Ἀλέξανδρος Ζάκκας: Τὰ μαῦ­ρα νύ­χια



Ἀλέξανδρος Ζάκκας


Τὰ μαῦ­ρα νύ­χια


Ε ΤΑ ΠΕΝΙΧΡΑ οἰ­κο­νο­μι­κὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πάρ­ξει κα­λύ­τε­ρο δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων γιὰ τὴ Μά­ρα. Τῆς εἶ­χαν ξε­κα­θα­ρί­σει οἱ γο­νεῖς της πὼς δὲ θὰ τῆς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βά­ψει τὰ νύ­χια της προ­τοῦ κλεί­σει τὰ δε­κα­πέν­τε. Καὶ ἡ ὥ­ρα αὐ­τὴ εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους φτά­σει. Ἦ­ταν ἡ μό­νη στὴν τά­ξη της ποὺ δὲν τὴν ἄ­φη­ναν οἱ δι­κοί της, καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Θὰ τὰ ἔ­βα­φε μαῦ­ρα κι ἂς μὴ συμ­φω­νοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας της. «Δὲ θὰ μοῦ γί­νεις ἐ­μέ­να σα­τα­νί­στρια, φρι­κιό. Βά­ψ’ τα ρόζ, μπλέ, τό­σα χρώ­μα­τα ὑ­πάρ­χουν. Ἀλ­λὰ μαῦ­ρα πο­τέ!»

       Δὲν εἶ­χε κα­μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση στὸ συ­γκερι­μέ­νο χρῶ­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὸ ὅ­μως δὲ σή­μαι­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ κά­νει καὶ τὸ χα­τί­ρι. Ἡ Σό­νια, ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια τῆς μά­νας της, μά­ται­α προ­σπά­θη­σε νὰ τὴ με­τα­πεί­σει. Μιὰ κλαί­γον­τας, μιὰ φω­νά­ζον­τας καὶ ἀ­πει­λών­τας τὴν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει. «Θὰ θυ­μώ­σει πο­λὺ ὁ πα­τέ­ρας σου μό­λις τὰ δεῖ, καὶ τὸ ξέ­ρεις!»

       «Δὲ μὲ νοιά­ζει» τῆς τὸ ξέ­κο­ψε μιὰ καὶ κα­λὴ ἡ μι­κρή. «Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ δῶ­ρο μου καὶ δὲ θὰ μοῦ τὸ βγά­λουν ξι­νό…»

       Μὲ ὅ­λα τα σύ­νερ­γα ἁ­πλω­μέ­να στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­θι­στι­κοῦ ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια φρόν­τι­ζε σι­ω­πη­λὰ τὰ δά­χτυ­λα τῆς Μά­ρας, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι της σκρο­λά­ρι­ζε πά­νω-κά­τω στὴν ὀ­θό­νη τοῦ κι­νη­τοῦ της. Βι­α­ζό­ταν νὰ στεί­λει φω­το­γρα­φί­α τὰ νύ­χια της στὴν ὁ­μά­δα στὸ viber κι ἐ­πι­τέ­λους νὰ γί­νει καὶ κεί­νη ἰ­σό­τι­μο μέ­λος της. Ποῦ καὶ ποῦ ἔ­κα­νε καὶ κα­μιὰ τσι­χλό­φου­σκα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὁ πα­τέ­ρας της. Ἔ­γνε­ψε βα­ρι­ε­στη­μέ­να στὴ Σό­νια καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ φτιά­ξει κα­φέ. «Δὲν ἦρ­θε ἀ­κό­μα ἡ μά­να σου;» ρώ­τη­σε τὴ μι­κρή.

       «Θὰ κά­τσει ὑ­πε­ρω­ρί­α, μπαμ­πά. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο μοῦ ἔ­στει­λε SMS.» Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲ θ’ ἀρ­γή­σει καὶ νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νου­με νὰ κό­ψου­με τὴν τούρ­τα μου.»

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τε­λεί­ω­σε καὶ τὸ βά­ψι­μο τῶν νυ­χι­ῶν. Ἡ μι­κρὴ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νη κοι­τοῦ­σε καὶ ξα­να­κοι­τοῦ­σε τὰ χέ­ρια της. Φο­ρών­τας μὲ τὰ πρῶ­τα κρύ­α τα κομ­μέ­να γάν­τια της, θὰ ἔ­φτια­χνε ἕ­να πο­λὺ ὡ­ραῖ­ο στι­λά­κι. Σί­γου­ρα θὰ ταί­ρια­ζε κι ἕ­να κρι­κά­κι στὴ μύ­τη, ἀλ­λὰ γι’ αὐ­τὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει πο­λὺ ἀ­κό­μα. Ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια, πάν­το­τε σι­ω­πη­λή, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της ρί­χνον­τας κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στὸν πα­τέ­ρα. Μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸν κα­φὲ στὸ χέ­ρι του, τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε σβη­στὰ καὶ ἔ­σπευ­σε νὰ κλεί­σει τὸ φερ­μου­ὰρ τῆς τσάν­τας της. Ἐ­κεῖ­νος ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ θρο­νι­ά­στη­κε στὸν γω­νια­κὸ κα­να­πὲ ἁρ­πά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό του. Ἡ Μά­ρα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του καὶ τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὰ νύ­χια της.

       «Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ρέ; Δὲν σοῦ εἶ­πα ὄ­χι μαῦ­ρα;»

       «Μά, μπαμ­πά, ἕ­να χρῶ­μα εἶ­ναι κι αὐ­τό. Τί σὲ πει­ρά­ζει τό­σο;»

       «Ἴ­δια ἡ μά­να σου εἶ­σαι! Κι ἐ­κει­νῆς ἄλ­λα τῆς λέ­ω κι ἄλ­λα κά­νει… Ἀλ­λὰ ξέ­ρω τί θέ­λε­τε καὶ οἱ δύ­ο. Νὰ σᾶς ἀ­φή­σω ἀ­μα­νά­τι καὶ νὰ φύ­γω…»

       «Καὶ νὰ πᾶς μα­ζί της; Λὲς νὰ μὴν ἔ­χω κα­τα­λά­βει;» ἔ­ρι­ξε τὴ βόμ­βα της ἡ μι­κρὴ δεί­χνον­τας μὲ τὸ βλέμ­μα τὴν ἐμ­βρόν­τη­τη Σό­νια.

       Τὸ ξαφ­νι­κὸ χα­στού­κι τὴν ἔ­κα­νε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της…

       Ἀ­πὸ τό­τε τὰ νύ­χια της εἶ­ναι πάν­το­τε μαῦ­ρα, κα­θὼς καὶ ἡ ψυ­χὴ τοῦ πα­τέ­ρα της πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι.



Ζάκ­κας Ἀ­λέ­ξαν­δρος (1969) ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος σὲ ἑ­ται­ρεί­α κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Ἔ­χει γρά­ψει 2 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­νέκ­δο­τα ὣς τώ­ρα. Τοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ ποί­η­ση, ἐ­κτι­μᾶ τὸ χι­οῦ­μορ καὶ τὴν κα­λὴ συν­τρο­φιά.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: