Νεκτάριος Μπέσης: Ὁ γερο-Τόμ



Νεκτάριος Μπέσης


Ὁ γερο-Τόμ


ΑΚΡΙΑ σὲ ἕ­να μι­κρὸ νη­σί, ἕ­να νη­σὶ σχε­δὸν ξε­χα­σμέ­νο, συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ θὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ. Ἕ­να πλοῖ­ο ἐρ­χό­ταν μιὰ φο­ρὰ τὴν βδο­μά­δα, γιὰ νὰ ξε­φορ­τώ­σει προ­μή­θει­ες καὶ ἴ­σως λί­γα φάρ­μα­κα καὶ κά­θε φο­ρὰ τὸ ἴ­διο. Οἱ ναῦ­τες ξε­φόρ­τω­ναν βι­α­στι­κά, χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­βι­βα­στοῦν οἱ ἴ­διοι καὶ τὸ πλοῖ­ο πά­λι σάλ­πα­ρε, γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἐ­κεῖ ἀ­πὸ ὅ­που ἦρ­θε. Αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε μό­νο τὶς πε­ρι­ό­δους τῆς κα­λο­και­ρί­ας.

       Ὅ­ταν ὁ και­ρὸς δὲν τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, στὴν μι­σο-κα­τε­στραμ­μέ­νη προ­βλή­τα του, ἔ­φτα­ναν μό­νο ἀ­φρι­σμέ­να κύ­μα­τα.

       Ἐ­δῶ ἔ­ζη­σε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ζω­ή του ὁ γε­ρο-Τόμ, μα­ζὶ μὲ τὴν νευ­ρι­κὴ γυ­ναί­κα του, μιὰ ἀ­δύ­να­τη γριὰ μὲ γουρ­λω­τὰ μά­τια, ποὺ βλα­στή­μα­γε ἀ­πὸ τὸν πρω­ι­νὸ κα­φὲ μέ­χρι τὴν βρα­δι­νή τους σού­πα, γιὰ τὴν ἀ­τυ­χί­α ποὺ εἶ­χαν νὰ ζοῦν σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, μιὰ ἐ­πι­λο­γή, ἂν δι­α­νο­η­θεῖ κα­νείς, ἐπειδὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο ἄν­θρω­ποι, νὰ συ­νυ­πάρ­ξουν μὲ ἄλ­λους.

       Πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση τὴν κερ­δί­ζεις, δὲν στὴν προ­σφέ­ρουν οἱ ἄλ­λοι, ἔ­τσι εἶ­χε συμ­βεῖ καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση.

       Ὁ γε­ρο-Τὸμ γιὰ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο λό­γο ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν γυ­ναί­κα του, πα­ρὰ τὸν δύ­στρο­πο χα­ρα­κτή­ρα της, τό­σο πο­λύ, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του χω­ρὶς τὶς προ­σβο­λές της καὶ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη γκρί­νια, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἔλ­λει­ψη, ἐ­δῶ καὶ λί­γες βδο­μά­δες, τὸν εἶ­χε ἀ­ναγ­κά­σει νὰ πα­ραγ­γεί­λει ἀ­πὸ τοὺς ναυ­τι­κοὺς ἕ­να γε­ρὸ σκοι­νί. Τοὺς ζή­τη­σε κι­ό­λας νὰ τοῦ δεί­ξουν πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε μό­νος του νὰ φτιά­ξει ἕ­να ναυ­τι­κὸ κόμ­πο. Ἤ­θε­λε νὰ πά­ρει ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου τὴν εὐ­θύ­νη τῆς πρά­ξης του. Ἀ­νέ­βη­κε πά­νω σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, πέ­ρα­σε τὸν κόμ­πο στὸ λαι­μό του καὶ με­τὰ τὴν κλώ­τση­σε. Ἦ­ταν πο­λὺ πε­ρί­ερ­γο, τὰ αὐ­τιά του ἄρ­χι­σαν νὰ βου­λώ­νουν καὶ λί­γο πρὶν τε­λει­ώ­σουν ὅ­λα, ἡ ἴ­σως λί­γο με­τά, τοῦ φά­νη­κε νὰ ἀ­κού­ει τὴ γυ­ναί­κα του, νὰ τὸν βρί­ζει, γιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Νε­κτά­ριος Μπέ­σης (Ἀ­θή­να, 1977, ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς Ἡ ὀρ­χή­στρα τοῦ δά­σους (2017) καὶ Κα­τα­στρέ­φον­τας τὰ χρώ­μα­τα τῆς νύ­χτας (2018), Ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς ἀν­θο­λο­γί­ες.

 

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: