Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἀ­νέ­γνων καὶ δι­ορ­θω­σά­μην!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἀ­νέ­γνων καὶ δι­ορ­θω­σά­μην!


ΙΗΓΗΣΑΤΟ ἡ­μῖν καὶ τοῦ­το ὁ ἀβ­βᾶς Μη­νᾶς, ὁ κοι­νο­βιά­ρχης τοῦ αὐ­τοῦ κοι­νο­βί­ου, ὅ­τι ἀ­κη­κό­ει τοῦ αὐ­τοῦ ἀβ­βᾶ Εὐ­λο­γί­ου πά­πα Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, λέ­γον­τος, ὅ­τι:

       «Ἀ­νελ­θὼν ἐν Κων­σταν­τι­νου­πό­λει τῷ ἀρ­χι­δι­α­κό­νῳ Ρώ­μης τῷ κυ­ρῷ Γρη­γο­ρί­ῳ ἀν­δρὶ ἐ­να­ρέ­τῳ, δι­η­γή­σα­τό μοι πε­ρὶ τοῦ ἁ­γι­ω­τά­του καὶ μα­κα­ρι­ω­τά­του Λέ­ον­τος τοῦ πά­πα Ρώ­μης, ὅ­τι ἐμ­φέ­ρε­ται ἐν τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ Ρώ­μης ἐγ­γρά­φως. Γρά­ψας τὴν ἐ­πι­στο­λὴν πρὸς τὸν ἐν ἁ­γί­οις Φλα­βια­νὸν τὸν πα­τριά­ρχην Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, κα­τὰ Εὐ­τυ­χέ­ως καὶ Νε­στο­ρί­ου τῶν δυ­σω­νύ­μων, τέ­θη­κεν αὐ­τὴν ἐν τῷ τά­φῳ τοῦ κο­ρυ­φαί­ου τῶν ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου καὶ δε­ή­σε­σι καὶ νη­στεί­αις καὶ χα­μευ­νί­αις σχο­λά­σας ἐ­δέ­ε­το τοῦ πρω­το­στά­του τῶν μα­θη­τῶν, λέ­γων:

      »“Ὅ,τι ὡς ἄν­θρω­πος πα­ρέ­λει­ψα, αὐ­τὸς ὡς πε­πι­στευ­μέ­νος τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν καὶ τὸν θρό­νον πα­ρὰ τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι­όρ­θω­σαι.”

       »Με­τὰ τεσ­σα­ρά­κον­τα ἡ­μέ­ρας ὤ­φθη αὐ­τῷ ὁ ἀ­πό­στο­λος εὐ­χο­μέ­νῳ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ:

       “Ἀ­νέ­γνων καὶ δι­ορ­θω­σά­μην.”

       »Καὶ ὡς λα­βὼν τὴν ἐ­πι­στο­λὴν ἐκ τοῦ τά­φου τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου, ἀ­νέ­πτυ­ξε καὶ εὗ­ρε χει­ρὶ τοῦ ἀ­πο­στό­λου δι­ορ­θω­θεῖ­σαν.»


Τὸ δι­ά­βα­σα καὶ τὸ δι­όρ­θω­σα!

Ὁ ἀβ­βᾶς Μη­νᾶς, ὁ κοι­νο­βιά­ρχης τοῦ ἴ­διου κοι­νο­βί­ου, μᾶς δι­η­γή­θη­κε καὶ τοῦ­το, πὼς δη­λα­δὴ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἀβ­βᾶ Εὐ­λό­γιο, τὸν ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, ποὺ ἔ­λε­γε:

       «Πῆ­γα στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη στὸν ἀρ­χι­δι­ά­κο­νο τῆς Ρώ­μης τὸν κυ­ρὸ Γρη­γό­ριο, ἄν­δρα ἐ­νά­ρε­το, καὶ μᾶς δι­η­γή­θη­κε γιὰ τὸν ἁ­γι­ό­τα­το καὶ μα­κα­ρι­ό­τα­το Λέ­ον­τα, τὸν πά­πα τῆς Ρώ­μης, ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται γρα­πτῶς σ’ ἐ­πι­στο­λὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ρώ­μης. Ὅ­ταν ἔ­γρα­ψε τὴν ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν Φλα­βια­νὸ τὸν πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἐ­ναν­τί­ον τῶν κα­κω­νύ­μων Εὐ­τυ­χέ­ως καὶ Νε­στο­ρί­ου, ἔ­βα­λε αὐ­τὸ τὸ γράμ­μα στὸν τά­φο τοῦ κο­ρυ­φαί­ου τῶν ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου καὶ μὲ δε­ή­σεις καὶ νη­στεῖ­ες καὶ ὕ­πνους κα­τα­γῆς πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὸν πρω­το­στά­τη τῶν μα­θη­τῶν, λέ­γον­τας:

       “Σὰν ἄν­θρω­πος πα­ρέ­λει­ψα, ἐ­σὺ ὅ­μως ποὺ σοῦ ἔ­χει ἐμ­πι­στευ­θεῖ ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ὸς καὶ Σω­τή­ρας μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς τὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὸν θρό­νο, δι­όρ­θω­σέ το.”

       »Με­τὰ σα­ράν­τα μέ­ρες ἐμ­φα­νί­σθη­κε σ’ αὐ­τὸν ὁ ἀ­πό­στο­λος καὶ τοῦ λέ­ει:

       “Τὸ δι­ά­βα­σα καὶ τὸ δι­όρ­θω­σα.”

       »Πράγ­μα­τι ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὴν ἐ­πι­στο­λὴ ἀ­πὸ τὸν τά­φο τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου, τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ τὴν βρῆ­κε δι­ορ­θω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ ἀ­πο­στό­λου.»



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 266-267.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]