Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να μο­να­χὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στὰ κα­πη­λειά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να μο­να­χὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στὰ κα­πη­λειά


ΑΠΟΙΟΣ γέ­ρον­τας ὁ ὁ­ποῖ­ος ἡ­σύ­χα­ζε στὴ Σκή­τη ἀ­νέ­βη­κε στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια νὰ που­λή­σει τὸ ἐρ­γό­χει­ρό του· καὶ βλέ­πει ἕ­να νέ­ο μο­να­χὸ νὰ μπαί­νει στὸ κα­πη­λει­ό. Στε­νο­χω­ρή­θη­κε γι’ αὐ­τὸ ὁ γέ­ρον­τας καὶ πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, γιὰ νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει, ὅ­ταν θὰ βγεῖ, πράγ­μα ποὺ ἔ­γι­νε. Ὅ­ταν λοι­πὸν βγῆ­κε ὁ νέ­ος, τὸν πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ὁ γέ­ρον­τας, τὸν πῆ­γε κά­που ἰ­δι­αι­τέ­ρως καὶ τοῦ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε ἀ­δελ­φέ, δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι φο­ρᾶς τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι εἶ­σαι νέ­ος; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι πολ­λὲς εἶ­ναι οἱ πα­γί­δες τοῦ δι­α­βό­λου; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι κι ἀ­πὸ τὰ μά­τια κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­κο­ὴ κι ἀ­π’ τὶς χει­ρο­νο­μί­ες βλά­πτον­ται οἱ μο­να­χοί, ὅ­ταν ζοῦν στὶς πό­λεις; Ἐ­σὺ ὅ­μως,  μπαί­νον­τας χω­ρὶς φό­βο στὰ κα­πη­λειά, κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν θέ­λεις ἀ­κοῦς κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν θέ­λεις βλέ­πεις καὶ συ­να­να­στρέ­φε­σαι κι ἄ­σε­μνα μὲ γυ­ναῖ­κες. Μή, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, ἀλ­λὰ πή­γαι­νε στὴν ἔ­ρη­μο, ὅ­που μπο­ρεῖς νὰ σω­θεῖς, ὅ­πως τὸ θέ­λεις.» Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ νέ­ος: «Πή­γαι­νε, κα­λό­γε­ρε, ὁ Θε­ὸς δὲν θέ­λει τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”.» Τό­τε ὁ γέ­ρον­τας σή­κω­σε τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ εἶ­πε: «Δό­ξα Σοι ὁ Θε­ός, ἐ­πει­δὴ ἔ­χω στὴ Σκή­τη πε­νήν­τα χρό­νια κι ἀ­κό­μα δὲν ἀ­πό­κτη­σα “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”. Κι αὐ­τὸς γυ­ρί­ζον­τας στὰ κα­πη­λειά, ἀ­πό­κτη­σε “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”». Καὶ στρά­φη­κε στὸν ἀ­δελ­φὸ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ὁ Θε­ὸς κι ἐ­σέ­να νὰ σώ­σει καὶ νὰ μὴ δι­α­ψεύ­σει τὴ δι­κή μου ἐλ­πί­δα.»



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σ. 222.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Ρὸν Γουάλλας (Ron Wallace): Ἀ­νη­συ­χί­α



Ρὸν Γουάλλας (Ron Wallace)


­νη­συ­χί­α

(Worry)


ΚΕΙΝΗ ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γι’ ἀν­θρώ­πους, ἐ­τοῦ­τος γιὰ πράγ­μα­τα. Καὶ γιὰ ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε με­τα­ξύ τους, αὐ­τὸ τὰ λέ­ει ὅ­λα.

       «Τί σκέ­φτε­σαι ποὺ ἡ κό­ρη μας ξε­νο­κοι­μᾶ­ται;», εἶ­πε κεί­νη. «Τὰ σκα­λιὰ στὴ βε­ράν­τα σα­πί­ζου­νε», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄλ­λος. «Θὰ πέ­σει κα­νέ­νας μέ­σα.»

       Ξα­πλώ­να­νε μα­ζὶ στὸ κρε­βά­τι καὶ μι­λοῦ­σαν. Μα­ζὶ ξα­πλώ­να­νε καὶ μι­λοῦ­σαν, γιὰ εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια. Πρῶ­τα-πρῶ­τα, ἂν θὰ κά­να­νε παι­διὰ —ἐ­κεί­νη τό ’­θε­λε (ἂν καὶ ὑ­πῆρ­χε τὸ σύν­δρο­μο Ντά­ουν, ἡ λευ­χαι­μί­α, ἡ μι­κρο­κε­φα­λί­α, οἱ μα­γου­λά­δες), τοῦ­τος πά­λι ὄ­χι (ἡ ἐ­πέν­δυ­ση στρά­βω­νε, ἡ στέ­γη γρή­γο­ρα θ’ ἄ­νοι­γε)— κι ἔ­πει­τα, σὰν γεν­νή­θη­κε ἡ κό­ρη τους, παι­δά­κι γε­ρό, πα­ρὰ κά­τι τρι­ά­μι­σι κι­λὰ («δὲν κα­λο­τρώ­ει»· «ὁ φοῦρ­νος γκρε­μί­ζε­ται»), κυ­ρί­ως γιὰ θέ­μα­τα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ («οἱ φί­λοι της εἶ­ν’ ἀ­λι­τή­ριοι, τὸ δω­μά­τιό της χά­λια»· «τὰ φρέ­να σφυ­ρᾶ­νε, ὁ βρα­στή­ρας σκου­ριά­ζει»).

       Ἡ ἀ­νη­συ­χί­α με­γά­λω­νε ἀ­νά­με­σά τους σὰν κα­νέ­νας γιός, μὲ τὰ μι­κρο­πεί­σμα­τά του κι ἔ­πει­τα μὲ πιὸ πι­ε­στι­κὲς ἀ­παι­τή­σεις. Τὸν χα­ϊ­δεύ­α­νε καὶ τὸν κα­νά­κευ­αν· τοῦ βά­ζα­νε θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι· τό­νε στέλ­ναν στὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο, σὲ ἰ­δι­ω­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο, σὲ κολ­λέ­γιο. Ἐ­πει­δὴ σὲ ὅ­λα σχε­δὸν ἀ­πο­τύ­χαι­νε καὶ γυρ­νοῦ­σε πάν­τα σπί­τι, τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν. Ἤ­τα­νε, τέ­λος πάν­των, ὁ γιός τους.

       «Δι­α­βά­ζω, και­ρὸ τώ­ρα, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της: παίρ­νει ναρ­κω­τι­κά. Κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ.» «Δὲ νο­μί­ζω πὼς μπο­ρῶ νὰ τὸ φτιά­ξω μο­να­χός μου. Ποῦ θὰ βροῦ­με μα­ραγ­κό;»

       Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ κό­ρη τους παν­τρεύ­τη­κε τ’ ἀ­γό­ρι της ἀ­πὸ τὸ Λύ­κει­ο, ἔ­κα­νε οἰ­κο­γέ­νεια κι ἄ­νοι­ξε μα­γα­ζὶ ὑ­γι­ει­νῆς δι­α­τρο­φῆς σὲ μιὰ μα­κρι­νὴ κω­μό­πο­λη. Μό­λο ποὺ ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὰ μι­κρά­τα της, ὅ­πως κι ὁ κα­θέ­νας —πό­σο κα­λοὶ ἦ­ταν οἱ γο­νεῖς της καὶ πό­σο ἀ­νη­συ­χού­σα­νε γιὰ κεί­νην, πό­σο θὰ γερ­νού­σα­νε καὶ θὰ γί­νον­ταν πιὸ ἀ­νήμ­πο­ροι— σπά­νια τη­λε­φω­νοῦ­σε ἢ ἐρ­χό­τα­νε γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη: εἶ­χε τὶς δι­κές της ἀ­νη­συ­χί­ες.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τοῦ συγγραφέα:

https://dept.english.wisc.edu/wallace/?page_id=63

 

Ρὸν Γουά­λλας (Ron Wallace). Συγ­γρα­φέ­ας πο­λυ­ά­ριθ­μων βι­βλί­ων ποί­η­σης. Τε­λευ­ταῖ­ο του: Μό­νον γιὰ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χρό­νο(For a Limited Time Only, 2008). Συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ προ­γράμ­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλι­κῶν καὶ κα­θη­γη­τὴς Ποί­η­σης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Wisconsin-Madison.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός: Ἡ ἀποστολή



Γιά­ννης Δεν­δρι­νός


Ἡ ἀ­πο­στο­λή


Α ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ στα­μά­τη­σαν στὸ κόκ­κι­νο φα­νά­ρι. Ἡ πλα­ϊ­νὴ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τῆς πρε­σβεί­ας μι­σά­νοι­ξε. Τό­τε ξε­κί­νη­σε καὶ μὲ γρή­γο­ρο, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἕ­να πε­ζο­δρό­μιο στ’ ἄλ­λο. Κοί­τα­ζε ἀ­ρι­στε­ρὰ δε­ξιὰ τοὺς ὁ­δη­γοὺς μὲ τὸ βλέμ­μα ἀν­θρώ­που ποὺ μό­λις ὁ­λο­κλή­ρω­σε μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­πο­στο­λὴ καὶ ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ὅ­λους ὅ­σους βρί­σκον­ται στὸ διά­βα του. Τρύ­πω­σε στὴν πόρ­τα.

       «Τὸ εἶ­δες αὐ­τό;» ρώ­τη­σα ἔκ­πλη­κτος τὴ γυ­ναί­κα μου.

       «Μιὰ γά­τα ἤ­τα­νε, τί ἔ­γι­νε;» μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα.

       «Μά, δὲν πρό­σε­ξες τὸ ὕ­φος της; Τὸ συγ­χρο­νι­σμὸ τῶν κι­νή­σε­ων; Σχε­δὸν στρα­τι­ω­τι­κός. Σὰν νὰ ἔ­κα­νε σι­νιά­λο νὰ τῆς ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα», ἐ­πέ­μει­να.

       «Τί ἀ­νο­η­σί­ες εἶ­ναι πά­λι αὐ­τές; Ἡ φαν­τα­σί­α σου ἔ­χει ξε­φύ­γει. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σες αὐ­τὸ τὸ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ὅ­λο κά­τι τέ­τοι­α μοῦ λὲς στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να», εἶ­πε.

       «Δὲν ξέ­ρω τί λὲς ἐ­σύ. Ἄ­κου­σα ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει πο­λὺ προ­χω­ρη­μέ­νες με­θό­δους κα­τα­σκο­πεί­ας. Ὅ­λοι ἐκ­παι­δεύ­ον­ται, ἄν­τρες, γυ­ναῖ­κες, παι­διά. Για­τί ὄ­χι καὶ τὰ ζῶ­α; Καὶ μά­λι­στα ἔ­ξυ­πνα καὶ πα­νοῦρ­γα, ὅ­πως οἱ γά­τες». Δὲν μί­λη­σε.

       «Βά­ζω στοί­χη­μα ὅ­τι μό­λις τε­λεί­ω­σε τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ποὺ τῆς ἀ­νά­θε­σαν καὶ γύ­ρι­σε στὴ βά­ση της», μουρ­μού­ρι­σα μέ­σα ἀ­π’ τὰ δόν­τια μου.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε ξα­νὰ πρά­σι­νο. Ξε­κί­νη­σα σι­γὰ καὶ κοί­τα­ξα δε­ξιά μου. Ἡ γά­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ, μό­νη, δί­πλα ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δρό­μο. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Ἴ­σως καὶ νὰ μοῦ ‘κλει­σε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός (1966): Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­θά­κη καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Μη­χα­νι­κὸς ΕΜΠ, ἔ­χει σπου­δά­σει ἀ­κό­μη οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!


ΙΗΓΗΘΗΚΕ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὁ Ἀβ­βᾶς Μα­κά­ριος, λέ­γον­τας: «Ὅ­ταν ἥ­μουν νε­ώ­τε­ρος καὶ ἔ­με­να σὲ κελ­λί, στὴν Αἴ­γυ­πτο, μὲ ἔ­κα­μαν διὰ τῆς βί­ας κλη­ρι­κὸ στὴν κώ­μη. Καὶ μὴ θέ­λον­τας νὰ ἀ­να­λά­βω, ἔ­φυ­γα σὲ ἄλ­λο τό­πο. Καὶ ἦλ­θε σ’ ἐ­μέ­να ἕ­νας εὐ­λα­βὴς λα­ϊ­κὸς καὶ ἔ­παιρ­νε τὸ ἐρ­γό­χει­ρό μου καὶ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε. Συ­νέ­βη δέ, ἀ­πὸ πει­ρα­σμό, μιὰ παρ­θέ­νος, στὴν κώ­μη, νὰ πέ­ση σὲ ἁ­μαρ­τί­α. Καὶ ἔ­χον­τας μεί­νει ἔγ­κυ­ος, τὴ ρω­τοῦ­σαν ποι­ός τῆς τὸ ἔ­κα­με αὐ­τό. Καὶ ἐ­κεί­νη ἔ­λε­γε: Ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής. Βγῆ­καν λοι­πὸν οἱ χω­ρι­κοί, μὲ ἔ­πια­σαν, μοῦ κρέ­μα­σαν στὸν τρά­χη­λο γα­νω­μέ­νες χύ­τρες καὶ χε­ρού­λια ἀ­πὸ κο­φί­νια, μὲ πόμ­πευ­σαν στὰ σταυ­ρο­δρό­μια τῆς κώ­μης καὶ μὲ χτυ­ποῦ­σαν, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ὁ κα­λό­γε­ρος μᾶς δι­έ­φθει­ρε τὸ κο­ρά­σι, πάρ­τε τον, πάρ­τε τον. Καὶ μὲ χτύ­πη­σαν τό­σο, ὁ­ποὺ πα­ρὰ λί­γο νὰ πε­θά­νω. Ἦλ­θε δὲ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες καὶ εἶ­πε: Ὣς πό­τε θὰ χτυ­πᾶ­τε τὸν ξέ­νο μο­να­χό; Αὐ­τὸς δὲ ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πί­σω μου ντρο­πι­α­σμέ­νος. Για­τὶ καὶ αὐ­τὸν τὸν ἔ­βρι­ζαν πο­λὺ καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Νά, βλέ­πεις τί ἔ­κα­με ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ὁ­ποὺ σὺ κα­μά­ρω­νες; Καὶ λέ­γουν οἱ γο­νεῖς της: Δὲν τὸν ἀ­φή­νου­με ὥ­σπου νὰ μᾶς δώ­ση ἐγ­γυ­η­τὴ ὅ­τι θὰ τὴ δι­α­τρέ­φη. Καὶ εἶ­πα στὸν δι­α­κο­νη­τή μου καὶ αὐ­τὸς ἐγ­γυ­ή­θη­κε. Καὶ πῆ­γα στὸ κελ­λί μου καὶ τοῦ ἔ­δω­σα ὅ­σα ζεμ­πί­λια εἶ­χα, λέ­γον­τάς του: Πού­λη­σέ τα καὶ δὸς στὴ γυ­ναῖ­κα μου νὰ φά­η. Καὶ ἔ­λε­γα στὸν λο­γι­σμό μου: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα. Πρέ­πει νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι κά­πως πιὸ πο­λύ, γιὰ νὰ τὴν τρέ­φης. Καὶ ἐρ­γα­ζό­μουν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ τῆς ἔ­στελ­να. Καὶ ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­θλί­ας νὰ γεν­νή­ση, περ­νοῦ­σαν μέ­ρες πολ­λὲς ὁ­ποὺ βα­σα­νι­ζό­ταν χω­ρὶς νὰ γεν­νή­ση. Καὶ τῆς λέ­γουν: Τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Καὶ τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἐ­γὼ ξέ­ρω. Για­τὶ συ­κο­φάν­τη­σα τὸν ἀ­να­χω­ρη­τὴ καὶ τὸν κα­τη­γό­ρη­σα λέ­γον­τας ψέμ­μα­τα. Δὲν φταί­ει αὐ­τός, ἀλ­λὰ ὁ δεῖ­να νέ­ος. Ἦλ­θε λοι­πὸν αὐ­τὸς ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ὅ­λος χα­ρά. Καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ γεν­νή­ση ἐ­κεί­νη ἡ πρώ­ην παρ­θέ­νος, ὡ­σό­του ὡ­μο­λό­γη­σε: Δὲν εἶ­ναι ἔ­νο­χος ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ἀλ­λὰ εἶ­πα ψέμ­μα­τα ἐ­ναν­τί­ον του. Καὶ νά, ὅ­λη ἡ κώ­μη θέ­λει νὰ ἔλ­θη ἐ­δῶ μὲ πομ­πὴ καὶ πα­ρά­τα­ξη, γιὰ νὰ σοῦ ὑ­πο­βά­λη τὴ με­τά­νοι­ά της. Ἐ­γὼ ὅ­μως, ἀ­κού­ον­τάς τα αὐ­τά, γιὰ νὰ μὴ μὲ θλί­ψουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ση­κώ­θη­κα καὶ ἦλ­θα ἐ­δῶ σὲ Σκή­τη. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ ὁ­ποὺ κα­τέ­φυ­γα ἐ­δῶ.»



Πη­γή: Εἶ­πε Γέ­ρων. Τὸ «Γε­ρον­τι­κόν» σὲ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ἀ­πό­δο­ση, μτφ. Βα­σι­λεί­ου Πέν­τζα, ἐκδ. Ἀ­στήρ, χχ, σ. 146-147.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς (Joyce Carol Oates): Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας



Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς (Joyce Carol Oates)


Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας

(Widow’s First Year)


Μὲ κρά­τη­σα ζων­τα­νή.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὸν τό­μο Hint Fi­ction: an an­tho­lo­gy of Sto­ri­es in 25 Words or Fe­wer (ἐπ. Robert Swart­wood). Βλ. καὶ ἐ­δῶ:

https://www.buzzfeed.com/kimberlywang/17-flash-fiction-stories-you-can-read-right-now?sub=3034174_2505198

Τζό­ις Κά­ρολ ­ουτς (Joyce Carol Oates) εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς πιὸ κα­τα­ξι­ω­μέ­νες καὶ πο­λύ­πλευ­ρες Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες συγ­γρα­φεῖς. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1938, στὸ Λόκ­πορτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ἀ­πὸ φτω­χὴ οἰ­κο­γέ­νεια, καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει σὲ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, ὅ­ταν τῆς χά­ρι­σαν τὴν πρώ­τη της γρα­φο­μη­χα­νή. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ ὅ­λα σχε­δὸν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη —μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα, ποί­η­ση, θέ­α­τρο, λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή, δο­κί­μιο, ἀ­κό­μα καὶ παι­δι­κό— καὶ εἶ­ναι πο­λυ­γρα­φό­τα­τη. Ἀ­πὸ τὸ 1968 ἕ­ως τὸ 1978, δί­δα­ξε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Γου­ίν­δσορ τοῦ Κα­να­δᾶ καὶ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ αὐ­τὴ δε­κα­ε­τί­α ἐ­ξέ­δι­δε δύ­ο μὲ τρί­α βι­βλί­α τὸ χρό­νο. Σή­με­ρα δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πρίν­στον τοῦ Νιοῦ Τζέρ­σι. Ἐκ­δί­δει μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της, Ρέ­ι­μοντ Τζ. Σμίθ, ἕ­να μι­κρὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ (The Ontario Review). Εἶ­ναι πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νη καὶ ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις, κα­θὼς καὶ μὲ τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο βρα­βεῖ­ο στὴν Ἀ­με­ρι­κή, τὸ National Book Award.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Νεκτάριος Μπέσης: Ὁ γερο-Τόμ



Νεκτάριος Μπέσης


Ὁ γερο-Τόμ


ΑΚΡΙΑ σὲ ἕ­να μι­κρὸ νη­σί, ἕ­να νη­σὶ σχε­δὸν ξε­χα­σμέ­νο, συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ θὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ. Ἕ­να πλοῖ­ο ἐρ­χό­ταν μιὰ φο­ρὰ τὴν βδο­μά­δα, γιὰ νὰ ξε­φορ­τώ­σει προ­μή­θει­ες καὶ ἴ­σως λί­γα φάρ­μα­κα καὶ κά­θε φο­ρὰ τὸ ἴ­διο. Οἱ ναῦ­τες ξε­φόρ­τω­ναν βι­α­στι­κά, χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­βι­βα­στοῦν οἱ ἴ­διοι καὶ τὸ πλοῖ­ο πά­λι σάλ­πα­ρε, γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἐ­κεῖ ἀ­πὸ ὅ­που ἦρ­θε. Αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε μό­νο τὶς πε­ρι­ό­δους τῆς κα­λο­και­ρί­ας.

       Ὅ­ταν ὁ και­ρὸς δὲν τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, στὴν μι­σο-κα­τε­στραμ­μέ­νη προ­βλή­τα του, ἔ­φτα­ναν μό­νο ἀ­φρι­σμέ­να κύ­μα­τα.

       Ἐ­δῶ ἔ­ζη­σε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ζω­ή του ὁ γε­ρο-Τόμ, μα­ζὶ μὲ τὴν νευ­ρι­κὴ γυ­ναί­κα του, μιὰ ἀ­δύ­να­τη γριὰ μὲ γουρ­λω­τὰ μά­τια, ποὺ βλα­στή­μα­γε ἀ­πὸ τὸν πρω­ι­νὸ κα­φὲ μέ­χρι τὴν βρα­δι­νή τους σού­πα, γιὰ τὴν ἀ­τυ­χί­α ποὺ εἶ­χαν νὰ ζοῦν σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, μιὰ ἐ­πι­λο­γή, ἂν δι­α­νο­η­θεῖ κα­νείς, ἐπειδὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο ἄν­θρω­ποι, νὰ συ­νυ­πάρ­ξουν μὲ ἄλ­λους.

       Πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση τὴν κερ­δί­ζεις, δὲν στὴν προ­σφέ­ρουν οἱ ἄλ­λοι, ἔ­τσι εἶ­χε συμ­βεῖ καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση.

       Ὁ γε­ρο-Τὸμ γιὰ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο λό­γο ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν γυ­ναί­κα του, πα­ρὰ τὸν δύ­στρο­πο χα­ρα­κτή­ρα της, τό­σο πο­λύ, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του χω­ρὶς τὶς προ­σβο­λές της καὶ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη γκρί­νια, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἔλ­λει­ψη, ἐ­δῶ καὶ λί­γες βδο­μά­δες, τὸν εἶ­χε ἀ­ναγ­κά­σει νὰ πα­ραγ­γεί­λει ἀ­πὸ τοὺς ναυ­τι­κοὺς ἕ­να γε­ρὸ σκοι­νί. Τοὺς ζή­τη­σε κι­ό­λας νὰ τοῦ δεί­ξουν πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε μό­νος του νὰ φτιά­ξει ἕ­να ναυ­τι­κὸ κόμ­πο. Ἤ­θε­λε νὰ πά­ρει ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου τὴν εὐ­θύ­νη τῆς πρά­ξης του. Ἀ­νέ­βη­κε πά­νω σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, πέ­ρα­σε τὸν κόμ­πο στὸ λαι­μό του καὶ με­τὰ τὴν κλώ­τση­σε. Ἦ­ταν πο­λὺ πε­ρί­ερ­γο, τὰ αὐ­τιά του ἄρ­χι­σαν νὰ βου­λώ­νουν καὶ λί­γο πρὶν τε­λει­ώ­σουν ὅ­λα, ἡ ἴ­σως λί­γο με­τά, τοῦ φά­νη­κε νὰ ἀ­κού­ει τὴ γυ­ναί­κα του, νὰ τὸν βρί­ζει, γιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Νε­κτά­ριος Μπέ­σης (Ἀ­θή­να, 1977, ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς Ἡ ὀρ­χή­στρα τοῦ δά­σους (2017) καὶ Κα­τα­στρέ­φον­τας τὰ χρώ­μα­τα τῆς νύ­χτας (2018), Ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς ἀν­θο­λο­γί­ες.

 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ­να μὴ

­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ­δρω­πιά­σῃ


Ν ΤΟΥΤΩΙ τῷ ὄ­ρει τῆς Νι­τρί­ας ἀ­νήρ τις Βε­νια­μὶν οὕ­τω κα­λού­με­νος, βι­ώ­σας ἐ­πὶ ἔ­τη ὀ­γδο­ή­κον­τα καὶ εἰς ἄ­κρον ἀ­σκή­σας, κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των*, ὡς παν­τὶ ᾧ ἂν χεῖ­ρα ἐ­πε­τί­θει ἢ ἔ­λαι­ον εὐ­λο­γή­σας ἐ­δί­δου, πά­σης ἀ­παλ­λάτ­τε­σθαι ἀρ­ρω­στί­ας. Οὗ­τος τοί­νυν ὁ τοι­ού­του χα­ρί­σμα­τος κα­τα­ξι­ω­θεὶς πρὸ ὀ­κτὼ μη­νῶν τοῦ θα­νά­του αὐ­τοῦ ὑ­δρω­πί­α­σε, καὶ ἐ­πὶ το­σοῦ­τον ὠγ­κώ­θη αὐ­τοῦ τὸ σῶ­μα ὡς ἄλ­λον Ἰ­ὼβ φαί­νε­σθαι. Πα­ρα­λα­βὼν οὖν ἡ­μᾶς Δι­ό­σκο­ρος ὁ ἐ­πί­σκο­πος, τό­τε δὲ πρε­σβύ­τε­ρος ὢν τοῦ ὄ­ρους τῆς Νι­τρί­ας, ἐ­μέ τε καὶ τὸν μα­κά­ριον Εὐά­γριον, λέ­γει ἡ­μῖν· «Δεῦ­τε, ἴ­δε­τε νέ­ον Ἰ­ὼβ ἐν το­σού­τῳ ὄγ­κῳ σώ­μα­τος καὶ πά­θει ἀ­νιά­τῳ ἄ­με­τρον κε­κτη­μέ­νον εὐ­χα­ρι­στί­αν.» Ἀ­πελ­θόν­τες οὖν ἐ­θε­α­σά­με­θα το­σοῦ­τον ὄγ­κον σώ­μα­τος ὡς μὴ δύ­να­σθαι δά­κτυ­λον χει­ρὸς αὐ­τοῦ πε­ρι­λαμ­βά­νειν ἄλ­λους δα­κτύ­λους. Μὴ δυ­νά­με­νοι δὲ ἀ­τε­νί­ζειν τῇ τοῦ πά­θους δει­νό­τη­τι τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­πε­στρέ­ψα­μεν. Τό­τε λέ­γει ἡ­μῖν ὁ μα­κά­ριος ἐ­κεῖ­νος Βε­νια­μίν· «Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ· οὗ­τος γὰρ οὔ­τε με εὐ­πα­θῶν ὤ­νη­σεν*, οὔ­τε δυ­σπα­θῶν ἔ­βλα­ψε.» Τοὺς οὖν ὀ­κτὼ μῆ­νας δί­φρος* αὐ­τῷ ἔ­κει­το πλα­τύ­τα­τος ἐν ᾧ ἀ­δι­α­λεί­πτως ἐ­κα­θέ­ζε­το, μη­κέ­τι ἐν κλί­νῃ ἀ­να­πε­σεῖν δυ­νά­με­νος διὰ τὰς λοι­πὰς χρεί­ας. Ἐν τῷ πά­θει δὲ τού­τῳ ὢν ἄλ­λους ἰᾶ­το. Ἀ­ναγ­καί­ως οὖν ἐ­ξη­γη­σά­μην τὸ πά­θος τοῦ­το, ἵ­να μὴ ξε­νι­ζώ­με­θα ὅ­ταν τι πε­ρι­στα­τι­κὸν ἀν­δρά­σι δι­καί­οις συμ­βαί­νῃ. Τε­λευ­τή­σαν­τος δὲ αὐ­τοῦ, αἱ φλιαὶ* τῆς θύ­ρας ἐ­πήρ­θη­σαν καὶ αἱ πα­ρα­στά­δες, ἵ­να δυ­νη­θῇ τὸ σῶ­μα ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι* τοῦ οἴ­κου· το­σοῦ­τος ἦν ὁ ὄγ­κος.


κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των: ἀξιώθηκε τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει.
ὤ­νη­σεν: ὀφέλησε.
δί­φρος: κάθισμα δίχως ράχη καὶ χειρολαβές.
φλιαί: κατώφλια.
ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι: νὰ βγεῖ.


Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 78-81.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis): Σι­ω­πή, Ἀ­κι­νη­σί­α



Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis)


Σι­ω­πή, ­κι­νη­σί­α

(Silence, Stilness)


ΕΝ ΛΕΩ πο­τὲ κα­κο­ποί­η­ση. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, κα­τα­φεύ­γω σὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πε­ρί­πα­τος, λέ­ω. Ἔ­ζη­σα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια, ἀλ­λὰ ἡ ἔκ­φρα­ση δὲν ση­μαί­νει τί­πο­τα γιὰ κα­νέ­ναν. Δύ­σκο­λα: τὰ τρα­χιὰ χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ἦ­χος ποὺ ἔ­βγα­ζαν κα­θὼς σέρ­νον­ταν στὶς κου­βέρ­τες ψα­χου­λεύ­ον­τας τὸ κου­βα­ρι­α­σμέ­νο μου σῶ­μα, χέ­ρια γε­μά­τα στα­τι­κό­τη­τα καὶ πρό­θε­ση. Ἢ τὸ τσού­ξι­μο ἀ­πὸ ἕ­να σκλη­ρό, ἀ­ξύ­ρι­στο κρό­τα­φο: γέ­νια, ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς συ­γ­γνώ­μης.

       Στὸν δι­ά­δρο­μο τοῦ γυ­μνα­σί­ου μας, ὁ Τσάντ* ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ λέ­ει, θὰ βγά­λεις τὶς μπό­τες σου καὶ θὰ βά­λεις τὶς δι­κές μου. Δὲν μοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ ἀρ­νη­θῶ. Οἱ ἄν­τρες μι­λοῦν μὲ εὐ­φρά­δεια τὴ γλώσ­σα τῆς Δι­α­τα­γῆς. Οἱ δι­κές του ζυ­γί­ζουν σχε­δὸν τέσ­σε­ρα κι­λὰ καὶ εἶ­ναι δυ­ὸ νού­με­ρα με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς δι­κές μου, ἀλ­λὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μα­κριὰ φερ­μου­ὰρ καὶ ἀγ­κρά­φες καὶ φο­ρών­τας τες νι­ώ­θει κα­νεὶς πὼς ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μά­χη. Πά­ει τό­σος και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος μοῦ μί­λη­σε ποὺ δὲν ἀ­κού­ω τί μοῦ λέ­ει με­τά, τὸ πο­τά­μι τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ρέ­ει ἀ­π’ τὰ ἀ­φτιά μου σκε­πά­ζει τὰ λό­για του.

       Πό­τε εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ πεῖς σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι μιὰ φο­ρὰ ὁ πα­τέ­ρας σου μα­γεί­ρε­ψε τὸ κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χες γιὰ κα­τοι­κί­διο καὶ στὸ ἔ­δω­σε νὰ τὸ φᾶς; Ὅ­τι τὸ βρά­δυ πα­ρα­τη­ροῦ­σες τὴν ἁ­πα­λὴ γραμ­μὴ τῆς ρα­χο­κο­κα­λιᾶς τοῦ κου­νε­λιοῦ σου, τὸ δά­χτυ­λό σου γλι­στροῦ­σε κα­τὰ μῆ­κος κά­θε σπόν­δυ­λου, τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἄ­δει­ο κλου­βί, στι­φά­δο.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει πὼς εἶ­ναι ποι­η­τὴς καὶ ἔ­χω μεί­νει ἐμ­βρό­νη­τη ἀ­π’ τὴν ἔκ­πλη­ξη πῶς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γιὰ μέ­να, γιὰ ἕ­να τό­σο ἀ­νό­η­το κο­ρί­τσι, ἕ­να ἀ­σή­μαν­το κο­ρί­τσι, ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε νὰ τὸ βου­λώ­σει, ποὺ μοιά­ζει τό­σο χον­τρό, τό­σο χον­τρό, καὶ τί μ’ αὐ­τό; Θὰ βά­λεις τὰ κλά­μα­τα τώ­ρα; Ἐμ­πρός, λοι­πόν, κλά­ψε, νὰ δοῦ­με τί θὰ κα­τα­φέ­ρεις. Νο­μί­ζεις ὅ­τι εἶ­σαι τό­σο χά­λια; Ἔ! Κοί­τα με ὅ­ταν σοῦ μι­λά­ω. Ξέ­ρεις πό­σο τυ­χε­ρὴ εἶ­σαι;

       Στὰ δε­κα­έ­ξι μου γνω­ρί­ζω πράγ­μα­τα: πῶς νὰ παίρ­νω τὸ με­τρὸ στὸ Πα­ρί­σι. Τὴν δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν Βου­δι­σμὸ καὶ τὸν Ντα­ο­ϊ­σμό, τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ αὐ­τὴ τῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν φύ­λων. Χά­ρα­ξε μὲ μιὰ λε­πί­δα X-ACTO τὴν ρα­χια­ία πλευ­ρὰ μιᾶς σκου­λη­καν­τέ­ρας, ξε­φλού­δι­σέ την καὶ θὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις πὼς δὲν ἔ­χει καρ­διά. Τὰ τσι­γά­ρα κα­πνί­ζον­ται κα­λύ­τε­ρα πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα αὐ­το­κι­νή­των. Ὁ τύ­πος μὲ τὸ Chevy Cavalier θὰ μοῦ δι­ο­χε­τεύ­σει τὰ ξύ­δια ποὺ πί­νω βα­θιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους πί­σω ἀ­π’ τὸ σπί­τι μου. Τὸ Sam Goody εἶ­ναι τὸ πιὸ εὔ­κο­λο μα­γα­ζὶ γιὰ κλέ­ψι­μο. Ξέ­ρω ποῦ που­λᾶ­νε χόρ­το, κό­κα, σκό­νη, με­σκα­λί­νη, μα­νι­τά­ρια, LSD καὶ ἡ­ρω­ΐ­νη. Μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω καὶ νὰ γρά­ψω στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω νὰ ξε­χω­ρί­ζω ἀ­νά­με­σα στὴ κα­λὴ καὶ κα­κὴ ἀ­γά­πη καὶ δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ μὲ πλη­γώ­σει καὶ ποι­ός ὄ­χι. Με­τὰ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι μοῦ φαί­νον­ται ἀ­βλα­βεῖς.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κλαί­ει ἐ­νῶ μὲ ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ ὅ­πλο καὶ ‘γὼ κοι­τά­ζω τὰ δά­κρυ­α ποὺ γλι­στροῦν ἀπ΄τὸ μά­γου­λό του στὸ χέ­ρι του, αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­κα­λιά­ζει τὴ σκαν­δά­λη. Τὸ σχέ­διό του εἶ­ναι νὰ μὲ σκο­τώ­σει, με­τὰ νὰ σκο­τώ­σει τὴ μη­τέ­ρα μου, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι τὸν ἀ­πα­τά, καὶ θέ­λω νὰ πῶ κά­τι ποὺ νὰ τὸν πεί­σει γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀλ­λὰ ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος ποὺ θὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ θὰ μὲ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει, κι ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α πι­θα­νό­τη­τα νὰ σω­θῶ, ἡ σι­ω­πή, ἡ ἀ­κι­νη­σί­α, εἶ­ναι τὰ μό­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σουν. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πό­ση ὥ­ρα εἴ­μα­στε στὴ κου­ζί­να, ἡ κάν­νη στο­χεύ­ει τὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν ἀ­κού­ω νὰ ρο­χα­λί­ζει, βγαί­νω ἔ­ξω στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν μου, σω­ρι­ά­ζο­μαι σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ κα­ρέ­κλα. Ψη­λά: ὁ κα­τα­γά­λα­νος οὐ­ρα­νός, σύν­νε­φα βγαλ­μέ­να λὲς ἀ­πὸ καρ­τούν, ἕ­νας καρ­δι­νά­λιος κε­λα­η­δά­ει μὲ στα­κά­το ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση —ἡ ἀ­δι­α­νό­η­τη τε­λει­ό­τη­τα ἔ­ξω, ὅ­ταν τὸ μέ­σα εἶ­ναι τό­σο ἀ­πό­λυ­τα σά­πιο— ποὺ μὲ κά­νει ν’ ἀ­να­τρι­χιά­ζω ὣς τὸ κόκ­κα­λο.

