Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga): Ὁ Δεκάλογος τοῦ τέλειου διηγηματογράφου



Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga)


Ὁ Δεκάλογος τοῦ τέλειου διηγηματογράφου


1. Πί­στε­ψε σὲ ἕ­ναν δά­σκα­λο —Πό­ε, Μω­πασ­σάν, Κί­πλινγκ, Τσέ­χωφ— ὅ­πως στὸν ἴ­διο το Θε­ό.

2. Πί­στε­ψε ὅ­τι ἡ τέ­χνη σου εἶ­ναι μί­α ἀ­πρό­σι­τη κο­ρυ­φή. Μὴν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι νὰ τὴν κα­τα­κτή­σεις. Ὅ­ταν θὰ μπο­ρεῖς νὰ τὸ κά­νεις, θὰ τὸ κα­τα­φέ­ρεις χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις ἐ­σὺ ὁ ἴ­διος.

3. Νὰ ἀν­τι­στέ­κε­σαι ὅ­σο μπο­ρεῖς στὴν μί­μη­ση, ἀλ­λὰ νὰ μι­μεῖ­σαι ὅ­ταν ἡ ἐ­πιρ­ρο­ὴ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἰ­σχυ­ρή. Ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας εἶ­ναι, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, μί­α μα­κρὰ δι­α­δι­κα­σί­α ὑ­πο­μο­νῆς.

4. Ἔ­χε τυ­φλὴ πί­στη ὄ­χι στὴν ἱ­κα­νό­τη­τά σου γιὰ θρί­αμ­βο, ἀλ­λὰ στὴ θέρ­μη μὲ τὴν ὁ­ποί­α τὸ ἐ­πι­θυ­μεῖς. Ἀ­γά­πα τὴν τέ­χνη σου ὅ­πως τὴν γυ­ναί­κα σου, δί­νον­τάς της ὅ­λη σου τὴν καρ­διά.

5. Μὴν ξε­κι­νᾶς νὰ γρά­φεις ἐ­ὰν δὲν ξέ­ρεις ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη πρὸς τὰ ποῦ θὰ πᾶς. Σὲ ἕ­να κα­λῶς κα­μω­μέ­νο δι­ή­γη­μα, οἱ τρεῖς πρῶ­τες γραμ­μὲς ἔ­χουν τὴν ἴ­δια σχε­δὸν ση­μα­σί­α μὲ τὶς τρεῖς τε­λευ­ταῖ­ες.

6. Ἐ­ὰν θέ­λεις νὰ ἐκ­φρά­σεις μὲ ἀ­κρί­βεια αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση: «Ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι φυ­σοῦ­σε κρύ­ος ἄ­νε­μος», δὲν ὑ­πάρ­χουν σὲ ἀν­θρώ­πι­νη γλώσ­σα λέ­ξεις πιὸ στο­χευ­μέ­νες ἀ­π’ αὐ­τὲς γιὰ νὰ τὸ ἐκ­φρά­σεις. Μό­λις γί­νεις κύ­ριος τῶν λέ­ξε­ών σου, μὴν ἀ­νη­συ­χή­σεις γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι με­τα­ξύ τους ὁ­μοι­ο­κα­τά­λη­κτες ἢ ὄ­χι.

7. Μὴν χρη­σι­μο­ποι­εῖς ἐ­πί­θε­τα χω­ρὶς λό­γο. Ἄ­χρη­στες θὰ εἶ­ναι ὅ­σες οὐ­ρὲς ἀ­πὸ χρώ­μα­τα κι ἂν βά­λεις σ’ ἕ­να οὐ­σι­α­στι­κὸ ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­μο. Ἐ­ὰν ἀ­να­κα­λύ­ψεις τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ ποὺ εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, μό­νο αὐ­τὸ θὰ ἔ­χει τὴ σω­στὴ ἀ­πό­χρω­ση. Πρέ­πει ὅ­μως νὰ τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψεις.

8. Πά­ρε τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες σου ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ πή­γαι­νέ τους μέ­χρι τὸ τέ­λος, χω­ρὶς νὰ βλέ­πεις τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ τοὺς χά­ρα­ξες. Μὴν ἀ­πο­σπᾶ­σαι βλέ­πον­τας ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νοι μπο­ροῦν νὰ δοῦν μό­νοι τους ἢ ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ δοῦν. Μὴν κά­νεις κα­τά­χρη­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα κα­θαρ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ πε­ριτ­τό. Αὐ­τὸ κρά­τα το ὡς μί­α ἀ­πό­λυ­τη ἀ­λή­θεια, ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν εἶ­ναι.

9. Μὴν γρά­φεις ὑ­πὸ τὸ κρά­τος τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος. Ἄ­σ’ το νὰ πε­θά­νει καὶ ἀ­να­κά­λε­σέ το με­τά. Ἐ­ὰν τό­τε εἶ­σαι ἱ­κα­νὸς νὰ τὸ ξα­να­ζή­σεις ὅ­πως ἦ­ταν, ἔ­χεις φτά­σει στὴν τέ­χνη στὰ μι­σά της δι­α­δρο­μῆς.

10. Μὴν σκέ­φτε­σαι τοὺς φί­λους σου ὅ­ταν γρά­φεις, οὔ­τε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ θὰ κά­νει ἡ ἱ­στο­ρί­α σου. Δι­η­γή­σου σὰν ἡ ἱ­στο­ρί­α σου νὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρον μό­νο γιὰ τὸν μι­κρὸ κό­σμο τῶν χα­ρα­κτή­ρων σου, στὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ ἀ­νῆ­κες κι ἐ­σύ. Δὲν ἀ­πο­κτᾶ­ται μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο ἡ ζω­ὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος.


Παράλληλο κείμενο: βλ. Φαμπιὰν Βίκε (Fabián Vique): Δεκάλογος τοῦ τέλειου μι­κρο­δι­η­γη­μα­τάκια

 



Πη­γή:

http://docenti.unimc.it/amanda.salvioni/teaching/2016/16707/files/horacio-quiroga_decalogo-del-perfecto-cuentista

Ὁ Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Silvestre Quiroga Forteza) (Σάλ­το, Οὐ­ρου­γουά­η 1878-Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1937) θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους ἱ­σπα­νό­φω­νους ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ὁ δά­σκα­λος τοῦ δι­η­γή­μα­τος κα­θὼς συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 200. Κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸ ρεῦ­μα τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ μὲ κύ­ρια θέ­μα­τα τὴ μο­να­ξιά, τὴ θλί­ψη, τὴ με­λαγ­χο­λί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τοῦ Κί­πλινγκ,ὁ Κι­ρό­γα ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν πλού­σια ἐμ­πει­ρί­α του, τὶς προ­σω­πι­κές του ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις ποὺ ἔ­κα­νε κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς μα­κρᾶς πα­ρα­μο­νῆς του στὶς ζοῦγ­κλες τοῦ Τσά­κο καὶ τοῦ Μι­σι­ό­νες, γιὰ νὰ γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα ὅ­που ἡ ζούγ­κλα, τὰ πο­τά­μια, τὰ με­γά­λα καὶ μι­κρὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους, τὰ ἴ­δια τὰ δέν­τρα ἀ­πο­κτοῦν ἔν­το­νη ζω­ὴ καὶ δρά­ση. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὸ 1917 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀ­γά­πης, τῆς τρέ­λας καὶ τοῦ θα­νά­του, τὸ 1918 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ζούγ­κλας καὶ τὸ 1921 τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ Ἀ­να­κόν­τα τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο του λό­γῳ τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴ ζω­ὴ στὴ ζούγ­κλα. Ἡ ζω­ή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ση­μα­δεύ­τη­κε καὶ ἀ­πὸ τρα­γι­κὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιὰ καὶ ἔ­κα­ναν τὸ θά­να­το βα­σι­κὸ συ­νο­δοι­πό­ρο τῆς συγ­γρα­φι­κῆς καὶ προ­σω­πι­κῆς του δι­α­δρο­μῆς: ἔ­χα­σε τὸν πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς ἐ­νῶ ἦ­ταν αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας τοῦ πα­τριοῦ του καὶ τῆς πρώ­της του συ­ζύ­γου. Ὁ ἴ­διος, τέ­λος, αὐ­το­κτό­νη­σε ὅ­ταν δι­α­γνώ­στη­κε μὲ καρ­κί­νο. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Γιός» («El hijo») ἀ­πο­δί­δει μὲ κο­ρυ­φού­με­νη ἔν­τα­ση τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ φό­βου τῆς ἀ­πώ­λειας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μπρο­στὰ στὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πε­ρι­βάλ­λον τῆς ζούγ­κλας ποὺ δὲν συγ­χω­ρεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ λά­θος. (Βλ. καὶ τὸ πεζό του «Ὁ γιός» στὸ ἱστολόγιό μας.)

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς πη­γές:

– Bellini Giuseppe, Nueva Hi­sto­ria de la lite­ratu­ra hi­spa­no­ame­rica­na, Ma­drid: Ca­sta­lia E­di­ci­o­nes, 1997

https://www.escritores.org/biografias/247-horacio-quiroga

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τισμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρᾶ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ι­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).