Τασούλα Τσιλιμένη: Μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες


Τα­σού­λα Τσι­λι­μέ­νη


Μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες


ΗΝ ΕΙΔΑ στὴν Rosener Manzstraat. Ἦ­ταν γύ­ρω στὶς 4:30. Ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὴ Βό­ρεια θά­λασ­σα τῆς ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χε τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Κά­που-κά­που τὰ ἔ­βγα­ζε γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Εἶ­χε μό­λις ἀ­φή­σει τὴ σκέ­ψη της στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ει ἀ­κό­μη νο­μί­ζει τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πει τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.

       Δὲν θὰ τὴν εἶ­χα ἀν­τι­λη­φθεῖ ἐ­ὰν ὁ ἥ­λιος δὲν βρί­σκον­ταν στὸ τέ­ταρ­το τοῦ μι­σοῦ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ γέρ­νον­τας στὸ Nieuwe Maas. Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε χά­σει ὕ­ψος, ἴ­σως νὰ εἶ­χε καὶ δυ­ὸ τρί­α κι­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­μοια­ζε νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί γύ­ρευ­ε σὲ μιὰ χώ­ρα ποὺ βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πὸ τέσσερα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς θά­λασ­σας, αὐ­τὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μάρ­τη.

       Σκέ­φτη­κα πό­σος και­ρὸς εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χα δεῖ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ ἦ­ταν ἄ­ρα­γε ἐ­κεῖ­νο τὸν Σε­πτέμ­βρη στὰ Κά­στρα; Τὸ μυα­λό μου ξε­στρά­τι­σε στὶς δι­κές του δι­α­δρο­μές. Γνω­ρί­ζον­τας τὸ ἄ­χρο­νο τοῦ χρό­νου καὶ τὸ μη­δὲν τῆς ἀ­πό­στα­σης, ἔ­πια­σε τὴν κλω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.

       Πρέ­πει νὰ ἤ­μουν γύ­ρω στὰ τέσ­σε­ρα ἢ πέν­τε ὅ­ταν τὴν συ­νάν­τη­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Ἡ μά­να μου, λέ­ει, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πό­γευ­μα κα­λο­και­ριοῦ κι ἐ­γὼ πε­ρί­με­να τὸν πα­γω­τα­τζή. Μὰ αὐ­τὸς ἀρ­γοῦ­σε κι ἔ­τσι ἔ­τρε­ξα στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο νὰ ἐ­λέγ­ξω τὸν δρό­μο στὸ βά­θος, μή­πως καὶ τὸν δῶ. Κι ἀ­φοῦ δὲν φαί­νον­ταν ἑ­τοι­μά­στη­κα νὰ γυ­ρί­σω στὴ θέ­ση μου. Καὶ τό­τε τὴν εἶ­δα!

       Ψη­λὴ κι ἀ­δύ­να­τη! Δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ μέ­να! Μαρ­μά­ρω­σα. Ἄ­φω­νη τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποὺ ἦρ­θε καὶ πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ. Στὴν ἀρ­χὴ σκέ­φτη­κα τὸν Με­ση­με­ρά, ἡ μό­νι­μη ἀ­πει­λὴ τῆς μά­νας μου γιὰ νὰ μέ­νω ἥ­συ­χη τὰ με­ση­μέ­ρια, καὶ ἔ­χα­σα κά­θε στα­γό­να σά­λιου. Ὅ­μως κόν­τευ­ε ἐπτὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τὴν κοι­τοῦ­σα ποὺ στέ­κον­ταν ἀ­κί­νη­τη. Ἔ­φε­ρα τὸ χέ­ρι μου στὸ στό­μα. Ὅ­ταν φο­βό­μουν ἔ­βρι­σκα ἀ­κό­μη κα­τα­φύ­γιο στὸν ἀν­τί­χει­ρα. Τὴν εἶ­δα νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο, κι αὐ­τὸ μὲ ἀ­να­στά­τω­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί μοῦ θύ­μη­σε ἐ­κεί­νη τὴν φί­λη τῆς για­γιᾶς ποὺ ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ καὶ ὅ­ταν μὲ ἔ­βλε­πε ἀ­φοῦ τσιμ­ποῦ­σε καὶ ξα­να­τσιμ­ποῦ­σε τὰ μά­γου­λά μου τό­σο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­βα­ζα τὰ κλά­μα­τα, με­τὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κλαί­ει κι αὐ­τὴ καὶ νὰ κά­νει ὅ­τι ἔ­κα­να ἐ­γώ. Αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξα­γρί­ω­νε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καὶ ὁ μο­να­δι­κὸς τρό­πος νὰ γλι­τώ­σω ἦ­ταν νὰ μεί­νω ἀ­κί­νη­τη καὶ ἀ­μί­λη­τη. Ἔ­τσι κι αὐ­τὴ τό­τε. Ἔ­βα­λε τὸ δά­χτυ­λο στὸ στό­μα της καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη κι ἀ­μί­λη­τη, ὅ­πως ἐ­γώ. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε καρ­φω­θεῖ πά­νω της καὶ σχε­δὸν στα­μά­τη­σα νὰ ἀ­να­πνέ­ω. Στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ριοῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­ω τὸν χτύ­πο τῆς καρ­διᾶς μου. Κι ὅ­ταν ἄ­κου­σα καὶ τὸν δι­κό της ἔ­δω­σα μιὰ καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἔ­τρε­ξα στὴν  μά­να μου ποὺ μὲ ρω­τοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τί εἶ­χα κι ἔ­κλαι­γα ἔ­τσι. Δὲν μί­λη­σα σὲ κα­νέ­ναν για­υτή. Στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ φό­βο. Με­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πα ὅ­τι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ ἔ­μοια­ζε. Ἔ­τσι συ­νή­θι­σα τὴ σι­ω­πη­λή της πα­ρου­σί­α καὶ τὰ παι­χνί­δια μί­μη­σης. Στὴν ἐ­φη­βεί­α μου, τὶς νύ­χτες ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο καὶ δι­έ­σχι­ζα ὁ­λο­μό­να­χη τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­κού­γον­τας τὰ πα­πού­τσια μου νὰ σέρ­νουν τὸν φό­βο μου στὶς πλά­κες, ἔ­νι­ω­θα ἀ­να­κού­φι­ση μὲ τὴν πα­ρου­σί­α της. Τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ἔρ­χε­ται κυ­ρί­ως ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ἄρ­χι­ζε νὰ γε­μί­ζει. Ὅ­σο πιὸ φω­τει­νὸ ἦ­ταν τό­σο αὐ­τὴ μά­κραι­νε κι ἔ­δει­χνε νὰ μὲ περ­νά­ει δυ­ὸ κε­φά­λια. Πα­ρέ­με­νε πάν­τα ἀ­δύ­να­τη μὲ πό­δια ποὺ θύ­μι­ζαν ξυ­λο­πό­δα­ρο πα­νη­γυ­ριοῦ. Μὲ τὰ χρό­νια καὶ στὴ σκέ­ψη τοῦ πρώ­του μου φό­βου γε­λοῦ­σα, ὅ­πως ἔ­κα­ναν οἱ φί­λες μου ποὺ ἔ­παι­ζαν μα­ζί της, ἄλ­λο­τε τρέ­χον­τας πρὸς αὐ­τὴ γιὰ νὰ τὴν πιά­σουν —κά­ποι­ες προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ τὴν πα­τή­σουν— κι ἄλ­λο­τε νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἀρ­γό­τε­ρα, κυ­νη­γών­τας τὴ ζω­ή μου, ἄρ­χι­σα νὰ τὴν ἀ­φή­νω πί­σω.

       Τε­λι­κὰ νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τη­θή­κα­με ἦ­ταν ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα ποὺ κα­τέ­βαι­να ἀ­πὸ τὰ Κά­στρα, με­θυ­σμέ­νη σχε­δόν, τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ ’85. Περ­πα­τοῦ­σε ἀγ­κα­λιὰ μὲ κά­ποι­ον κι ὅ­λο ἔ­γερ­νε πί­σω τὸ κε­φά­λι καὶ γε­λοῦ­σε, μὲ τρό­πο ποὺ φα­νέ­ρω­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη γυ­ναί­κα.

       4:32, στὴν Rosener Manzstraat. Ἔ­βγα­λα τὰ χέ­ρια μου ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χα μό­λις κρε­μά­σει τὴ σκέ­ψη μου στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ω ἀ­κό­μη νο­μί­ζω τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πω τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο μοῦ φαί­νε­ται αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.



Τασούλα Τσιλιμένη (Καλλιπεύκη). Σπούδασε παιδαγωγικά καὶ ἔκανε διδακτορικό στὴν παιδικὴ λογοτεχνία στὸ Τμῆμα Προσχολικῆς Ἐκ­παί­δευσης τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσα­λίας, στὸ οποῖο σήμερα εἶναι Καθηγήτρια. Ἔχει ίδρύσει καὶ εἶναι διευθύντρια τοῦ  ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ γιὰ θέματα παιδικῆς λογοτεχνίας ΚΕΙ­ΜΕ­ΝΑ(www.keimena.ece.uth.gr). Ἔχουν ἐκδοθεῖ πάνω από σαράντα βι­βλί­α της γιὰ παιδιὰ καὶ ἐκπαιδευτικούς.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.