       Ὁ Τσὰντ καὶ ‘γὼ κά­νου­με σὲξ ὑ­πὸ τὸ φῶς μιὰ κόκ­κι­νης λάμ­πας, ἕ­νας ρα­γι­σμέ­νος κα­θρέ­φτης πλά­ι στὸ κρε­βά­τι, καὶ γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γω τὸ βλέμ­μα τοῦ Τσὰντ κοι­τά­ζω τὸ εἴ­δω­λό μου, σί­γου­ρη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο, κά­ποι­ο ἄλ­λο πλά­σμα εἶ­ναι πά­νω στὴν πλά­τη της, τὸ βαμ­μέ­νο της στό­μα δὲν φαί­νε­ται στὸ κόκ­κι­νο φῶς, ἕ­να σι­ω­πη­λὸ τέ­ρας δί­χως στό­μα.

       Με­τὰ τὸ δι­α­ζύ­γιο, ὁ πα­τέ­ρας μου στέ­κε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ φω­νά­ζει εἶ­ναι σπί­τι μου, σπί­τι μου, σπί­τι μου, ἡ ἠ­χώ του εἶ­ναι ἀ­παί­σια, κι ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, κα­τα­φεύ­γει κι αὐ­τός σε κλι­σέ: κλω­τσά­ει, οὐρ­λιά­ζει, ἀ­κού­ρα­στος. Γιὰ σχε­δὸν ἕ­να χρό­νο, ὁ χτύ­πος τοῦ σφυγ­μοῦ μου μὲ ξυ­πνᾶ τὴ νύ­χτα, σὲ ἐ­πι­φυ­λα­κὴ σὰν κου­νέ­λι, σί­γου­ρη ὅ­τι ἀ­κού­ω τὰ βή­μα­τά του στὴν πόρ­τα, τὸ γρα­τζού­νι­σμα καὶ τὸ κου­δού­νι­σμα τῶν κλει­δι­ῶν ποὺ δὲν ἐ­φαρ­μό­ζουν πιὰ στὴν κλει­δα­ριά.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ παί­ξει ἕ­να παι­χνί­δι καὶ ‘γὼ τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι πῶς νὰ συγ­κα­τα­νεύ­ω, νὰ εὐ­χα­ρι­στῶ τὸν ἄλ­λον, κι ἔ­τσι λέ­ω ναί ὅ­ταν κα­τε­βά­ζει τὴν κυ­λό­τα μου, ναί ὅ­ταν μo­ῦ δέ­νει τὰ μά­τια. Τὰ χέ­ρια του εἶ­ναι λι­πό­σαρ­κα καὶ κρύ­α, σκλη­ρὰ στὶς ἀρ­θρώ­σεις, ἀλ­λὰ μα­λα­κὰ κα­θὼς μὲ κα­τε­βά­ζει στὰ μα­ξι­λά­ρια. Ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα τὸ πρῶ­το πράγ­μα καὶ λέ­ει μάν­τε­ψε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ναί. Δὲν λέ­ω ὄ­χι, δὲν οὐρ­λιά­ζω, δὲν σφίγ­γω κὰν τοὺς μη­ρούς μου. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸν ἀ­φή­νω νὰ βά­λει μέ­σα μου τὸ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο με­τὰ τὸ ἄλ­λο —ἕ­ναν μαρ­κα­δό­ρο, τὸ με­ταλ­λι­κὸ πη­νί­ο ἑ­νὸς λαμ­πτή­ρα, τὸν δρο­σε­ρὸ λαι­μὸ ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρα— καὶ γε­λά­ω.

       Ὅ­ταν, στὰ εἴ­κο­σί μου, μα­θαί­νω πὼς ὁ πα­τέ­ρας μου δο­λο­φό­νη­σε τὴ φι­λε­νά­δα του, τὴν δε­κα­πεν­τά­χρο­νη κό­ρη της, κι ὕ­στε­ρα σκο­τώ­θη­κε, τὰ χά­νω, τὸ μυα­λό μου ἐ­λα­φρὺ σὰ φύλ­λο. Ὁ κό­σμος λέ­ει, εἶ­σαι τυ­χε­ρὴ ποὺ δὲν ἤ­σουν ἐ­σύ, κι αὐ­τὸ ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σω, ὅ­σες φο­ρὲς κι ἂν ἔ­χω κά­νει πρό­βα τὰ λό­για, εἶ­ναι ὅ­τι, μὲ τό­σους πολ­λοὺς τρό­πους, ἤ­μουν ἐ­γώ.


*Τὸ ὄ­νο­μα ἔ­χει ἀλ­λα­χτεῖ [ΣτΣ].


Πηγή: Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἱππόκαμπος

(https://www.hippocampusmagazine.com/2015/10/silence-stillness-by-lisa-nikolidakis/)

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis). Τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα τῆς Lisa Niko­li­dakis βρα­βεύ­τη­καν μὲ τὸ «Orlando Prize» τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος A Room Of Her Own’s (Φθι­νό­πω­ρο, 2014) καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Los Angeles Review. Τὸ δο­κί­μιό της «Candy» κέρ­δι­σε τὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ The Briar Cliff Review τὸ 2015. Ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος, ζεῖ στὶς Με­σο­δυ­τι­κὲς Πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α. ὅ­που δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνι­κὴ γρα­φή.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος: Δη­μό­σιο



Ἀν­τώ­νης Πά­σχος


Δη­μό­σιο


ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ἔ­χει εἰ­κο­σι­κά­τι ἀν­θρώ­πους οὐ­ρὰ καὶ μιὰ τα­μί­α. Ἔρ­χε­ται ἡ σει­ρὰ ἑ­νὸς γέ­ρου, «πε­ρι­μέ­νε­τε». Ση­κώ­νει κι­νη­τὸ ἡ μαν­τάμ, «κα­λέ, ναί, ἔ­χω χρό­νο, πές».

       Πί­σω της, ἄλ­λοι τρεῖς κου­βεν­τιά­ζουν.

       Ἕ­νας πα­πὰς ξε­φυ­σά­ει. Ἕ­νας τρι­αν­τά­ρης κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι. Εἶ­μαι τε­λευ­ταῖ­ος.

       Ἡ πόρ­τα βρον­τά­ει. Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος κρα­τά­ει πι­στό­λι.

       Τὰ γέ­λια κό­βον­ται, τὸ κι­νη­τὸ πέ­φτει.

       «Ὅ­λοι στὰ τα­μεῖ­α!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δι­στά­ζουν, ἔ­πει­τα τὰ τέσ­σε­ρα τα­μεῖ­α γε­μί­ζουν ὑ­πάλ­λη­λους ποὺ τρέ­μουν. Μυ­ρί­ζω κά­του­ρο.

       «Ἐμ­πρός, τεμ­πε­λό­σκυ­λα!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος. «Ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­στε τους!»

       Οἱ πε­λά­τες σπεύ­δουν δει­λὰ-δει­λὰ στὰ τα­μεῖ­α. Ὁ γέ­ρος φεύ­γει, ὁ πα­πὰς φεύ­γει, ὁ τρι­αν­τά­ρης φεύ­γει. Χέ­ρια-χαρ­τιὰ βου­ί­ζουν. Δέ­κα λε­πτὰ με­τά, τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο ἀ­δειά­ζει. Ἀ­κού­ω σει­ρή­να.

       Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος τι­νά­ζε­ται. Κοι­τά­ει δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρά. Μοῦ πε­τά­ει τὸ πι­στό­λι κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται.

       Τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι.

       Ὅ­λοι κοι­τοῦν.

       Μο­νο­λο­γῶ: «εἶ­ναι ψεύ­τι­κο…»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος. Με­γά­λω­σε στὶς Σέρ­ρες καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες ὅ­πως ἡ Θρά­κα καὶ ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο «Με­τὰ Βί­ας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Bell.

 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως (δ’)


ΟΥΤΟΥ κα­θε­ζο­μέ­νου πρω­ὶ ἐν τῷ κελ­λί­ῳ κώ­νωψ στὰς ἐ­πὶ τοῦ πο­δὸς ἐ­κέν­τη­σεν αὐ­τόν· καὶ ἀλ­γή­σας κα­τέ­α­ξεν αὐ­τὸν τῇ χει­ρὶ με­τὰ κό­ρον τοῦ αἵ­μα­τος. Κα­τα­γνοὺς οὖν ἑ­αυ­τοῦ ὡς ἐκ­δι­κή­σαν­τος ἑ­αυ­τόν, κα­τε­δί­κα­σεν ἑ­αυ­τὸν εἰς τὸ ἕ­λος τῆς Σκή­τε­ως, ὅ ἐ­στιν ἐν τῇ πα­νε­ρή­μῳ, κα­θί­σαι γυ­μνὸν ἐ­πὶ μῆ­νας ἕξ, ἔν­θα οἱ κώ­νω­πες καὶ συά­γρων δέρ­μα­τα τι­τρώ­σκου­σιν, ὡς σφῆ­κες ὄν­τες. Οὕ­τως οὖν κα­τε­τρώ­θη ὅ­λος καὶ σπον­δύ­λους ἐ­ξέ­βα­λεν ὡς νο­μί­σαι τι­νὰς ὅ­τι ἠ­λε­φαν­τί­α­σεν. Ἐλ­θὼν οὖν με­τὰ ἓξ μῆ­νας εἰς τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ, ἀ­πὸ τῆς φω­νῆς ἐ­γνώ­σθη ὅ­τι αὐ­τός ἐ­στιν ὁ Μα­κά­ριος.


Γιὰ τὸν Μα­κά­ριο τὸν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νό (δ’)

Αὐ­τόν, ἐ­νῶ κα­θό­ταν ἕ­να πρω­ῒ στὸ κε­λί του, κά­ποι­ο κου­νού­πι ἔ­κα­τσε πά­νω στὸ πό­δι του καὶ τὸν τσίμ­πη­σε· καὶ πο­νών­τας τὸ κο­πά­νη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του γε­μί­ζον­τας αἵ­μα­τα. Κα­τα­λα­βαί­νον­τας ὅ­τι ἔ­τσι ἐκ­δι­κή­θη­κε ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του, αὐ­το­κα­τα­δι­κά­στη­κε νὰ κά­τσει γυ­μνὸς ἕ­ξι μῆ­νες στὸ ἕ­λος τῆς Σκή­τε­ως, δη­λα­δὴ στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ρη­μιά, ἐ­κεῖ ποὺ τὰ κου­νού­πια, με­γά­λα σὰν σφῆ­κες, τρυ­πᾶ­νε καὶ δέρ­μα­τα ἀ­γρι­ο­γού­ρου­νων. Ἔ­τσι, λοι­πόν, φα­γώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος καὶ ἔ­βγα­λε ἐ­ξογ­κώ­μα­τα, ὥ­στε κά­ποι­οι νὰ νο­μί­σουν ὅ­τι ἔ­πα­θε ἐ­λε­φαν­τί­α­ση. Κι ὅ­ταν με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι μῆ­νες γύ­ρι­σε στὸ κε­λί του, ἀ­πὸ τὴ φω­νή του ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὸ ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Μα­κά­ριος. [Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 102-103.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]