Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου


ΑΡΘΕΝΟΝ πά­λιν ἔ­γνων ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις σακ­κο­φο­ροῦ­σαν ἐ­πὶ ἑ­ξα­ε­τί­αν καὶ ἐγ­κε­κλει­σμέ­νην, μη­δε­νὸς τῶν εἰς ἡ­δο­νὴν συν­τει­νόν­των λαμ­βά­νου­σαν· ἥ­τις ἐς ὕ­στε­ρον ἐγ­κα­τα­λει­φθεῖ­σα ὑ­περ­βο­λῇ ὑ­πε­ρη­φα­νί­ας πε­ρι­έ­πε­σε πτώ­σει. Καὶ ἀ­νοί­ξα­σα τὴν θυ­ρί­δα εἰ­σε­δέ­ξα­το τὸν ὑ­πη­ρε­τού­με­νον καὶ αὐ­τῷ συ­νε­φή­ρη ἐν τῷ μὴ κα­τὰ θε­ϊ­κὴν πρό­θε­σιν καὶ ἀ­γά­πην θε­οῦ ἐ­σχη­κέ­ναι τὴν ἄ­σκη­σιν, ἀλ­λὰ κα­τὰ σκη­νὴν ἀν­θρω­πί­νην, ὅ ἐ­στι κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Τῶν γὰρ λο­γι­σμῶν αυ­τῆς ἀ­πα­σχο­λη­θέν­των εἰς τὸ κα­τα­γι­νώ­σκειν τῶν ἄλ­λων, οὐκ ἦν ὁ φύ­λαξ τῆς σω­φρο­σύ­νης.


Γιὰ μιὰ παρ­θέ­να ποὺ ξέ­πε­σε

Ἐ­πί­σης γνώ­ρι­σα μιὰ παρ­θέ­να ποὺ φο­ροῦ­σε σάκ­κο κι ἦ­ταν κλει­σμέ­νη στὸ κελ­λί της γιὰ ἕ­ξι χρό­νια, καὶ τί­πο­τα δὲν ἐ­λάμ­βα­νε ποὺ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἡ­δο­νή. Αὐ­τὴ λοι­πὸν ἀ­φέ­θη­κε σὲ ὑ­περ­βο­λὴ ὑ­πε­ρη­φά­νιας καὶ πε­ρι­έ­πε­σε σὲ πτώ­ση. Κι ἄ­νοι­ξε τὴ θυ­ρί­δα καὶ δέ­χτη­κε αὐ­τὸν ποὺ τὴν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον καὶ συ­νευ­ρέ­θη­κε, για­τὶ δὲν ἔ­κα­νε τὴν ἄ­σκη­ση σύμ­φω­να μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ κι ἀ­πὸ ἀ­γά­πη Θε­οῦ, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ φα­νεῖ στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, πρᾶγ­μα ποὺ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Κι ἀ­φοῦ οἱ λο­γι­σμοί της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νοι στὸ νὰ κα­τη­γο­ρεῖ τοὺς ἄλ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ὁ φύ­λα­κας τῆς σω­φρο­σύ­νης. [Μτφ.: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 162-163.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]