Μαρία Γκέκη: Προορισμένη


Μα­ρί­α Γκέ­κη


Προ­ο­ρι­σμέ­νη


ΗΔΕΙΑ. Οἱ σει­ρὲς τῶν μαρ­γα­ρι­τα­ριῶν, ἐ­πι­στρέ­φουν σ’ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι δικά της, σὰν βα­ριὰ κουρ­τί­να σκε­πά­ζουν τὸ λε­πτό της σῶ­μα. Ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, βυ­θί­ζει τὸ βλέμ­μα της στὸ ἔν­το­νο φῶς ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο. Τὸ «Pacific» εἶ­ναι δι­κό της. Εἶ­ναι δι­κοί της δύ­ο πρω­θυ­πουρ­γοὶ τῆς χώ­ρας, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο ὑ­πουρ­γι­κὸ συμ­βού­λιο, τέσ­σε­ρις πρέ­σβεις καὶ τρεῖς πρυ­τά­νεις. Δι­κα­στές, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ ἀ­στυ­νό­μοι. Για­τροί, πο­δο­σφαι­ρι­στὲς καὶ καλ­λι­τέ­χνες. Ναῦ­τες κι ἐρ­γά­τες κα­θα­ρι­ό­τη­τας. Ἀ­στρο­λό­γοι, κη­που­ροί, φύ­λα­κες καὶ φορ­τη­γα­τζῆ­δες. Δι­κός της ὁ ἱ­δρώ­τας, τὸ σπέρ­μα, τὸ αἷ­μα τους. Δε­μέ­να στὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια της, τὰ συν­τρίμ­μια τῶν ἀν­τρῶν ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρου­διὰ τῆς σή­ψης. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­χει ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό της. Τὸ ἴ­διο κι ὁ καρ­κί­νος. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα κι ἀ­φή­νει τὴν τε­λευ­ταί­α της πνο­ή. Ὁ για­τρός, μὲ τὸ νυ­στέ­ρι στὸ χέ­ρι, ὁρ­κί­ζε­ται ὅ­τι τὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του της ὁ δαί­μο­νας συ­νου­σι­ά­στη­κε σὲ πτή­ση μὲ τὴν ἀγ­γε­λι­κή της ὄ­ψη. Ἀ­φαι­ρεῖ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Χω­ρὶς μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τε­λει­ο­ποι­εῖ τὶς κραυ­γές της κι ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ κά­θε εἰ­σβο­λὴ ἀ­γο­ρά­ζον­τας μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ μα­στρο­πός της, ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific», δέ­νει σὲ κορ­δό­νια καὶ προ­στα­τεύ­ει τὸν θη­σαυ­ρὸ στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη ἔ­παυ­λή του. Αὐ­τὴ ἡ ἔ­παυ­λη, ἰ­δα­νι­κὴ κρύ­πτη, ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρό του. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ μο­να­ξιὰ της τὸν τρε­λαί­νει. Θε­ω­ρεῖ τὸν συν­τη­ρη­τὴ τῶν λί­θων εἰ­σβο­λέ­α. Σκο­τώ­νουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Θά­να­τοι. Οἱ ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ με­σί­τες ἀ­κι­νή­των πε­θαί­νουν φαρ­μα­κω­μέ­νοι ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη το­ξι­κὴ οὐ­σί­α. Μει­ο­ψή­φη­σαν στὸν πλει­στη­ρια­σμὸ γιὰ τὴν παρ­θε­νιὰ τῆς μι­κρῆς πόρ­νης, ὑ­πῆρ­ξαν ὅ­μως ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ προ­μη­θευ­τὲς μαρ­γα­ρι­τα­ρι­ῶν. Συ­χνὰ τοὺς ἔ­βρι­σκες στὸ «Pacific». Τὰ βογ­γη­τά τους ἀν­τη­χοῦ­σαν στὸν κῆ­πο του ὅ­πως κι οἱ κραυ­γές της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη, ἀ­νοι­χτὴ κι ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη, τοὺς προ­σέ­φε­ρε, στὸ τέ­λος, τὰ πε­ρι­ποι­η­μέ­να χέ­ρια της. Δρο­σε­ρά, ἁ­πα­λὰ σὰν ἄν­θη. Ὅ­λοι τὰ φι­λοῦ­σαν μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        «Drosera». Ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ νὲ­ες ποι­κι­λί­ες τοῦ σαρ­κο­βό­ρου αὐ­τοῦ φυ­τοῦ, τρέ­φον­ται μὲ τὸ σπέρ­μα τους, στὸ φυ­τώ­ριο τοῦ οἴ­κου ἀ­νο­χῆς, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη. Ἀ­κτι­νω­τά, ἀν­θί­ζουν ἀγ­κά­θια. Στὴν ἄ­κρη τους φαρ­μα­κε­ρὰ λευ­κὰ σφαι­ρί­δια ἑλ­κυ­στι­κὰ σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Τὸ δη­λη­τή­ριό τους ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μὲ κρέ­μα πε­ρι­ποί­η­σης, ἁ­πλώ­νε­ται στὰ χέ­ρια τῆς μι­κρῆς πόρ­νης. Ἡ πε­ρι­ποί­η­ση αὐ­τῶν τῶν φυ­τῶν τῆς δί­νει φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Πλει­στη­ρια­σμός. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη παί­ζει κου­τσὸ στὸν κῆ­πο, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific» προ­σφέ­ρει οὖ­ζο σ’ ἕ­ναν ἀ­κό­μη με­σί­τη ἀ­κι­νή­των στὴ λι­α­κά­δα. Ἡ φού­στα της ἀ­να­πη­δᾶ μα­ζί της, ἐ­λα­φριὰ σὰν πού­που­λο, ἀ­πο­κα­λύ­πτει καὶ κρύ­βει θέ­α ἑλ­κυ­στι­κό­τε­ρη ἀ­πὸ αὐ­τὴ τοῦ το­πί­ου. Ὁ με­σί­της τὴν κοι­τά­ζει ἐκ­στα­τι­κός, «εἶ­ναι ἕ­νας ἄγ­γε­λος», ὁ­μο­λο­γεῖ καὶ τοῦ τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τὴν πο­θεῖ δι­α­κα­ῶς, προ­σθέ­τει στὸ πο­σὸ τῆς προ­σφο­ρᾶς του, τὴν νε­ό­κτι­στη ἔ­παυ­λη καὶ πλει­ο­δο­τεῖ ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων με­σι­τῶν. Οἱ καρ­ποὶ καὶ οἱ ἀ­στρά­γα­λοι τῆς μι­κρῆς πόρ­νης δέ­νον­ται μὲ λου­ριὰ στὸ κρε­βά­τι τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ δι­α­θέ­τει θέ­α στὸν κῆ­πο. Ὁ με­σί­της ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς κραυ­γές της καὶ χύ­νει τὸ πρῶ­το σπέρ­μα στὸ στό­μα της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη φτύ­νει τὸ σπέρ­μα μα­ζὶ μὲ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῶν παι­δι­κῶν δον­τι­ῶν της στὸ φυ­τώ­ριο. Τὸ χῶ­μα τὰ κα­τα­πί­νει μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Τούρ­τα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ζε­σταί­νε­ται. Στὴν κου­ζί­να ση­κώ­νει τὸ φό­ρε­μά της καὶ βου­λιά­ζει τὸ κω­λα­ρά­κι της σὲ λε­κά­νες γε­μά­τες νε­ρὸ γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα τὴ δι­ώ­χνει χα­χα­νί­ζον­τας. Στὰ γε­νέ­θλια τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ «Pacific», ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἀ­νε­βαί­νει στὸ τρα­πέ­ζι, βυ­θί­ζει τὰ γυ­μνά της ὀ­πί­σθια στὴν κα­μέ­νη μὲ φλό­γι­στρο, πα­γω­μέ­νη μα­ρέγ­κα τῆς τούρ­τας ποὺ εἶ­ναι στο­λι­σμέ­νη μὲ μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της ἀ­πα­θα­να­τί­ζει τὴ σκη­νὴ καὶ που­λᾶ τὶς φω­το­γρα­φί­ες στοὺς ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὺς κα­λε­σμέ­νους. Μὲ τὰ κέρ­δη σκέ­φτε­ται ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἔ­παυ­λη στὰ προ­ά­στια. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἐ­νο­χλη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας της, δί­νει στὴ μι­κρὴ πόρ­νη μιὰ ξυ­λιὰ στὰ πι­σι­νά. Ἡ πα­λά­μη της καί­γε­ται. Οἱ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ κα­λε­σμέ­νοι, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι με­σί­τες, ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς τούρ­τας μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Αὐ­τό­νο­μη. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη κά­νει τὰ πρῶ­τα της βή­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ λε­κά­νες κι ἀ­πο­φά­για. Οἱ ἄλ­λες πόρ­νες τῆς δί­νουν τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ γά­λα της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἡ θη­λή του ἀ­πὸ μύ­γες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τὸ ρου­φά­ει, στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μέ­ρος, στὸ φυ­τώ­ριο. Τὰ φυ­τὰ τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ται. Ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τῆς σή­ψης. Οἱ μύ­γες πε­τα­ρί­ζουν γύ­ρω, εὐ­τυ­χι­σμέ­νες κολ­λοῦν στὰ σαρ­κο­βό­ρα ἄν­θη. Οἱ μύ­γες σύν­το­μα στρογ­γυ­λεύ­ουν, ἀ­σπρί­ζουν σὰν στα­γό­νες γά­λα, σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ φα­γη­τὸ μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Ἀ­γνώ­στου πα­τρός. Στὸν δρό­μο ἡ μι­κρὴ πόρ­νη βυ­ζαί­νει τὸ δά­χτυ­λο τοῦ για­τροῦ λαί­μαρ­γα. Ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­δί­δει στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ φη­μι­σμέ­νου οἴ­κου ἀ­νο­χῆς «Pacific», ἔ­ναν­τι ἁ­δρῆς ἀ­μοι­βῆς, βέ­βαι­ος ὅ­τι με­γα­λώ­νον­τας θὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει στὸ ἔ­πα­κρο τὸ τα­λέν­το της. Τὸ μπορ­ντέ­λο στε­γά­ζε­ται σὲ βί­λα μὲ πι­σί­να. Στὸν τε­ρά­στιο κῆ­πο ὑ­πάρ­χει φυ­τώ­ριο σπά­νι­ων σαρ­κο­βό­ρων φυ­τῶν. Ὁ για­τρὸς ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ τὸ ἐκ­παι­δευ­τή­ριο μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Προ­ο­ρι­σμέ­νη. «Ἀγ­γε­λι­κὴ στὴν ὄ­ψη καὶ δαί­μο­νας, για­τρέ, γεν­νή­θη­κε μὲ τὰ πό­δια μπρο­στά, τὰ σή­κω­σε, σφι­κτὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­νά­με­σά τους, τοῦ δί­δυ­μου ἀ­δελ­φοῦ της τὰ συν­τρίμ­μια. Τὸν εἶ­χε τυ­λί­ξει μὲ τὸν λῶ­ρο της σὰν τὸν κισ­σό, τὸν ρου­φοῦ­σε κι οὔ­τε τὴν πεί­ρα­ζε ἡ σα­πί­λα, γεν­νή­θη­κε προ­ο­ρι­σμέ­νη πόρ­νη. Δὲς τὰ λακ­κά­κια στὶς λα­γό­νες, δὲς τὶς φτέρ­νες της. Ὄ­χι, μὴν τὴν κοι­τᾶς, ἄν­τρας κι ἐ­σύ, δὲν θὰ δεῖς πα­ρὰ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Μο­νά­χα ἐ­γώ, ἡ μά­να της ξέ­ρω τί θη­ρί­ο γέν­νη­σα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἅρ­πα­ξε ἀ­μέ­σως τὴ θη­λή μου, κάρ­φω­σε τὰ ρο­δα­λά της οὖ­λα, νὰ τὴν κό­ψει. Καὶ τὰ μά­τια της μαῦ­ρα, τὰ κάρ­φω­σε στὰ μά­τια μου ποὺ θρη­νοῦ­σαν τὸν γι­ό­κα μου. Θή­λα­σε γά­λα, δά­κρυ­α, αἷ­μα κι ἀ­πό­το­μα ἄ­φη­σε τὴ ζου­λιγ­μέ­νη θη­λὴ νὰ πι­τσι­λά­ει μι­κρὲς λευ­κὲς στα­γό­νες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­κλε­ψε τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια μου», λέ­ει ἡ μά­να της, τὴν πε­τά­ει ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, τῆς δί­νει τὶς κα­τά­ρες της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη να­νου­ρί­ζε­ται καὶ κοι­μᾶ­ται. Ἡ γα­λά­ζια κού­νια λι­κνί­ζε­ται. Ἡ μη­τέ­ρα ξα­πλώ­νει μέ­σα της καὶ πε­θαί­νει. Ὁ νε­κρὸς ποὺ δὲν γεν­νή­θη­κε, τυ­λί­γε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη.

        Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα στέ­κε­ται στ’ ἄ­δεια πα­πού­τσια της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.



Πη­γή: Ἀ­σύν­δε­τα νε­ρά (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2016).

Μα­ρί­α Γκέ­κη (Πει­ραι­άς, 1961). Σπού­­δα­σε παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς νη­πι­α­γω­γός. Ἀ­σκή­θη­κε στὴν δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ μὲ δά­σκα­λο τὸν Γι­ῶρ­γο Πα­να­γι­ω­τί­δη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους και σὲ ἱ­στό­το­πους.