Γιά­ννης Δεν­δρι­νός: Ἡ ἀποστολή



Γιά­ννης Δεν­δρι­νός


Ἡ ἀ­πο­στο­λή


Α ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ στα­μά­τη­σαν στὸ κόκ­κι­νο φα­νά­ρι. Ἡ πλα­ϊ­νὴ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τῆς πρε­σβεί­ας μι­σά­νοι­ξε. Τό­τε ξε­κί­νη­σε καὶ μὲ γρή­γο­ρο, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἕ­να πε­ζο­δρό­μιο στ’ ἄλ­λο. Κοί­τα­ζε ἀ­ρι­στε­ρὰ δε­ξιὰ τοὺς ὁ­δη­γοὺς μὲ τὸ βλέμ­μα ἀν­θρώ­που ποὺ μό­λις ὁ­λο­κλή­ρω­σε μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­πο­στο­λὴ καὶ ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ὅ­λους ὅ­σους βρί­σκον­ται στὸ διά­βα του. Τρύ­πω­σε στὴν πόρ­τα.

       «Τὸ εἶ­δες αὐ­τό;» ρώ­τη­σα ἔκ­πλη­κτος τὴ γυ­ναί­κα μου.

       «Μιὰ γά­τα ἤ­τα­νε, τί ἔ­γι­νε;» μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα.

       «Μά, δὲν πρό­σε­ξες τὸ ὕ­φος της; Τὸ συγ­χρο­νι­σμὸ τῶν κι­νή­σε­ων; Σχε­δὸν στρα­τι­ω­τι­κός. Σὰν νὰ ἔ­κα­νε σι­νιά­λο νὰ τῆς ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα», ἐ­πέ­μει­να.

       «Τί ἀ­νο­η­σί­ες εἶ­ναι πά­λι αὐ­τές; Ἡ φαν­τα­σί­α σου ἔ­χει ξε­φύ­γει. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σες αὐ­τὸ τὸ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ὅ­λο κά­τι τέ­τοι­α μοῦ λὲς στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να», εἶ­πε.

       «Δὲν ξέ­ρω τί λὲς ἐ­σύ. Ἄ­κου­σα ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει πο­λὺ προ­χω­ρη­μέ­νες με­θό­δους κα­τα­σκο­πεί­ας. Ὅ­λοι ἐκ­παι­δεύ­ον­ται, ἄν­τρες, γυ­ναῖ­κες, παι­διά. Για­τί ὄ­χι καὶ τὰ ζῶ­α; Καὶ μά­λι­στα ἔ­ξυ­πνα καὶ πα­νοῦρ­γα, ὅ­πως οἱ γά­τες». Δὲν μί­λη­σε.

       «Βά­ζω στοί­χη­μα ὅ­τι μό­λις τε­λεί­ω­σε τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ποὺ τῆς ἀ­νά­θε­σαν καὶ γύ­ρι­σε στὴ βά­ση της», μουρ­μού­ρι­σα μέ­σα ἀ­π’ τὰ δόν­τια μου.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε ξα­νὰ πρά­σι­νο. Ξε­κί­νη­σα σι­γὰ καὶ κοί­τα­ξα δε­ξιά μου. Ἡ γά­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ, μό­νη, δί­πλα ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δρό­μο. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Ἴ­σως καὶ νὰ μοῦ ‘κλει­σε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός (1966): Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­θά­κη καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Μη­χα­νι­κὸς ΕΜΠ, ἔ­χει σπου­δά­σει ἀ­κό­μη οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: