Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#12]


Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo)

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν:

προ­σέγ­γι­ση στὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α


Ι ΕΙΝΑΙ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Εἶ­ναι εἶ­δος[i] ἢ ὑ­πο­εῖ­δος; Ἔ­χει ὁ­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση; Ποι­ά εἶ­ναι τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη ὀ­νο­μα­σί­α; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α της; Εἶ­ναι μιὰ μον­τέρ­να φόρ­μα πε­ζο­γρα­φί­ας; Γνω­ρί­ζου­με ποῦ καὶ πό­τε ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή της; Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ τὶς καλ­λι­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­παν­τή­σεις· κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κές, ἄλ­λες φο­ρὲς συμ­πί­πτουν, ὅ­μως, ἂν καὶ ὅ­λες εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­λὰ τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νες, δὲν ὑ­πάρ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη ὁ­μο­φω­νί­α ὡς πρὸς τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή τους.

       Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὴν εὔ­κο­λη ὁ­δὸ καὶ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σου­με τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ καὶ μυ­θο­πλα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα. Ἡ ἔ­κτα­ση ἑ­νὸς ἔρ­γου μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποι­κίλ­λει, δὲν πρέ­πει, ὡ­στό­σο, νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὴ μί­α τυ­πω­μέ­νη σε­λί­δα, δη­λα­δὴ πε­ρὶ τοὺς 1.500 χα­ρα­κτῆ­ρες· ὑ­πάρ­χει δι­ά­στα­ση ἀ­πό­ψε­ων ὡς πρὸς τὸ ὄ­νο­μα: μι­κρὸ– ἢ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α, νά­νο– ἢ μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρὸ– ἢ να­νο­δι­ή­γη­μα καὶ πα­ραλ­λα­γὲς αὐ­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ μι­κρὴ ἔ­κτα­σή του καὶ τὸ χα­ρα­κτή­ρα του ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση. Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φι­κὴ κομ­ψό­τη­τα (μιᾶς καὶ σὲ τό­σο λί­γο χῶ­ρο πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη)·  ἡ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα, ὁ πρω­τε­ϊ­σμὸς καὶ ἡ μὴ σύμ­πλευ­ση μὲ κα­νέ­να εἶ­δος (δι­ό­τι ἀλ­λά­ζει φόρ­μες καὶ εἴ­δη)·  ἡ χρή­ση τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας ―δι­ό­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ὁ ἀ­να­γνώ­στης γνω­ρί­ζει ὅ­σα προ­η­γοῦν­ται καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρή­σει δε­δο­μέ­να πολ­λὰ πράγ­μα­τα― ὅ­πως, ἐ­πί­σης, καὶ ἡ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἔλ­λει­ψης καὶ τοῦ χι­οῦ­μορ. Θε­ω­ρεῖ­ται εἶ­δος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἀ­πὸ ὅ­που προ­έρ­χον­ται οἱ πρω­το­πό­ροι του: ὁ Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, ὁ Χού­λιο Τό­ρι, ὁ Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες καὶ ὁ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἐ­πί­σης, συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται μὲ με­γά­λη ὁρ­μὴ ἀ­πὸ τοὺς Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, κυ­ρί­ως τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 καὶ μὲ εὐ­ρέ­ως δι­α­δε­δο­μέ­νο τρό­πο ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να μέ­χρι σή­με­ρα, ἐ­πο­χὴ ποὺ πα­ρα­τη­ροῦν­ται πλέ­ον (πα­ρα)δείγ­μα­τα σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ χῶ­ρες.

       Μα­κά­ρι νὰ ἦ­ταν τό­σο εὔ­κο­λο. Ὅ­λα ὅ­σα μό­λις προ­εί­πα­με θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἰ­δω­θοῦν μὲ ἄλ­λο τρό­πο, λι­γό­τε­ρο ἁ­πλό, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἀρ­χί­σου­με νὰ τὰ ἀ­να­λύ­ου­με σὲ βά­θος. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι κά­θε βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να και­νούρ­γιο εἶ­δος, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι·  δὲν εἶ­ναι γνω­στὸ πό­τε ξε­κί­νη­σε, οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρα, οὔ­τε τὸ ὄ­νο­μά της, ἐ­νῶ εἶ­ναι πολ­λοὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ δι­εκ­δι­κοῦν τὴν πα­τρό­τη­τά της. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ἂν ὑ­πάρ­χει ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­το εἶ­δος εἶ­ναι για­τί οἱ θε­ω­ρη­τι­κοὶ ὅ­ρι­σαν τὴν ὕ­παρ­ξή της καὶ ἀ­πὸ κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ ἔ­πει­τα οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­νέ­πτυ­ξαν δείγ­μα­τα γρα­φῆς ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τοὺς με­λε­τη­τές.

       Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­σεις ἔ­χουν λό­γο ποὺ ὑ­φί­σταν­ται. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει ἕ­να εἶ­δος ποὺ ἀ­πορ­ρί­πτει τὶς ἀ­πο­λυ­τό­τη­τες, τὶς βε­βαι­ό­τη­τες, τὶς ἀ­δι­άλ­λα­κτες ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σεις εἶ­ναι τὸ εἶ­δος ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ. Ἡ ἔ­κτα­σή του ποι­κίλ­λει ἐν­τὸς τῆς ἴ­διας τῆς μι­κρῆς του κλί­μα­κας·  ἡ ἔκ­φρα­σή του ὡς εἶ­δος εἶ­ναι πε­ρί­πλο­κη, ἀμ­φί­ση­μη, ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη, δι­α­φεύ­γου­σα·  τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του εἶ­ναι λί­γα ἢ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πολ­λά, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ποι­ὸς τὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ·  ὁ ὁ­ρι­σμός του δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ξε­κά­θα­ρος, τὸ ὄ­νο­μά του ποι­κίλ­λει ἀ­πὸ χώ­ρα σὲ χώ­ρα καὶ ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­α σὲ συγ­γρα­φέ­α. Μπο­ροῦν νὰ κα­τα­τε­θοῦν μό­νο προ­τά­σεις, προ­σεγ­γί­σεις, συμ­βου­λές, ἀμ­φι­βο­λί­ες, ἐ­κτι­μή­σεις. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε βε­βαι­ό­τη­τα σύν­το­μα ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς νέ­ου πα­ρα­δείγ­μα­τος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀρ­νεῖ­ται τὴν προ­η­γού­με­νη προ­ϋ­πό­θε­ση. Ἐ­ὰν αὐ­τὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ ἄ­πια­στο καὶ τὸ ἀμ­φί­ση­μο, οἱ τα­ξι­νο­μή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν­ται τό­σο πι­στὰ στὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ κοι­νό­τη­τα, κα­τα­λή­γουν νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­στι­κὲς καὶ ὄ­χι πο­λὺ ἀ­ξι­ό­πι­στες. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μοιά­ζουν μὲ work in progress, ὥ­στε, αὐ­τὸ ποὺ σή­με­ρα μᾶς φαί­νε­ται ἡ ἀρ­χή, ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ ἀρ­γό­τε­ρα, χά­ρη σὲ νέ­ες ἀ­να­κα­λύ­ψεις, θὰ ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι ποὺ βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὰ μι­σά του δρό­μου.

