Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως (δ’)


ΟΥΤΟΥ κα­θε­ζο­μέ­νου πρω­ὶ ἐν τῷ κελ­λί­ῳ κώ­νωψ στὰς ἐ­πὶ τοῦ πο­δὸς ἐ­κέν­τη­σεν αὐ­τόν· καὶ ἀλ­γή­σας κα­τέ­α­ξεν αὐ­τὸν τῇ χει­ρὶ με­τὰ κό­ρον τοῦ αἵ­μα­τος. Κα­τα­γνοὺς οὖν ἑ­αυ­τοῦ ὡς ἐκ­δι­κή­σαν­τος ἑ­αυ­τόν, κα­τε­δί­κα­σεν ἑ­αυ­τὸν εἰς τὸ ἕ­λος τῆς Σκή­τε­ως, ὅ ἐ­στιν ἐν τῇ πα­νε­ρή­μῳ, κα­θί­σαι γυ­μνὸν ἐ­πὶ μῆ­νας ἕξ, ἔν­θα οἱ κώ­νω­πες καὶ συά­γρων δέρ­μα­τα τι­τρώ­σκου­σιν, ὡς σφῆ­κες ὄν­τες. Οὕ­τως οὖν κα­τε­τρώ­θη ὅ­λος καὶ σπον­δύ­λους ἐ­ξέ­βα­λεν ὡς νο­μί­σαι τι­νὰς ὅ­τι ἠ­λε­φαν­τί­α­σεν. Ἐλ­θὼν οὖν με­τὰ ἓξ μῆ­νας εἰς τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ, ἀ­πὸ τῆς φω­νῆς ἐ­γνώ­σθη ὅ­τι αὐ­τός ἐ­στιν ὁ Μα­κά­ριος.


Γιὰ τὸν Μα­κά­ριο τὸν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νό (δ’)

Αὐ­τόν, ἐ­νῶ κα­θό­ταν ἕ­να πρω­ῒ στὸ κε­λί του, κά­ποι­ο κου­νού­πι ἔ­κα­τσε πά­νω στὸ πό­δι του καὶ τὸν τσίμ­πη­σε· καὶ πο­νών­τας τὸ κο­πά­νη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του γε­μί­ζον­τας αἵ­μα­τα. Κα­τα­λα­βαί­νον­τας ὅ­τι ἔ­τσι ἐκ­δι­κή­θη­κε ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του, αὐ­το­κα­τα­δι­κά­στη­κε νὰ κά­τσει γυ­μνὸς ἕ­ξι μῆ­νες στὸ ἕ­λος τῆς Σκή­τε­ως, δη­λα­δὴ στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ρη­μιά, ἐ­κεῖ ποὺ τὰ κου­νού­πια, με­γά­λα σὰν σφῆ­κες, τρυ­πᾶ­νε καὶ δέρ­μα­τα ἀ­γρι­ο­γού­ρου­νων. Ἔ­τσι, λοι­πόν, φα­γώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος καὶ ἔ­βγα­λε ἐ­ξογ­κώ­μα­τα, ὥ­στε κά­ποι­οι νὰ νο­μί­σουν ὅ­τι ἔ­πα­θε ἐ­λε­φαν­τί­α­ση. Κι ὅ­ταν με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι μῆ­νες γύ­ρι­σε στὸ κε­λί του, ἀ­πὸ τὴ φω­νή του ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὸ ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Μα­κά­ριος. [Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 102-103.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: