Αὐ­γὴ Λίλ­λη: Τὸ λα­οῦ­τον



Αὐ­γὴ Λίλ­λη


Τὸ λα­οῦ­τον


Ν ΗΜΟΥΝ ΣΙΟΥΡΟΣ ἂν ἔ­θε­λα νὰ πά­ω. Μᾶλ­λον ἤ­μουν σί­ου­ρος ὅ­τι ἒν ἔ­θε­λα νὰ πά­ω. Για­τὶ ἤ­μα­στουν μα­θη­μέ­νοι ποὺ τὴν ἐ­πο­χὴν ποὺ ἒν εἴ­χα­μεν ἐ­πι­λο­γὴν τζιαὶ ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο, ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο νὰ λα­λοῦ­με ὅ­τι «ἒν πᾶ­μεν!». Ἄ­μαν ἀ­πο­φα­σί­ζουν οἱ ἄλ­λοι, ἔν’ πάν­τα πιὸ εὔ­κο­λο, ἔν­ναιν ἔ­τσι; «Εἴν­τα πρά­μαν; Νὰ δεί­ξω δι­α­βα­τή­ριο, γιὰ νὰ πά­ω ἔσ­σω* μου; Ποτ­τέ!». Ἔ­τσι ἐ­λα­λού­σα­μεν. Ἔ­τσι ἐ­λά­λουν τζὶ ἐ­γώ. Ἔ, ὕ­στε­ρα ἐ­θώ­ρουν ἕ­νας-ἕ­νας ἐ­πηα­ίνναν, τζιαὶ πο­τού­τους* ποὺ ὁρ­κί­ζουν­ταν ὅ­τι ἒν θὰ πά­σιν, δη­λα­δή. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ κα­φε­νές, με­τὰ οἱ για­τροί, μέ* ὥ­ραν εἶ­χα μέ* ὥ­ραν ἔ­κα­μνα, γιὰ νὰ τὸ σκε­φτῶ. Με­τά, ποὺ ἔ­κλει­σα τὸν κα­φε­νέ, εἶ­χα τό­σην πολ­λὴν ὥ­ραν, ποὺ ἒν ἐμ­πο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Τζιαὶ ἐ­πήα. Ἐ­χτές. Ἐ­πή­α ἐ­χτές. Μὲ ὅ,τι εἴ­σι­εν μεί­νει. Μό­νο τὸ λα­οῦ­τον ἐ­πί­α­σα τζι­εί­νην τὴν μέ­ρα τζιαὶ μό­νο τὸ λα­οῦ­τον ἐ­πῆ­ρα πί­σω τούν­την μέ­ραν, τὴν μό­νην ἡ­μέ­ραν ποὺ μᾶς ἔ­μει­νεν, τὴν ἡ­μέ­ραν ποὺ εἴ­σι­εν γεν­νη­θεῖ ὁ Χρί­στος μας. Ἔ­τσι, ἦρ­τεν μου τζιαὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ω, νὰ δῶ… Ἄλ­λοι κά­μνουν τά­μα­τα, προ­σευ­χές, κά­μνουν πρό­γραμ­μα πό­τε νὰ πά­σιν, ἐ­μέ­να ἦρ­τεν μου, ἔ­τσι, ἐ­ξε­κί­νη­σα τὸ πρω­ΐν, ἐ­πή­α, ἐ­πέ­ρα­σα πο­τζεῖ, ὣς τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα ποὺ οὗλ­λοι ἐ­πρή­ζουν­ταν ποὺ τὰ κρέ­α­τα τζιαὶ τὰ «Χρό­νια πολ­λά», ἐ­γι­ῶ ἐ­πή­α τζιαὶ εἶ­δα τὸ σπί­τι μας. Τζια­μαὶ* ἐ­γεν­νή­θη­κεν ὁ Χρί­στος μας, ἒν ἐ­πρό­λα­βα­μεν νὰ πᾶ­μεν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ον. Ἐ­στά­θη­κα πό­ξω. Ἒν ἐμ­πή­κα. Εἶ­δα το. Ἔ­μει­να τζια­μαί, ἐ­θώ­ρουν το… Ἐ­σκέ­φτου­μουν… Ἐ­σκέ­φτου­μουν δι­ά­φο­ρα, ἐ­δρῶ­σαν λλί­ον τὰ δά­χτυ­λά μου, ἐ­γλιά­ζαν, ἔ­σφιγ­γά τα, ἀλ­λὰ πά­λε ἐ­γλιά­ζαν πά­νω στὸ λα­οῦ­τον, ἐ­φά­νη­κέν μου πιὸ βα­ρὺ σάν­να*… Ὕ­στε­ρα ποὺ κα­νέ­ναν τέ­ταρ­τον ἔ­φυ­α τζιαὶ ἦρ­τα πί­σω· ἦρ­τα ἔσ­σω. Ἐ­κου­βά­λη­σα μι­τά μου τζαὶ τὸ λα­οῦ­τον τζιαὶ ἔ­βα­λά το πά’ στὸ σέν­τε*. Ἐ­νημ­πο­ρῶ νὰ τὸ κου­βα­λῶ ἄλ­λον.


* ἔσ­σω μου: σπί­τι μου
* πο­τού­τους: ἀ­π’ ἐ­κεί­νους
* μέ… μέ…: μή­τε… μή­τε
* τζια­μαί: ἐ­κεῖ
* μι­τά μου: μα­ζί μου
* σάν­να: λὲς καί (στὰ κυ­πρια­κὰ συ­χνὰ μπαί­νει στὸ τέ­λος τῆς πρό­τα­σης)
* σέν­τε: τὸ πα­τά­ρι


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις, Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: