Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ: Ὁ σκύ­λος



Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ


Ὁ σκύ­λος


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ὁ ὁ­ρι­στι­κός, ἄ­φη­σε αἴ­σθη­ση ἐκ­κρε­μό­τη­τας.

       «Κά­τι δὲν ἔ­χει γί­νει σω­στά», εἶ­πε ἡ Β. ὅ­ταν πή­γαι­ναν νὰ τὸν θά­ψουν στὸ βου­νό. Κά­τι δὲν κολ­λοῦ­σε. Ὁ νε­κρὸς σκύ­λος —αὐ­τὸς ὁ σκύ­λος— ἦ­ταν κά­τι ἀ­φύ­σι­κο. Ἂν καὶ ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­κό. Ἦ­ταν δε­κα­πέν­τε χρο­νῶν—σύμ­φω­να μὲ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμοὺς τῶν εἰ­δι­κῶν γύ­ρω στὰ ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πι­να— καὶ ἄρ­ρω­στος. Τό­τε για­τί;

       «Δὲν θὰ ἔρ­θει κι ὁ για­τρὸς νὰ μᾶς τὸ πεῖ;»

       Ὁ για­τρὸς δὲν ἦ­ταν στὴν πό­λη, τὸ ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸ τη­λέ­φω­νο.

       «Τί ἄλ­λο νὰ μᾶς πεῖ; Θέ­λεις κι ἄλ­λη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση; Δὲν ἀ­να­πνέ­ει.»

       Πί­στευ­ε ὅ­τι ἤ­θε­λε.

       Πί­σω στὸ σπί­τι ἔ­κα­νε ἕ­ναν γύ­ρο στὸ κα­θι­στι­κό· τὰ ἔ­πι­πλα τρα­βηγ­μέ­να στὴν ἄ­κρη γιὰ νὰ ἔ­χει χῶ­ρο ὁ σκύ­λος. Θυ­μή­θη­κε ὅ­τι πρὶν φύ­γει, γυρ­νοῦ­σε γιὰ μέ­ρες καὶ ξερ­νοῦ­σε τὸ μέ­σα του. Με­τὰ κα­τά­πι­νε λαί­μαρ­γα νε­ρό. Στὸ τέ­λος μό­νο νε­ρὸ κι οὔ­τε αὐ­τὸ στε­κό­ταν.

       Τώ­ρα ἔ­χουν μεί­νει κά­τι στρογ­γυ­λὰ ση­μά­δια στὸ πά­τω­μα, δυ­ὸ τρί­α σὲ κά­θε γω­νιά, ἀ­π’ τὰ ὑ­γρὰ ποὺ ἔ­κα­ψαν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ ἔ­κα­ναν πιὸ ἄ­σπρο. Κά­θε πρω­ί, μπαί­νει τὸ φῶς κά­τω ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες, πα­ράλ­λη­λα στὸ πά­τω­μα, καὶ γυ­α­λί­ζουν τὰ ξα­σπρι­σμέ­να ση­μά­δια.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ (1985, Αθήνα) Σπούδασε Παιδαγωγική στὴ Φιλο­σοφικὴ Σχολὴ Αθηνῶν καὶ Ἐπικοινωνία στὴν Ἀγγλία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐρ­γάζεται ὡς μεταφράστρια ὑποτιτλισμοῦ.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: