νά­του δί­πλα μου ὄ­ξυ­νε τὶς αἰ­σθή­σεις μου καὶ τὰ μά­τια μου ἔ­βλε­παν πιὸ ἔν­το­νά τα χρώ­μα­τα, τὶς ἐκ­φρά­σεις τῶν προ­σώ­πων τῶν πε­ρα­στι­κῶν. Βο­ή­θη­σα μιὰ για­γιὰ νὰ πε­ρά­σει τὸν δρό­μο καὶ ἔ­κλει­σα τὸ μά­τι σὲ ἐ­κεί­νη τὴν πι­τσι­ρί­κα ποὺ ξε­ρο­στά­λια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον ἡ κά­ποι­α.

        Χά­νω σι­γὰ-σι­γὰ τὶς δυ­νά­μεις μου. Εὐ­τυ­χῶς φτά­σα­με στὸ πάρ­κο. Ἔ­κα­τσα κά­τω καὶ μὲ μι­μή­θη­κε καὶ ὁ Ἄγ­γε­λός μου ἣ ὁ μο­να­δι­κὸς καὶ πι­στὸς φί­λος ποὺ εἶ­χα πο­τὲ μὲ τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­κα­να. Εἶ­ναι θαῦ­μα ποὺ ἔ­φτα­σα μέ­χρι ἐ­δῶ. Κά­να δυ­ὸ φο­ρὲς εἶ­χα πι­εῖ τό­σο πο­λὺ ποὺ εἶ­χα πολ­λὲς πι­θα­νό­τη­τες νὰ τὴν εἶ­χα κά­νει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν κό­σμο. Ἡ πρώ­ην μου μὲ ἔ­σω­σε τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Φο­βε­ρὸ κο­ρί­τσι. Δυ­να­τὸ πο­τή­ρι.

        Ἄ­νοι­ξα τὸ μπου­κά­λι, ἔ­βγα­λα καὶ ἀ­κούμ­πη­σα τὰ δυ­ὸ πο­τή­ρια στὸ γρα­σί­δι. Μύ­ρι­σα τὸ οἰ­νό­πνευ­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν ἀ­πὸ τὸ στό­μιο.  Γα­μῶ­το, εἶ­ναι κά­τι ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ θὰ μοῦ λεί­ψει. Ἤ­πια μιὰ δυ­να­τὴ γου­λιά, τὸ ἴ­διο ἔ­κα­νε καὶ ὁ φί­λος μου. Σὲ αὐ­τὴν τὴ γου­λιὰ ἀ­γά­πη­σα ὅ­λες μου τὶς ἁ­μαρ­τί­ες καὶ ἔ­δω­σα τὴν εὐ­χή μου στὸ πρώ­ην κο­ρί­τσι μου νὰ προ­σέ­χει τὴν ὑ­γεί­α της μὲ τὶς μπόμ­πες ποὺ πί­νει.

        Ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε εὐ­χά­ρι­στά το μέ­τω­πό μου. Τὸ τρα­γού­δι μιᾶς ρὸκ πα­ρέ­ας πιὸ πέ­ρα μοῦ θύ­μι­σε τὰ ξύ­δια στὶς συ­ναυ­λί­ες ποὺ πη­γαί­να­με καὶ εἴ­χα­με τὰ μπου­κά­λια κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὶς μπλοῦ­ζες μας. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου ἔπι­α­σα τὸν μπα­γά­σα τὸν φί­λο μου νὰ σι­γο­τρα­γου­δά­ει. Θὰ τοῦ ἔ­λε­γα στὴν ὑ­γειά σου, ἀλ­λὰ ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τά μοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ο σὰν ἰ­δέ­α. Ἄς μὴν τὸν ἀ­φή­σω νὰ πε­ρι­μέ­νει.

        Ξά­πλω­σα στὸ γκα­ζόν. Ἡ ζω­ὴ ξε­κι­νᾶ μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ κλει­στά. Στὸ ἐν­δι­ά­με­σο τὰ ἀ­νοί­γεις γιὰ νὰ ζή­σεις πί­νον­τας μιὰ γου­λιὰ ἀ­πὸ τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σου οὐ­ί­σκι. Ἦ­ταν μιὰ τέ­λεια μέ­ρα…

* Τίτλος ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ὁ­μό­τι­τλο τρα­γού­δι τοῦ Lou Reed.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Μάγδα Κόσσυβα:


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Ι. Ἔν­τγκαρ


ΑΠΟΤΕ ΗΞΕΡΕ ἀ­μέ­τρη­τα ὀ­νό­μα­τα, σοῦ ἀ­ρά­δια­ζε σὰν κα­τα­πέλ­της πα­ρα­πομ­πὲς ἐμ­φυ­σών­τας σου ἔμ­πνευ­ση, καὶ ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ἔ­φτα­νε σὲ φρε­νί­τι­δα, ἔ­φτα­νες καὶ ἐ­σύ.

        Κά­πο­τε εἶ­χε καὶ ἄ­πει­ρα αὐ­τιὰ κρε­μα­σμέ­να πά­νω του.

             Κά­πο­τε τὸ μυα­λό του ἦ­ταν μιὰ κι­νη­τὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὄ­χι ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ ἔ­χουν οἱ ἐ­πι­δει­ξί­ες γνώ­σε­ων καὶ οἱ ἀ­δι­ά­βα­στοι.

          Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἔ­μοια­ζε μὲ τσίρ­κο, ὅ­λοι ἦ­ταν εὐ­πρόσ­δε­κτοι, ἀρ­κεῖ νὰ ἦ­ταν φρι­κιά.

        Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, εἶ­ναι 25 χρο­νῶν. Τοῦ ἀ­ρέ­σει μιὰ Μι­σέλ, δὲν ξέ­ρει τί­πο­τα γιὰ αὐ­τὴν ἐ­κτός τοῦ ὅ­τι δι­α­βά­ζει γρή­γο­ρα καὶ τρώ­ει τὰ νύ­χια της, σπου­δά­ζει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ εἶ­ναι πάν­τα ἄ­φραγ­κη.

        Κι ὅ­μως ἔ­χει ἤ­δη ὑ­πάρ­ξει σύ­ζυ­γος, πα­τέ­ρας, ἐ­ρα­στής, καλ­λι­τέ­χνης, τρε­λός, ση­μαν­τι­κός· τώ­ρα βέ­βαι­α ἁ­πλὰ ἔ­χει σύγ­χυ­ση.

        Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες τῆς ἡ­μέ­ρας κά­ποι­ες ἄ­γνω­στες γυ­ναῖ­κες τοῦ σκου­πί­ζουν τὰ σά­λια καὶ ἄλ­λες ἐ­πί­σης ἄ­γνω­στες τὸν μπου­κώ­νουν μὲ χά­πια. Ὅ­ταν βι­ώ­νει τὸν ἑ­αυ­τὸ του 25 χρο­νῶν ἀν­τι­στέ­κε­ται, στὰ 40 εἶ­ναι πιὸ πει­θή­νιος, στὰ 50 δέ, τὸν κά­νεις ὅ­τι θές, δὲν κά­νει βῆ­μα.


ΙΙ. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ά στὸ δι­ά­ο­λο εἶ­σαι


        Ἦρ­θε μιὰ ἀ­κό­μα ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ἀλ­λὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἔ­χει χρῶ­μα.

        Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι μαῦ­ρα, τὸ δέρ­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μά­τια της σκου­ραί­νουν κά­ποι­ες φο­ρὲς καὶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω τί χρῶ­μα εἶ­ναι.

        Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἐ­δῶ, βγά­ζει στὸν κῆ­πο τὸ κα­ρό­τσι μου καὶ μὲ πά­ει βόλ­τα.

        Μοῦ χα­ρί­ζει χαρ­τιὰ καὶ μὲ πεί­θει ὅ­τι μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ζω­γρα­φί­ζω.

        Φαί­νε­ται εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χε­ται. Προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ἐν­τυ­πω­σιά­ζω, γιὰ αὐ­τὸ ὅ­ταν τὴν πε­ρι­μέ­νω, πεί­θω τὶς μό­νι­μες ἄ­γνω­στες γυ­ναῖ­κες νὰ μὲ γυα­λί­σουν του­λά­χι­στον ἀ­πέ­ξω. Τὸ μέ­σα εἶ­ναι κου­βά­ρι.


ΙΙΙ. Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ δεί­ξουν τὰ τέ­ρα­τα τὴν ἀ­γά­πη τους…


        Τὸν πῆ­γε στὸν κῆ­πο ὅ­πως κά­θε φο­ρά, τοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ μαλ­λιά, τὸν φί­λη­σε, τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπλὸκ ὅ­πως πάν­τα, ὅ­μως αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ τοῦ ἔ­δω­σε κά­τι ἀ­κό­μα.

        Πι­ές τα ὅ­λα μα­ζί, ὅ­ταν σβή­σουν τὰ φῶ­τα.

        Κρύ­ψε τὰ κα­λά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ στὸν κῆ­πο τῶν «μπον­ζά­ι»



Σπῦρος Ν. Παππᾶς


Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ στὸν κῆ­πο τῶν «μπον­ζά­ι»


Ε ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, εἴ­χα­με τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με μιὰ πρώ­τη ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νου, σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Γιά­μπολ, 1968) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου, ὅ­που γιὰ ἕ­ξι συ­νε­χό­με­νες Κυ­ρια­κές, με­τα­ξὺ 5 Ἀ­πρι­λί­ου – 10 Μα­ΐ­ου 2015, πα­ρου­σι­ά­στη­καν πέν­τε με­τα­φρα­σμέ­να δι­η­γή­μα­τα προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ τὶς δύ­ο συλ­λο­γές του: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000), Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013), συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἐρ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νο.

       Τὸ ἐν λό­γῳ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ μιὰ οὐ­σι­α­στι­κὴ γνω­ρι­μί­α μὲ τὴν ξε­χω­ρι­στὴ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, πα­ρό­τι πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νος καὶ ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο, ἤ­δη μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του μὲ τὸν τί­τλο Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (Естествен роман, 1999), ἐν­τού­τοις, σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ χώ­ρα ὅ­πως ἡ Ἑλ­λά­δα, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κό του ἔρ­γο πα­ρέ­με­νε ἀ­με­τά­φρα­στο καὶ ἄ­γνω­στο.

       Τρί­α χρό­νια με­τὰ τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση αὐ­τῆς τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης λο­γο­τε­χνι­κῆς πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρὸν ἱ­στο­λό­γιο —μὲ τὴν προ­σθή­κη καὶ ἑ­νὸς ἀ­κό­μα με­τα­φρα­σμέ­νου δι­η­γή­μα­τος («Do not disturb») ἀ­πὸ τὸν ὑ­πο­γρά­φον­τα στὴν ἀν­θο­λο­γί­α: 83 ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο μη­δέν (ἔκδ. Μ. Σι­δέ­ρη, 2017)— εὐ­τυ­χή­σα­με, ἐ­πι­τέ­λους, νὰ δοῦ­με με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀρ­χι­κῶς τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, Φυ­σι­κὴ τῆς Με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011) τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἵ­κα­ρος» ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Πε­ρὶ Φυ­σι­κῆς τῆς Με­λαγ­χο­λί­ας καὶ ἀ­κο­λού­θως, τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2020, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο, τὸ προ­α­να­φερ­θὲν Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (ἀμ­φό­τε­ρα σὲ με­τά­φρα­ση Ἀ­λε­ξάν­δρας Δ. Ἰ­ω­αν­νί­δου).

       Tὸ ἔ­τος 2018 ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ μιὰ τρί­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Ὅ­λα τα κορ­μιά μας (Всичките наши тела) πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας ἀ­πο­κλει­στι­κῶς δι­η­γή­μα­τα «μπον­ζά­ι» —ἢ «ὑ­περ­σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» σύμ­φω­να μὲ τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸν ὑ­πό­τι­τλο: (свръхкратки истории)— ἀ­πο­τε­λού­με­νη συ­νο­λι­κὰ ἀ­πὸ 103 μι­κρῆς ἐ­κτά­σε­ως δι­η­γή­μα­τα καὶ ἕ­να ἐ­πι­λο­γι­κὸ κεί­με­νο. Στὰ σύν­το­μα καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κὰ αὐ­τὰ δι­η­γή­μα­τα, συμ­πυ­κνώ­νον­ται ὅ­λα τὰ γνώ­ρι­μα στοι­χεῖ­α τῆς προ­σω­πι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας καὶ λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ὅ­πως ἀ­νι­χνεύ­ον­ται ἄλ­λω­στε καὶ στὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο του, ἐ­νῶ δὲν ἀ­που­σιά­ζει καὶ ἀ­πὸ ἐ­δῶ ὁ πει­ρα­μα­τι­σμός, ὁ ὁ­ποῖ­ος σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις φτά­νει ἕ­ως ἕ­ναν ἀ­κραῖ­ο καὶ τολ­μη­ρὸ μι­νι­μα­λι­σμὸ —λ.χ. πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι τὸ μι­κρό­τε­ρο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς ἐ­κτεί­νε­ται σὲ μό­λις τρεῖς λέ­ξεις, ἐ­νῶ τέσ­σε­ρα ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­λοι­πα δι­η­γή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σὲ μιὰ καὶ μό­νον πρό­τα­ση— πού, ὡ­στό­σο, φα­νε­ρώ­νει τὴν ἐκ­φρα­στι­κὴ ὡ­ρι­μό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὰ ἐ­λά­χι­στα μέ­σα κα­τορ­θώ­νει πάν­τα νὰ προ­βλη­μα­τί­ζει καὶ νὰ συγ­κι­νεῖ.

       Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2018 σὲ συ­νάν­τη­σή μου μὲ τὸν Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α νὰ πα­ρου­σια­στοῦν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ὁ­ρι­σμέ­να ἐ­πι­λεγ­μέ­να καὶ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης συλ­λο­γῆς, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν φι­λό­ξε­νο καὶ ται­ρια­στὸ χῶ­ρο τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου, ὡς «φυ­σι­κὸ συμ­πλή­ρω­μα» στὸ πα­λαι­ό­τε­ρο ἐ­κεῖ­νο ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ 2015. Ἡ ἰ­δέ­α ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως ἀ­πο­δε­κτὴ καὶ εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει ἡ σκέ­ψη νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ και­νούρ­γιο ἀ­φι­έ­ρω­μα καὶ μιὰ ἐ­κτε­νὴς συ­νο­δευ­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη τοῦ συγ­γρα­φέ­α, πε­ρι­στρε­φό­με­νη κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σχέ­ση τοῦ ἰ­δί­ου ἀλ­λὰ καὶ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα. Δυ­στυ­χῶς, πα­ρὰ τὴν κοι­νή μας πρό­θε­ση, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα αὐ­τὸ δὲν εὐο­δώ­θη­κε λό­γῳ τῶν ἀλ­λε­πάλ­λη­λων τα­ξι­δι­ῶν τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τῶν λοι­πῶν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῶν του ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων ποὺ συ­νέ­πε­σαν μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς και­νούρ­γιου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος —τὸ ἔρ­γο αὐ­τό, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище), ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε προ­σφά­τως καὶ βρί­σκε­ται ἀ­πὸ τὰ τέ­λη Ἀ­πρι­λί­ου 2020 σὲ κυ­κλο­φο­ρί­α στὴ Βουλ­γα­ρί­α, στα­θε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν οἶ­κο «Жанет 45».

       Ἐλ­πί­ζο­με, ὅ­τι ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­τῆς τῆς ὁ­πωσ­δή­πο­τε χρή­σι­μης συ­νο­δευ­τι­κῆς συ­νέν­τευ­ξης, ἀ­να­πλη­ρώ­νε­ται ἐ­δῶ ὡς ἕ­ναν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ ἀ­πὸ τὸ δι­α­φω­τι­στι­κὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α («Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλίο – κον­το­λο­γίς») ποὺ δη­μο­σι­εύ­ε­ται με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­κο­λού­θως, ἐγ­και­νι­ά­ζον­τας ἔ­τσι τὸ και­νούρ­γιο αὐ­τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

       Στὴ συ­νέ­χεια, κά­θε Κυ­ρια­κὴ καὶ γιὰ τὶς ἑ­πό­με­νες ὀ­κτὼ ἑ­βδο­μά­δες, πρό­κει­ται νὰ πα­ρου­σια­στοῦν οἱ πα­ρα­κά­τω ἐ­πι­λεγ­μέ­νες «ὑ­περ­σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἀ­πὸ τὴν ἐν λό­γῳ τρί­τη συλ­λο­γὴ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἐ­δῶ (καὶ) ὡς ἕ­νας ἐ­πι­δέ­ξιος «μι­κρο­καλ­λι­ερ­γη­τὴς» τῆς πρό­ζας, εἰ­σά­γον­τας μὲ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­να­πάν­τε­χο τρό­πο τὸν ἀ­να­γνώ­στη στὸν προ­σω­πι­κό του κῆ­πο τῶν «μπον­ζάι»:


  1. «Spam» («Спам»),
  2. «Lapsus» («Лапсус»),
  3. «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας» («Историята на един жест»),
  4. «Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)» («Краят на Грозното пате (не е за деца)»),
  5. «Μέ­χρι τὴν πόρ­τα» («До вратата»),
  6. «Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο (χρο­νι­κό, σω­τή­ριον ἔ­τος 1996)» («Старецът и ябълката (хро­­ни­ка анно домини 1996)»),
  7. «Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας» («Пробив в систе­мата за сугу­рност»),
  8. «Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες» («Нови безспокойства»).

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πα­τίλης.)

Εἰκόνα: Σπῦρος Ν. Παππᾶς καὶ Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (φω­το­γρα­φί­α: Γκερ­γκά­να Γκε­οργκί­ε­βα / Ге­р­га­­на Ге­о­рги­е­ва, 27 Ἰουλίου 2018 ).



		

	

Φανή Χούρσογλου: Οἰκόσιτα


Φα­νὴ Χούρ­σο­γλου


Οἰ­κό­σι­τα


Ι ΜΕΓΑΛΕΣ, ΟΙ ΦΤΕΡΩΤΕΣ, δὲν θά ‘πρε­πε ὑ­πο­τί­θε­ται νὰ μᾶς ἀ­νη­συ­χοῦν – εἶ­ναι ἁ­πλοὶ ἐ­πι­σκέ­πτες, κα­θὼς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοί. Οἱ τσοῦ­λες οἱ μι­κρὲς εἶ­ναι ποὺ κά­νου­νε φω­λι­ὲς καὶ θέ­λουν ἐ­πει­γόν­τως ἐ­ξο­λό­θρευ­ση.

        Δὲν ξέ­ρω βέ­βαι­α ἂν θὰ συμ­φω­νοῦ­σε σὲ αὐ­τὸ ὁ Ἀν­τω­νά­κης, ἀ­φοῦ —Βου­δι­στὴς γὰρ— πί­στευ­ε πὼς ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ με­γέ­θους πρό­κει­ται γιὰ ἀ­τυ­χεῖς με­τεν­σαρ­κώ­σεις ἀ­κό­μα καὶ οἰ­κεί­ων —ἀ­γα­πη­μέ­νων, ἐν­δε­χομέ­νως— προ­σώ­πων, βά­ναυ­σα χτυ­πη­μέ­νων ἀ­π’ τὸ κάρ­μα.

        Ὅ­πως καὶ νά ‘χει, ὁ Μῆ­τσος —ὡς συ­νή­θως κυ­νι­κός— τό­νι­ζε πὼς τὸ ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α τοῖς ἑ­κα­τὸ ἀπ’ τὶς ρη­μά­δες δὲν τὶς βλέ­που­με.

        Βλέ­που­με —ἐ­νί­ο­τε— ἀ­ρα­χνοῦ­λες, ἀλ­λὰ συ­χνό­τε­ρα μο­νά­χα τοὺς ἱ­στούς τους στὶς γω­νι­ές. Δὲν βλέ­που­με ὅ­μως —εὐ­τυ­χῶς— οὐ­δέ­πο­τε τὰ ἀ­κά­ρε­α, πα­ρό­λο ποὺ ἰ­σο­βί­ως συμ­βι­ώ­νου­με πα­ρέ­α.

        Ἴ­σως αὐ­τὰ σκε­φτό­ταν καὶ ἡ Μα­ρι­λοῦ σὰν τῆς καρ­φώ­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι μοι­ρα­ζό­ταν τὴ γκαρ­σο­νι­ε­ρού­λα μὲ φαν­τά­σμα­τα. Ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο κο­ρί­τσι ἡ Μα­ρι­λοῦ, μὰ ξε­ρο­κέ­φα­λο. Χρυ­σὴ τὴν κά­να­με πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει με­τα­φυ­σι­κὸ οὐ­δὲν ποὺ νὰ τὴν ἀ­πει­λεῖ, αὐ­τὴ ἐ­κεῖ, νὰ σκι­ά­ζε­ται καὶ νὰ σκη­νο­θε­τεῖ τὸ θρί­λερ τῆς ζω­ῆς της.

        Μᾶς πα­ρου­σί­α­ζε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὕ­πο­πτα συμ­βάν­τα ὡς πα­σι­δή­λως ἐν­δει­κτι­κά τῆς ὕ­παρ­ξης μί­ας ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρων ὀν­το­τή­των ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν στὴν οἰ­κί­α της.

        Κατ’ ἀρ­χὴν —λέ­ει— ἄ­κου­γε βή­μα­τα, συρ­σί­μα­τα, ψι­θύ­ρους καὶ φω­νές. Τὸ γε­γο­νὸς πὼς οἱ τοῖ­χοι τῶν δι­α­με­ρι­σμά­των οὐ­δε­μί­αν ἠ­χο­μό­νω­ση πα­ρέ­χουν δι­ό­λου δὲν τὴν πτο­οῦ­σε.

        Βέ­βαι­α εἶ­χε κά­ποι­α βά­ση αὐ­τή της ἡ ἀ­γω­νί­α, ἀ­φοῦ —ἀ­πὸ τὴν τρέ­λα της— εἶ­χε ἀ­πο­συν­δέ­σει ρα­δι­ό­φω­να, τη­λε­ο­ρά­σεις καὶ λοι­πὰ (γιὰ τὸ φό­βο τῶν δαι­μό­νων), ὁ­πό­τε ζών­τας στὴ σι­ω­πὴ πῶς νὰ μὴν με­γα­λο­ποι­εῖ καὶ τὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο ἠ­χά­κι;

        Τὸ σπί­τι —ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη— εἶ­ναι ἀ­λή­θεια τὴν ἀ­να­και­νι­σού­λα του τὴν ἤ­θε­λε καὶ βέ­βαι­α οὔ­τε λό­γος γιὰ πι­στο­ποι­η­τι­κὸ ἐ­νερ­γεια­κῆς ἀ­πό­δο­σης σὲ ἕ­να κτί­σμα συ­νο­μή­λι­κο μέ μᾶς – καὶ κά­τι πα­ρα­πά­νω. Πῶς νὰ μὴν τρί­ζουν πιὰ τὰ ἕρ­μα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα;

        Ἔ­πει­τα ἡ κα­η­μέ­νη ἡ Μα­ρι­λοῦ ἔ­χα­νε δια­ρκῶς πράγ­μα­τα. Πα­σμί­νες, κάλ­τσες κι ἀ­να­πτῆ­ρες δη­λώ­νον­ταν συ­χνὰ πυ­κνὰ στὴ λί­στα ἀ­πω­λε­σθέν­των. Ἐ­γὼ ὡς ἄ­πι­στος Θω­μᾶς τὴ θε­ω­ροῦ­σα φυ­σι­κὰ ἁ­πλῶς ἀλ­λο­παρ­μέ­νη.

        Ὅ­μως —σὰν βρώ­μι­κο μυα­λό— προ­σπά­θη­σα σκλη­ρὰ νὰ τῆς βά­λω ψύλ­λους στ’ αὐ­τιὰ μή­πως ἡ κολ­λη­τή της, αὐ­τὴ ἡ Μίρ­κα ἡ παρ­δα­λή, τῆς βού­τα­γε τὰ δι­ά­φο­ρα – ἔ­τσι γιὰ χά­ρη γού­στου.

        Κι ἴ­σως ἦ­ταν οἰ­κό­σι­τα τὰ πνεύ­μα­τα στὸ σπί­τι, ὅ­μως τὸ σύν­δρο­μο τῆς Μα­ρι­λοῦ εἶ­χε ἐ­πε­κτα­θεῖ καὶ σὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς χώ­ρους, ὥ­στε παν­τοῦ πλέ­ον ἔ­νι­ω­θε πὼς πα­ρα­κο­λου­θεῖ­ται.

        Ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπά­θη­σα νὰ ὀρ­θώ­σω τεῖ­χος λο­γι­κῆς γιὰ νὰ τὴν χα­λα­ρώ­σω, ἐ­κεί­νη δὲν ξε­χνι­ό­τα­νε λε­πτό. Κι ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μυ­θι­α­ζό­μουν δι­α­κα­ῶς μή­πως κά­τι παι­ζό­ταν με­τα­ξύ μας, τὸ ἀ­γύ­ρι­στο μυα­λό της σκά­λω­νε στὰ ἀ­ό­ρα­τα κα­τοι­κί­δια. Ἔ­ψα­χνε καὶ με­τροῦ­σε τὶς σκι­ές, δι­α­βλέ­πον­τας παν­τοῦ ἄλ­λες δι­α­στά­σεις.

        Ἀ­φοῦ εἶ­χε σπου­δά­σει ἐν­δε­λε­χῶς τὰ ἅ­παν­τα τῆς ἀ­ξι­ό­τι­μης Μαν­τὰμ μὲ τ’ ὄ­νο­μα Μπλα­βά­τσκυ ἡ Μα­ρι­λοῦ δὲ σή­κω­νε οὔ­τε μύ­γα στὸ σπα­θί της. Ἦ­ταν κα­θό­λα ἕ­τοι­μη νὰ συ­στη­θοῦν ἐ­νώ­πιος ἐ­νω­πί­ῳ μὲ τὸ στοι­χει­ό. Ἐ­πί­μο­να προ­σέγ­γι­ζε τοὺς φί­λους της —κι ἐ­μέ­να— νὰ κά­νου­με ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σε­άνς.

        Ὁ­μο­λο­γῶ πο­θοῦ­σα σὰν τρε­λός τὰ τρυ­φε­ρὰ χε­ρά­κια της νὰ ἄγ­γι­ξω – ἀλ­λὰ γιὰ ἐ­πι­κλή­σεις καὶ τοι­οῦτα ἐ­ξω­τι­κὰ δὲν ἤ­μουν ὁ κα­τάλ­λη­λος κα­θό­λου. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ τὴν πά­τη­σα ὁ βλά­κας κι ἀ­φοῦ τὸ ὑ­πο­σχέ­θη­κα ὄ­φει­λα νὰ τὸ κά­νω.

        Στὴν ὥ­ρα ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­κεῖ. Στὸ χῶ­ρο μό­νο δυ­ὸ κε­ριά. Εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει τὸ τρα­πέ­ζι, τὸ πο­τή­ρι, τὸ χαρ­τί. Πι­α­νό­μα­στε κι ἀρ­χί­ζου­με τὴν ὅ­λη τε­λε­τή. Κρύ­ω­σα ἀ­πό­το­μα ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε καὶ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα.

        Τὸ πο­τή­ρι κου­νή­θη­κε κι ἡ Μα­ρι­λοῦ ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τᾶ γιὰ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἄ­γνω­στού της φί­λου. Ἐ­γὼ τὰ εἶ­χα ἤ­δη χρεια­στεῖ μὰ τὰ χει­ρό­τε­ρα δὲν εἶ­χαν φτά­σει ἀ­κό­μα. Ἦρ­θαν ὅ­ταν τὰ γράμ­μα­τα ποὺ ἑ­νώ­νον­ταν γορ­γὰ σχη­μά­τι­σαν στὰ μά­τια μου μπρο­στὰ τὸ ὄ­νο­μά μου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Φα­νή Χούρ­σο­γλου (Ἀ­θή­να). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴν Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α στὸ ἀν­τί­στοι­χο τμῆ­μα τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὸ Graphic Design (Bachelor καὶ Master of Arts in Design ἀ­π’ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Derby) στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λό. Ἀ­πα­σχο­λεῖ­ται κυ­ρί­ως σὰν graphic designer. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πε­ζο­ποι­ή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες. Πρῶ­το βι­βλί­ο της ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν Κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove): Ἐντόμου σοφία



Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove)


Ἐν­τό­μου σο­φί­α

(Insect Wisdom)


Γιὰ τὴ Λί­ζα Σλέ­ι­τερ

’ ΕΠΙΑΣΕ ὁ πα­νι­κὸς τοῦ χει­ρό­γρα­φου, κι ἔ­τσι κί­νη­σα γιὰ τὴν πί­σω αὐ­λὴ γιὰ προ­ο­πτι­κὴ καὶ ἡ­λι­ό­φως. Τρί­α βή­μα­τα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα, ὅρ­μη­σε ἕ­να γι­γάν­τιο μα­μού­νι. Ἤ­τα­νε πέν­τε μέ­τρα μα­κρύ, προ­ϊ­στο­ρι­κό, ὅ­λο φτε­ρὰ καὶ σα­γό­νια, μυρ­μηγ­κο­σκα­θα­ρό­σφη­κα. M’ ἔπια­σε στὴ λα­βί­δα του, κρε­μα­σμέ­νη ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἄν­τρας μου στά­θη­κε ἀ­νή­συ­χος, κα­θὼς πή­γαι­νε νὰ σκαρ­φα­λώ­σει. Τὸ ἑ­πτά­χρο­νό μας χαι­ρε­τοῦ­σε κου­νών­τας τὸ χέ­ρι, κα­θὼς κοί­τα­γε ἀ­πὸ μα­κριὰ τὶς κε­ραῖ­ες καὶ τὰ πε­τα­χτὰ μά­τια, ὥ­σπου ὁ πα­τέ­ρας του τὸ συ­νό­δε­ψε μέ­σα γιὰ μά­θη­μα τρομ­πο­νιοῦ καὶ μπα­νά­κι. Ἔ­μει­να ‘κεῖ ἔ­ξω, νὰ αἰ­ω­ροῦ­μαι πά­νω ἀ­π’ τὸ γρα­σί­δι. Πε­ρά­σα­νε μέ­ρες. Βδο­μά­δες. Τὸ σκυ­λὶ τοῦ γεί­το­να ἐ­πι­τέ­λους ἔ­σκα­σε καί, σὰν ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α, χα­λά­ρω­σε ἡ ἄ­γρια λα­βὴ καὶ κα­τρα­κύ­λη­σα στὸ ἔ­δα­φος.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Cordite Poetry Review, 1 February 2018.

(http://cordite.org.au/poetry/suburbia/insect-wisdom/)

Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων: What the Ground Can’t Hold (Picador, 2013) καὶ She Played Elvis (Allen and Unwin, 2009). Δι­η­γή­μα­τά της ὑ­πάρ­χουν σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες τῆς Αὐ­στρα­λί­ας. Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Wollongong, στὴν Αὐ­στρα­λί­α.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα: Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ



Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ


Α ΣΠΙΤΙΑ ἔ­μοια­ζαν σὰν δυ­ὸ στα­γό­νες νε­ρό. Σὰν νὰ εἶ­χε δι­πλώ­σει κά­ποι­ος ἕ­να ἄ­σπρο χαρ­τὶ στὴ μέ­ση καὶ νὰ εἶ­χε κό­ψει μὲ προ­σο­χὴ τὸ σχέ­διό τους. Μὲ ὅ­λες τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Μὲ μυ­τε­ρὸ ψα­λί­δι.

       Εἶ­χαν ἕ­ναν τοῖ­χο κοι­νό, μιὰ λα­σπω­μέ­νη λου­ρί­δα χῶ­μα μπρο­στὰ καὶ μιὰ πιὸ με­γά­λη λου­ρί­δα πί­σω σκε­πα­σμέ­νη μὲ γκρί­ζες πλά­κες. Καὶ στὶς δυὸ πί­σω αὐ­λὲς σέρ­νον­ταν ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να πο­δή­λα­τα, πα­τί­νια, μπά­λες καὶ ἄ­δεια μπὸλ γιὰ τὰ ἀ­δέ­σπο­τά της γει­το­νιᾶς.

       Στὰ κάγ­κε­λα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ τυ­λι­γό­ταν ἕ­να γι­α­σε­μὶ μὲ λί­γα ἄ­σπρα λου­λού­δια. Ἀ­γρι­ό­χορ­τα καὶ τρι­φύλ­λι ἔ­πνι­γαν τὰ παρ­τέ­ρια.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, οἱ θά­μνοι, κου­ρε­μέ­νοι καὶ συμ­με­τρι­κοί, κά­λυ­πταν τὰ κάγ­κε­λα κι ἐμ­πό­δι­ζαν τὸ φῶς νὰ ζε­στά­νει τὰ θα­λασ­σι­νὰ βό­τσα­λα ποὺ σχε­δί­α­ζαν μο­νο­πά­τια μὲ σπεῖ­ρες καὶ κύ­κλους.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ σπί­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νοι­χτά. Οἱ κουρ­τί­νες τρε­μού­λια­ζαν κα­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες καὶ βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ τὴ σκό­νη.

       Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔμ­παι­ναν τὸ φῶς καὶ ἡ ζέ­στη, προ­χω­ροῦ­σαν στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σαν τὸ χὸλ μὲ τὸν ἄ­δει­ο κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι κι ἔ­φτα­ναν στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ μα­κριὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴ χρω­μα­τι­στὴ πο­διὰ ἔ­κο­βε τὰ κο­λο­κύ­θια σὲ τέ­λει­ους κύ­κλους, τὶς με­λι­τζά­νες καὶ τὶς πι­πε­ρι­ὲς σὲ κα­ρε­δά­κια, τὶς πα­τά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς ντο­μά­τες σὲ φέ­τες. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τα­ψί, τὸ κου­νοῦ­σε δυ­να­τὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ κόκ­κι­νο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ψη­νό­ταν τὸ μπριάμ, ἡ μυ­ρω­διά του μπλε­κό­ταν στὰ μαλ­λιὰ τῆς γυ­ναί­κας, ἀγ­κά­λια­ζε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι καὶ ζά­λι­ζε τὶς μύ­γες ποὺ μα­ζεύ­ον­ταν σὰν μαύ­ρη μπά­λα στὴν τρυ­πη­τὴ κου­τά­λα.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα κλει­στὰ καὶ οἱ βα­ρι­ὲς κουρ­τί­νες σκο­τει­νὲς κι ἀ­κί­νη­τες. Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς κλει­σού­ρας προ­χω­ροῦ­σε στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σε τὸ χὸλ μὲ τὸν φορ­τω­μέ­νο ροῦ­χα κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὸν σκε­πα­σμέ­νο κα­θρέ­φτη καὶ ἔ­φτα­νε στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὸν κό­τσο καὶ τὰ μαῦ­ρα ροῦ­χα ἔ­τρι­βε μὲ τὸν χον­τρὸ τρί­φτη τὶς ντο­μά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς πι­πε­ρι­ές. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τη­γά­νι, ἀ­να­κά­τευ­ε ἁ­πα­λὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ μαῦ­ρο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ἔ­βρα­ζε ἡ σάλ­τσα γιὰ τὰ μα­κα­ρό­νια, ἡ μυ­ρω­διά της μαύ­ρι­ζε τὴ χω­ρί­στρα τῆς γυ­ναί­κας, κα­λη­σπέ­ρι­ζε τὴ φω­το­γρα­φία τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ καὶ ξε­σή­κω­νε τὶς ζω­γρα­φι­σμέ­νες στὰ πλα­κά­κια πε­τα­λοῦ­δες.

       Πρώ­τη ἔ­φτα­νε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ ἄ­σπρο μάρ­μα­ρο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ. Δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ χρω­μα­τι­στῆ πε­τσέ­τα πιά­το κι ἔ­φευ­γε.

       Σὲ λί­γο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ δι­πλα­νοῦ σπι­τιοῦ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα πιά­το, δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα, στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ μαῦ­ρο γρα­νί­τη.

       Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι κα­θι­σμέ­νο στὴ μη­χα­νή, κοί­τα­ζε ψη­λά. Χα­μο­γε­λοῦ­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ κα­θό­ταν πί­σω του. Κοί­τα­ζε κά­τω. Τὸ πο­τά­μι ποὺ ἄ­φρι­ζε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο μὲ τί­τλο «Κί­τρι­νο σκο­τά­δι» θὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὶς Ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Βικτωρία Βουδουράκη: Ἡ κυρία Μέρφυ


Βι­κτω­ρί­α Βου­δου­ρά­κη


Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ


 ΚΥΡΙΑ ΜΕΡΦΥ εἶ­ναι ἡ σύ­ζυ­γος τοῦ κυ­ρί­ου Μέρ­φυ.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ, ποὺ εἶ­ναι βι­βλι­ο­φά­γος, μα­λώ­νει πά­λι μὲ τὸν κύ­ριο Μέρ­φυ.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ δὲ μα­γει­ρεύ­ει, δὲ συ­γυ­ρί­ζει καὶ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς μπου­γά­δες, ἐ­πει­δὴ δι­α­βά­ζει συ­νε­χῶς μὲ τὰ γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας ποὺ δὲν ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται πο­τέ. Δὲν πη­γαί­νει γιὰ ψώ­νια οὔ­τε γιὰ κα­φε­δά­κι, ἀ­φοῦ ὑ­πάρ­χει πάν­τα ἕ­να κε­φά­λαι­ο ποὺ τὴν πε­ρι­μέ­νει.

        Ἀ­πό­ψε τῆς λέ­ει: Μάρ­θα, εἶ­ναι ὥ­ρα νὰ φύ­γου­με.

        Εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ τοὺς ἔ­χουν προ­σκα­λέ­σει σὲ γεῦ­μα οἱ Ἀτ­τέν­μπο­ρο. Ἡ Μάρ­θα προ­φα­σί­στη­κε ἀ­δι­α­θε­σί­α τὴν πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸν τό­μο Μ τῆς ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας Μπρι­τάν­νι­κα.

        Τοῦ ἀ­παν­τᾶ σὰν αὐ­τό­μα­τος τη­λε­φω­νη­τής: Τοὺς βα­ρι­έ­μαι. Θὰ εἶ­μαι στὴν κεν­τρι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς πό­λης. Θὰ σᾶς συ­ναν­τή­σω ἀρ­γό­τε­ρα.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ βρι­σκό­ταν στὸ ὑ­πό­γει­ο ἀρ­χεῖ­ο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ὁ Βο­ρει­ο­κο­ρε­ά­της πρό­ε­δρος πά­τη­σε τὸ κόκ­κι­νο κουμ­πὶ μί­λια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ Οὐ­ϊ­σκόν­σιν. Ἕ­να πυ­ρη­νι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ βρυ­χή­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὶς βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κὲς πο­λι­τεῖ­ες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς. Τὸ Ἰ­λι­νό­ϊ, ἡ Ἰν­τιά­να καὶ τὸ Ὀ­χά­ϊ­ο μπου­κώ­θη­καν μὲ σκό­νη καὶ σι­γή.  Ἄν­θρω­ποι καὶ ζῶ­α ἐ­ξα­ε­ρώ­θη­καν, σπί­τια καὶ αὐ­το­κί­νη­τα ἔ­γι­ναν χαλ­κο­μα­νί­ες σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα πιά, για­τί δὲν εἶ­χε μεί­νει κα­νεὶς νὰ ἀ­κού­σει κά­τι.

        Τὸ ἔ­δα­φος δο­νή­θη­κε μέ­χρι τὶς πα­τοῦ­σες τῆς κυ­ρί­ας Μέρ­φυ, ποὺ ἔ­κλει­σε ἀ­πο­ρη­μέ­νη τὸ τρί­το βι­βλί­ο γιὰ τὴ δι­α­τρο­φὴ τῶν Ἀζ­τέ­κων πε­νήν­τα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Δει­λὰ-δει­λά, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ἀρ­χεί­ου. Βι­βλί­α καὶ χαρ­τιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να μὲ μπά­ζα καὶ τοῦ­βλα εἶ­χαν φρά­ξει τὴ μι­σὴ σχε­δὸν εἴ­σο­δο τῆς σκά­λας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Βή­χον­τας, σκαρ­φά­λω­σε πά­νω ἀ­πὸ τὶς πέ­τρες γιὰ νὰ ἀ­νέ­βει στὸ ἰ­σό­γει­ο. Οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς βι­βλι­ο­θή­κης ἔ­λει­παν, ὁ φύ­λα­κας ἐ­πί­σης. Ἔ­ξω δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τί­πο­τα, οὔ­τε που­λὶ οὔ­τε μύ­γα. Θρυμ­μα­τι­σμέ­να τζά­μια, ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νες κα­ρέ­κλες καὶ σπα­σμέ­νοι ὑ­πο­λο­γι­στὲς ἀ­κό­μη ἀ­νέ­δυ­αν σκό­νη. Μό­νο κά­τι σπιν­θῆ­ρες ἀ­πὸ κα­λώ­δια δι­έ­κο­πταν τὴ νε­κρι­κὴ ἡ­συ­χί­α.

        Θε­ό­ρα­τα ρά­φια μὲ βι­βλί­α, ἀν­τί­γρα­φα ἀρ­χαί­ων πα­πύ­ρων, χάρ­τες καὶ λευ­κώ­μα­τα, δο­κί­μια καὶ πα­ρα­μύ­θια, ὅ­λα βρί­σκον­ταν στὰ πό­δια της. Ὅ­λη ἡ σο­φί­α τοῦ κό­σμου ἦ­ταν τώ­ρα στὴ δι­ά­θε­σή της. Μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ρει ὅ,τι ἤ­θε­λε ἀ­πὸ κά­τω καὶ νὰ τὸ δι­α­βά­σει ἀ­πε­ρί­σπα­στη. Ἐ­πι­τέ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χὴ γιὰ νὰ τὴν ἐ­νο­χλή­σει.

        Καὶ ἐ­κεῖ, πά­νω σὲ μιὰ κο­τρώ­να ἀ­πὸ μπε­τόν, ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ πα­ρα­πα­τᾶ. Στὴν ἄ­χα­ρη μα­νού­βρα γιὰ νὰ ξα­να­βρεῖ τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της, τῆς γλι­στροῦν τὰ γυα­λιὰ ἀ­πὸ τὴ μύ­τη. Ἡ καρ­διὰ της γί­νε­ται ὅ­σα κομ­μά­τια ἔ­γι­ναν οἱ δυ­ὸ φα­κοί.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βι­κτω­ρί­α Βου­δου­ρά­κη (Πει­ραι­άς). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Με­τὰ τὶς με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς της ἐρ­γά­στη­κε στὴ Γαλ­λί­α ὡς ἀ­σκού­με­νη σὲ Ἑ­ται­ρεί­α Συμ­βού­λων μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἰ­στό­το­πο 121 Λέ­ξεις.



		

	

Κωνσταντία Σωτηρίου: « Ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς παίρνουν τὶς γάτες μας!»


Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου


«Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!»


ΕΙΔΗΣΗ εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε στὰ ψι­λὰ τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε με­γά­λη ση­μα­σί­α γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τά της. Δύ­ο Κυ­πρια­κὰ εἴ­δη γα­τι­ῶν, ἔ­λε­γε, κα­θα­ρό­αι­μα καὶ αὐ­τό­χθο­να, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν μά­λι­στα ὀ­νό­μα­τα ποὺ συν­δύ­α­ζαν τὸν ἀρ­χαῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ καὶ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, κιν­δύ­νευ­αν μὲ ἀ­φα­νι­σμὸ ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ἡ ρά­τσα «Ἀ­φρο­δί­τη» καὶ ἡ ρά­τσα «Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη», ρά­τσες γα­τι­ῶν ἑλ­λη­νι­κῶν τῆς Κύ­πρου μας, μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, κιν­δύ­νευ­αν ἀ­πὸ Τούρ­κους ποὺ τὶς ἔ­κλε­βαν καὶ τὶς με­τέ­φε­ραν στὰ κα­τε­χό­με­να, ὅ­που τὶς δι­α­σταύ­ρω­ναν μὲ τουρ­κι­κές, μω­α­με­θα­νὲς γά­τες. Στό­χος ἔ­λε­γε τὸ δη­μο­σί­ευ­μα ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν μιὰ τρί­τη, και­νούρ­για ρά­τσα, ποὺ θὰ τὴν κα­το­χύ­ρω­ναν ὡς κυ­πρια­κὴ γιὰ νὰ τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν ἀρ­γό­τε­ρα ἐμ­πο­ρι­κά. Τὸ θέ­μα ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴ Βου­λὴ ὅ­που ἕ­νας Οἰ­κο­λό­γος Βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται νὰ ἔ­φε­ρε τὸ θέ­μα στὴν Ὁ­λο­μέ­λεια φω­νά­ζον­τας ἐμ­φαν­τι­κά: «Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!». Ὅ­ταν φυ­σι­κὰ ἐμ­πλά­κη­καν οἱ μυ­στι­κές μας ὑ­πη­ρε­σί­ες, δι­α­φά­νη­κε πὼς τέ­τοι­ο θέ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Μιὰ ὁ­μά­δα γυ­ναι­κῶν ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἦρ­θε λέ­ει σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση γιὰ κα­θα­ρό­αι­μες γά­τες στὴ Λε­με­σὸ καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξε μὲ πά­θος πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κα­τα­χω­ρη­θοῦν οἱ δύ­ο ἀρ­χαῖ­ες γά­τες ἀ­πὸ τὸ κρά­τος νο­μι­κά, γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α προ­έ­λευ­σης. Στό­χος τους ἦ­ταν νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­τοῦν οἱ ἴ­δι­ες τὶς γά­τες ἐμ­πο­ρι­κά. Σκά­ρω­σαν τό­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τοὺς Τούρ­κους ποὺ ἀ­πή­γα­γαν τὶς γά­τες καὶ τὶς ἀλ­λοί­ω­ναν. Καὶ ἔ­βα­λαν στὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά μας ποὺ κιν­δυ­νεύ­ει κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Συν­τα­γὴ δο­κι­μα­σμέ­νη νὰ τα­ρά­ξει τὰ νε­ρά. Ἄ­σχε­τα ἂν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δύ­ο ἴ­δι­ες γά­τες μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, σερ­γι­α­νί­ζουν κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀ­ψη­φών­τας τὸ ὁ­δό­φραγ­μα. «Gel kucuk kedim», ἔ­λα ἐ­δῶ μι­κρό μου γα­τί, ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νύ­χτες ὁ Τοῦρ­κος σκο­πὸς κα­θὼς φω­νά­ζει γιὰ φαῒ τὴν «Βε­νούς»* καὶ τὴν «Οὒμ Χα­ράμ»*.


Σ.τ.Συγγραφέως: Βέ­νους λέ­νε οἱ Τουρ­κο­κύ­πριοι τὴν Ἀ­φρο­δί­τη. Οὒμ Χα­ρὰμ εἶ­ναι συγ­γε­νὴς τοῦ προ­φή­τη Μω­ά­μεθ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει ση­μαν­τι­κὸ τέ­με­νος στὴ Λάρ­να­κα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου γεν­νή­θη­κε στὴν  Λευ­κω­σί­α. Ἡ νου­βέ­λα της Ἡ Ἀ­ϊ­σὲ πά­ει δι­α­κο­πὲς βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ «Athens Prize for Literature» καὶ ἦ­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ δεύ­τε­ρή της νου­βέ­λα μὲ τί­τλο Φω­νὲς ἀ­πὸ χῶ­μα ἦ­ταν ἐ­πί­σης στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ τρί­τη νου­βέ­λα της Πι­κρί­α χώ­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2019. Οἱ τρεῖς νου­βέ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ τρι­λο­γί­α γιὰ τὸ πῶς οἱ γυ­ναῖ­κες τῆς Κύ­πρου δι­η­γοῦν­ται τὸν πό­λε­μο. Ἔ­χει γρά­ψει θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες σκη­νὲς ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν Θε­α­τρι­κὸ Ὀρ­γα­νι­σμὸ Κύ­πρου. Τὸ δι­ή­γη­μα της «Ἔ­θι­μα Θα­νά­του» κέρ­δι­σε τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τῆς Κοι­νο­πο­λι­τεί­ας γιὰ τὸ 2019.


Ἀνίτα Γκόβιτς (Anita Goveas): Ἄς τραγουδήσουμε όλα τα βρομόλογα που ξέρουμε


Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas)


Ἂς τρα­γου­δή­σου­με ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ ξέ­ρου­με

(Let’s Sing All the Swear Words We Know)


ΙΣΑΙ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ μὲ μύ­τη σὰν καμ­πά­να καὶ μ’ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς ση­μά­δι ποὺ μοιά­ζει μὲ ἄγ­κυ­ρα. Εἶ­σαι ἡ Ἀν­τω­νί­α για­τί αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ,τι πλη­σι­έ­στε­ρο ὑ­πάρ­χει πρὸς τὸ μο­να­δι­κὸ ὄ­νο­μα ποὺ δι­ά­λε­ξε ὁ πα­τέ­ρας σου. Δὲν εἶ­σαι ὁ λό­γος τῆς φυ­γῆς του, μὰ δὲν εἶ­σαι καὶ λό­γος ἱ­κα­νὸς νὰ τὸν κά­νει νὰ μεί­νει. Οἱ πνεύ­μο­νές σου εἶ­ναι ὑ­γι­εῖς ὅ­ταν τί­πο­τε ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι, καὶ κλαῖς σὰν τὸ πο­τά­μι ποὺ χυ­μά­ει, ὅ­λο φο­νι­κὰ ρεύ­μα­τα στὸν βυ­θὸ καὶ κα­νέ­να τέρ­μα. Τρῶς μο­νά­χα ρύ­ζι μπα­σμά­τι καὶ φο­ρᾶς μο­νά­χα σόρ­τς. Χτυ­πᾶς τα­του­ὰζ σ’ ὅ­λες σου τὶς Μπάρ­μπι μ’ ἀ­νε­ξί­τη­λο με­λά­νι καὶ τρα­γου­δᾶς ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ σοῦ μα­θαί­νει ἡ νταν­τά σου σ’ ἕ­να ἄ­σμα ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ τὸ βγά­λουν νὸκ ἄ­ουτ ὅ­λες οἱ σφα­λιά­ρες τοῦ κό­σμου. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ δόν­τια μι­σο­φέγ­γα­ρα κι ἔ­χεις τοὺς νε­φρο­ει­δεῖς λο­βοὺς τοῦ πα­τέ­ρα σου. Φο­ρᾶς ἄ­ρω­μα ποὺ ἀ­φή­νει λί­γδα κι ἀγ­γί­ζεις ὅ­λους τοὺς γυ­μνο­σά­λια­γκες. Λα­τρεύ­εις τὸ πῶς στοι­χί­ζον­ται ἀ­ριθ­μοὶ στὸ κε­φά­λι σου καὶ κρύ­βε­σαι πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἀ­τη­μέ­λη­τη φράν­τζα σου καὶ κά­τω ἀ­πὸ μπλου­ζά­κια Πὲρλ Τζὰμ στὸ μά­θη­μα τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν. Σ’ ἑλ­κύ­ει ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς πυ­ρω­μέ­νης ἀ­σφάλ­του καὶ τὸ νὰ βλέ­πεις τὰ κα­φε­τιὰ —στὸ χρῶ­μα σου— φύλ­λα μὲ με­γε­θυν­τι­κὸ φα­κό. Τὸ στό­μα σου λέ­ει «ἄν­τε γα­μή­σου» χω­ρὶς νὰ χρεια­στεῖ νὰ τὸ ἀ­νοί­ξεις. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βυ­ζιὰ σὰν γκρέ­ιπ­φρουτ καὶ καρ­που­ζέ­νιο κῶ­λο. Χα­ζεύ­εις τὰ ἀ­γό­ρια κα­θὼς σὲ χα­ζεύ­ουν. Δὲν δι­α­θέ­τεις τὰ λό­για ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν κά­ποι­ον νὰ μεί­νει, μι­λᾶς μό­νη σου ὅ­ταν κα­νεὶς δὲν σ’ ἀ­κού­ει. Φεύ­γεις ὅ­σο πιὸ γρή­γο­ρα μπο­ρεῖς κι ἐ­πι­στρέ­φεις κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, δι­ό­τι κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ξέ­ρει τὰ λό­για ἀ­π’ τὸ τρα­γού­δι σου.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν διαδικτυακὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Lost Ballon (19.09.19) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ ἦ­ταν προ­τει­νό­με­νες στὸ Lost Balloon γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

https://lost-balloon.com/2018/09/19/lets-sing-all-the-swear-words-we-know-by-anita-goveas/

Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas). Βρε­τα­νί­δα ἀ­σι­α­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Βά­ση της εἶ­ναι τὸ Λον­δί­νο καὶ καύ­σι­μό της ὁ δυ­να­τὸς κα­φὲς καὶ τὸ πα­νὶρ τζαλ­φρέ­ζι. Εἶ­ναι συ­χνὰ χω­μέ­νη σὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες καὶ στὸ ἀ­νε­ξάρ­τη­το βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς της Bookseller Crow. Δου­λειά της πρω­το­εκ­δό­θη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Lon­don Short Story Prize An­tho­logy τοῦ 2016 καὶ πιὸ πρό­σφα­τα στὰ Rig­gwel­ter PressAnti-He­roin ChicFor­mer ca­ctus magLitro, καὶ Long­leaf Re­view. Τι­τι­βί­ζει ἀ­τά­κτως στὸ @coffeeandpaneer.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.