Βά­νια Σύρ­μου: Βόλ­τα μὲ πο­δή­λα­το



Βά­νια Σύρ­μου


Βόλ­τα μὲ πο­δή­λα­το


«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ἔ­βγα­λε ἥ­λιο! Ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ πο­νοῦν τὰ κόκ­κα­λά μου μὲ τό­ση βρο­χή! Μὲ τρα­βά­ει κι ἐ­κεί­νη ἡ το­μή, θυ­μᾶ­σαι, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση στὸ γό­να­το. Δὲ βα­ρι­έ­σαι, ἀ­φοῦ μπο­ροῦ­με καὶ κά­νου­με ἀ­κό­μα πο­δή­λα­το, κα­λὰ εἴ­μα­στε. Βάλ­σα­μο ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος!…Τέ­τοι­α ἐ­πο­χὴ ἦ­ταν ποὺ σὲ πρω­το­γνώ­ρι­σα, σ’ αὐ­τὸ ἐ­δῶ το παγ­κά­κι. Θυ­μᾶ­σαι;… Προ­σπα­θοῦ­σες νὰ τι­νά­ξεις τὴ λά­σπη ἀ­π’ τὰ ροῦ­χα σου με­τὰ τὴ γλί­στρα μὲ τὸ πο­δή­λα­το στὸ βρεγ­μέ­νο χῶ­μα. Στα­μά­τη­σα καὶ κοι­τών­τας σε, γέ­λα­σα μὲ τὴ μά­ται­η προ­σπά­θειά σου. Ποῦ βρί­σκεις τὸ ἀ­στεῖ­ο; γύ­ρι­σες καὶ μοῦ ‘πες. Φο­ροῦ­σες ἐ­κεί­νη τὴν κόκ­κι­νη μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα ποὺ σ’ ἔ­κα­νε νὰ ξε­χω­ρί­ζεις. Σὲ βο­ή­θη­σα νὰ ξα­να­βά­λεις τὴν ἁ­λυ­σί­δα τοῦ πο­δη­λά­του σου καὶ φύ­γα­με μα­ζὶ συ­νε­χί­ζον­τας τὴν πο­δη­λα­τά­δα στὸ πάρ­κο. Κα­τά­λα­βα ἀ­μέ­σως πὼς σοῦ ἄ­ρε­σα ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γε­λοῦ­σες μ’ ὅ­σα ἔ­λε­γα. Τὰ μά­γου­λά σου κοκ­κί­νι­ζαν στὸ κρύ­ο κι ἐ­γὼ μὲ κό­πο κρα­τοῦ­σα τὰ μά­τια μου στὴν εὐ­θεί­α τῆς δι­α­δρο­μῆς. Προ­τι­μοῦ­σες τὶς χει­μω­νι­ά­τι­κες βόλ­τες. Ἀ­πο­λάμ­βα­νες τὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα πού σοῦ ‘κό­βε τὴν ἀ­νά­σα στὴν ἀ­νη­φό­ρα. Θυ­μᾶ­σαι;… Δὲν φο­ροῦ­σα τό­τε γάν­τια καὶ τὰ χέ­ρια μου εἶ­χαν ξυ­λιά­σει στὸ τι­μό­νι. Ἔ­βα­ζα πό­τε τὸ ἕ­να πό­τε τ’ ἄλ­λο στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν γιὰ νὰ μὴν κα­τα­λά­βεις πὼς κρύ­ω­να. Πάν­τα μὲ μά­λω­νες ποὺ ξε­χνοῦ­σα τὰ γάν­τια μου. Κοί­τα, τώ­ρα τὰ ἔ­χω μα­ζί μου. Πῶς κα­τά­φερ­νες νά ’­χεῖς πάν­τα τὸ νοῦ σου σὲ ὅ­λα; Τὸ σκου­φὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, τὸ κο­λα­τσιὸ τοῦ Νι­κό­λα, τὸ κα­σκὸλ τῆς Νέ­λης. Ἔ­χω και­ρὸ νὰ δῶ τὰ παι­διά. Τη­λέ­φω­νο μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα καὶ ἄν. Δὲν θέ­λω νὰ τοὺς ἐ­νο­χλῶ. Ἔ­χουν κι αὐ­τὰ τὶς δου­λει­ές τους. Ἄ, ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ. Οἱ συ­νά­δελ­φοι μοῦ κά­ναν δῶ­ρο δερ­μα­τό­δε­το ση­μει­ω­μα­τά­ριο γιὰ νὰ γρά­ψω, λέ­νε, τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου ὡς δά­σκα­λος, τώ­ρα ποὺ βγαί­νω στὴ σύν­τα­ξη. Πα­λαι­ᾶς κο­πῆς! μὲ εἶ­παν οἱ νε­ό­τε­ροι. Κά­τι θὰ ξέ­ρουν. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, δὲν ξέ­ρω πῶς θὰ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα μου χω­ρὶς τὴν τά­ξη… Ξέ­ρω ὅ­μως πῶς εἶ­ναι χω­ρὶς ἐ­σέ­να… Δὲν χά­νω τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸ πάρ­κο. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες δι­α­δρο­μὲς ποὺ κά­να­με πάν­τα. Θυ­μᾶ­μαι!… Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι ἀ­κό­μα ψη­λά. Προ­λα­βαί­νου­με ἀ­κό­μα μιὰ βόλ­τα.»

       Ὅ­ση ὥ­ρα τὸν ἄ­κου­γα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ παγ­κά­κι νὰ μο­νο­λο­γεῖ κρα­τών­τας μιὰ φω­το­γρα­φί­α, πα­ρα­τη­ροῦ­σα πὼς κα­θὼς μι­λοῦ­σε, τὴν ψη­λα­φοῦ­σε ἀρ­γὰ μὲ τὸ δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κε, ἔ­βα­λε προ­σε­κτι­κὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ του καὶ τὴν πί­ε­σε πά­νω του σφι­χτά, σὰν νά ‘θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ πὼς τὴν εἶ­χε μα­ζί του. Φό­ρε­σε τὰ γάν­τια του κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ πο­δή­λα­το. Μὲ ἀρ­γὲς πε­τα­λι­ὲς τὸν εἶ­δα νὰ χά­νε­ται στὸ βά­θος τῆς ἀ­λέ­ας.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζα­νέ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΦρέ­α­ρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: