Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M. Drew): Ὁ ἀλιγάτορας



Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M. Drew)


­λι­γά­το­ρας

(Alligator)


Ο ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ βλέ­πω μό­λις ἀ­νε­βά­ζω τὸ στό­ρι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου εἶ­ναι τὸ δα­κτυ­λι­κὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς γυ­ναί­κας μου πά­νω στὸ τζά­μι. Τὸ πρῶ­το, ἕ­ναν ἀ­λι­γά­το­ρα στὴν πι­σί­να.

       Ἀ­νά­βω τσι­γά­ρο καὶ πιά­νω τὸ κι­νη­τό, Google «δι­α­φο­ρὰ κρο­κό­δει­λος ἀ­λι­γά­το­ρας». Εἶ­χα πά­ψει νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ γραμ­μα­τι­κὴ στὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις μου ἐ­δῶ καὶ χρό­νια. Ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο, κι ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω τὸ ἴ­διο καὶ στὴν προ­φο­ρι­κή μου ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Αὐ­τὸ λί­γο πρὶν μὲ πα­ρα­τή­σει ἡ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­λε­γα ἂς ποῦ­με «δῶ­σε ἁ­λά­τι» ἢ «κλει­διὰ ποῦ». Τὸ μι­σοῦ­σε αὐ­τό, τῆς ἔ­λε­γα λοι­πὸν «χρό­νος χρῆ­μα». Ὄ­χι, ἔ­λε­γε, δου­λειὰ χρῆ­μα.

       Τε­λι­κὰ χά­θη­καν οἱ λέ­ξεις ἀ­νά­με­σά μας. Μιὰ μέ­ρα χά­θη­κε καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ λέ­ξη ἀν­τί­ο.

       Νὰ πῶς μπο­ρεῖς νὰ ξε­χω­ρί­σεις ἕ­να ἀ­λι­γά­το­ρα:

       1) Τὸ ρύγ­χος του εἶ­ναι πλα­τὺ καὶ στρογ­γυ­λε­μέ­νο.

       2) Εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς νὰ κρύ­βει τὰ δόν­τια του.

       3) Εἶ­ναι γρή­γο­ρος. Πο­λὺ πιὸ γρή­γο­ρος ἀ­πὸ ἕ­ναν κρο­κό­δει­λο.


Ἡ γυ­ναί­κα μου εἶ­χε νη­κτι­κὴ μεμ­βρά­νη στὰ πό­δια της. Συ­νή­θι­ζα νὰ τὶς φι­λά­ω τὰ δά­χτυ­λα καὶ νὰ παί­ζω μὲ αὐ­τὰ τὸ «πά­ει ὁ λα­γὸς νὰ πι­εῖ νε­ρό». Τῆς ἔ­λε­γα πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ λό­γος ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε τό­σο γρή­γο­ρα. Τό­τε μὲ κοί­τα­ζε μὲ κεῖ­νο τὸ ὕ­φος σὰν νὰ μοῦ ἔ­λε­γε: πα­ρό­λα αὐ­τὰ δυ­ὸ ὧ­ρες προ­πό­νη­ση τὴν ἡ­μέ­ρα δὲν βλά­πτουν.

       Ἀ­νοί­γω τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου καὶ κοι­τά­ζω ἔ­ξω.

       Πῶς θὰ χει­ρί­ζον­ταν τὴν κα­τά­στα­ση συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι; Ἕ­να φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ ζευ­γά­ρι; Τί θὰ ἔ­κα­ναν ἂν ἔ­βρι­σκαν ἕ­ναν ἀ­λι­γά­το­ρα στὴ πι­σί­να; Πι­θα­νὸν νὰ ἔ­πι­α­νε πα­νι­κὸς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ζευ­γά­ρι. Ἀ­γά­πη, θὰ ἔ­λε­γε ὁ ἄν­δρας. Ἔ­λα νὰ δεῖς κά­τι. Ἔ­πει­τα θὰ κοι­τα­ζόν­του­σαν μὲ ἀ­πο­ρί­α. Ἡ γυ­ναί­κα θὰ ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιο τοῦ παι­διοῦ τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἄν­δρας θὰ κα­λοῦ­σε τὸ 112. Θὰ εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς ἀρ­χές. Ἕ­να ἄρ­θρο στὴν το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα. Πι­θα­νὸν θὰ ὀρ­γά­νω­ναν μιὰ ἔ­κτα­κτη συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς γεί­το­νες.

       Ἐ­γώ; Κα­τε­βαί­νω κά­τω στὴν κου­ζί­να καὶ παίρ­νω ἕ­να μα­χαί­ρι ἀ­πὸ τὴ μα­χαι­ρο­θή­κη. Μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο στὰ χέ­ρια τσε­κά­ρω τὰ μη­νύ­μα­τά μου (κα­νέ­να) καὶ ἐ­νερ­γο­ποι­ῶ τὸ βίν­τε­ο. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ κυ­κλο­φο­ρή­σω στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Ἄν­δρας πα­λεύ­ει μὲ ἀ­λι­γά­το­ρα, μὲ ἕ­να μα­χαί­ρι εἴ­κο­σι ἑ­κα­το­στῶν. Θὰ γί­νω ἀ­στέ­ρι στὸ YouTube. Ἕ­να φαι­νό­με­νο τοῦ Twitter. Ὁ κό­σμος θὰ περ­νά­ει δί­πλα μου στὸ δρό­μο καὶ θὰ λέ­ει: εἶ­ναι ὁ Κρο­κο­δει­λά­κιας! Ὄχι ἕ­να μα­χαί­ρι, ἕνα μα­χαί­ρι!

       Πα­τά­ω «ἐγ­γρα­φή» καὶ πλη­σιά­ζω στὴν πι­σί­να. Στέ­κο­μαι στὴν ἄ­κρη της καὶ κοι­τά­ζω προ­σε­χτι­κά. Ὁ ἀ­λι­γά­το­ρας εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Δὲν κι­νεῖ­ται. Πε­ρι­μέ­νω νὰ δῶ τὰ μά­τια του νὰ λάμ­πουν κε­χριμ­πα­ρέ­νια ἢ πρά­σι­να, ἀλ­λὰ ὅ­ταν τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ φω­τι­στι­κὰ ἀ­σφα­λεί­ας πέ­φτει πά­νω τους, τὰ μά­τια καῖ­νε μὲ ἕ­να βα­θυ­κόκ­κι­νο χρῶ­μα, σὰν αἷ­μα.

       Εἶ­χα ἀ­δειά­σει τὴν πι­σί­να τὴν ἴ­δια μέ­ρα ποὺ μὲ πα­ρά­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου. Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ με­γά­λη τρύ­πα στὸ χῶ­μα.

       Κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τῆς πι­σί­νας καὶ ἀ­κουμ­πῶ τὸ τη­λέ­φω­νο σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ φίλ­τρα νε­ροῦ . Τρα­βά­ω τὸ μα­χαί­ρι ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη μου, πλη­σιά­ζω τὸν ἀ­λι­γά­το­ρα μὲ πλά­για βή­μα­τα, σὰν τὸν κά­βου­ρα.

       Ἡ πι­σί­να ἔ­χει τέ­τοι­α κλί­ση ποὺ τὸ ἕ­να της ἄ­κρο εἶ­ναι πέν­τε πό­δια βα­θὺ καὶ τὸ ἄλ­λο ὀ­κτώ. Κα­θὼς κι­νοῦ­μαι δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα τὸ στο­μά­χι του τεν­τώ­νε­ται πρὸς τὰ πά­νω καὶ κά­τι κυ­λά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρά του. Ἕ­να μι­κρὸ ἄ­σπρο αὐ­γό. Τέ­λεια. Ὑ­πάρ­χουν πε­ρί­που πε­νήν­τα ἀ­πὸ δαῦ­τα σω­ρευ­μέ­να σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς πι­σί­νας.

       Γο­να­τί­ζω δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα καὶ ἀ­κουμ­πῶ τὴν πα­λά­μη μου πά­νω στὴ λευ­κὴ κοι­λιά του. Τὸ δέρ­μα εἶ­ναι μα­λα­κὸ καὶ κρα­τών­τας τὸ χέ­ρι μου ἐ­κεῖ με­τρῶ τὸν ἀρ­γὸ παλ­μὸ τῆς καρ­διᾶς του. Κα­θὼς οἱ μῦς του τεν­τώ­νον­ται ὁ ἀ­λι­γά­το­ρας μι­σο­κλεί­νει τὰ μά­τια κι ἕ­να δά­κρυ κά­νει ζὶγκ-ζὰγκ στὰ μά­γου­λά του.

       Καὶ τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ κλαί­ω. Μὲ λυγ­μούς. Πα­ρὰ τὴν θέ­λη­σή μου. Ἀ­δύ­να­τον νὰ στα­μα­τή­σω. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἀ­γα­ποῦ­σε σὲ μέ­να. Τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α μου. Ὅ­μως ἔ­λε­γε κι ἄλ­λα πολ­λὰ πρὶν φύ­γει.

       Ἔ­κλαι­γα στὶς ρο­μαν­τι­κὲς ται­νί­ες. Στοὺς γά­μους. Ὅ­ταν ἔ­παι­ζε στὸ ρα­δι­ό­φω­νο τὸ The Winner Takes It All, ἢ τὴν δι­α­φή­μι­ση τῆς μπύ­ρας Budweiser Super Bowl – αὐ­τὴ μὲ συγ­κι­νοῦ­σε κά­θε φο­ρά. Ἐ­κεί­νη μὲ τὸν ἄν­δρα καὶ τὸ ἄ­λο­γό του. Ἡ συν­τρο­φι­κό­τη­τα.

       Γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νὴς ἔ­χω νὰ κλά­ψω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μὲ πα­ρά­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου, δὲν ἔ­κλα­ψα οὔ­τε ὅ­ταν εἶ­δα τὸ Κρά­μερ ἐ­ναν­τί­ον Κρά­μερ – αὐ­τὸ κι ἂν ἦ­ταν γιὰ κλά­μα.

       Ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα κοι­τά­ζω τὸν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νό. Ἔ­χω ἁ­πλω­μέ­νο τὸ ἕ­να μου χέ­ρι καὶ σκέ­φτο­μαι ἐ­κεί­νη. Πῶς βου­τοῦ­σε στὴν πι­σί­να, τὴν σκιὰ της κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀ­ση­μέ­νια ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, νὰ κο­λυμ­πά­ει μιά, δυ­ό, τρεῖς ἁ­πλω­τές.

       Πῶς κα­θό­μουν μπρὸς ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου μας μὲ ἕ­να πα­κέ­το Μάρ­λμπο­ρο πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν κα­πνὸ νὰ δι­α­λύ­ε­ται στὸ ψυ­χρό, γκρί­ζο δει­λι­νό.

       Πῶς πε­ρί­με­να τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ μὲ τὰ χέ­ρια σὲ ἔ­κτα­ση, τὸ κε­φά­λι ριγ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω κι ἀ­νοι­χτὸ στό­μα, σὰν νὰ κα­τά­πι­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ γα­μη­μέ­νο κό­σμο.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly (12.11.2018):

http://www.smokelong.com/alligator/

Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M Drew) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως τὰ Third Point Press, Literary Orphans καὶ New Flash Fiction Review. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ δεύ­τε­ρο βρα­βεῖ­ο στοὺς δι­α­γω­νι­σμούς: Bath Flash Fiction καὶ Reflex Fiction καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Best Small Fictions τὸ 2017 καὶ τὸ 2018. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­τὴς στὸ FlashBack Fiction. Μπο­ρεῖς νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σεις μὲ τὸν Chris στὸ Twitter @cmdrew81.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο.


			

Αὐ­γὴ Λίλ­λη: Τὸ λα­οῦ­τον



Αὐ­γὴ Λίλ­λη


Τὸ λα­οῦ­τον


Ν ΗΜΟΥΝ ΣΙΟΥΡΟΣ ἂν ἔ­θε­λα νὰ πά­ω. Μᾶλ­λον ἤ­μουν σί­ου­ρος ὅ­τι ἒν ἔ­θε­λα νὰ πά­ω. Για­τὶ ἤ­μα­στουν μα­θη­μέ­νοι ποὺ τὴν ἐ­πο­χὴν ποὺ ἒν εἴ­χα­μεν ἐ­πι­λο­γὴν τζιαὶ ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο, ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο νὰ λα­λοῦ­με ὅ­τι «ἒν πᾶ­μεν!». Ἄ­μαν ἀ­πο­φα­σί­ζουν οἱ ἄλ­λοι, ἔν’ πάν­τα πιὸ εὔ­κο­λο, ἔν­ναιν ἔ­τσι; «Εἴν­τα πρά­μαν; Νὰ δεί­ξω δι­α­βα­τή­ριο, γιὰ νὰ πά­ω ἔσ­σω* μου; Ποτ­τέ!». Ἔ­τσι ἐ­λα­λού­σα­μεν. Ἔ­τσι ἐ­λά­λουν τζὶ ἐ­γώ. Ἔ, ὕ­στε­ρα ἐ­θώ­ρουν ἕ­νας-ἕ­νας ἐ­πηα­ίνναν, τζιαὶ πο­τού­τους* ποὺ ὁρ­κί­ζουν­ταν ὅ­τι ἒν θὰ πά­σιν, δη­λα­δή. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ κα­φε­νές, με­τὰ οἱ για­τροί, μέ* ὥ­ραν εἶ­χα μέ* ὥ­ραν ἔ­κα­μνα, γιὰ νὰ τὸ σκε­φτῶ. Με­τά, ποὺ ἔ­κλει­σα τὸν κα­φε­νέ, εἶ­χα τό­σην πολ­λὴν ὥ­ραν, ποὺ ἒν ἐμ­πο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Τζιαὶ ἐ­πήα. Ἐ­χτές. Ἐ­πή­α ἐ­χτές. Μὲ ὅ,τι εἴ­σι­εν μεί­νει. Μό­νο τὸ λα­οῦ­τον ἐ­πί­α­σα τζι­εί­νην τὴν μέ­ρα τζιαὶ μό­νο τὸ λα­οῦ­τον ἐ­πῆ­ρα πί­σω τούν­την μέ­ραν, τὴν μό­νην ἡ­μέ­ραν ποὺ μᾶς ἔ­μει­νεν, τὴν ἡ­μέ­ραν ποὺ εἴ­σι­εν γεν­νη­θεῖ ὁ Χρί­στος μας. Ἔ­τσι, ἦρ­τεν μου τζιαὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ω, νὰ δῶ… Ἄλ­λοι κά­μνουν τά­μα­τα, προ­σευ­χές, κά­μνουν πρό­γραμ­μα πό­τε νὰ πά­σιν, ἐ­μέ­να ἦρ­τεν μου, ἔ­τσι, ἐ­ξε­κί­νη­σα τὸ πρω­ΐν, ἐ­πή­α, ἐ­πέ­ρα­σα πο­τζεῖ, ὣς τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα ποὺ οὗλ­λοι ἐ­πρή­ζουν­ταν ποὺ τὰ κρέ­α­τα τζιαὶ τὰ «Χρό­νια πολ­λά», ἐ­γι­ῶ ἐ­πή­α τζιαὶ εἶ­δα τὸ σπί­τι μας. Τζια­μαὶ* ἐ­γεν­νή­θη­κεν ὁ Χρί­στος μας, ἒν ἐ­πρό­λα­βα­μεν νὰ πᾶ­μεν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ον. Ἐ­στά­θη­κα πό­ξω. Ἒν ἐμ­πή­κα. Εἶ­δα το. Ἔ­μει­να τζια­μαί, ἐ­θώ­ρουν το… Ἐ­σκέ­φτου­μουν… Ἐ­σκέ­φτου­μουν δι­ά­φο­ρα, ἐ­δρῶ­σαν λλί­ον τὰ δά­χτυ­λά μου, ἐ­γλιά­ζαν, ἔ­σφιγ­γά τα, ἀλ­λὰ πά­λε ἐ­γλιά­ζαν πά­νω στὸ λα­οῦ­τον, ἐ­φά­νη­κέν μου πιὸ βα­ρὺ σάν­να*… Ὕ­στε­ρα ποὺ κα­νέ­ναν τέ­ταρ­τον ἔ­φυ­α τζιαὶ ἦρ­τα πί­σω· ἦρ­τα ἔσ­σω. Ἐ­κου­βά­λη­σα μι­τά μου τζαὶ τὸ λα­οῦ­τον τζιαὶ ἔ­βα­λά το πά’ στὸ σέν­τε*. Ἐ­νημ­πο­ρῶ νὰ τὸ κου­βα­λῶ ἄλ­λον.


* ἔσ­σω μου: σπί­τι μου
* πο­τού­τους: ἀ­π’ ἐ­κεί­νους
* μέ… μέ…: μή­τε… μή­τε
* τζια­μαί: ἐ­κεῖ
* μι­τά μου: μα­ζί μου
* σάν­να: λὲς καί (στὰ κυ­πρια­κὰ συ­χνὰ μπαί­νει στὸ τέ­λος τῆς πρό­τα­σης)
* σέν­τε: τὸ πα­τά­ρι


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις, Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Σαρακηνός τις Ἕλλην



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Σαρακηνός τις Ἕλλην


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ Σα­ρα­κη­νός τις Ἕλ­λην εἰς τὸ Κλῖ­σμα τοῖς πο­λι­τευ­ο­μέ­νοις καὶ ἡ­μῖν λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­πῆλ­θον ἐ­πὶ τὸ ὄ­ρος τοῦ ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου, ἵ­να θη­ρεύ­σω. Ὡς οὖν ὑ­πή­γα­γον, θε­ω­ρῶ εἰς ὄ­ρος μο­να­χὸν κα­θή­με­νον, κρα­τοῦν­τα βι­βλί­ον καὶ ἀ­να­γι­νώ­σκον­τα. Ἀ­νῆλ­θον οὖν πρὸς αὐ­τόν, σί­ναι αὐ­τόν, τά­χα δὲ καὶ φο­νεῦ­σαι. Ὡς ἦλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ, ἐ­ξέ­τει­νε τὴν χεῖ­ρα αὐ­τοῦ τὴν δε­ξιὰν πρός με, εἰ­πών.

       «Στῆ­θι.»

       Ἐ­ποί­η­σα δύ­ο νυ­χθή­με­ρα, μὴ δυ­νη­θεὶς ὅ­που κι­νη­θῆ­ναι ἀ­πὸ τοῦ τό­που. Τό­τε λέ­γω αὐ­τῷ.

       «Τὸν Θε­όν, ὃν σέ­βεις, ἀ­πό­λυ­σόν με.»

       Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Πο­ρεύ­ου εἰς εἰ­ρή­νην.»

       Καὶ οὕ­τως ἠ­δυ­νή­θην ἀ­να­χω­ρῆ­σαι ἀ­πὸ τοῦ τό­που, οὗ ἦν.


Κά­ποι­ος Σα­ρα­κη­νὸς εἰ­δω­λο­λά­τρης

Κά­ποι­ος Σα­ρα­κη­νὸς εἰ­δω­λο­λά­τρης στὸ Κλί­σμα δι­η­γή­θη­κε σὲ κο­σμι­κοὺς καὶ σὲ μᾶς καὶ μᾶς εἶ­πε:

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ βου­νὸ τοῦ ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου γιὰ νὰ κυ­νη­γή­σω. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σα ἐ­κεῖ, βλέ­πω πά­νω στὸ βου­νὸ νὰ κά­θε­ται ἕ­νας μο­να­χός, νὰ κρα­τᾶ ἕ­να βι­βλί­ο καὶ νὰ δι­α­βά­ζει. Πλη­σί­α­σα λοι­πὸν πρὸς αὐ­τὸν γιὰ νὰ τὸν πει­ρά­ξω, ἴ­σως καὶ νὰ τὸν σκο­τώ­σω. Μό­λις τὸν πλη­σί­α­σα, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του τὸ δε­ξὶ πρὸς ἐ­μέ­να καὶ μοῦ εἶ­πε:

       «Στά­σου.»

       Ἔ­με­να δύ­ο ἡ­με­ρό­νυ­χτα μὴ μπο­ρών­τας νὰ κου­νη­θῶ ἀ­πὸ τὸν τό­πο. Τό­τε τοῦ λέ­γω:

       «Στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ποὺ σέ­βε­σαι, ἄ­φη­σέ με νὰ φύ­γω.»

       Καὶ αὐ­τὸς μοῦ λέ­ει:

       «Πή­γαι­νε ἐν εἰ­ρή­νῃ.»

       Ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸν τό­πο ποὺ ἤ­μουν.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 262-263.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Νίκος Λυσίκατος: Ὄ­χι μέ­σα στὰ Στάρ­μπακς



Νίκος Λυσίκατος


Ὄ­χι μέ­σα στὰ Στάρ­μπακς


Ε ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΤΑΓΟΝΕΣ αἷ­μα ποὺ ἔ­τρε­ξαν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη μου, με­τὰ τὸ χα­στού­κι, κα­τά­λα­βα ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ μέ­ρα. Γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο μας. Κρα­τή­θη­κα ὅ­μως καὶ δὲν ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα. Ἐ­κεῖ­νος κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του, μά­ζε­ψε τὸ πο­τή­ρι τοῦ κα­φὲ καὶ τὸ πέ­τα­ξε δί­πλα του, στὸν κά­δο. «Ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, δὲν προ­σέ­χεις κα­θό­λου», εἶ­πε καὶ πῆ­κε ξα­νὰ στὰ Στάρ­μπακς.

      «Κα­λη­μέ­ρα σας, πῶς μπο­ρῶ νὰ σᾶς ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σω;»

      Στά­θη­κα ἕ­να μέ­τρο πί­σω του.  Οἱ φαρ­διοί του ὦ­μοι ἔ­κρυ­βαν τὴν κο­πέ­λα στὸ τα­μεῖ­ο, μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­σω μό­νο τὴ φω­νή της. Ἡ δι­κή του φω­νὴ ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὴ ὅ­ταν πα­ρήγ­γει­λε. Ἄ­ρα­γε, θὰ τὴ χτυ­ποῦ­σε κι ἐ­κεί­νη, ἂν τοῦ ἔ­ρι­χνε τὸν κα­φὲ κα­τὰ λά­θος; Στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­κου­γό­ταν μιὰ γλυ­κα­νά­λα­τη μου­σι­κή. Δυ­ὸ κα­λον­τυ­μέ­νοι νε­α­ροὶ κά­θον­ταν ἀν­τι­κρι­στὰ στὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ πλη­κτρο­λο­γοῦ­σαν μα­νι­ω­δῶς στὰ λά­πτοπ τους. Μύ­ρι­ζε φρε­σκο­ψη­μέ­να κου­λου­ρά­κια καὶ κα­νέ­λα. Θυ­μή­θη­κα ἐ­μέ­να, μι­κρή, νὰ γυ­ρί­ζω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ τὸ σπί­τι νὰ μυ­ρί­ζει ὑ­πέ­ρο­χα, νὰ τρέ­χω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ βλέ­πω τὴν μη­τέ­ρα μου σκυμ­μέ­νη στὸν πάγ­κο, μὲ βουρ­κω­μέ­να μά­τια, τὸν πα­τέ­ρα μου βλο­συ­ρὸ ἀ­πὸ πά­νω της, τὰ κου­λου­ρά­κια σκόρ­πια στὸ πά­τω­μα.

       Ξαφ­νι­κὰ ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα. Νο­μί­ζω ἔ­φται­γε ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς κα­νέ­λας, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη. Κα­νὰ-δυ­ὸ κε­φά­λια γύ­ρι­σαν πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Γύ­ρι­σε κι αὐ­τός.

       «Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ θε­οῦ, κο­πέ­λα μου, ὄ­χι μέ­σα στὰ Σταρ­μπακς, μὲ γνω­ρί­ζουν ἐ­δῶ», εἶ­πε καὶ χα­μή­λω­σε τὸ κα­πέ­λο του ντρο­πι­α­σμέ­νος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Νί­κος Λυ­σί­κα­τος. Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὸν Πει­ραι­ά, ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Λα­τρεύ­ει τὶς τέ­χνες, τὰ βι­βλί­α μι­νι­α­τοῦ­ρες καὶ τὶς γά­τες.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ: Λό­για στὸ κε­νό

 



Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Λό­για στὸ κε­νό


ΟΓΙΑ ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νὸ σὰν κλού­βια αὐ­γὰ πά­νω σὲ τοῖ­χο εἶ­ναι τὰ λό­για ποὺ εἶ­πες μὲ λά­θος λέ­ξεις. Εἶ­ναι οἱ λά­θος λέ­ξεις. Ὅ­ταν μι­λᾶ­με, πιὸ πο­λὺ κι ἀ­π’ ὅ­ταν γρά­φου­με, ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­ναν αὐ­τό­μα­το δι­ορ­θω­τὴ λέ­ξε­ων, ἕ­ναν δι­ορ­θω­τὴ ποὺ νὰ δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο τὴ στί­ξη, ἀλ­λὰ καὶ τὸν τό­νο —πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸς ὁ τό­νος– ἀλ­λὰ καὶ τὴν λέ­ξη. Ὅ­πως ὅ­ταν γρά­φου­με μη­νύ­μα­τα στὸ κι­νη­τό μας τη­λέ­φω­νο καὶ μιὰ συλ­λα­βὴ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ μπεῖ ἢ νὰ βγεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη ἀ­πὸ τὴν φρά­ση. Συ­χνά, τὸ κι­νη­τὸ ἐ­πι­μέ­νει, ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ μᾶς ποι­ά εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ χρει­ά­ζε­ται, ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Συ­χνά, μιὰ λέ­ξη ποὺ ἀρ­χι­κὰ θέ­λα­με νὰ γρά­ψου­με, δὲν ὑ­πάρ­χει στὸ λε­ξι­λό­γιο τοῦ τη­λε­φώ­νου. Τὸ τη­λέ­φω­νο τὴν ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τό­τε χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ἀ­πὸ ἄλ­λη. Εἶ­ναι πρα­κτι­κὸ τὸ θέ­μα. Ποῦ πῆ­γε, ὅ­μως, ἡ λέ­ξη ποὺ δὲν γρά­ψα­με, ὅ­μοι­α μὲ τὴν λέ­ξη ποὺ δὲν εἴ­πα­με;

       Πρό­σφα­τα ἄ­κου­σα γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων. Ὅ­πως ὅ­λες οἱ τρά­πε­ζες τοῦ κό­σμου ἔ­χει τὴν ἕ­δρα της στὴν Ἐλ­βε­τί­α, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν εἶ­ναι εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στὴ στὰ μέ­ρη μας. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν τρά­πε­ζα ὅ­που ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ται οἱ λέ­ξεις ποὺ πά­ψα­με νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με. Λέ­ξεις κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α νε­κρές, μό­νο ποὺ ἀν­τὶ νὰ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται ἄ­σκο­πα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ νὰ στοι­χει­ώ­νουν τὶς φρά­σεις μας, ἀ­να­παύ­ον­ται ἀλ­φα­βη­τι­κὰ τα­ξι­νο­μη­μέ­νες σὲ με­ταλ­λι­κὲς θυ­ρί­δες. Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος, κλεί­νον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὸ εἰ­σι­τή­ριο, νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἀ­νὰ πά­σα ὥ­ρα καὶ στιγ­μὴ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων καὶ νὰ πε­ρι­η­γη­θεῖ στὰ γράμ­μα­τα. Βρί­σκεις πραγ­μα­τι­κοὺς θη­σαυ­ρούς. Λέ­ξεις ποὺ ἀ­μυ­δρὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς νὰ βγαί­νουν ἀ­π’ τὸ στό­μα πο­λὺ μα­κρι­νῶν γέ­ρων καὶ γρι­ῶν τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ὅ­πως οἱ λέ­ξεις τους, λέ­ξεις ἐ­πί­ση­μες ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν πε­ρί­ο­πτη θέ­ση σὲ δελ­τί­α εἰ­δή­σε­ων, κι ἄλ­λες λέ­ξεις ποὺ γρά­φον­ταν ἢ λέ­γον­ταν, ἀλ­λὰ ποὺ τώ­ρα κα­νεὶς δὲν γρά­φει, οὔ­τε μι­λά­ει μ’ αὐ­τές. Τὰ λήμ­μα­τα εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­τέ­λει­ω­τα, ὅ­πως καὶ οἱ γλῶσ­σες ἢ οἱ τρά­πε­ζες, για­τί ὅ­σο ζοῦ­με ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες νέ­ες λέ­ξεις πε­θαί­νουν. Συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, νὰ ὑ­πάρ­χουν καὶ λέ­ξεις ποὺ με­τοι­κοῦν «εἰς τό­πον χλο­ε­ρόν», ὅ­πως ἔ­λε­γαν κά­πο­τε, τε­λεί­ως ἀ­θό­ρυ­βα, κι ἔ­τσι δὲν κα­τα­γρά­φον­ται που­θε­νά, πρό­κει­ται πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ψυ­χές, σπά­νια κά­ποι­ος νὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψει κά­που τυ­χαῖ­α σὲ τί­πο­τα κι­τρι­νι­σμέ­νες ἐ­φη­με­ρί­δες, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἀ­ό­ρα­τα, ἄϋ­λα σω­μα­τί­δια σκό­νης. Οἱ λέ­ξεις ποὺ σβή­στη­καν στα­δια­κά, ποὺ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι τῆς λή­θης δί­χως ν’ ἀ­φή­σουν πί­σω τους κα­νέ­να ἴ­χνος, μοιά­ζουν μὲ ἄ­στε­γους ἀ­γύρ­τες, κα­νεὶς δὲν φαί­νε­ται να τὴν νι­ώ­θει τὴν ἀ­που­σί­α τους, ὅ­πως δὲν ἔ­νι­ω­θε κα­νεὶς τὴν πα­ρου­σί­α τους, δὲν ἔ­χουν θυ­ρί­δα, οὔ­τε κὰν πρό­σβα­ση, σὲ κα­μιὰ τρά­πε­ζα σὲ κα­νέ­να μέ­ρος τοῦ κό­σμου.

       Ἔ­τσι, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ συ­ζή­τη­ση στὴν ὁ­ποί­α ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νὰ μι­λοῦν γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων, ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὸ θέ­μα τῶν λέ­ξε­ων. Εἶ­ναι ἕ­να ἀρ­κε­τὰ πο­λύ­πλο­κο θέ­μα. Δὲν εἶ­ναι μό­νο το πα­ρά­δο­ξο τοῦ θα­νά­του τους ποὺ προ­βλη­μα­τί­ζει, ἀλ­λὰ καὶ ἡ γέν­νη­σή τους. Αὐ­τό, ὅ­μως, ποὺ κί­νη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου εἶ­ναι, ὅ­πως εἶ­πα, τὸ θέ­μα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νό. Πι­στεύ­ω πὼς οἱ λέ­ξεις αὐ­τὲς χά­νουν τὴν ψυ­χή τους ἀ­μέ­σως μό­λις βγοῦν ἀ­π’ τὸ στό­μα κά­ποι­ου γιὰ τὸν ἁ­πλὸ λό­γο ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ βγοῦν, οὔ­τε κι αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές, τὰ λό­για αὐ­τά, ἔ­χον­τας χά­σει τὴν μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τά τους, τὸ νό­η­μὰ τους δη­λα­δή, ξε­κι­νοῦν μιὰ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση ἀ­π’ τὰ ἀν­θρώ­πι­να χεί­λη ὣς τὸ πά­τω­μα. Κα­τα­λή­γουν στὸ ἔ­δα­φος σὰν μι­κρο­σκο­πι­κὰ σκου­πι­δά­κια. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ καὶ με­τὰ ἡ μοί­ρα τους εἶ­ναι προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη. Συ­νή­θως σκου­πί­ζον­ται ἢ σφουγ­γα­ρί­ζον­ται, κα­τα­λή­γουν μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο, πρῶ­τα στοὺς κά­δους σκου­πι­δι­ῶν καί, στὴ συ­νέ­χεια, στὶς χω­μα­τε­ρές, μα­ζὶ μὲ τό­σα ἄλ­λα νε­κρὰ —πρώ­ην χρη­στι­κά– ἀν­τι­κεί­με­να, μέ­χρι τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­σύν­θε­σή τους. Σπά­νια, ὅ­μως, μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ ἕ­να θαῦ­μα. Κά­ποι­ος γλά­ρος ποὺ πε­τᾶ ἀ­νέ­με­λα πά­νω ἀ­π’ τὸν σκου­πι­δό­το­πο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τυ­χαῖ­α κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς καὶ νὰ τὴν πά­ρει μα­ζί του. Ἀ­φοῦ τα­ξι­δέ­ψουν μα­ζὶ μέ­ρες καὶ νύ­χτες, λέ­ξη καὶ που­λί, ὁ ἰ­δι­ό­τυ­πος αὐ­τὸς με­τα­φο­ρέ­ας ἀ­πο­θέ­τει συ­νή­θως τὴ λέ­ξη σὲ μιὰ νέ­α ἀ­κτή, μιᾶς νέ­ας χώ­ρας, ὅ­που τὴν βρί­σκουν τυ­χαῖ­α πρῶ­τοι οἱ ναυ­τι­κοὶ ἢ οἱ ψα­ρά­δες καὶ τὴν παίρ­νουν σπί­τι τους. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ ἄ­γνω­στη αὐ­τὴ λέ­ξη προ­σαρ­μό­ζε­ται στὴ νέ­α της ζω­ὴ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στὰ νέ­α πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη κι ἔ­θι­μα. Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ οἱ γλωσ­σο­λό­γοι ὀ­νο­μά­ζουν «γλωσ­σι­κὸ δά­νει­ο».

       Τέ­λος, κά­τι ἄλ­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ κα­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τὰ ἄ­χρη­στα λό­για κα­τα­λή­γουν στοὺς σκου­πι­δό­το­πους, εἶ­ναι νὰ βγά­λουν ρί­ζες κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­σύν­θε­σης. Με­τα­τρέ­πον­ται μὲ τὸν και­ρὸ σὲ δέν­τρα. Εἶ­ναι τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν μό­να τους, αὐ­τὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά σου, τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὰ σπέρ­νουν, σὰν τὰ λά­θος λό­για ποὺ προ­φέ­ρεις ἄ­θε­λά σου.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Τὸ μέ­γε­θος τῆς με­τα­νοί­ας



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Τὸ μέ­γε­θος τῆς με­τα­νοί­ας


ΔΕΛΦΟΣ ἠ­ρώ­τη­σε τὸν Ἀβ­βᾶν Ποι­μέ­να, λέ­γων· ἐ­ποί­η­σα ἁ­μαρ­τί­αν με­γά­λην καὶ θέ­λω με­τα­νο­ῆ­σαι τρί­α ἔ­τη· λέ­γει αὐ­τῷ ὁ γέ­ρων· πο­λύ ἐ­στι· καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ ὁ ἀ­δελ­φός· ἀλ­λ’ ἕ­ως ἐ­νια­υτοῦ;* καὶ εἶ­πε πά­λιν ὁ γέ­ρων· πο­λύ ἐ­στιν· οἱ δὲ πα­ρόν­τες ἔ­λε­γον· ἕ­ως τεσ­σα­ρά­κον­τα ἡ­με­ρῶν; καὶ πά­λιν εἶ­πε· πο­λύ ἐ­στιν· εἶ­πε δέ· ἐ­γὼ λέ­γω, ὅ­τι ἐ­ὰν ἐξ ὅ­λης καρ­δί­ας με­τα­νο­ή­σῃ ἄν­θρω­πος καὶ μὴ προ­σθῇ* ἔ­τι ποι­εῖν τὴν ἁ­μαρ­τί­αν καὶ εἰς τρεῖς ἡ­μέ­ρας δέ­χε­ται αὐ­τὸν ὁ Θε­ός.

ἕ­ως ἐ­νια­υτοῦ: ἕ­ως ἕ­να χρό­νο.
καὶ μὴ προ­σθῇ: καὶ δὲν ἐ­ξα­κο­λου­θή­σει.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 87.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Οἱ ἁμαρτίες μου τρέχουν πίσω μου καὶ δὲν τὶς βλέπω



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Οἱ ἁμαρτίες μου τρέχουν πίσω μου

καὶ δὲν τὶς βλέπω


ΔΕΛΦΟΣ πο­τε ἐ­σφά­λη εἰς Σκῆ­τιν· καὶ γε­νο­μέ­νου συ­νε­δρί­ου*, ἀ­πέ­στει­λαν πρὸς τὸν Ἀβ­βᾶν Μω­ϋ­σῆν· ὁ δὲ οὐκ ἤ­θε­λεν ἐλ­θεῖν· ἀ­πέ­στει­λεν οὖν πρὸς αὐ­τὸν ὁ πρε­σβύ­τε­ρος, λέ­γων· ἐλ­θὲ ὅ­τι σὲ ὁ λα­ὸς πε­ρι­μέ­νει· ὁ δὲ ἀ­να­στὰς ἦλ­θε· καὶ λα­βὼν σπυ­ρί­δα τε­τρη­μέ­νην* καὶ γε­μί­σας ἄμ­μου, ἐ­βά­στα­σεν· οἱ δὲ ἐ­ξελ­θόν­τες εἰς ἀ­πάν­τη­σιν αὐ­τοῦ, λέ­γου­σιν αὐ­τῷ· τί ἐ­στι τοῦ­το, πά­τερ; εἶ­πε δὲ αὐ­τοῖς ὁ γέ­ρων· αἱ ἁ­μαρ­τί­αι μού εἰ­σιν ὀ­πί­σω μου κα­ταρ­ρέ­ου­σαι καὶ οὐ βλέ­πω αὐ­τάς· καὶ ἦλ­θον ἐ­γὼ σή­με­ρον, ἁ­μαρ­τή­μα­τα ἀλ­λό­τρια κρῖ­ναι*· οἱ δὲ ἀ­κού­σαν­τες, οὐ­δὲν ἐ­λά­λη­σαν τῷ ἀ­δελ­φῷ· ἀλ­λὰ συ­νε­χώ­ρη­σαν αὐ­τῷ.


συ­νέ­δριον: σύ­σκε­ψη, δι­κα­στή­ριο.
σπυ­ρίς -δος: με­γά­λο κα­λά­θι, κο­φί­νι.
τε­τρη­μέ­νην σπυ­ρί­δα: κα­λά­θι μὲ τρύ­πες.
ἁ­μαρ­τή­μα­τα ἀλ­λό­τρια κρῖ­ναι: νὰ κρίνω ἄλλων ἁμαρτίες.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]