       Βέ­βαι­α, αὐ­τὴ ἡ «ἀ­να­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα» προ­κα­λεῖ πολ­λὰ ἐμ­πό­δια καὶ πα­ρα­νο­ή­σεις: τὸ εἶ­δος πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, στὴν ὑ­πο­τί­μη­ση ―ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι κά­τι ἀλ­λό­κο­το―, στὴ συ­νέ­χεια ἔ­γι­νε τά­ση, παν­τα­χοῦ πα­ρόν, μιὰ ὑ­περ­βο­λὴ καί, στὸ τέ­λος, ξα­νὰ ἄ­ξιο πε­ρι­φρό­νη­σης ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι κά­τι ὑ­περ­βο­λι­κὰ κοι­νό. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες δε­κα­ε­τί­ες, κά­ποι­οι ἀ­κό­μη δὲν τὸ θε­ω­ροῦν λο­γο­τε­χνί­α καί, πα­ρὰ τὰ πολ­λὰ δι­ε­θνῆ καὶ μὴ συ­νέ­δρια, τὶς δη­μο­σι­εύ­σεις, τὶς ἐκ­δό­σεις ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται στὸ ἐν λόγῳ θέ­μα, ἀ­κό­μη ὑ­πάρ­χουν ἄ­το­μα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐκ­κεν­τρι­κή, ὅ­ταν εἶ­ναι γεν­ναι­ό­δω­ροι, ἢ ἀ­σή­μαν­τη, ἰ­δα­νι­κὴ γιὰ τοὺς ὀ­κνη­ροὺς τῆς γρα­φῆς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ σχε­τί­ζον­ται ἐ­πί­σης μὲ τὴ συν­το­μί­α, κα­θὼς φαί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ σύν­το­μο γιὰ νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό. Καὶ τὸ δο­κί­μιο ὅ­μως στὸ ξε­κί­νη­μά του θε­ω­ροῦν­ταν κά­τι πα­ρά­ξε­νο, ἡ ποί­η­ση χω­ρὶς μέ­τρο καὶ ὁ­μοι­ο­κα­τα­λη­ξί­α εἶ­χε τὴ φή­μη ὅ­τι εἶ­ναι τὸ κα­τα­φύ­γιο τῶν φυ­γό­πο­νων καὶ ἡ πο­λε­μι­κὴ ἐ­ναν­τί­ον τῶν μὴ πα­ρα­στα­τι­κῶν πλα­στι­κῶν τε­χνῶν συ­νε­χί­ζε­ται καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ 21ου αἰ­ώ­να.

       Ἡ συν­το­μί­α ἐ­πί­σης συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ φαι­νο­με­νι­κὴ εὐ­κο­λί­α τῆς συγ­γρα­φῆς – δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο νὰ γρά­ψεις ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο. Αὐ­τὸ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα πολ­λοὶ νὰ πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ ἐ­πι­νό­η­μα θε­ω­ρεῖ­ται δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους, ἀ­πελ­πί­ζον­τας τοὺς ἀ­να­λυ­τὲς καὶ τοὺς σο­βα­ροὺς μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φους. Τὰ γεν­ναι­ό­δω­ρα βρα­βεῖ­α ποὺ προ­σφέ­ρον­ται σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς τοῦ χώ­ρου (λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν χα­ρα­κτή­ρων) ἔ­χουν ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα δε­κά­δες χι­λιά­δες συμ­με­το­χές, ποὺ «προ­σπα­θοῦν νὰ δοῦν» ἂν λει­τουρ­γεῖ τὸ κει­με­νά­κι τους. Ἡ συν­το­μί­α λοι­πόν, ἡ ὁ­ποί­α συ­νε­πά­γε­ται τό­ση προ­σπά­θεια γιὰ τοὺς εὐ­συ­νεί­δη­τους μύ­στες, ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐ­πί­σης καὶ τὴν κοι­νο­τυ­πί­α ὁ­ρι­σμέ­νων προ­τά­σε­ων καὶ τὸν ἐκ­φυ­λι­σμὸ τοῦ εἴ­δους. Μὲ τὴν αὔ­ξη­ση τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων μὲ γε­ω­με­τρι­κὴ πρό­ο­δο, γί­νε­ται πε­ρί­πλο­κο νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς τὶς προ­τά­σεις τῆς κά­θε χώ­ρας καὶ τῆς κά­θε γλώσ­σας. Ἡ πλη­θώ­ρα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ζούγ­κλα, ὅ­που εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἐν­το­πί­σει κα­νεὶς τὰ δι­α­μάν­τια. Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, ὅ­μως, ἡ ἀ­φθο­νί­α συ­νε­πά­γε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἕ­να τό­σο με­γά­λο εὖ­ρος προ­τά­σε­ων κά­νει δύ­σκο­λό το νὰ ἔ­χει κά­ποι­ος μιὰ σχε­τι­κὰ πιὸ ξε­κά­θα­ρη ὀ­πτι­κὴ τοῦ τί πα­ρά­γε­ται.

       Κι ἔ­τσι περ­νᾶ­με σὲ κά­τι ση­μαν­τι­κό: τὸ ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο ἀ­σα­φής, εὐ­με­τά­βλη­τη καὶ ὀ­λι­σθη­ρὴ ση­μαί­νει ἄ­ρα­γε ὅ­τι τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἄ­ξια λό­γου; Ὄ­χι, βέ­βαι­α. Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι μι­κρὰ ἔρ­γα τέ­χνης, κι αὐ­τό, ὅ­πως ξέ­ρου­με κα­λά, εἶ­ναι πάν­τα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ.


Ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἐ­λά­χι­στου


Ὅ­πως στὸ ἀ­νέκ­δο­το μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ καὶ τὴν ὕ­παρ­ξη/ἀ­νυ­παρ­ξί­α τοῦ Θε­οῦ, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, πα­ρό­λο ποὺ ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α. Βρί­σκε­ται στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ρω­μα­ϊ­κὰ Σύμ­μει­κτα, στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ Makura no Soshi (Βι­βλί­α τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ) ποὺ χρο­νο­λο­γοῦν­ται στὸ 1000 μ.Χ. καὶ ἀ­νή­κουν στὸ εἶ­δος Zuihitsu (σύν­το­μα κεί­με­να, γραμ­μέ­να μο­νο­κον­τυ­λιὰ) καὶ τὰ ἀγ­γλι­κὰ Commonplace books τοῦ Με­σαί­ω­να καὶ τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης. Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης σύν­το­μα ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται Hodgepodge (Συ­νον­θύ­λευ­μα), τὰ γερ­μα­νι­κὰ Gemeinplatze, τὰ γαλ­λι­κὰ Lieux Communs καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ Zibaldone τοῦ 19ου αἰ­ώ­να (Rojo, 2010). Ἡ Francisca Noguerol (2009) τὸ συν­δέ­ει μὲ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ Dietarios, ἡ Laura Pollastri (2007) μὲ τὶς ἐ­πι­γρα­φὲς στὶς ἐ­πι­τύμ­βι­ες στῆ­λες τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, ὁ David Lagmanovich (2006) μὲ τὰ χα­ϊ­κού, ὁ Paul Davila (2014) μὲ τὰ κο­άν… θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι ἐ­π’ ἄ­πει­ρον. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ ἔ­πει­τα ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­να ἅλ­μα ἀρ­κε­τῶν αἰ­ώ­νων. Ὁ Lagmanovich (2006) θε­ω­ρεῖ τὰ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζό τοῦ Σὰρλ Μπων­τλὲρ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ πρό­δρο­μο. Ἀ­νά­με­σα στοὺς «προ­γό­νους» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­πί­σης ὁ Ἄμ­προζ Μπὶρς καὶ ὁ Να­θά­νι­ελ Χό­θορν μὲ τὰ American Notebooks του, σύμ­φω­να μὲ τὴν Graciela Tomassini (2008 καὶ 2011). Ὁ Juan Armando Epple (2006) κα­το­νο­μά­ζει τοὺς Ἀ­λο­ΐ­σιους Μπερ­τράν, Βι­λι­ὲ ντὲ Λ’Ἴλ, Ὄ­σκαρ Γουά­ιλντ, Ζὶλ Ρε­νάρ, Φραν­τς Κάφ­κα, Τζὸρτζ Λό­ρινγκ Φρό­στ, Ἰ. A. Ἄιρ­λαντ καὶ τὸν βα­ρῶ­νο τοῦ Ντάν­σα­νι. Καὶ ἐ­κεῖ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ἀ­κό­μα ἅλ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πρὸς τοὺς Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να: Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γες, Χού­λιο Τό­ρι, Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε, Λου­ὶς Βι­δά­λες, Βι­σέν­τε Οὐ­ι­δόμ­προ, Ἐρ­νέ­στο Λου­γό­νες, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἡ Stella Maris Colombo (2011) συγ­κεν­τρώ­νει τοὺς δι­ά­φο­ρους προ­δρό­μους, σύμ­φω­να μὲ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ με­λε­τη­τές, στοὺς ὁ­ποί­ους συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει τὸν ἤ­δη προ­α­να­φερ­θέν­τα Φραν­τς Κάφ­κα, τὸν Μπέρ­τολτ Μπρὲ­χτ καὶ τὸν Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (σύμ­φω­να μὲ τὸν Lagmanovich), τὸν ἤ­δη προ­α­να­φερ­θέν­τα Ἄμ­προζ Μπὶρς (σύμ­φω­να μὲ τὴν Tomassini) καὶ τὸν Τζι­ο­βά­νι Πα­πί­νι (σύμ­φω­να μὲ τοὺς Colombo, Roas καὶ Anderson Imbert). Σύμ­φω­να μὲ τὴν Dolores Koch (1981), πρω­το­πό­ρος ἦ­ταν ὁ με­ξι­κα­νὸς Χού­λιο Τό­ρι. Οἱ David Lagmanovich καὶ Laura Pollastri με­λέ­τη­σαν σὲ βά­θος τὶς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τῆς λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας καὶ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὸ εἶ­δος. Ἀ­σφα­λῶς, πρέ­πει νὰ λη­φθοῦν ὑ­πό­ψη οἱ Greguerias τοῦ Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να. Ὅ­μως ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χει καὶ ἄλ­λο ἕ­να ἅλ­μα μέ­χρι τὸ 1955, ὅ­ταν δη­μο­σι­εύ­ε­ται τὸ Σύν­το­μες καὶ πα­ρά­ξε­νες ἱ­στο­ρί­ε­ς τῶν Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α ἑ­νὸς εἴ­δους ποὺ ἕ­ως τό­τε δὲν ὑ­φί­στα­το ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο με­λέ­της καὶ συγ­κεν­τρώ­νει πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α σή­με­ρα κα­τα­λο­γο­γρα­φοῦν­ται ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1959, ὁ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο δη­μο­σι­εύ­ει τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο μι­κρο­δι­ή­γη­μα ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν, «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γή­ς Obras completas (y otros cuentos). Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ συ­νε­χί­σει ἡ λί­στα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἀρ­χί­ζουν νὰ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­πὸ τὸν Με­ξι­κα­νὸ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα, τὸν Κο­λομ­βια­νὸ Ἄλ­βα­ρο Σε­πέ­δα Σα­μού­διο, μέ­χρι τοὺς Ἀρ­γεν­τι­νοὺς Μάρ­κο Ντε­νέ­βι καὶ Ἐν­ρί­κε Ἀν­τερ­σον Ἰμ­πέρτ, τὸν Κου­βα­νὸ Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα, τὸν Βε­νε­ζο­λά­νο Ἀλ­φρέ­δο Ἄρ­μας Ἀλ­φόν­σο καὶ πολ­λοὺς ἄλ­λους. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἔ­κρη­ξη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ἄλ­λο ἅλ­μα στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ―πα­ρό­λο ποὺ με­ρι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ― ὅ­ταν καὶ πά­λι τὸ εἶ­δος ἀ­να­πτύσ­σε­ται μὲ πλη­θώ­ρα λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νων, ἱ­σπα­νῶν, ἀγ­γλό­φω­νων, βρα­ζι­λιά­νων, κο­ρε­α­τῶν συγ­γρα­φέ­ων… Καὶ ἄλ­λο ἅλ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πο­σο­τι­κό, μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να καὶ τὴν ἔ­ξαρ­ση τῶν μέ­σων κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­χει τὴν ἰ­δα­νι­κὴ ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ blog, στὸ Twitter, στὸ Facebook, στὸ Tumblr καὶ στὰ λοι­πὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης, γι’ αὐ­τὸ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πάρ­χουν χι­λιά­δες σε­λί­δες ποὺ κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χουν πιὰ συγ­γρα­φεῖς (Ρα­γου­σέ­ο, Σαμ­πρά­νο) οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­να­πτύσ­σουν συγ­κε­κρι­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν twitteroποίηση, δη­λα­δὴ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δὲν ξε­περ­νᾶ τοὺς 140 χα­ρα­κτῆ­ρες. Πλέ­ον τὰ ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να εἶ­ναι τό­σο παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τα ὥ­στε, ὅ­πως λέ­ει ἡ Χού­λια Ὀ­τσό­α, «ση­κώ­νεις μιὰ πέ­τρα, μιὰ σαύ­ρα, μιὰ ψί­χα ψω­μὶ καὶ πέ­φτεις πά­νω σὲ ἕ­να». Ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὴ νί­κη, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­χει πολ­λοὺς πα­τέ­ρες καί, ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τοὺς ἥ­ρω­ες, ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης πολ­λοὶ τό­ποι ποὺ ἐ­ρί­ζουν γιὰ τὸν τί­τλο τῆς γε­νέ­τει­ράς της.

       Ὅ­πως εἶ­ναι προ­φα­νὲς μὲ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θεια ἱ­στο­ρι­κῆς συ­στη­μα­το­ποί­η­σης, δὲν ὑ­πάρ­χει σα­φὴς καὶ συ­νε­χὴς ἐ­ξέ­λι­ξη, πα­ρὰ χα­ο­τι­κὲς ἐ­κρή­ξεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­μει­γνύ­ον­ται πολ­λὰ εἴ­δη, συγ­γρα­φεῖς ποὺ κά­πο­τε, ἀλ­λὰ ὄ­χι πάν­τα, γρά­φουν ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να, κεί­με­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο σύν­το­μα, τά­σεις ποὺ ἔρ­χον­ται καὶ πα­ρέρ­χον­ται, πει­ρα­μα­τι­σμοὶ ποὺ δί­νουν ἀ­φορ­μὴ γιὰ ἄλ­λες ἀ­να­ζη­τή­σεις καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὸ εἶ­δος ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Τὸ πρό­βλη­μα μὲ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ὅ­τι εἶ­ναι πάν­τα σχε­τι­κές, γι’ αὐ­τὸ καὶ τέ­τοι­ο πλῆ­θος προ­δρό­μων ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι, ὅ­πως πάν­τα στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ φαι­νό­με­να, οἱ ἐ­πιρ­ρο­ὲς εἶ­ναι πολ­λές, πολ­λα­πλὲς καὶ προ­σω­πι­κές. Ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ προ­α­να­φέρ­θη­καν γιὰ κά­ποι­ον θὰ ἦ­ταν πρό­δρο­μοι, καὶ γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λον ὄ­χι. Ἴ­σως ὑ­πάρ­χει ἕ­να Zeitgeist ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὴ συν­το­μί­α, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ὑ­πῆρ­ξαν πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων πο­λὺ με­γά­λης πνο­ῆς, ἑ­πο­μέ­νως ὁ­ποι­α­δή­πο­τε χρο­νι­κὴ σύν­δε­ση μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἡ ὕ­παρ­ξη τό­σων θε­με­λι­ω­τῶν μὲ κά­νει νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἴ­σως ἡ ἀ­πάν­τη­ση νὰ εἶ­ναι πιὸ ἁ­πλή. Ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α ὑ­φί­στα­το ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σε ἡ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὡς ἀ­φο­ρι­σμός, ἀλ­λη­γο­ρί­α, ἀ­πό­λο­γος, σκη­νή, πε­ρι­στα­τι­κό, πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πί­γραμ­μα, γκρα­βού­ρα, μύ­θος, πα­ρα­βο­λή, πα­ροι­μί­α, ἀ­πό­φθεγ­μα, βι­νι­έ­τα καὶ μιὰ ἀ­τε­λεί­ω­τη ποι­κι­λί­α πο­λὺ σύν­το­μων ἀρ­χαί­ων λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ δι­α­φο­ρὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Κα­μί­α ἢ πολ­λές. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἑ­ξῆς, καὶ ἔ­χει τὶς ἴ­δι­ες δι­α­φο­ρὲς μὲ τοὺς προ­γό­νους της, ὅ­πως ἔ­χουν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἡ ποί­η­ση ἢ τὸ δο­κί­μιο τοῦ 20οῦ καὶ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να μὲ τοὺς δι­κούς τους προ­γό­νους.

       Ὁ ὅ­ρος μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ―καὶ οἱ πολ­λα­πλὲς ἐκ­δο­χές του― ἄρ­χι­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πρό­σφα­τα, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κα­λοῦ­με ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ σκε­φτεῖ ὅ­τι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τὲς τοῦ χώ­ρου, ὅ­τι τῆς προσ­δώ­σα­με θε­ω­ρη­τι­κὴ ὑ­πό­στα­ση, δι­α­μορ­φώ­νον­τας σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν ποι­κί­λα σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ οἱ συγ­γρα­φεῖς καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν δί­χως νὰ νοι­ά­ζον­ται γιὰ τὴν τα­ξι­νό­μη­σή τους.


Τὸ ζή­τη­μα τοῦ ὀ­νό­μα­τος


Λί­γα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἔ­χουν τό­σες πολ­λὲς ὀ­νο­μα­σί­ες: ἀ­κρι­βὴς τέ­χνη, σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, πε­ρι­στα­τι­κό (ὅ­ρος ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση τοῦ Ἀν­τερ­σον Ἰμ­πέρτ), σχε­δὸν δι­ή­γη­μα, δι­η­γη­μα­τί­διον, βρα­χὺ δι­ή­γη­μα, ὑ­περ­βρα­χὺ δι­ή­γη­μα, σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, συν­το­μό­τα­το δι­ή­γη­μα, μι­κρο­σκο­πι­κὸ δι­ή­γη­μα, δι­ή­γη­μα-μι­νι­α­τού­ρα, λι­πό­σαρ­κο δι­ή­γη­μα, στιγ­μια­ῖο δι­ή­γη­μα, τα­χυ­δι­ή­γη­μα, γρή­γο­ρο δι­ή­γη­μα, δι­ή­γη­μα μπον­ζά­ι, μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, γρή­γο­ρη μυ­θο­πλα­σί­α, αἰφ­νί­δια μυ­θο­πλα­σί­α, ὑ­περ­σύν­το­μο, ἐ­λά­χι­στη ἱ­στο­ρί­α, μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρο­κεί­με­νο, μι­νι­δι­ή­γη­μα, μι­νι­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­νι­κεί­με­νο, να­νο­δι­ή­γη­μα, να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α, να­νο­κεί­με­νο, δι­η­γη­μα­τί­διο, μι­κρὴ ἀ­φή­γη­ση, σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἐ­λά­χι­στη ἀ­φή­γη­ση, μι­κρο­σκο­πι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, πα­ρα­βα­τι­κὸ δι­ή­γη­μα, ὑ­περ­βρα­χύ­τα­το κεί­με­νο, δι­ή­γη­μα ἐξ­πρές, ποι­κί­λη ἐ­πι­νό­η­ση (γιὰ τὰ ἔρ­γα τοῦ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα), κει­με­νί­διο, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Αὐ­τοὶ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εἶ­ναι οἱ ὅ­ροι μι­νι­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ δι­ά­κρι­ση ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να δι­ή­γη­μα πο­λὺ σύν­το­μο, μιὰ ἀ­φή­γη­ση πο­λὺ βρα­χεί­α ἢ μιὰ ἐ­λά­χι­στη μυ­θο­πλα­στι­κὴ φόρ­μα (ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­ή­γη­μα ἢ ἀ­φή­γη­ση). Ἂν καὶ ἡ ἔλ­λει­ψη ἀ­κρι­βοῦς ὀ­νό­μα­τος ἀ­πελ­πί­ζει ἀρ­κε­τούς, τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στε­ρεῖ­ται συγ­κε­κρι­μέ­νου ὀ­νό­μα­τος καὶ ἔ­χει τό­σες ὀ­νο­μα­σί­ες εἶ­ναι ὅ,τι πρέ­πει γιὰ μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα δι­φο­ρού­με­νη καὶ ὑ­βρι­δι­κή. Μο­λο­νό­τι θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἐ­φι­κτὴ μό­νο ὅ­ταν ἀ­φη­γεῖ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν ἀμ­φι­βο­λί­ες. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα σα­φεῖς, ἀν­τι­θέ­τως ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ συμ­πλη­ρώ­νει τὴν πρό­θε­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ἡ ἱ­στο­ρί­α σὲ ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­πτώ­σεις ἁ­πλῶς σκι­α­γρα­φεῖ­ται καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­λεῖ­ται νὰ τὴ συμ­πλη­ρώ­σει. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ οἱ Tomassini καὶ Colombo, τὸ 2013, βά­φτι­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «μη­χα­νὴ σκέ­ψης».

       Ἐ­ξε­τά­ζον­τας τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ εἴ­δους, μπο­ροῦ­με νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σου­με ὅ­τι οἱ ὅ­ροι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α / μι­κρο­α­φή­γη­ση / μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι πρό­σφα­τοι. Στὰ ἡ­με­ρο­λό­για τοῦ Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, ὅ­ταν γί­νε­ται λό­γος γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Σύν­το­μες καὶ πα­ρά­ξε­νες ἱ­στο­ρί­ες, λέ­ει ὅ­τι ὁ Μπόρ­χες καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­ψαν δι­η­γή­μα­τα ἢ δι­η­γη­μα­τί­δια. Ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο, ὅ­ταν μι­λά­ει γιὰ τὸν «Δει­νό­σαυ­ρο» τοῦ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ δι­ή­γη­μα. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Javier Perucho (2006) ὁ ὅ­ρος μι­κρο­α­φή­γη­ση χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸν Χο­σὲ Ἐ­μί­λιο Πα­τσέ­κο στὴ στή­λη του μὲ τί­τλο «Inventario» τὸ 1977. Ἡ Dolores Koch, πι­θα­νό­τα­τα ἡ πρώ­τη θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ εἴ­δους, χρη­σι­μο­ποί­η­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο μι­κρο-ἀ­φή­γη­ση τὸ 1981. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν ἐ­πί­σης ὁ ὅ­ρος μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Ὁ ὅ­ρος μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­γι­νε πιὸ κοι­νὸς ἀ­πὸ τὸ Πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Colloquium στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1998 καὶ ἔ­πει­τα. Ἐ­γὼ χρη­σι­μο­ποί­η­σα τὸν ὅρο μι­κρο­δι­ή­γη­μα τὸ 1992, δι­ό­τι μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να δι­ή­γη­μα πο­λὺ σύν­το­μο, μὲ ὅ­λα τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς κα­νο­νι­κῆς φόρ­μας τοῦ εἴ­δους, μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴν ἔ­κτα­ση. Ὡ­στό­σο σή­με­ρα δὲν ἔ­χω τὴν ἴ­δια βε­βαι­ό­τη­τα, γι’ αὐ­τὸ καὶ προ­τι­μῶ τὸν ὅρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἂν καὶ ὑ­πάρ­χουν ἔ­ρευ­νες ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὶς δι­α­φο­ρὲς ἀ­νά­με­σα στὸ ἕ­να καὶ στὸ ἄλ­λο, λό­γῳ τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τους, μὲ τὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν ὅρο-ὀμ­πρέ­λα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἀ­φη­γή­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τα, πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους οἱ δι­α­κρί­σεις πε­ρι­πλέ­κουν τὰ πράγ­μα­τα.

       Σὲ θέ­μα­τα ὁ­ρο­λο­γί­ας, ἴ­σως ἀρ­κεῖ μό­νο ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Οὐ­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ: «What’s in a name? Τhat which we call a rose / By any other name would smell as sweet» (Ρω­μαῖ­ος καὶ ­ου­λι­έ­τα, ΙΙ, 2)[ii].


­κτα­ση, ­ρι­σμὸς καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά


Ὅ­πως ἤ­δη προ­εί­πα­με, ἡ μό­νη βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα. Καὶ ἡ συν­το­μί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι κα­τη­γο­ρια­κή. Τὰ πάν­τα στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­λή­γουν νὰ ὁ­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὴν ἔ­κτα­σή τους. Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ γεν­νᾶ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἀ­ρε­τὲς καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ προ­βλή­μα­τα. Λό­γῳ του ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο σύν­το­μη, οἱ ἀ­δα­εῖς θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λη καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἀρ­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ναι­σχυν­τί­α καὶ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, ἐ­νῶ ἄλ­λοι κα­τα­λή­γουν στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει εἶ­ναι τὸ εἶ­δος καὶ ὄ­χι τὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν γρα­φτεῖ μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτά.

       Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, ὅ­μως, ἡ συν­το­μί­α ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ με­γά­λη ἔ­κτα­ση τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ εἴ­δους μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἑ­κα­τὸ κεί­με­να, κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα ὡς πρὸς τὴ μορ­φή του. Μὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πί­στευ­τα εὐ­ρὺ δεῖγ­μα ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα καὶ οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις δὲν μπο­ροῦν νὰ δι­και­ο­λο­γη­θοῦν μὲ τὸ εὔ­κο­λο ἐ­πι­χεί­ρη­μα ὅ­τι ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸν κα­νό­να. Εἶ­ναι τό­σες πολ­λὲς οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις ποὺ ὁ κα­νό­νας στὸ τέ­λος δὲν ὑ­φί­στα­ται. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός, ἂν δὲν εἶ­ναι πο­λὺ εὐ­ρύς, κα­τα­λή­γει νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα σχε­τι­κός, κα­θό­τι αὐ­τὸ ποὺ θε­ω­ροῦν­ταν προ­ϊ­στο­ρί­α τε­λι­κὰ ἐ­πε­κτεί­νε­ται μέ­χρι τὴν ἀρ­χὴ τῶν πάν­των καὶ εἶ­ναι τό­σο εὐ­έ­λι­κτο ποὺ μπο­ροῦ­με στὸ τέ­λος νὰ συ­ναν­τᾶ­με μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε κεί­με­νο.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, ἡ συν­το­μί­α θὰ δη­μι­ουρ­γή­σει τὰ ἴ­δια της τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τὸ εἶ­δος: αὐ­τὴ εἶ­ναι ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πι­λεγ­μέ­νη γλώσ­σα, τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ βρε­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη, κα­θό­σον εἶ­ναι λί­γες αὐ­τὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται. Λό­γῳ τῆς συν­το­μί­ας της, θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρι­σμέ­νη ὡς εἶ­δος καὶ δι­α­κει­με­νι­κή, ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ ἔ­χει ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς ἀλ­λὰ καὶ προ­η­γού­με­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σει πλευ­ρὲς ποὺ θε­ω­ρεῖ γνω­στές·  αὐ­τὸ ἐ­πί­σης συ­νε­πά­γε­ται ὅ­τι ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ ἐ­πα­νερ­μη­νεί­α καὶ ἡ πα­ρω­δί­α πάν­το­τε θὰ εἶ­ναι πα­ροῦ­σες·  μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, θὰ πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἐ­πί­σης πο­λὺ σα­φὴς γλώσ­σα, ἐ­νῶ δὲν θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­φευ­χθοῦν οἱ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις καὶ οἱ ὑ­παι­νιγ­μοί. Ἐν ὀ­λί­γοις, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θὰ συν­δέ­ον­ται μὲ τὰ κει­με­νι­κὰ παι­χνί­δια τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πι­βάλ­λει ἡ συν­το­μί­α της.

       Δὲν ὑ­πάρ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νος ἀ­ριθ­μὸς οὔ­τε χα­ρα­κτή­ρων οὔ­τε λέ­ξε­ων, ἀλ­λὰ τὸ κεί­με­νο θὰ πρέ­πει νὰ χω­ρά­ει σὲ μιὰ μα­τιά. Ὁ Lauro Zavala (2004) δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες: σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (1.000 ἕ­ως 2.000 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (200 ἕ­ως 1.000 λέ­ξεις) καὶ ὑ­περ­σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (1 ἕ­ως 200 λέ­ξεις). Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς προ­τι­μοῦν νὰ μὴν ὁ­ρί­ζουν συγ­κε­κρι­μέ­νη μέ­γι­στη ἔ­κτα­ση·  γιὰ αὐ­τοὺς εἶ­ναι σύν­το­μα καὶ τέ­λος.

       Ἀ­πα­ριθ­μών­τας τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: γιὰ τὴν Dolores Koch (1981) πρό­κει­ται γιὰ ἀ­φη­γή­σεις χω­ρὶς εἰ­σα­γω­γή, πε­ρι­στα­τι­κὰ ἢ δρά­ση, χω­ρὶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες, καὶ χω­ρὶς ἀ­πο­κο­ρύ­φω­ση καί, γι’ αὐ­τό, χω­ρὶς τέ­λος. Ἐ­πι­πλέ­ον, ση­μει­ώ­νει, ἡ πρό­ζα εἶ­ναι ἁ­πλή, προ­σεγ­μέ­νη, σα­φὴς καὶ δι­σή­μαν­τη: χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­δο­ξο, τὴν εἰ­ρω­νεί­α καὶ τὴ σά­τι­ρα·  ἀ­να­σύ­ρει ἀρ­χαῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φόρ­μες καὶ τὶς ἐν­τάσ­σει σὲ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὲς φόρ­μες. Γιὰ τὴ Laura Pollastri (2007) τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της θὰ ἦ­ταν: χι­οῦ­μορ, πο­λυ­ση­μί­α, δι­α­κεί­με­νο, ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα, συμ­φω­νί­α με­τα­ξὺ ἀ­να­γνώ­στη καὶ συγ­γρα­φέ­α. Γιὰ τὴ Francisca Noguerol (1996) εἶ­ναι σκε­πτι­κι­στι­κὰ κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­φεύ­γουν στὸ πα­ρά­δο­ξο, εὐ­νο­οῦν τὰ κά­θε εἴ­δους πε­ρι­θώ­ρια καὶ πει­ρα­μα­τί­ζον­ται μὲ θέ­μα­τα, προ­σω­πι­κό­τη­τες καὶ μορ­φές, εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά, ἀ­παι­τοῦν τὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, εἶ­ναι πο­λυ­σή­μαν­τα, δι­α­κει­με­νι­κά, χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὸ χι­οῦ­μορ καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lauro Zavala (2004) ἔ­χει πέν­τε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: συν­το­μί­α, ποι­κι­λί­α, πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, μορ­φο­κλα­σμα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ φευ­γα­λέ­ου. Ἡ Νana Rodriguez (2007) συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στὰ θε­με­λι­ώ­δη στοι­χεῖ­α τὸ χι­οῦ­μορ, τὴν εἰ­ρω­νεί­α καὶ τὴ συμ­βο­λι­κὴ γλώσ­σα, τὸ ποι­η­τι­κό, τὸ ὀ­νει­ρι­κό, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὴ σύν­δε­ση με­τα­ξὺ τί­τλου καὶ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου.

       Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ συ­νε­χί­σου­με τὴν ἀ­πα­ρίθ­μη­ση τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ποὺ προ­τεί­νει κά­θε με­λε­τη­τὴς καὶ ἐ­πί­σης αὐ­τῶν ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στοὺς δε­κά­λο­γους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας [δεῖτε καὶ ἐδῶ], ἀλ­λὰ πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι, δε­δο­μέ­νου τοῦ τε­ρά­στιου σω­μα­τος κει­μέ­νων, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ βρί­σκου­με κά­θε φο­ρᾶ πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να ἀ­να­λύ­ον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ἐν­δε­χο­μέ­νως, θὰ ἐν­το­πί­ζον­ται.

       Ἂν ἐ­πι­χει­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λή­ξου­με σὲ ἕ­ναν μι­νι­μα­λι­στι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ἴ­σως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐ­πα­να­βε­βαι­ώ­σου­με ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι σύν­το­μη καὶ σί­γου­ρα μυ­θο­πλα­στι­κή, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ μπαί­νου­με σὲ ἕ­να ζή­τη­μα ποὺ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια τοῦ πα­ρόν­τος κει­μέ­νου.

       Δὲν εἶ­ναι ἄ­ρα­γε μυ­θο­πλα­στι­κὸ κά­θε γρα­πτὸ κεί­με­νο; Νο­μί­ζω ὅ­τι πιὰ στὸν 21ο αἰ­ώ­να ξέ­ρου­με ὅ­τι τὰ ὅ­ρια με­τα­ξὺ τῆς τεκ­μη­ρι­ω­τι­κῆς καὶ τῆς μὴ τεκ­μη­ρι­ω­τι­κῆς γρα­φῆς εἶ­ναι λε­πτὰ καὶ ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­θο­ρι­στοῦν. Εἶ­ναι πράγ­μα­τι ση­μαν­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς πλο­κῆς ἢ προ­τι­μᾶ­ται τὸ κα­λο­γραμ­μέ­νο κεί­με­νο; Ὅ­ταν ὁ Ὀ­βι­έ­δο ἰ Μπά­νιος λέ­ει γιὰ τὸ Κα­ρά­κας τοῦ 1723 «τὸ ἴ­διο ἤ­πιο κλί­μα ὅ­λο τὸν χρό­νο, οὔ­τε τὸ κρύ­ο ἐ­νο­χλεῖ, οὔ­τε ἡ ζέ­στη ἐ­ξορ­γί­ζει, οὔ­τε τὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο ψύ­χος θλί­βει», πε­ρισ­σό­τε­ρη αἴ­σθη­ση προ­κα­λεῖ ὁ ρυθ­μὸς τοῦ κα­λοῦ λό­γου πα­ρὰ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ κλί­μα­τος τοῦ Κα­ρά­κας. Εἶ­ναι μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο; Μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει τί εἶ­ναι;

       Ἐν κα­τα­κλεί­δι, αὐ­τὲς οἱ πο­λὺ σύν­το­μες φόρ­μες εἶ­ναι τό­σο ἢ τό­σο λί­γο μυ­θο­πλα­στι­κές, ὅ­σο ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι τί λέ­γε­ται καὶ πῶς λέ­γε­ται. Ὅ­πως λέ­ει ὁ Γκι­γέρ­μο Μπου­στα­μάν­τε Σα­μού­διο: «Πρό­κει­ται, ἑ­πο­μέ­νως, γιὰ σύν­το­μη κα­λὴ λο­γο­τε­χνία, ὅ­που το ἀ­ναγ­καῖ­ο κρι­τή­ριο εἶ­ναι τὸ νὰ εἶ­ναι κα­λή» (2010).

       Οἱ πο­λὺ σύν­το­μοι ὁ­ρι­σμοὶ καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὶ εἶ­ναι τό­σο λί­γο συγ­κε­κρι­μέ­νοι ὅ­σο καὶ οἱ πο­λὺ εὐ­ρεῖς. Ὑ­πάρ­χουν ἄ­ρα­γε συγ­κε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας; Καὶ ναὶ καὶ ὄ­χι, ὅ­πως πάν­τα. Θὰ ἐ­ξαρ­τη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ δεῖγ­μα, ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Τὸ ζή­τη­μα τοῦ εἴ­δους


Ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἀ­φη­γη­μα­τι­κή. Γι’ αὐ­τὸ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ὀ­νο­μα­σί­ες της πε­ρι­έ­χουν τὴ λέ­ξη ἀ­φή­γη­ση ἢ δι­ή­γη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πα­ροῦ­σα σὲ πολ­λὰ εἴ­δη, ὅ­πως στὴν ποί­η­ση καὶ στὸ δο­κί­μιο. Τὸ ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅ­τι τὸ δι­ή­γη­μα πιὰ δὲν ἀ­φη­γεῖ­ται μό­νο.

       Γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς Τσὰρ­λς Τζόν­σον καὶ Στι­ού­αρτ Ντά­ιμ­πεκ (στὸ Shapard καὶ Thomas, 1989) ἡ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι πρω­τε­ϊ­κή, δι­ό­τι ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς φόρ­μα, ὅ­πως ὁ μυ­θι­κὸς Πρω­τέ­ας. Τὴ χα­ρα­κτή­ρι­σα μὴ-εἶ­δος, ἐ­πει­δὴ στρι­φο­γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ ποι­κί­λες φόρ­μες καὶ ἐ­πι­λέ­γει σὲ ποι­ὸ εἶ­δος θὰ προ­σαρ­τη­θεῖ [2009]. Εἶ­ναι πολ­λοὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ συ­νέ­δε­σαν τὴ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἄλ­λες φόρ­μες: ὁ Miguel Gomes (2004), ὁ Guillermo Samperio (2004) καὶ ἡ Francisca Noguerol (2004) τὴ συν­δέ­ουν μὲ τὴν ποί­η­ση. Ὁ Jose Manuel Trabado Cabado (2010) τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ ὅ­μο­ρο εἶ­δος, λό­γῳ τῶν ἐμ­φα­νῶν της σχέ­σε­ων μὲ τὸ ποι­η­τι­κό. Ὁ Lauro Zavala (2004), κα­τα­λο­γο­γρα­φών­τας ὑ­περ­βρα­χεῖ­ες φόρ­μες πε­ρι­λαμ­βά­νει πε­ζο­γρα­φι­κά, ποι­η­τι­κὰ καὶ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κὰ κεί­με­να καί, στὸ «El cuento ultracorto» (1996), κά­νει λό­γο γιὰ τὴν τά­ση πρὸς τὴν εἰ­δο­λο­γι­κὴ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα, εἰ­δι­κὰ στὸ ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, στὸ δο­κί­μιο, στὸ χρο­νι­κὸ καὶ στὰ εἴ­δη μὴ πε­ζο­γρα­φι­κῆς φύ­σε­ως. Ο Raul Brasca (2004) πε­ρι­λαμ­βά­νει στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες του ὄ­χι μό­νο ὑ­περ­βρα­χέα κεί­με­να ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­σπά­σμα­τα λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ μὴ ἔρ­γων. Γιὰ τὸν Taha (2010) ἀ­πο­τε­λεῖ «δι­α­εῖ­δος» ὄ­χι λόγῳ τῆς σύν­δε­σής της μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­χει κά­ποι­α κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ αὐ­τά. Ὁ Guillermo Siles (2007) τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὑ­βρι­δι­κὸ εἶ­δος, ἐ­πει­δὴ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, τὸ σύν­το­μο δο­κί­μιο καὶ τὸ χρο­νι­κό, ἀλ­λὰ συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ ὅ­τι ἡ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α με­τα­το­πί­ζε­ται καὶ δια­δρᾶ μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, σὲ μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α ἐ­πα­να­νά­γνω­σης καὶ οἰ­κει­ο­ποί­η­σης ἀρ­χαί­ων καὶ σύγ­χρο­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν φορ­μῶν. Ὁ Siles ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅ­τι ὅ­λα τὰ εἴ­δη εἶ­ναι ὑ­βρι­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­τι στὴ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α ἡ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα εἶ­ναι σα­φής. Ὁ Juan Armando Epple (1990) συν­δέ­ει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ ἕ­να ἢ τὸ ἄλ­λο εἶ­δος ὡς «ἁ­πλὸ συγ­κυ­ρια­κὸ μέ­σο», μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς φόρ­μες ἁ­πλὲς ἢ πιὸ θε­ω­ρη­τι­κές. Γιὰ τὴν Graciela Tomassini καὶ τὴ Stella Maris Colombo (1996), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ κει­με­νι­κὴ δι­α­ει­δο­λο­γι­κὴ τά­ξη, μιᾶς καὶ ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων δι­α­φαί­νε­ται ὅ­τι «ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ ἴ­δια κει­με­νι­κὴ τά­ξη μο­λο­νό­τι ἐμ­φα­νί­ζουν δο­μι­κὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα. Σὲ ἄλ­λο ἄρ­θρο (2013) ἀ­να­φέ­ρουν:


Ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας αὐ­τὴν τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὴν ὁ­ποί­α προσ­δώ­σα­με κα­θο­λι­κὰ στὴν κει­με­νι­κὴ τά­ξη τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας μυ­θο­πλα­σί­ας, τῆς ἀ­πο­δί­δου­με τὸ γνώ­ρι­σμα τῆς δι­α­ει­δο­λο­γί­ας. Μὲ αὐ­τὸν τὸν ὅρο δὲν ἐ­πι­χει­ροῦ­με νὰ κα­λύ­ψου­με κά­τω ἀ­πὸ μιὰ βο­λι­κὴ ὀμ­πρέ­λα τὴν πλού­σια ποι­κι­λί­α τῶν εἰ­δι­κῶν φορ­μῶν, ὅ­πως ἐ­κτί­θε­ται στὸ σῶ­μα κει­μέ­νων, ἀλ­λὰ νὰ ἑ­στι­ά­σου­με στὴν ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα ὡς πα­ρα­βα­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα καὶ φο­ρέ­α πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ει δια­ρκῶς αὐ­ξα­νό­με­νη ση­μα­σί­α σὲ πολ­λα­πλὰ πε­δί­α τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.


Ἡ Dolores Koch (1981) ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς πα­ρα­βά­τρια τῶν εἰ­δῶν, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι δὲν ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται μὲ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἤ­δη γνω­στὰ εἴ­δη, ἀλ­λὰ κά­θε κεί­με­νο ἀ­πὸ μό­νο του μπο­ρεῖ νὰ φέ­ρει ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

       Πι­στεύ­ω πὼς εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ἡ κρι­τι­κὴ θε­ω­ρεῖ πὼς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «πα­τά­ει» σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη καὶ θέ­τει τὶς βά­σεις της σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ο θέ­λει νὰ υἱ­ο­θε­τή­σει σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη χρο­νι­κὴ στιγ­μή. Καὶ ἂν ὁ Lagmanovich εἶ­χε δί­κιο ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι: «Ὑ­βρι­δι­κὰ εἶ­ναι ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη» (2007), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἰ­δι­κὰ εἶ­ναι ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρι­σμέ­νη ὡς εἶ­δος. Εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο ποὺ υἱ­ο­θε­τεῖ τὶς πιὸ ποι­κί­λες φόρ­μες: δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­γη­ση, ὁ­ρι­σμὸ σὲ λε­ξι­κό, συν­τα­γὴ μα­γει­ρι­κῆς, δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ ἄρ­θρο, δο­κί­μιο, ἁ­γι­ο­γρα­φί­α, ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, δι­α­φη­μι­στι­κὸ σλόγ­καν, ἀ­νέκ­δο­το, δι­ά­λο­γο, κα­θὼς καὶ τὶς ὑ­περ­βρα­χεῖ­ες ἀρ­χαῖ­ες φόρ­μες ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα καὶ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γρα­πτὴ φόρ­μα μπο­ρεῖ νὰ σκε­φτεῖ κα­νείς. Γε­νι­κὰ μι­λών­τας, αὐ­τὲς οἱ γε­νε­τι­κὲς οἰ­κει­ο­ποι­ή­σεις συμ­βαί­νουν ἔ­χον­τας ὡς ἐκ­κί­νη­ση τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὴν πα­ρω­δί­α, τὴ λο­ξὴ μα­τιὰ καὶ τὸ χι­οῦ­μορ.


Συμ­πε­ρά­σμα­τα;

Κά­πο­τε ἀ­νέ­φε­ρα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­νό­η­ση πει­ρα­μα­τι­κή, ψυ­χα­γω­γι­κή, δι­α­κει­με­νι­κή, ἐ­κτὸς κα­νό­να, ἐλ­λει­πτι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ συμ­με­το­χὴ (2009). Ἰ­σχύ­ει, ἀλ­λὰ ἔ­τσι συμ­βαί­νει μὲ κά­θε κα­λὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­που πάν­τα ὑ­πάρ­χει πει­ρα­μα­τι­σμός, παι­χνί­δι, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, ἔλ­λει­ψη. Σὲ κά­θε κα­λὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἐ­νερ­γὸς ἀ­να­γνώ­στης καί, ἐ­ὰν εἶ­ναι ἐ­φι­κτό, ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος. Στὶς κα­λὲς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις δὲν ὑ­πάρ­χει κα­θα­ρό­τη­τα καὶ τὰ εἴ­δη μπο­ροῦν νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν, νὰ συγ­χω­νευ­θοῦν, νὰ ἀ­να­μει­χθοῦν.

       Ἔ­τσι λοι­πόν, μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­λύ­σου­με πο­λύ, νὰ στύ­ψου­με τὸ κε­φά­λι μας, νὰ ἀ­πο­δο­μή­σου­με ἐ­σω­τε­ρι­κοὺς μη­χα­νι­σμούς, νὰ ρί­ξου­με μιὰ μα­τιὰ σὲ πα­ρα­κλά­δια, νὰ θε­σπί­σου­με δι­α­φο­ρὲς (μα­κρο­πρό­θε­σμα ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση θὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μα εἶ­δος, ἐν­δε­χο­μέ­νως μυ­θο­πλα­στι­κό), ἀλ­λὰ ὅ­λα τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ποὺ μᾶς φαί­νον­ται τό­σο συγ­κε­κρι­μέ­να ἴ­σως νὰ μὴν εἶ­ναι: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι σὰν κά­θε ἄλ­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα, ἀλ­λὰ πιὸ σύν­το­μη.


[i] Ὁ ὅ­ρος λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κή του ση­μα­σί­α ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Λε­ξι­κὸ τῆς Βα­σι­λι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας τῆς Ἱ­σπα­νί­ας: «Κα­θε­μί­α ἀ­πὸ τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ἢ τά­ξεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δύ­ναν­ται νὰ κα­τα­τα­χθοῦν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα.»
[ii] «Τί ἔ­χει ἕ­να ὄ­νο­μα; / Αὐ­τὸ ποὺ λέ­με ρό­δον, ὅ­πως κι ἂν τὸ πεῖς / τὸ ἴ­διο θὰ μο­σκο­βο­λά­ει», Οὐ­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ, Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα, Τρα­γω­δί­α σὲ πέν­τε πρά­ξεις, Εἰ­σα­γω­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση, Βα­σί­λη Ρώ­τα, Ἀ­θή­να: Ἴ­κα­ρος, 1970.
Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς ­να­φο­ρές
Andrés-Suárez, Irene. «Poligé­nesis del micror­relato y estatuto gené­rico» στὸ La huella de la clepsidra: el micror­relato en el siglo XXI (ἐ­πιμ. Laura Pol­la­stri). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Katatay, 2010.
Brasca, Raúl. «Criterio de selección y concepto de minificción: un der­ro­­tero de seis años y cuatro antologías» στὸ Escritos discon­formes: nuevos modelos de lectura (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Uni­versidad, 2004, σελ. 107-119.
Bustamante Zamudio, Guillermo. «Ekuóreo: nuestra entrada al mini­cu­ento» στὸ La huella de la clepsidra: el microrrelato en el siglo XXI (ἐ­πιμ. Laura Pol­lastri). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Katatay, 2010, σελ. 527-542.
Colombo, Stella Maris. «Giovanni Papini: un antecedente despre­stigiado» στὸ La minificción en español e inglés (ἀν­θο­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 63-80.
Dávila, Paul. «Explorando el koan, la prosa antigua del zen y su aporte a la mini­ficción actual», στὸ La minificción en el siglo XXI. Aproximaxiones teóricas (ἐ­πιμ. Henry González Martínez). Μπογ­κο­τά, Universidad Nacional de Colombia, 2014, σελ. 270-285.
Epple, Juan Armando. Brevísima relación: antología del micro-cuento hispa­noa­mericano. Σαν­τιά­γο, Mosquito, 1990.
__. «Orígenes de la minificción» στὸ La era de la brevedad: el microrrelato hispánico. Actas del IV Congreso Inter­nacional de Minificción, Univer­sidad de Neu­châ­tel, 6-8 de noviembre de 2006 (ἐ­πιμ. Irene Andrés-Suárez καὶ Antonio Rivas). Πα­λέν­θια, Menoscuarto, 2006, σελ. 123-136.
Escritos disconformes: nuevos modelos de lectura. Ἐκδ. Francisca Noguerol. Σα­λα­μάν­κα, Edi­ci­ones de la Univer­sidad de Salamanca, 2004.
Ficción súbita (ἐ­πιμ. Robert Shapard καὶ James Thomas). Βαρ­κε­λώ­νη, Ana­­grama, 1989.
__. «Género». Diccionario de la Real Aca­de­mia de la Lengua Española. 23η ἔκ­δο­ση. 2014.
Gomes, Miguel. «Los dominios de lo menor: modula­ciones epigra­má­ticas de la narrativa hispánica moderna» στὸ Escritos disconformes: nuevos mo­delos de lectura (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Uni­ver­si­dad de Salamanca, 2004, σελ. 35-45.
Koch, Dolores. «El micro-relato en México: Torri, Arreola, Monterroso y Avilés Fabila». Hispa­mérica, τεῦ­χος 30, 1981, σελ. 123-130.
__. «El microrrelato hispanoamericano ¿Nuevo género?». Hostos Review, τεῦ­χος 6, 2009, σελ. 103-112.
Lagmanovich, David. El microrrelato hispa­noameri­cano. Μπο­γο­τά, Uni­ver­sidad Peda­gógica Nacional, 2007.
__. El microrrelato: teoría e historia. Πα­λέν­θια, Menoscuarto, 2006.
Noguerol, Francisca. «Líneas de fuga: el triunfo de los dietarios en la última nar­rativa en español». Ínsula: Revista de Letras y Ciencias Humanas, τεῦ­χος 754, 2009, σελ. 22-26.
__. «Fronteras umbrías» στὸ Escritos discon­formes: nuevos modelos de le­ctu­ra (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Universidad, 2004.
__. «Micro-relato y posmo­derni­dad: textos nuevos para un final de milenio». Revista Iberoamericana de Bibliografía, XLVI.1-4, 1996, σελ. 49-66.
Otxoa, Julia. «Breve entrevista a Julia Otxoa». Internacional Micro­cuen­tista, 16 Σε­πτεμ­βρί­ου 2010.
Oviedo y Baños, José. Historia de la Provin­cia de Vene­zuela. Κα­ρά­κας, Los libros de El Nacional, 2004.
Perucho, Javier. El cuento jíbaro: antología del micror­relato mexicano. Με­ξι­κό, Ficticia/ Editorial Univer­sidad Veracruzana, 2006.
Pollastri, Laura. El límite de la palabra. Πα­λέν­θια: Menoscuarto, 2007.
Raguseo, Carla. «Twitter Fiction: Social Net­working and Micro­fiction in 140 Characters» στὸ La mini­ficción en español e inglés (ἀν­θο­­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 213-220.
Rodríguez Romero, Nana. Elementos para una teoría del mini­cuento. Τούν­χα, Uni­versidad Pedagógica y Tecnológica de Colombia, 2007.
Rojo, Violeta. Breve manual (ampliado) para reconocer minicuentos. Κα­ρά­κας, Equinoc­cio, 2009.
__. «La tradición de lo novísimo: libros de sentido común, libros de almo­hada, cajones de sastre y blogs de minificción» στὸ Minificción: tradición de lo noví­simo (ἐ­πιμ. Brasca, et al.). Κιν­τί­ο, Cuadernos Negros, 2010, σελ. 48-53.
Samperio, Guillermo. «La ficción breve» στὸ Escritos disconformes: nuevos modelos de lectura. Ἐκδ. Francisca Noguerol. Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Universidad de Salamanca, 2004, σελ. 65-70.
Siles, Guillermo. El micror­relato hispa­noa­mericano: la formación de un género en el siglo XX. Μπου­έ­νος Ά­ι­ρες, Corregidor, 2007.
Taha, Ibrahim. «La semiótica de las ficciones minimalistas» στὸ Poéticas del micror­relato (Ἀν­θο­λό­γη­ση David Roas). Μα­δρί­τη, Arco, 2010, σελ. 255-272.
Tomassini, Graciela. «Ambrose Bierce, el Diablo y el microrrelato hispa­noame­ricano» στὸ La pluma y el bisturí, πρα­κτι­κὰ τῆς 1ης Ἐ­θνι­κῆς Συ­νάν­τη­σης Να­νο­μυ­θο­πλα­σί­ας (ἐ­πιμ. Sandra Bianchi, Raúl Brasca και Luisa Valen­zuela). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Catálogos, 2008, σελ. 353-364.
__. «Escrituras privadas: un hilo secreto en la trama de la minificción» στὸ La mini­ficción en español e inglés (ἀν­θο­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 241-255.
__ καὶ Stella Maris Colombo. «La mini­ficción como clase textual trans­gené­rica». Revista Iberoamericana de Bibliografía, XLVI.1-4, 1996, σελ. 79-93.
__ καὶ Stella Maris Colombo. «La microficción como máquina de pensar». El cuento en red, 28, 2013, σελ. 30-42.
Trabado Cabado, José Manuel. «El microrrelato como género fronte­rizo» στὸ Poéticas del microrrelato (ἀν­θο­λό­γη­ση David Roas). Μα­δρί­τη, Arco, 2010, σελ. 113-131.
Zambrano Yánez, Francys. «Interrelaciones entre las plataformas sociales y las formas literarias: Twitter y la minificción». Δι­α­τρι­βή, Κα­θο­λι­κὸ Πα­­νε­πι­στή­μιο Andrés Bello, Κα­ρά­κας, 2013.
Zavala, Lauro. «El cuento ultracorto: hacia un nuevo canon literario». Revi­sta Iberoa­mericana de Bibliografía XLVI. 1-4, 1996, σελ. 67-78.
__. La minificción bajo el microscopio. Μπογ­κο­τά, Universidad Peda­gó­gica Nacional, 2004.


Πη­γή: Rojo, Violeta, «La minificcion ya no es lo que era: una aproxi­macion a la literatura brevisima», Cuadernos de Literatura, τόμ. 20, τεῦ­χος 39, 2016, σελ. 374-386.

Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo) (Κα­ρά­κας τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας, 1959). Κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Simón Bolívar τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας. Συ­νερ­γά­ζε­ται, ὡς προ­σκε­κλη­μέ­νη κα­θη­γή­τρια μὲ τὰ πα­νε­πι­στή­μια: Uni­versi­dad del Coma­hue (Ἀρ­γεν­τι­νή), Universidad de los Andes (Ἀρ­γεν­τι­νή) καὶ Uni­versi­dad Central de Vene­zuela (Βε­νε­ζου­έ­λα). Ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὰ βι­βλί­α: Las he­ri­das de la li­te­ra­tura vene­zo­lana y otros ensa­yos (2018), La le­ctura de mini­ficción (2016) και Li­be­rán­do­se de la tira­nía de los géne­ros y otros ensa­yos sobre mini­ficción (2015). Θε­ω­ρεί­ται α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες ει­δι­κούς παγ­κο­σμί­ως σε θέ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

Συ­νερ­γα­τι­κὴ με­τά­φρα­ση:

Χρι­στί­να Μπα­τσί­λα, Χρύ­σα Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ναυ­σι­κᾶ Πέτ­κου [Δι­α­τμη­μα­τι­κὸ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση-Δι­ερ­μη­νεί­α», ΑΠΘ]

Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖνος Πα­λαι­ο­λό­γος, Κα­θη­γη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νης Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας, ΑΠΘ καὶ δι­δά­σκων στὸ Δι­α­τμη­μα­τι­κὸ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση-Δι­ερ­μη­νεία», ΑΠΘ.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: