Μάρ­κος Σελ­λῆς: Τυ­φλο­πόν­τι­κες



Μάρ­κος Σελ­λῆς


Τυ­φλο­πόν­τι­κες


ΚΩΜΟΠΟΛΗ Coober Pedy βρί­σκε­ται στὴ μέ­ση του που­θε­νά. Οἱ κά­τοι­κοι ζοῦν σὲ ὑ­πό­γεια σὰν τυ­φλο­πόν­τι­κες, γιὰ νὰ ἀν­τέ­χουν τὸ καυ­τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ τὶς πα­γω­μέ­νες νύ­χτες τῆς ἐ­ρή­μου. Ὁ μό­νος λό­γος ποὺ ὑ­πάρ­χει αὐ­τὴ ἡ πό­λη εἶ­ναι για­τὶ κά­πο­τε βρέ­θη­καν γυ­α­λι­στε­ρὲς πέ­τρες ἐ­κεῖ, τὰ ὀ­πά­λια.

       Στὸ ποῦλ­μαν εἶ­μαι μό­νο ἐ­γὼ καὶ κάμ­πο­σοι Ἀ­βο­ρί­γι­νες μὲ τὰ πι­τσι­ρί­κια τους.

       Ἔ­φτα­σα πρὶν ξη­με­ρώ­σει. Ὅ­λα εἶ­ναι κλει­στά, τὸ χό­στελ μου ἐ­πί­σης. Μό­νο ἕ­να βεν­ζι­νά­δι­κο ἔ­χει φῶς. Μπαί­νω καὶ πε­ρι­μέ­νω νὰ βγεῖ ὁ ἥ­λιος.

       Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη γιὰ πολ­λὲς κου­βέν­τες. Πα­ρα­πέ­ρα βρί­σκω κά­ποι­α βι­βλί­α καὶ ξε­φυλ­λί­ζω τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ἑ­νὸς ἐ­ξε­ρευ­νη­τῆ, τοῦ πρώ­του Εὐ­ρω­παί­ου ποὺ ἔ­φτα­σε ἐ­δῶ. Μο­νο­λο­γεῖ τί τυ­χε­ροὶ ποὺ εἶ­ναι οἱ Ἀ­βο­ρί­γι­νες τώ­ρα ποὺ θὰ ἀ­να­τεί­λει τὸ φῶς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ.

       Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος σχο­λά­ει στὶς 7 καὶ προ­σφέ­ρε­ται νὰ μὲ πά­ει μὲ τὸ ἁ­μά­ξι στὸ χό­στελ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ σὲ λί­γο βρί­σκο­μαι ἐ­πι­τέ­λους μπρο­στὰ στὴν εἴ­σο­δο. Εἶ­ναι ὅ­μως κλει­στὰ  – γρά­φει ὅ­τι ἀ­νοί­γει 8. Εἶ­ναι Κυ­ρια­κὴ καὶ ἴ­σως ἀρ­γή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Δὲν ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ πιὸ ἥ­συ­χο μέ­ρος ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἐ­δῶ. Δὲν ἀ­κού­ω οὔ­τε κὰν τὰ φλύ­α­ρα πρω­ι­νὰ που­λιὰ – μᾶλ­λον ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­χει πολ­λὰ δέν­τρα γιὰ νὰ φω­λιά­σουν. Μό­νο κά­που κά­που ἕ­να κο­ρά­κι στριγ­γλί­ζει – ὅ­λα μοιά­ζουν μὲ σκη­νὴ ἀ­πὸ φτη­νὸ γου­έ­στερν. Ὁ δρό­μος ἔ­ρη­μος, κα­νέ­να ἁ­μά­ξι δὲν περ­νά­ει γιὰ ὥ­ρα. Οὔ­τε τρι­ζό­νια δὲν ἀ­κού­γον­ται. Ἀ­κό­μα κι ὁ ἀ­έ­ρας λὲς καὶ φυ­σά­ει δι­α­κρι­τι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει τὴ σι­ω­πή.

       Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­ω βή­μα­τα, βγαί­νει ἕ­νας ἀ­ξύ­ρι­στος μὲ ξυ­νι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μοῦ κά­νει νό­η­μα ὅ­τι δὲ μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει. Πά­ει πιὸ πέ­ρα καὶ φτύ­νει μὲ θό­ρυ­βο. Βή­χει ἔν­το­να τε­λει­ώ­νον­τας μὲ ἕ­ναν δυ­να­τὸ λα­ρυγ­γι­σμό, κρα­τών­τας ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα σὰν τὸ κο­ρά­κι ποὺ κρά­ζει. Φτύ­νει ξα­νά. Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται βα­ρὺς σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Μὲ ρω­τᾶ «ἔ­φτα­σες μὲ τὸ πρω­ι­νὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο;» Ναί, τοῦ ἀ­παν­τά­ω. Κλεί­νει τὰ μά­τια καὶ κά­θε­ται ἔ­τσι λί­γο. Βγά­ζει ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα καὶ τὸ κρα­τά­ει. Ὅ­μως ὁ βή­χας τὸν τραν­τά­ζει πά­λι καὶ ση­κώ­νε­ται νὰ φτύ­σει. Τοῦ λέ­ω ὅ­τι ἔ­κο­ψα τὸ τσι­γά­ρο πρὶν δέ­κα χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι τὸ τσι­γά­ρο μοῦ κά­νει ἀ­πό­το­μα, εἶ­ναι γρί­πη. Κοι­τά­ει τὸ πα­κέ­το καὶ λέ­ει «πὼ πὼ δὲ γί­νε­ται νὰ κα­πνί­σω ἔ­τσι» καὶ ξα­ναμ­παί­νει μέ­σα. Με­τὰ πά­λι ἡ­συ­χί­α ἁ­πλώ­νε­ται κι ἐ­γὼ πε­ρι­μέ­νω νὰ ἀ­νοί­ξει ἡ πόρ­τα κοι­τά­ζον­τας τρι­γύ­ρω μὲ ὑ­πο­μο­νή. Εἶ­ναι τό­σο πα­ρά­ξε­να ὅ­λα. Ἀ­δύ­να­τον νὰ τσαν­τι­στῶ  —πα­ρό­λη τὴν κού­ρα­ση— μό­νο ρου­φά­ω τὸν ἀλ­λό­κο­το πε­ρί­γυ­ρο ἥ­συ­χα σὰν σφουγ­γά­ρι στὸ βυ­θό.

       Με­τὰ ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ ἡ πόρ­τα τρί­ζει κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξα­νὰ μὲ μιὰ πιὸ γα­λή­νια ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο. Μὲ κοι­τᾶ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει ὅ­τι τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ κα­πνί­σει. Ἤ­ρε­μα κά­νει ἕ­να τσι­γά­ρο.

       Μὲ βα­θι­ὲς τζοῦ­ρες. Με­τά μοῦ δί­νει νὰ ὑ­πο­γρά­ψω τὸ τσὲκ ἲν χω­ρὶς νὰ πεῖ κου­βέν­τα. Σπρώ­χνει μπρο­στά μου ἕ­ναν χάρ­τη τοῦ ὀ­ρυ­χεί­ου-χό­στελ καὶ βα­ρι­ε­στη­μέ­να ζω­γρα­φί­ζει τὴ δι­α­δρο­μὴ γιὰ τὸ δω­μά­τιό μου. Μὲ κοι­τά­ει νὰ δεῖ ἂν κα­τά­λα­βα. Γνέ­φω ναί καὶ ξε­κι­νά­ω, παίρ­νον­τας μα­ζὶ κα­θα­ρὴ κου­βέρ­τα καὶ σεν­τό­νια. Κα­τε­βαί­νω σκα­λιὰ μέ­σα στὴν σκαμ­μέ­νη πέ­τρα. Στρο­φὴ κι ἄλ­λα σκα­λιά. Πό­σο βα­θιὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε; Ἀ­συ­ναί­σθη­τα κοι­τά­ω πί­σω. Εὐ­τυ­χῶς ὑ­πάρ­χει κα­λὸς φω­τι­σμός. Κά­θε τό­σο περ­νά­ω ἕ­να σκαμ­μέ­νο ἄ­νοιγ­μα μὲ ἄ­δεια κρε­βά­τια. Ἐ­γὼ εἶ­μαι στὸ νού­με­ρο 12. Δὲν βλέ­πω κα­νέ­ναν ἄλ­λο κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­ναι ἔ­ρη­μο τὸ χό­στελ. Ἀ­φή­νω τὰ πράγ­μα­τα στὸ κρε­βά­τι. Ρί­χνω μιὰ μα­τιὰ τρι­γύ­ρω – κα­νείς…

       Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­ω θό­ρυ­βο καὶ στή­νω αὐ­τί: βή­χας μὲ φλέ­μα. Ἄ­ρα­γε κα­τέ­βη­κε ὁ ξε­νο­δό­χος; Βγαί­νω στὸν δι­ά­δρο­μο καὶ βλέ­πω στὸ βά­θος ἕ­ναν τύ­πο νὰ περ­πα­τᾶ ἀρ­γὰ πρὸς τὶς σκά­λες. Πλη­σιά­ζω. Βλέ­πω μιὰ τού­φα ἄ­σπρο μαλ­λὶ νὰ πε­ρισ­σεύ­ει ἀ­πὸ τὸν στρα­βο­βαλ­μέ­νο σκοῦ­φο του. Πα­ρα­πα­τά­ει καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νος. Κά­νω λί­γο θό­ρυ­βο νὰ μὴν τὸν τρο­μά­ξω ἀλ­λὰ δὲ δί­νει ση­μα­σί­α. Τὸν προ­φταί­νω. «Εί­ναι πολ­λὲς οἱ γα­μω­σκά­λες» μουρ­μου­ρί­ζει μὲ ἕ­να λα­χα­νι­α­σμέ­νο καὶ ξε­δον­τι­α­σμέ­νο χα­μό­γε­λο. «Κα­λη­μέ­ρα» τοῦ λέ­ω, «ναί, εἶ­ναι πολ­λές…». Τὸν ἀ­κο­λου­θῶ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο.

       Κα­θί­σα­με στὴν κου­ζί­να, βά­ζω νε­ρὸ νὰ βρά­σει γιὰ κα­φέ. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ πὼς ἦρ­θε ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α πρὶν 30 χρό­νια. Δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα, οὔ­τε ἄν­τε­ξε στὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο, κι ἔ­τσι ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἁ­πλό: πῆ­γε κά­που ὅ­που κά­νεις ὅ­τι σοῦ λέ­νε – εὔ­κο­λο πρά­μα ὁ στρα­τός! Εἴκοσι χρό­νια ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στρα­τι­ώ­της! Γε­λᾶ ξα­να­δεί­χνον­τας τὰ λει­ψὰ δόν­τια του. Βγαί­νει ἔ­ξω κα­πνί­ζον­τας τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο, παίρ­νει βα­θι­ὲς τζοῦ­ρες βή­χον­τας μὲ βρα­χνά­δα. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν κα­τα­λα­βαί­νει για­τί τώ­ρα πιὰ οἱ του­α­λέ­τες δὲν εἶ­ναι ξε­χω­ρι­στὰ —στὴν ἐ­πο­χὴ του ὑ­πῆρ­χαν γυ­ναι­κεῖ­ες κι ἀν­τρι­κὲς— καὶ ὅ­τι τὸ πρω­ὶ εἶ­δε στὸ μπά­νιο τὰ βυ­ζιὰ μιᾶς κο­πέ­λας καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ πά­θει ἔμ­φραγ­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­νοί­γει ἕ­να ρα­δι­ό­φω­νο κι ἀ­κού­ει ἱπ­πό­δρο­μο.

       «Τι δι­ά­βο­λο ὅ­λοι οἱ κα­τε­στραμ­μέ­νοι ἐ­δῶ ἔρ­χον­ται;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα καὶ ἀ­συ­ναί­σθη­τα κοι­τά­χτη­κα στὸν κα­θρέ­φτη ἰ­σι­ώ­νον­τας τὸ μαλ­λί μου.

       Ἤ­πια γρή­γο­ρα τὸν πι­κρὸ δυ­να­τὸ κα­φὲ καὶ βγῆ­κα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω αὐ­τὴ τὴν πα­ρά­ξε­νη πό­λη μὲ τοὺς ἀ­ξύ­ρι­στους τυ­φλο­πόν­τι­κες ποὺ βή­χουν, φτύ­νουν καὶ μα­ζεύ­ουν ἰ­ρι­δί­ζου­σες πέ­τρες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μάρ­κος Σελ­λῆς (1978). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κὸς Η/Ὑ στὸ ΕΜΠ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὰ τε­χνο­οι­κο­νο­μι­κά. Ἐρ­γά­στη­κε στὶς τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ες γιὰ σχε­δὸν μιὰ δε­κα­ε­τί­α.

Εἰκόνα: Φωτογραφία ἀπὸ διαμέ­ρι­σμα (τώ­ρα τουρι­στι­κὸ κατά­λυμ­μα) ἀπὸ τὴν ὑπό­γεια πό­λη Coo­ber Pe­dy τῆς Αὐ­στρα­λίας.


			

Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga): Ὁ Δεκάλογος τοῦ τέλειου διηγηματογράφου



Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga)


Ὁ Δεκάλογος τοῦ τέλειου διηγηματογράφου


1. Πί­στε­ψε σὲ ἕ­ναν δά­σκα­λο —Πό­ε, Μω­πασ­σάν, Κί­πλινγκ, Τσέ­χωφ— ὅ­πως στὸν ἴ­διο το Θε­ό.

2. Πί­στε­ψε ὅ­τι ἡ τέ­χνη σου εἶ­ναι μί­α ἀ­πρό­σι­τη κο­ρυ­φή. Μὴν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι νὰ τὴν κα­τα­κτή­σεις. Ὅ­ταν θὰ μπο­ρεῖς νὰ τὸ κά­νεις, θὰ τὸ κα­τα­φέ­ρεις χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις ἐ­σὺ ὁ ἴ­διος.

3. Νὰ ἀν­τι­στέ­κε­σαι ὅ­σο μπο­ρεῖς στὴν μί­μη­ση, ἀλ­λὰ νὰ μι­μεῖ­σαι ὅ­ταν ἡ ἐ­πιρ­ρο­ὴ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἰ­σχυ­ρή. Ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας εἶ­ναι, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, μί­α μα­κρὰ δι­α­δι­κα­σί­α ὑ­πο­μο­νῆς.

4. Ἔ­χε τυ­φλὴ πί­στη ὄ­χι στὴν ἱ­κα­νό­τη­τά σου γιὰ θρί­αμ­βο, ἀλ­λὰ στὴ θέρ­μη μὲ τὴν ὁ­ποί­α τὸ ἐ­πι­θυ­μεῖς. Ἀ­γά­πα τὴν τέ­χνη σου ὅ­πως τὴν γυ­ναί­κα σου, δί­νον­τάς της ὅ­λη σου τὴν καρ­διά.

5. Μὴν ξε­κι­νᾶς νὰ γρά­φεις ἐ­ὰν δὲν ξέ­ρεις ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη πρὸς τὰ ποῦ θὰ πᾶς. Σὲ ἕ­να κα­λῶς κα­μω­μέ­νο δι­ή­γη­μα, οἱ τρεῖς πρῶ­τες γραμ­μὲς ἔ­χουν τὴν ἴ­δια σχε­δὸν ση­μα­σί­α μὲ τὶς τρεῖς τε­λευ­ταῖ­ες.

6. Ἐ­ὰν θέ­λεις νὰ ἐκ­φρά­σεις μὲ ἀ­κρί­βεια αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση: «Ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι φυ­σοῦ­σε κρύ­ος ἄ­νε­μος», δὲν ὑ­πάρ­χουν σὲ ἀν­θρώ­πι­νη γλώσ­σα λέ­ξεις πιὸ στο­χευ­μέ­νες ἀ­π’ αὐ­τὲς γιὰ νὰ τὸ ἐκ­φρά­σεις. Μό­λις γί­νεις κύ­ριος τῶν λέ­ξε­ών σου, μὴν ἀ­νη­συ­χή­σεις γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι με­τα­ξύ τους ὁ­μοι­ο­κα­τά­λη­κτες ἢ ὄ­χι.

7. Μὴν χρη­σι­μο­ποι­εῖς ἐ­πί­θε­τα χω­ρὶς λό­γο. Ἄ­χρη­στες θὰ εἶ­ναι ὅ­σες οὐ­ρὲς ἀ­πὸ χρώ­μα­τα κι ἂν βά­λεις σ’ ἕ­να οὐ­σι­α­στι­κὸ ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­μο. Ἐ­ὰν ἀ­να­κα­λύ­ψεις τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ ποὺ εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, μό­νο αὐ­τὸ θὰ ἔ­χει τὴ σω­στὴ ἀ­πό­χρω­ση. Πρέ­πει ὅ­μως νὰ τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψεις.

8. Πά­ρε τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες σου ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ πή­γαι­νέ τους μέ­χρι τὸ τέ­λος, χω­ρὶς νὰ βλέ­πεις τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ τοὺς χά­ρα­ξες. Μὴν ἀ­πο­σπᾶ­σαι βλέ­πον­τας ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νοι μπο­ροῦν νὰ δοῦν μό­νοι τους ἢ ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ δοῦν. Μὴν κά­νεις κα­τά­χρη­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα κα­θαρ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ πε­ριτ­τό. Αὐ­τὸ κρά­τα το ὡς μί­α ἀ­πό­λυ­τη ἀ­λή­θεια, ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν εἶ­ναι.

9. Μὴν γρά­φεις ὑ­πὸ τὸ κρά­τος τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος. Ἄ­σ’ το νὰ πε­θά­νει καὶ ἀ­να­κά­λε­σέ το με­τά. Ἐ­ὰν τό­τε εἶ­σαι ἱ­κα­νὸς νὰ τὸ ξα­να­ζή­σεις ὅ­πως ἦ­ταν, ἔ­χεις φτά­σει στὴν τέ­χνη στὰ μι­σά της δι­α­δρο­μῆς.

10. Μὴν σκέ­φτε­σαι τοὺς φί­λους σου ὅ­ταν γρά­φεις, οὔ­τε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ θὰ κά­νει ἡ ἱ­στο­ρί­α σου. Δι­η­γή­σου σὰν ἡ ἱ­στο­ρί­α σου νὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρον μό­νο γιὰ τὸν μι­κρὸ κό­σμο τῶν χα­ρα­κτή­ρων σου, στὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ ἀ­νῆ­κες κι ἐ­σύ. Δὲν ἀ­πο­κτᾶ­ται μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο ἡ ζω­ὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος.


Παράλληλο κείμενο: βλ. Φαμπιὰν Βίκε (Fabián Vique): Δεκάλογος τοῦ τέλειου μι­κρο­δι­η­γη­μα­τάκια

 



Πη­γή:

http://docenti.unimc.it/amanda.salvioni/teaching/2016/16707/files/horacio-quiroga_decalogo-del-perfecto-cuentista

Ὁ Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Silvestre Quiroga Forteza) (Σάλ­το, Οὐ­ρου­γουά­η 1878-Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1937) θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους ἱ­σπα­νό­φω­νους ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ὁ δά­σκα­λος τοῦ δι­η­γή­μα­τος κα­θὼς συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 200. Κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸ ρεῦ­μα τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ μὲ κύ­ρια θέ­μα­τα τὴ μο­να­ξιά, τὴ θλί­ψη, τὴ με­λαγ­χο­λί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τοῦ Κί­πλινγκ,ὁ Κι­ρό­γα ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν πλού­σια ἐμ­πει­ρί­α του, τὶς προ­σω­πι­κές του ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις ποὺ ἔ­κα­νε κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς μα­κρᾶς πα­ρα­μο­νῆς του στὶς ζοῦγ­κλες τοῦ Τσά­κο καὶ τοῦ Μι­σι­ό­νες, γιὰ νὰ γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα ὅ­που ἡ ζούγ­κλα, τὰ πο­τά­μια, τὰ με­γά­λα καὶ μι­κρὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους, τὰ ἴ­δια τὰ δέν­τρα ἀ­πο­κτοῦν ἔν­το­νη ζω­ὴ καὶ δρά­ση. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὸ 1917 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀ­γά­πης, τῆς τρέ­λας καὶ τοῦ θα­νά­του, τὸ 1918 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ζούγ­κλας καὶ τὸ 1921 τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ Ἀ­να­κόν­τα τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο του λό­γῳ τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴ ζω­ὴ στὴ ζούγ­κλα. Ἡ ζω­ή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ση­μα­δεύ­τη­κε καὶ ἀ­πὸ τρα­γι­κὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιὰ καὶ ἔ­κα­ναν τὸ θά­να­το βα­σι­κὸ συ­νο­δοι­πό­ρο τῆς συγ­γρα­φι­κῆς καὶ προ­σω­πι­κῆς του δι­α­δρο­μῆς: ἔ­χα­σε τὸν πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς ἐ­νῶ ἦ­ταν αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας τοῦ πα­τριοῦ του καὶ τῆς πρώ­της του συ­ζύ­γου. Ὁ ἴ­διος, τέ­λος, αὐ­το­κτό­νη­σε ὅ­ταν δι­α­γνώ­στη­κε μὲ καρ­κί­νο. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Γιός» («El hijo») ἀ­πο­δί­δει μὲ κο­ρυ­φού­με­νη ἔν­τα­ση τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ φό­βου τῆς ἀ­πώ­λειας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μπρο­στὰ στὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πε­ρι­βάλ­λον τῆς ζούγ­κλας ποὺ δὲν συγ­χω­ρεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ λά­θος. (Βλ. καὶ τὸ πεζό του «Ὁ γιός» στὸ ἱστολόγιό μας.)

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς πη­γές:

– Bellini Giuseppe, Nueva Hi­sto­ria de la lite­ratu­ra hi­spa­no­ame­rica­na, Ma­drid: Ca­sta­lia E­di­ci­o­nes, 1997

https://www.escritores.org/biografias/247-horacio-quiroga

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τισμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρᾶ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ι­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).


Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga): Ὁ γιός



­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga)


Ὁ γιός

(El hijo)


ΤΑΝ μί­α δυ­να­τὴ μέ­ρα κα­λο­και­ριοῦ στὸ Μι­σι­ό­νες, μὲ ὅ­λο τὸν ἥ­λιο, τὴ ζέ­στη καὶ τὴν ἠ­ρε­μί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει αὐ­τὴ ἡ ἐ­πο­χή. Ἡ φύ­ση ἐν­τε­λῶς ἀ­νοι­χτή, αἰ­σθά­νε­ται ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της.

       Ὅ­πως ὁ ἥ­λιος, ἡ ζέ­στη καὶ ἡ ἠ­ρε­μί­α τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, ὁ πα­τέ­ρας ἀ­νοί­γει ἐ­πί­σης τὴν καρ­διά του στὴ φύ­ση.

       Πρό­σε­χε μι­κρέ – λέ­ει στὸ γιό του, συ­νο­ψί­ζον­τας σὲ αὐ­τὴ τὴ φρά­ση ὅ­λες τὶς ἐ­πι­ση­μάν­σεις του γιὰ τὸ τί μπο­ρεῖ νὰ πά­ει στρα­βὰ καὶ ποὺ γιὸς του κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πό­λυ­τα.

       — Ναί, μπαμ­πὰ – ἀ­παν­τά­ει τὸ πλα­σμα­τά­κι ἐ­νῶ πιά­νει τὸ του­φέ­κι καὶ φορ­τώ­νει μὲ φυ­σίγ­για τὶς τσέ­πες τοῦ που­κα­μί­σου του, τὶς ὁ­ποῖ­ες κλεί­νει μὲ προ­σο­χή.

       — Νὰ γυ­ρί­σεις τὴν ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ρια­νοῦ φα­γη­τοῦ – το­νί­ζει ὁ πα­τέ­ρας.

       — Ναί, μπαμ­πά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ὁ μι­κρός.

       Ἰ­σορ­ρο­πεῖ τὸ του­φέ­κι στὸ χέ­ρι του, χα­μο­γε­λά­ει στὸν πα­τέ­ρα του, τὸν φι­λά­ει στὸ κε­φά­λι καὶ φεύ­γει.

       Ὁ πα­τέ­ρας τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ γιὰ λί­γο μὲ τὰ μά­τια του καὶ γυ­ρί­ζει στὴ δου­λειὰ τῆς ἡ­μέ­ρας, εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μὲ τὴν χα­ρὰ τοῦ γιοῦ του.

       Ξέ­ρει ὅ­τι ὁ γιός του εἶ­ναι ἐκ­παι­δευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἡ­λι­κία τό­σο στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­ση μὲ τὸν κίν­δυ­νο ὅ­σο καὶ στὴν προ­φύ­λα­ξη ἀ­πὸ αὐ­τόν, μπο­ρεῖ νὰ χει­ρι­στεῖ τὸ ὅ­πλο του καὶ νὰ κυ­νη­γή­σει τὸ ὁ,τι­δή­πο­τε. Πα­ρό­τι εἶ­ναι πο­λὺ ψη­λὸς γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μό­νο δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν. Καὶ μοιά­ζει μι­κρό­τε­ρος ἂν κρί­νει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὴν ἁ­γνό­τη­τα τῶν γα­λά­ζι­ων μα­τι­ῶν του, φρέ­σκα ἀ­κό­μα ἀ­πὸ παι­δι­κὴ ἔκ­πλη­ξη.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ση­κώ­σει ὁ πα­τέ­ρας τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ δου­λειά του γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὸ μυα­λὸ του τὴν πο­ρεί­α ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ ὁ γιὸς του.

       Ἔ­χει δι­α­σχί­σει τὴν κόκ­κι­νη κο­ρυ­φὴ καὶ προ­χω­ρά­ει εὐ­θεί­α στὸ βου­νὸ περ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ σπαρ­τά.

       Γιὰ νὰ κυ­νη­γή­σει κα­νεὶς στὸ βου­νὸ —νὰ κυ­νη­γή­σει θη­ρά­μα­τα— χρει­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρη ὑ­πο­μο­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ὁ μι­κρός του. Ἀ­φοῦ δι­α­σχί­σει αὐ­τὴ τὴ νη­σί­δα στὸ βου­νό, ὁ γιός του θὰ πε­ρά­σει τὸ ὅ­ριο τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ θὰ κα­τέ­βει μέ­χρι τὴν πε­διά­δα, ἀ­να­ζη­τών­τας πε­ρι­στέ­ρια, που­λιὰ του­κὰν ἢ τὸ τά­δε ζευ­γά­ρι ἐ­ρω­δι­ῶν ὅ­πως αὐ­τὸ τοῦ φί­λου του, τοῦ Χου­άν, ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες.

       Μό­νο τώ­ρα, ὁ πα­τέ­ρας σκά­ει ἕ­να χα­μό­γε­λο στὴν ἀ­νά­μνη­ση τοῦ κυ­νη­γε­τι­κοῦ πά­θους τῶν δύ­ο μι­κρῶν φί­λων.

       Κά­ποι­ες μό­νο φο­ρὲς κυ­νη­γοῦν κα­νέ­να γι­α­κού­το­ρο(1), κα­νέ­να σου­ρου­κουὰ(2) —ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρες αὐ­τὸ— καὶ ἐ­πι­στρέ­φουν θρι­αμ­βευ­τές, ὁ Χου­ὰν στὸ ράν­τσο, μὲ τὸ ὅ­πλο τῶν ἐν­νέ­α χι­λι­ο­στῶν ποὺ ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει, καὶ ὁ γιὸς του στὸ ὀ­ρο­πέ­διο, μὲ τὸ με­γά­λο του­φέ­κι Σαὶντ-Ἐ­τι­έν, μὲ δι­α­μέ­τρη­μα 16, τε­τρα­πλὸ κλεί­σι­μο καὶ λευ­κὸ μπα­ρού­τι.

       Καὶ ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι. Στὰ δε­κα­τρί­α θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σει ἕ­να του­φέ­κι. Ὁ γιός του, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α, τὸ ἔ­χει ἤ­δη καὶ ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γε­λά­ει.

       Ὡ­στό­σο, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο αὐ­τό, γιὰ ἕ­να πα­τέ­ρα χῆ­ρο, χω­ρὶς ἄλ­λη πί­στη οὔ­τε ἐλ­πί­δα ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ τοῦ γιοῦ του, ἕ­να γιὸ ἐκ­παι­δευ­μέ­νο ὅ­πως τὸν ἔ­χει ἐκ­παι­δεύ­σει αὐ­τός, ἐ­λεύ­θε­ρο μέ­σα στὸ μι­κρῆς ἐμ­βέ­λειας πε­δί­ο δρά­σης του, σί­γου­ρο γιὰ τὰ μι­κρά του πό­δια καὶ χέ­ρια ἀ­πὸ τὴν ἡ­λι­κί­α τῶν τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, μὲ συ­νεί­δη­ση τῶν ἄ­πει­ρων κιν­δύ­νων καὶ τῆς ἔλ­λει­ψης τῶν δι­κῶν τοῦ δυ­νά­με­ων.

       Αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας ἔ­πρε­πε νὰ πα­λέ­ψει δυ­να­τὰ ἐ­νάν­τια σὲ αὐ­τὸ ποὺ ὁ ἴ­διος ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὡς ἐ­γω­ι­σμό. Εἶ­ναι πο­λὺ εὔ­κο­λο ἕ­να μι­κρὸ πλά­σμα νὰ κά­νει λά­θος ὑ­πο­λο­γι­σμό, βά­ζει ἕ­να πό­δι στὸ κε­νὸ καὶ κά­πως ἔ­τσι χά­νε­ται ἕ­νας γιός!

       Ὁ κίν­δυ­νος ὑ­πάρ­χει πάν­τα γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο σὲ κά­θε ἡ­λι­κί­α. Ὡ­στό­σο, ἡ ἀ­πει­λὴ μει­ώ­νε­ται ἐ­ὰν ἀ­πὸ μι­κρὸς συ­νη­θί­σει νὰ στη­ρί­ζε­ται μό­νο στὶς δι­κές του δυ­νά­μεις.

       Μὲ αὐ­τὸ τὸ σκε­πτι­κὸ ἐκ­παί­δευ­σε τὸν γιό του. Καὶ γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρει ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ ὄ­χι μό­νο στὴν καρ­διά του ἀλ­λὰ καὶ στὰ βά­σα­να τοῦ μυα­λοῦ του. Για­τί αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας, μὲ στο­μά­χι καὶ ὅ­ρα­ση ἀ­δύ­να­μα, ὑ­πο­φέ­ρει ἐ­δῶ καὶ λί­γο και­ρὸ ἀ­πὸ πα­ραι­σθή­σεις.

       Ἔ­βλε­πε, συμ­πυ­κνω­μέ­νες σὲ πο­λὺ ἐ­πώ­δυ­νες ψευ­δαι­σθή­σεις, ἀ­να­μνή­σεις μιᾶς εὐ­τυ­χί­ας ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ κε­νὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν εἶ­χε πε­ρι­ο­ρί­σει. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ γιοῦ του δὲν ξέ­φευ­γε ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο. Τὸν εἶ­δε μί­α φο­ρὰ νὰ πέ­φτει, κα­λυμ­μέ­νο μὲ αἷ­μα ἐ­νῶ τρό­χι­ζε μί­α σφαί­ρα αὐ­τό­μα­του ὅ­πλου. Τὸ εἶ­δε αὐ­τὸ ἐ­νῶ ὁ γιὸς του ἁ­πλὰ λί­μα­ρε τὴν ἀγ­κρά­φα τῆς κυ­νη­γε­τι­κῆς του ζώ­νης.

       Ἀ­παί­σια κα­τά­στα­ση…. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα, τὴ ζε­στὴ καὶ κα­λο­και­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα, τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε φαί­νε­ται κλη­ρο­νο­μή­σει καὶ ὁ γιός του, ὁ πα­τέ­ρας νι­ώ­θει εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἤ­ρε­μος καὶ σί­γου­ρος γιὰ τὸ μέλ­λον.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ὄ­χι πο­λὺ μα­κριά, ἀ­κού­γε­ται ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός.

       — Τὸ Σαὶντ-Ἐ­τι­έν… σκέ­φτε­ται ὁ πα­τέ­ρας ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸν ἦ­χο. Δύ­ο πε­ρι­στέ­ρια λι­γό­τε­ρα στὸ βου­νό.

       Χω­ρὶς νὰ δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α στὸ ἀ­σή­μαν­το αὐ­τὸ συμ­βάν, ὁ ἄν­δρας ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἐκ νέ­ου στὴ δου­λειά του.

       Ὁ ἥ­λιος, ἤ­δη πο­λὺ ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, συ­νε­χί­ζει νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὅ­που καὶ νὰ κοι­τά­ξει κα­νεὶς —πέ­τρες, γῆ, δέν­τρα— ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­ραι­ω­μέ­νος ὅ­πως σὲ ἕ­να φοῦρ­νο, δο­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴ ζέ­στη. Ἕ­νας βα­θὺς βόμ­βος ποὺ γε­μί­ζει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ εἶ­ναι καὶ ἐμ­πο­τί­ζει τὸ πε­ρι­βάλ­λον μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι, συγ­κεν­τρώ­νει ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ὅ­λη τὴν τρο­πι­κὴ ζω­ή.

       Ὁ πα­τέ­ρας ρί­χνει μιὰ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι τοῦ χε­ριοῦ του: δώ­δε­κα. Καὶ ση­κώ­νει τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ βου­νό.

       Ὁ γιός του θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γυρ­νά­ει. Μέ­σα στὴν ἀ­μοι­βαί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ μοι­ρά­ζον­ται —ὁ πα­τέ­ρας μὲ τοὺς ἀ­ση­μέ­νιους κρο­τά­φους καὶ τὸ παι­δὶ τῶν δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν— δὲν ἐ­ξα­πα­τοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον πο­τέ. Ὅ­ταν ὁ γιὸς τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε – «ναί, μπαμ­πά», θὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Εἶ­πε ὅ­τι θὰ γυρ­νοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα καὶ ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γέ­λα­σε βλέ­πον­τάς τον νὰ φεύ­γει.

       Κι ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε γυ­ρί­σει.

       Ὁ ἄν­δρας γυρ­νᾶ στὴ δου­λειά του, προ­σπα­θών­τας νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὴν προ­σο­χή του σὲ αὐ­τὸ ποὺ κά­νει. Εἶ­ναι τό­σο εὔ­κο­λο, τό­σο εὔ­κο­λο νὰ χά­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου μέ­σα στὸ βου­νὸ καὶ νὰ κα­θί­σεις γιὰ λί­γο στὸ ἔ­δα­φος ἀ­κί­νη­τος γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς…

       Ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε… ἦ­ταν δώ­δε­κα καὶ μι­σή. Ὁ πα­τέ­ρας βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ ἐρ­γα­στή­ριό του, στη­ρί­ζει τὸ χέ­ρι του στὸν πάγ­κο καὶ μη­χα­νι­κὰ ξε­πη­δά­ει ἀ­πὸ τὸ βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του ὁ πυ­ρο­βο­λι­σμὸς καὶ ξαφ­νι­κά, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὶς τρεῖς ποὺ τὸν ἀ­να­κά­λε­σε, σκέ­φτη­κε ὅ­τι με­τὰ τὸν ἦ­χο τοῦ Σαὶντ-Ἐ­τι­ὲν δὲν ἄ­κου­σε τί­πο­τα ἄλ­λο. Δὲν ἄ­κου­σε τὸ κύ­λι­σμα τῶν πε­τρῶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ γνώ­ρι­μο περ­πά­τη­μα. Ὁ γιός του δὲν εἶ­χε γυ­ρί­σει καὶ ἡ φύ­ση ἔ­με­νε ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­τη στὴν ἄ­κρη τὴ δά­σους πε­ρι­μέ­νον­τάς τον.

       Ὤ, δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὸς ἕ­νας με­τρη­μέ­νος χα­ρα­κτή­ρας καὶ μιὰ τυ­φλὴ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν ἐκ­παί­δευ­ση τοῦ γιοῦ του γιὰ νὰ δι­ώ­ξει τὸ φάν­τα­σμα τοῦ πε­πρω­μέ­νου ποὺ ἕ­νας πα­τέ­ρας μὲ ἀ­σθε­νῆ ὅ­ρα­ση βλέ­πει νὰ φτά­νει ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φο­γραμ­μὴ τοῦ βου­νοῦ. Πε­ρι­σπα­σμός, ἀ­μέ­λεια, τυ­χαῖ­ο γε­γο­νός, κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­σή­μαν­τες αὐ­τὲς αἰ­τί­ες ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­θυ­στε­ρή­σουν τὴν ἄ­φι­ξη τοῦ γιοῦ του δὲν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴν καρ­διά.

       Ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός, ἕ­νας μό­νο πυ­ρο­βο­λι­σμὸς ἀ­κού­στη­κε, καὶ μά­λι­στα πρὶν ὥ­ρα. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν, ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἄ­κου­σε κα­νέ­ναν θό­ρυ­βο, δὲν εἶ­δε κα­νέ­να που­λί, δὲν ἦρ­θε οὔ­τε ἕ­νας ἄν­θρω­πος νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι συ­νέ­βη κά­ποι­ο ἀ­τύ­χη­μα σὲ κά­ποι­ον ποὺ δι­έ­σχι­σε τὴν πε­ρί­φρα­ξη…

       Μὲ τὸ κε­φά­λι στὸν ἀ­έ­ρα καὶ χω­ρὶς μα­χαί­ρι ὁ πα­τέ­ρας φεύ­γει. Δι­α­σχί­ζει τὸ ξέ­φω­το, μπαί­νει στὸ βου­νό, περ­νά­ει τὸ ὅ­ριο τῆς πε­ρί­φρα­ξης χω­ρὶς νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει ἴ­χνος τοῦ γιοῦ του.

       Ὡ­στό­σο ἡ φύ­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Καὶ ὅ­ταν πιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χει δι­α­σχί­σει κά­θε γνω­στὸ κυ­νη­γε­τι­κὸ μο­νο­πά­τι καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χει ἐ­ξε­ρευ­νή­σει μά­ται­α τὸν βάλ­το, ἀ­πο­κτᾶ πλέ­ον τὴν σι­γου­ριὰ ὅ­τι κά­θε βῆ­μα ποὺ κά­νει πρὸς τὰ ἐμ­πρὸς τὸν φέρ­νει, μοι­ραῖ­α καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτα, πιὸ κον­τὰ στὸ πτῶ­μα τοῦ γιοῦ του.

       Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς νὰ κα­τη­γο­ρή­σει, δυ­στυ­χῶς. Ὑ­πῆρ­χε μό­νο ἡ ψυ­χρὴ τρο­με­ρὴ καὶ τε­τε­λε­σμέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: ὁ γιός του πέ­θα­νε δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­να….

       Ἀλ­λὰ ποῦ, σὲ ποι­ό μέ­ρος;! Ἔ­χει τό­σα συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα ἐ­κεῖ καὶ εἶ­ναι τό­σο, μὰ τό­σο βρώ­μι­κο τὸ βου­νό! Ὤ, τό­σο βρώ­μι­κο! Δὲν θέ­λει πο­λὺ νὰ μὴν προ­σέ­ξεις, ὅ­ταν δι­α­σχί­ζεις τὰ σύρ­μα­τα μὲ τὸ του­φέ­κι στὸ χέ­ρι…

       Ὁ πα­τέ­ρας πνί­γει μιὰ κραυ­γή. Εἶ­δε κά­τι νὰ ση­κώ­νε­ται στὸν ἀ­έ­ρα… Ὤ, δὲν εἶ­ναι ὁ γιός του, δὲν εἶ­ναι! Καὶ γυρ­νά­ει ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη…

       Τί­πο­τα δὲν θὰ κέρ­δι­ζε μὲ τὸ νὰ δεῖ τὸ χρῶ­μα τῆς ἐ­πι­δερ­μί­δας του καὶ τὴν ἀ­γω­νί­α τῶν μα­τι­ῶν του. Αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε φω­νά­ξει τὸ γιό του. Ἀ­κό­μα κι ἂν ἡ καρ­διά του τὸν φω­νά­ζει μὲ κραυ­γές, τὸ στό­μα του πα­ρα­μέ­νει σι­ω­πη­λό. Ξέ­ρει κα­λὰ ὅ­τι τὸ νὰ φω­νά­ξει τὸ ὄ­νο­μά του, ὅ­τι τὸ νὰ τὸν φω­νά­ξει με­γα­λό­φω­να, θὰ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­δο­χὴ τοῦ θα­νά­του του.

       — Μι­κρέ! – τοῦ ξε­φεύ­γει ξαφ­νι­κά. Καὶ ἐ­ὰν ἡ φω­νὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μὲ τέ­τοι­ο χα­ρα­κτή­ρα εἶ­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ κλά­ψει, κλεί­νου­με μὲ εὐ­σπλα­χνί­α τὰ αὐ­τιὰ μπρο­στὰ στὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἐκ­φρά­στη­κε μὲ αὐ­τὴ τὴν φω­νή.

       Κα­νεὶς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς κόκ­κι­νες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου, γε­ρα­σμέ­νος κα­τὰ δέ­κα χρό­νια, ὁ πα­τέ­ρας προ­χω­ρᾶ ψά­χνον­τας τὸν γιό του ποὺ μό­λις ἔ­χει πε­θά­νει.

       — Παι­δά­κι μου! Μι­κρού­λη μου! Τὸν φω­νά­ζει μὲ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ποὺ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν σπλά­χνων του.

       Ἤ­δη ἀ­πὸ πρίν, σὲ πλή­ρη εὐ­δαι­μο­νί­α καὶ γα­λή­νη, αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν πα­ραί­σθη­ση τοῦ γιοῦ τοῦ πε­σμέ­νου κά­τω, μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πὸ μιὰ σφαί­ρα χρώ­μα­τος νι­κε­λί­ου. Τώ­ρα, σὲ κά­θε σκι­ε­ρὴ γω­νιὰ τοῦ δά­σους βλέ­πει κα­λώ­δια μὲ σπί­θες καὶ στὴ βά­ση ἑ­νὸς στύ­λου μὲ τὸ του­φέ­κι ἀ­φο­πλι­σμέ­νο πε­σμέ­νο στὸ πλά­ι, βλέ­πει…

       — Μι­κρέ μου! Γι­έ μου!

       Ἀ­κό­μα καὶ οἱ δυ­νά­μεις ποὺ κά­νουν ἕ­ναν πα­τέ­ρα νὰ ἔ­χει πα­ραι­σθή­σεις τοῦ χει­ρό­τε­ρου ἐ­φιά­λτη, ἔ­χουν τὰ ὅ­ριά τους. Καὶ ὁ δι­κός μας αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι οἱ αἰ­σθή­σεις του τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ βλέ­πει νὰ ξε­προ­βά­λει ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­πλευ­ρο μο­νο­πά­τι ὁ γιὸς του.

       Ἕ­να παι­δὶ δε­κα­τρι­ῶν χρο­νῶν ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ ἀ­πὸ πε­νήν­τα μέ­τρα μα­κριὰ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ποὺ ἦρ­θε χω­ρὶς μα­χαί­ρι μέ­σα στὸ δά­σος γιὰ νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει τὸ βῆ­μα του μὲ τὰ μά­τια γε­μά­τα δά­κρυ­α.

       — Μι­κρέ… μουρ­μου­ρί­ζει ὁ ἄν­δρας. Καί, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, ἀ­φή­νε­ται νὰ πέ­σει στὴν λαμ­πε­ρὴ ἄμ­μο, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὰ πό­δια τοῦ γιοῦ του.

Τὸ πλα­σμα­τά­κι, ἔ­τσι δε­μέ­νο, στέ­κε­ται ὄρ­θιο. Καὶ κα­θὼς κα­τα­λα­βαί­νει τὸν πό­νο τοῦ πα­τέ­ρα του, τὸν χα­ϊ­δεύ­ει ἀρ­γὰ στὸ κε­φά­λι.

       — Κα­η­μέ­νε μπαμ­πά…

       Τε­λι­κά, ὁ χρό­νος πέ­ρα­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἤ­δη τρεῖς…

       Μα­ζὶ τώ­ρα πιά, πα­τέ­ρας καὶ γιὸς παίρ­νουν τὸ δρό­μο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ.

       — Πῶς καὶ δὲν πα­ρα­τή­ρη­σες τὸν ἥ­λιο γιὰ νὰ ὑ­πο­λο­γί­σεις τὴν ὥ­ρα; Μουρ­μου­ρί­ζει ἀ­κό­μα ὁ πρῶ­τος.

       — Τὸν πα­ρα­τή­ρη­σα μπαμ­πά… ἀλ­λὰ ὅ­ταν ξε­κί­νη­σα γιὰ νὰ γυ­ρί­σω εἶ­δα τοὺς ἐ­ρω­διοὺς τοῦ Χου­ὰν καὶ τοὺς ἀ­κο­λού­θη­σα.

       — Τί μὲ ἔ­κα­νες νὰ πε­ρά­σω μι­κρέ!

       — Μπαμ­πά­κα…μουρ­μού­ρι­σε καὶ ὁ μι­κρός.

       Με­τὰ ἀ­πὸ μί­α μα­κρὰ σι­ω­πή:

       — Καὶ τοὺς ἐ­ρω­διούς; Τοὺς σκό­τω­σες; Ρω­τά­ει ὁ πα­τέ­ρας.

       — Ὄ­χι.

       Ἀ­σή­μαν­τη λε­πτο­μέ­ρεια με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λο αὐ­τό. Κά­τω ἀ­πὸ τὸν πυ­ρα­κτω­μέ­νο οὐ­ρα­νὸ καὶ ἀ­έ­ρα, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ σπαρ­τά, ὁ ἄν­δρας γυρ­νά­ει στὸ σπί­τι μὲ τὸ γιό του μὲ τὸ χέ­ρι πε­ρα­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του, τοὺς ὤ­μους ποὺ ἔ­χουν φτά­σει σχε­δὸν στὸ ὕ­ψος τῶν δι­κῶν του ὤ­μων. Γυρ­νά­ει μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα καί, ἂν καὶ δι­α­λυ­μέ­νος στὸ σῶ­μα καὶ τὴν ψυ­χή, χα­μο­γε­λά­ει ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α.


* * *


Χα­μο­γε­λά­ει ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α τῶν πα­ραι­σθή­σε­ων….. Για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας προ­χω­ρά­ει μό­νος του.

       Δὲν συ­νάν­τη­σε κα­νέ­ναν καὶ τὸ χέ­ρι του στη­ρί­ζε­ται στὸ κε­νό. Για­τί πί­σω του, στὴ βά­ση τοῦ στύ­λου καὶ μὲ τὰ πό­δια ψη­λά, πι­α­σμέ­να στὸ ἀγ­κα­θω­τὸ σύρ­μα, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος του γιὸς κεί­τε­ται στὸν ἥ­λιο, νε­κρὸς ἀ­πὸ τὶς δέ­κα τὸ πρω­ΐ.


(1) Yacutoro: πτη­νὸ μαῦ­ρο μὲ μέ­γε­θος ὅ­σο μιὰ μι­κρὴ κό­τα (γλώσ­σα γκου­ρα­νὶ τῶν ἰ­θα­γε­νῶν της Νό­τιας Ἀ­με­ρι­κῆς πε­ρι­ο­χὴ τῆς Πα­ρα­γουά­ης).
(2) Surucua: πτη­νὸ μὲ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Στὸν Rio de la Plata πο­λὺ ἥ­με­ρος πα­πα­γά­λος μὲ πα­νέ­μορ­φα φτε­ρὰ (γλώσ­σα γκου­α­ρα­νί).

Δρα­μα­το­ποι­ή­σεις:

Σκηνοθεσία: Antonio Aguilar

Πατέρας: Felipe Miranda * Γιός: Carlos Bueno



Ἄλλες ἑρμηνεῖες:

https://www.youtube.com/watch?v=iAQQo60jSMU

https://www.youtube.com/watch?v=TzKJb4E0UKY



Πη­γή: http://recursosbiblio.url.edu.gt/publicjlg/Libros_y_mas/2015/09/cuentHQ.pdf

Ὁ Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Silvestre Quiroga Forteza) (Σάλ­το, Οὐ­ρου­γουά­η 1878-Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1937) θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους ἱ­σπα­νό­φω­νους ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ὁ δά­σκα­λος τοῦ δι­η­γή­μα­τος κα­θὼς συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 200. Κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸ ρεῦ­μα τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ μὲ κύ­ρια θέ­μα­τα τὴ μο­να­ξιά, τὴ θλί­ψη, τὴ με­λαγ­χο­λί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τοῦ Κί­πλινγκ,ὁ Κι­ρό­γα ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν πλού­σια ἐμ­πει­ρί­α του, τὶς προ­σω­πι­κές του ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις ποὺ ἔ­κα­νε κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς μα­κρᾶς πα­ρα­μο­νῆς του στὶς ζοῦγ­κλες τοῦ Τσά­κο καὶ τοῦ Μι­σι­ό­νες, γιὰ νὰ γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα ὅ­που ἡ ζούγ­κλα, τὰ πο­τά­μια, τὰ με­γά­λα καὶ μι­κρὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους, τὰ ἴ­δια τὰ δέν­τρα ἀ­πο­κτοῦν ἔν­το­νη ζω­ὴ καὶ δρά­ση. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὸ 1917 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀ­γά­πης, τῆς τρέ­λας καὶ τοῦ θα­νά­του, τὸ 1918 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ζούγ­κλας καὶ τὸ 1921 τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ Ἀ­να­κόν­τα τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο του λό­γῳ τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴ ζω­ὴ στὴ ζούγ­κλα. Ἡ ζω­ή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ση­μα­δεύ­τη­κε καὶ ἀ­πὸ τρα­γι­κὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιὰ καὶ ἔ­κα­ναν τὸ θά­να­το βα­σι­κὸ συ­νο­δοι­πό­ρο τῆς συγ­γρα­φι­κῆς καὶ προ­σω­πι­κῆς του δι­α­δρο­μῆς: ἔ­χα­σε τὸν πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς ἐ­νῶ ἦ­ταν αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας τοῦ πα­τριοῦ του καὶ τῆς πρώ­της του συ­ζύ­γου. Ὁ ἴ­διος, τέ­λος, αὐ­το­κτό­νη­σε ὅ­ταν δι­α­γνώ­στη­κε μὲ καρ­κί­νο. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Γιός» («El hijo») ἀ­πο­δί­δει μὲ κο­ρυ­φού­με­νη ἔν­τα­ση τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ φό­βου τῆς ἀ­πώ­λειας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μπρο­στὰ στὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πε­ρι­βάλ­λον τῆς ζούγ­κλας ποὺ δὲν συγ­χω­ρεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ λά­θος. (Βλ. καὶ τὸ κεί­με­νό του «Ὁ Δε­κά­λο­γος τοῦ τέ­λει­ου διη­γη­μα­το­γρά­φου» στὸ ἱστολόγιό μας.)

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς πη­γές:

– Bellini Giuseppe, Nueva Hi­sto­ria de la lite­ratu­ra hi­spa­no­ame­rica­na, Ma­drid: Ca­sta­lia E­di­ci­o­nes, 1997

https://www.escritores.org/biografias/247-horacio-quiroga

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τισμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρᾶ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ι­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρί τι­νος ἀ­να­ξί­ου Ἱ­ε­ρέ­ως



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρί τι­νος ἀ­να­ξί­ου Ἱ­ε­ρέ­ως

διήγησις πά­νυ ὠ­φέ­λι­μος καὶ θαυ­μά­σιος


(Ἀν­τε­γρά­φη ἐκ χει­ρο­γρά­φου Χαρτ. Κώδικος 229 ιζ’ αἰῶνος τῆς Ἰ. Μ. Διονυσίου
ὑ­πὸ τοῦ μοναχοῦ Μα­κα­ρί­ου Πα­πα­κυ­ρίλ­λου, Νέ­α Σκή­τη Ἁγ. Ὄ­ρους)

Ν ΤΟΙΣ ΧΡΟΝΟΙΣ οἷς περ ἐ­μαρ­τύ­ρη­σεν ὁ ἅ­γιος με­γα­λο­μάρ­τυς Μερ­κού­ριος ἦν τις ἱ­ε­ρεὺς ἐν τῇ αὐ­τῇ χώ­ρᾳ μέ­θυ­σος πά­νυ· ἀ­εὶ ἐν τοῖς κα­πη­λεί­οις με­τὰ τῶν οἰ­νο­πο­τῶν δι­έ­τρι­βεν. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡ­με­ρῶν, ἄρ­χων τις τῆς αὐ­τῆς χώ­ρας ἔ­στει­λε τὴν ἑ­αυ­τοῦ δού­λην πρὸς τὸν οἶ­κον τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως καὶ ηὗ­ρε τὴν ἑ­αυ­τοῦ πρε­σβυ­τέ­ραν καὶ λέ­γει αὐ­τῇ, ποῦ ἐ­στιν ὁ ἱ­ε­ρεύς; ἡ δὲ λέ­γει· οὐκ οἶ­δας ὅ­τι ἐν τοῖς κα­πη­λεί­οις ἐ­στίν; ἡ δὲ δού­λη τοῦ ἄρ­χον­τος εἶ­πεν. Ὁ αὐ­θέν­της μου μὲ ἔ­στει­λεν ὅ­τι αὔ­ριον ἔ­χει λει­τουρ­γί­αν εἰς μνη­μό­συ­νον τῶν γο­νέ­ων αὑ­τοῦ. Ταῦ­τα εἰ­ποῦ­σα ἀ­πῆλ­θεν. Ἡ δὲ πρε­σβυ­τέ­ρα ἔ­χου­σα καὶ αὐ­τὴ δού­λην εἶ­πε πρὸς αὐ­τήν· ἐ­γὼ μὲν ἀ­πέρ­χο­μαι εἰς τὸν οἶ­κον τῆς μη­τρός μου ὅ­πως κοι­μη­θῶ ἐ­κεῖ, καὶ ὅ­ταν ἔλ­θῃ ὁ αὐ­θέν­της σου ὁ ἱ­ε­ρεύς, ἀ­νά­παυ­σον αὐ­τὸν ἐν τῇ κλί­νῃ κα­λῶς δι­ό­τι μέλ­λει αὔ­ριον λει­τουρ­γῆ­σαι. Ὡς δ’ ἑ­σπέ­ρα ἐ­γέ­νε­το, ἦλ­θεν ὁ ἱ­ε­ρεὺς με­θυ­σμέ­νος πο­λὺ καὶ ἀ­νέ­πε­σεν εἰς τὴν κλί­νην αὑ­τοῦ. Ἡ δὲ δού­λη αὐ­τοῦ ἐ­πει­δὴ εἰ­σῆλ­θεν ὁ δι­ά­βο­λος ἔ­σω αὑ­τῆς ἔ­πε­σε πλη­σί­ον τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως. Ἔ­ξυ­πνος δὲ γε­νό­με­νος ὁ ἱ­ε­ρεύς, συ­νε­γέ­νε­το με­τ’ αὐ­τῆς νο­μί­σας ὅ­τι ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα αὐ­τοῦ ἐ­στί. Πρω­ΐ­ας δὲ γε­νο­μέ­νης, ἐλ­θοῦ­σα ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα ηὗ­ρεν αὐ­τὸν ὑ­πνοῦν­τα ἐν τῇ κλί­νῃ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ. Ἀ­νά­στα ψάλ­λε τὴν ἀ­κο­λου­θί­αν σου, δι­ό­τι ὁ δεῖ­να ἄρ­χων ἔ­χει λει­τουρ­γί­αν τῶν γο­νέ­ων αὐ­τοῦ. Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς στρέ­ψας εἰς τὸ ἕ­τε­ρον μέ­ρος ἀ­φύ­πνω­σε. Καὶ πά­λιν ἐλ­θοῦ­σα ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα λέ­γει· οὐκ εἶ­πα σοι, ἀ­νά­στα, δι­ό­τι μέλ­λεις σή­με­ρον λει­τουρ­γῆ­σαι; Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς μει­διά­σας λέ­γει αὐ­τῇ. Τί λέ­γεις τα­λαί­πω­ρε; οὐκ οἶ­δας τί ἐ­ποι­ή­σα­μεν τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ ἀλ­λὰ λέ­γεις λει­τουρ­γῆ­σαι ἔ­χω; Ἡ δὲ πρε­σβυ­τέ­ρα εἶ­πε· τί ἐ­ποι­ή­σα­μεν; ἐ­γὼ γὰρ ἐν τῷ οἴ­κῳ τοῦ πα­τρός μου ἐ­κοι­μή­θην. Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς λέ­γει· ἐ­γὼ τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ ἔ­πε­σον με­τὰ γυ­ναι­κός, καὶ τίς ἦν ὁ θη­ρεύ­σας ἡ­μᾶς; Τό­τε ἠ­ρώ­τη­σαν τὴν δού­λην. Ἡ δὲ εἶ­πεν· ὁ Σα­τα­νᾶς ἐ­πεί­ρα­ξέ με καὶ ἔ­πε­σα πλη­σί­ον αὐ­τοῦ, καὶ αὐ­τὸς ἔ­πε­σε με­τ’ ἐ­μοῦ.

       Τό­τε ἔ­κλαυ­σαν καὶ ἐ­λυ­πή­θη­σαν οὐκ ὀ­λί­γον· εἶ­τα λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεύς. Σι­ω­πή­σα­τε μή­πως καὶ εἰς τὰς ἀ­κο­ὰς τῶν κρα­τούν­των εἰ­σέλ­θῃ, καὶ οὐ με­τρί­ως κο­λά­σου­σιν ἡ­μᾶς· ὁ γὰρ Θε­ὸς εὔ­σπλαγ­χνος ἐ­στὶ καὶ πο­λυ­έ­λε­ος, καὶ δι’ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως ἐ­ξι­λε­ώ­σας ἔ­χω αὐ­τόν. Ὅ­μως ἔ­ψαλ­λεν ὀ­λί­γην ἀ­κο­λου­θί­αν αὐ­τοῦ, καὶ ἐν­τρα­πεὶς τὸν ἄρ­χον­τα ἐ­πο­ρεύ­θη λει­τουρ­γῆ­σαι.

       Με­τὰ δὲ τὴν προ­σκο­μι­δήν, ὅ­ταν εἶ­πε τὴν εὐ­χήν, «ὁ Θε­ὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν ὁ τὸν οὐ­ρά­νιον ἄρ­τον κ.λπ.» ἦλ­θεν ὁ ἄγ­γε­λος ἵ­να τε­λει­ώ­σῃ τὰ ἅ­για δῶ­ρα, καὶ ἰ­δὼν τὸν ἱ­ε­ρέ­α, λέ­γει πρὸς αὐ­τόν· ὦ ἀ­φω­ρι­σμέ­νε τοῦ Θε­οῦ, πῶς ἐ­τόλ­μη­σες εἰ­σελ­θεῖν λει­τουρ­γῆ­σαι τὰ θεῖ­α μυ­στή­ρια; οὐκ οἶ­δας ὅ­τι βέ­βη­λος καὶ ἀ­κά­θαρ­τος εἶ διὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­αν, ἣν ἔ­πρα­ξας ἐν τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ; ἡ­μεῖς ἀ­σώ­μα­τοι καὶ ἄ­ϋ­λοι ὄν­τες, εὐ­λα­βού­με­θα ἰ­δεῖν τὸ ἅ­γιον πρό­σω­πον τῆς μα­κα­ρί­ας Θε­ό­τη­τος, ἀλ­λὰ ταῖς πτέ­ρυ­ξιν ἡ­μῶν πε­ρι­κα­λύ­πτον­τες τὰ πρό­σω­πα, πα­ρι­στά­με­θα με­τὰ φό­βου καὶ φο­βε­ροῦ τρό­μου, καὶ σὺ κα­τα­φρο­νῶν ἐ­τόλ­μη­σας ἐ­πι­χει­ρῆ­σαι τὰ ἅ­για τῶν ἁ­γί­ων καὶ ἐ­πὶ στό­μα­τος φα­γεῖν μέλ­λεις; Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς ἀν­τεῖ­πεν εἰς τὸν ἄγ­γε­λον. Ἐ­πει­δὴ οὕ­τω μὲ ἀ­φώ­ρι­σας, ἔ­σο καὶ σὺ ἀ­φω­ρι­σμέ­νος. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! εὐ­θὺς ἀ­πε­πτε­ρώ­θη ὁ ἄγ­γε­λος καὶ ἔ­μει­νεν ὡς ἄν­θρω­πος ἐν τῇ ἐκ­κλη­σί­ᾳ· ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς οὐκ εἰ­δὼς τοῦ­το, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν θεί­αν λει­τουρ­γί­αν ἦλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κον τοῦ ἄρ­χον­τος, καὶ ἀ­ρι­στή­σας* τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κεί­νῃ ἀ­πῆλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κον αὐ­τοῦ. Με­τὰ δὲ ἡ­μέ­ρας τι­νὰς ἀ­πέ­θα­νεν ἄν­θρω­πός τις ἐν τῇ χώ­ρᾳ ἐ­κεί­νῃ, καὶ ἐ­κά­λε­σαν τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ἐ­πὶ τὸ ψάλ­λειν τὸ λεί­ψα­νον, δι­ό­τι ἦ­σαν καὶ ἄλ­λοι ἱ­ε­ρεῖς εἰς ἐ­κεί­νην τὴν χώ­ραν δι­ό­τι ἦν ἡ με­γί­στη. Ἐ­κά­λε­σαν καὶ αὐ­τὸν τὸν ἱ­ε­ρέ­α· καὶ εἰ­πόν­των τῶν ἱ­ε­ρέ­ων τὴν εὐ­χήν, ἦλ­θε καὶ οὗ­τος ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἵ­να εἴ­πῃ τὴν εὐ­χήν. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ὅ­ταν εἶ­πε, «ὅ­τι σὺ εἶ ἡ ἀ­νά­στα­σις, ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ ἀ­νά­παυ­σις», εὐ­θὺς ὁ νε­κρὸς ἀ­νε­κά­θι­σε, καὶ εἶ­πε πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· ὅ­τι ἂν καὶ νε­κροὺς ἀ­να­στή­σῃς, ἀλ­λ’ οὐκ εἶ ἄ­ξιος τοῦ φο­ρέ­σαι ἐ­πι­τρα­χή­λιον, ἢ λει­τουρ­γῆ­σαι ἢ ποι­ῆ­σαι ἱ­ε­ρα­τι­κόν τι. Καὶ ταῦ­τα εἰ­πὼν ὁ νε­κρὸς πά­λιν κα­τέ­πε­σεν· οἱ δὲ λα­οὶ καὶ οἱ λοι­ποὶ ἱ­ε­ρεῖς ἰ­δόν­τες τὸ πα­ρά­δο­ξον τοῦ­το θαῦ­μα ἐ­ξέ­στη­σαν* ἅ­παν­τες. Εἶ­τα λέ­γου­σι πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· τί ἐ­στὶ τοῦ­το τὸ ἐ­ξαί­σιον καὶ μέ­γα θαῦ­μα; Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­ξω­μο­λο­γή­σα­το ἐ­νώ­πιον πάν­των τὸ ἑ­αυ­τοῦ ἁ­μάρ­τη­μα. Τό­τε λέ­γου­σιν οἱ λοι­ποὶ ἱ­ε­ρεῖς· ἀ­πὸ τοῦ νῦν οὐ συμ­φο­ροῦ­μεν σοι, καὶ ὡς θέ­λεις μό­νος ποί­η­σον. Καὶ ἀ­πῆλ­θε λυ­πού­με­νος ἐν τῷ οἴ­κῳ αὐ­τοῦ, καὶ ἀ­πήγ­γει­λε τὰ γε­νό­με­να. Τό­τε λέ­γει πρὸς τὴν πρε­σβυ­τέ­ραν αὑ­τοῦ· τί ποι­ή­σω ἄρ­τι; ἑ­τέ­ραν ἐ­πι­στή­μην οὐ γι­νώ­σκω, πῶς ἔ­χω θρέ­ψαι ὑ­μᾶς; ἀλ­λ’ οὖν ἀ­πέλ­θω­μεν ἐν ἑ­τέ­ρῳ τό­πῳ, ἔν­θα οὐ­δεὶς γι­γνώ­σκει ἡ­μᾶς, καὶ ἐ­κεῖ­σε­αι δι­α­βι­ώ­σο­μεν τὸ ἐ­πί­λοι­πον τῆς ζω­ῆς ἡ­μῶν.

       Ἀ­να­στάν­τες δὲ ἀ­πῆλ­θον ἐν ἑ­τέ­ρᾳ πό­λει, ὅ­που οὐ­δεὶς ἐ­γί­γνω­σκεν αὐ­τούς, καὶ ἐ­λει­τούρ­γει ἐ­κεῖ­σε. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! κα­θὼς ἦν ὅ­τε ἀ­φώ­ρι­σε τοῦ­τον ὁ ἄγ­γε­λος οὕ­τως ἦν, πλὴν τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το μέ­λαν. Ἀ­πο­θα­νού­σης δὲ τῆς πρε­σβυ­τέ­ρας καὶ τῶν τέ­κνων αὐ­τοῦ, μό­νος ἔ­ζη ἐν τρι­α­κο­σί­οις καὶ ἑ­βδο­μή­κον­τα χρό­νοις. Ὅ­μως ὑ­πῆρ­χεν ἐν ἐ­κεί­νῳ τῷ και­ρῷ Μη­τρο­πο­λί­της ἀ­ξι­ό­λο­γος καὶ δί­και­ος πά­νυ. Ἦλ­θεν ἡ ἑ­ορ­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μερ­κου­ρί­ου καί τις ἄρ­χων τῆς πό­λε­ως ἐ­κεί­νης ἑ­ώρ­τα­ζε τὴν τού­του ἑ­ορ­τὴν καὶ προ­σε­κά­λε­σεν ὁ ἄρ­χων τὸν ἀρ­χι­ε­ρέ­α, εὑ­ρέ­θη δὲ καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­κεῖ· εἰς δὲ τὴν τρά­πε­ζαν ἤρ­χι­σεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς καὶ ἐ­δι­η­γεῖ­το τὸ συ­να­ξά­ριον τοῦ ἁ­γί­ου καὶ πλα­τύ­τε­ρον ἔ­λε­γε τοῖς εὑ­ρι­σκο­μέ­νοις ἐν τῇ τρα­πέ­ζῃ, ὁ­πό­τε ὑ­πο­λα­βὼν* ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἔ­φη. Σὺ μὲν δέ­σπο­τά μου ἅ­γι­ε, ἐκ τοῦ ἁ­γί­ου Συ­να­ξα­ρί­ου ἐ­πί­στα­σαι τοὺς τοῦ ἁ­γί­ου ἄ­θλους, ἐ­γὼ δὲ ἀ­κρι­βῶς ἐ­πί­στα­μαι αὐ­τοὺς καὶ δι­ό­τι ἤ­μην ἐ­κεῖ­σε πα­ρὼν καὶ ἔ­βλε­πον κα­λῶς τὸν Μάρ­τυ­ρα ἀ­γω­νι­ζό­με­νον καὶ ἀ­θλοῦν­τα καὶ ὡς ὅ­τι γεί­των μου ἦν, καὶ πολ­λά­κις συ­νε­στιά­θην αὐ­τῷ πρό­τε­ρον. Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἀ­τε­νί­σας πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α ἔ­φη· Σὺ οὔ­πω τεσ­σα­ρα­κον­τού­της ὢν πῶς τὸν ἅ­γιον οἶ­δας; Ἀ­φ’ ὅ­του ἐ­μαρ­τύ­ρη­σεν ὁ ἅ­γιος Μερ­κού­ριος μέ­χρι τοῦ νῦν ὑ­πο­λο­γί­ζον­ται ἔ­τη 370, καὶ σὺ οὔ­πω ἦ­ γε­γεν­νη­μέ­νος καὶ ταῦ­τα οἶ­δας; Τοῦ δὲ με­θ’ ὅρ­κου εἰ­πόν­τος ὅ­τι ἀ­λη­θῶς λέ­γει καὶ οὐ ψεύ­δε­ται. Ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἔ­γνω ὅ­τι ἦν τι πρὸς αὐ­τόν*· καὶ λα­βὼν αὐ­τὸν κα­τ’ ἰ­δί­αν λέ­γει αὐ­τῷ. Εἰ­πέ μοι πάν­τα τὰ κα­τὰ σὲ ἐν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει κα­θα­ρᾷ. Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­ξεῖ­πε πάν­τα ὅ­σα ἐ­ποί­η­σε, καὶ πῶς ἐ­ξέ­πε­σε με­τὰ τῆς δού­λης αὐ­τοῦ, καὶ πῶς με­τὰ ἀγ­γέ­λου ἀ­φο­ρι­σθέν­τες, ἀ­συν­δι­αλ­λά­γη­τοι ἔ­μει­ναν. Τό­τε ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς εἶ­πεν αὐ­τῷ· γί­νω­σκε ὅ­τι ὑ­πὸ τοῦ ἀγ­γέ­λου εἶ δε­δε­μέ­νος, καὶ μέ­χρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνή­σκεις εἰς ἀ­πε­ράν­τους αἰ­ῶ­νας, ἀλ­λ’ ἄ­πελ­θε εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν ἐ­κεί­νην ἔν­θα τὸν δε­σμὸν ἐ­ποι­ή­σα­τε δι­ό­τι ἔ­τι καὶ νῦν ὁ ἄγ­γε­λος ἐ­κεῖ ἐ­στίν, ἐ­πει­δὴ ὁ εἷς τὸν ἕ­τε­ρον ἔ­δη­σεν. Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς ἀ­πε­κρί­θη· οὐ δύ­να­μαι, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ δέ­σπο­τά μου, τοῦ­το ποι­ῆ­σαι, δι­ό­τι τὸ δι­ά­στη­μα τῆς ὁ­δοῦ ἀ­πέ­χει πο­λύ, καὶ ἔ­ξο­δον οὐκ ἔ­χω, ἀλ­λ’ οὐ­δὲ ἵπ­πος μοι ἐ­στὶ πρὸς ἱπ­πα­σί­αν.

       Τό­τε λέ­γει ὁ Ἀρ­χι­ε­ρεὺς πρὸς αὐ­τόν· «ἐ­ὰν μὴ πο­ρευ­θῇς ἐ­κεῖ­σε, οὔ­τε σὺ τε­λευ­τᾷς, οὔ­τε ὁ ἄγ­γε­λος πτε­ροῦ­ται ὅ­πως ἀ­νέλ­θῃ εἰς οὐ­ρα­νούς.» Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς πά­λιν οἰ­κτεί­ρας αὐ­τὸν ἀ­πο­κρί­νε­ται. «Ἐ­πει­δὴ λέ­γεις ὅ­τι οὐκ ἰ­σχύ­εις, ποι­ή­σω ἔ­λε­ος πρὸς σέ, καὶ πο­ρευ­θῶ­μεν ὁ­μοῦ καὶ δώ­σω σοι ἵπ­πον καὶ τὸ ἔ­ξο­δον ἐ­γὼ ποι­ή­σω.» Καὶ εὐ­θὺς εἴ­χον­το τῆς ὁ­δοῦ*, καὶ ἀ­πῆλ­θον ἕ­ως τῆς χώ­ρας τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως· ἡ δὲ ἦν ἠ­ρη­μω­μέ­νη καὶ οὐ­δέ­να ηὗ­ραν, οὔ­τε οἰ­κί­αν οὔ­τε ἄλ­λο τι. Ὁ οὖν ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἠ­ρώ­τη­σεν, αὕ­τη σου ἐ­στὶν ἡ χώ­ρα; καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς αὐ­τὴ ἐ­στίν, ἀλ­λ’ ἠ­ρη­μώ­θη, Δέ­σπο­τά μου ἅ­γι­ε· καὶ ὁ ἀρ­χι­ε­ρεύς, οὐ γι­νώ­σκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α; καὶ ἀ­τε­νί­σας ὁ ἱ­ε­ρεὺς εἶ­δε δέν­δρα ὡς ἀ­πὸ δι­α­στή­μα­τος τῆς πο­τὲ χώ­ρας αὐ­τοῦ καὶ εἶ­πεν· ὡς εἰ­κά­ζω, ἐ­κεῖ ὅ­που φαί­νον­ται τὰ δέν­δρα ἐ­στὶν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α.» καὶ πο­ρευ­θέν­τες ἐ­κεῖ, ηὗ­ραν τὸν να­ὸν κε­χα­λα­σμέ­νον, πλὴν ὀ­λί­γον μέ­ρος ἐκ τοῦ ἁ­γί­ου βή­μα­τος ἵ­στα­το, καὶ ἀ­φ’ οὗ ἐ­κεῖ­σε ἐ­πέ­ζευ­σαν ἐκ τῶν ἵπ­πων, λέ­γει ὁ ἀρ­χι­ε­ρεύς· «ἄ­πελ­θε εἰς τὸ βῆ­μα» καὶ εἰ­σελ­θὼν ὁ ἱ­ε­ρεὺς ηὗ­ρε τὸν ἄγ­γε­λον ἱ­στά­με­νον ἐ­κεῖ­σε· καὶ λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­τι ζῇς πτω­χὲ ἱ­ε­ρεῦ; ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς λέ­γει· ναὶ ἔ­τι ζῶ· ἀλ­λὰ καὶ σὺ ἔ­τι αὐ­τοῦ ἵ­στα­σαι; καὶ λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος· κα­λῶς ἦλ­θες ἵ­να συγ­χω­ρη­θῶ­μεν συ­ναλ­λή­λως. Λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεὺς εὐ­λό­γη­σον ἅ­γι­ε ἄγ­γε­λε τοῦ Θε­οῦ, συγ­χώ­ρη­σόν μοι. Ὁ δὲ ἄγ­γε­λος εἶ­πε· συγ­χώ­ρη­σον ἐ­μοὶ σὺ πρῶ­τον, καὶ τό­τε κἀ­γὼ σοί, δι­ό­τι ἐ­ὰν συγ­χω­ρή­σω σοι πρῶ­τον, ἔ­χεις ἀ­να­λῦ­σαι* αὐ­τῇ τῇ ὥ­ρᾳ, καὶ ἐ­γὼ μέ­νω εἰς τὸν δε­σμόν. Τό­τε λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεύς· ἐ­ὰν καὶ ἐ­γὼ συγ­χω­ρή­σω σοι, ἔ­χεις πτε­ρω­θῆ­ναι καὶ ἀ­νελ­θεῖν εἰς τοὺς οὐ­ρα­νούς, καὶ ἐ­γὼ μέ­νω εἰς τὸν δε­σμόν. Τό­τε λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος· ὀ­μνύ­ω εἰς τὸν θρό­νον τοῦ Θε­οῦ τὸν ἀ­σά­λευ­τον, ὅ­τι οὐ μὴ ἀ­φή­σω σε ἐν τῷ δε­σμῷ. Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ταῦ­τα δι­ή­κου­εν ἔ­ξω­θι. Ὅ­θεν λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεὺς πρὸς τὸν ἄγ­γε­λον «ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἂς εἶ­σαι συγ­χω­ρη­μέ­νος πα­ρ’ ἐ­μοῦ τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ». Καὶ εὐ­θὺς ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἐ­πτε­ρώ­θη ὁ ἄγ­γε­λος καὶ ἔ­πτη εἰς τὸ ὕ­ψος, καὶ εἶ­πε πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· ἂς εἶ­σαι συγ­χω­ρη­μέ­νος καὶ σὺ ὦ πρε­σβύ­τε­ρε· καὶ πρὶν τε­τε­λει­ῶ­σθαι τοῦ ἀγ­γέ­λου τὴν φω­νὴν εὑ­ρέ­θη­σαν τὰ ὀ­στέ­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως σω­ρη­δὸν ἐν τῷ τό­πῳ οὗ εἰ­στή­κει. Ὅ­θεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς εἶ­πε πρὸς τὸν ἄγ­γε­λον· ὦ ἅ­γι­ε ἄγ­γε­λε, δέ­ο­μαί σου πλή­ρω­σόν μοι μί­αν αἴ­τη­σιν καὶ ψάλ­λε τι­νὰ ἀγ­γε­λι­κὸν ὕ­μνον ἵ­να ἀ­κού­σω κἀ­γώ. Ὁ δὲ ἄγ­γε­λος εἶ­πε· τοῦ­το οὐκ ἔ­στι δυ­να­τόν· ἐν ᾗ ὥ­ρᾳ ἀ­κού­σης τῆς ἀγ­γε­λι­κῆς φω­νῆς, ἀ­να­λῦ­σαι ἔ­χεις τῶν τῇ­δε· οὐκ ἔ­ξε­στι γὰρ σάρ­κα θνη­τὴν ἀ­κοῦ­σαι ἀγ­γέ­λου φω­νὴν καὶ ζῆ­σαι· πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐ­ποί­η­σας καὶ εἰς ἐ­μὲ καὶ εἰς τὸν ἱ­ε­ρέ­α με­γά­λην ἀ­γα­θω­σύ­νην μέ­νε ὀ­λί­γον ἵ­να ἀ­νέλ­θω ἕ­ως τρί­τον τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ ψάλ­λω ἐ­κεῖ­σε καὶ ἀ­κού­σας μό­λις δυ­νή­σει βα­στά­σαι. Ὅ­θεν ἀ­νελ­θὼν ἕ­ως τρί­τον οὐ­ρα­νοῦ ἔ­ψαλ­λε τὸ ἀλ­λη­λού­ϊ­α· ἐκ δὲ τῆς γλυ­κεί­ας με­λῳ­δί­ας ἔ­πε­σεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἐ­πὶ τῆς γῆς ὡ­σεὶ νε­κρός, ἕ­ως τρεῖς ὥ­ρας καὶ μό­λις καὶ χα­λε­πῶς συ­νελ­θὼν εἰς ἑ­αυ­τὸν ἀ­νέ­στη. Εἶ­τα τῷ Θε­ῷ εὐ­χα­ρι­στή­σας ὑ­πέ­στρε­ψεν εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν αὐ­τοῦ, καὶ ἔ­γρα­ψε τὴν δι­ή­γη­σιν ταύ­την τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως εἰς πολ­λῶν ὠ­φέ­λειαν, ἵ­να ἀ­κού­ον­τες καὶ ἡ­μεῖς οἱ ρά­θυ­μοι δι­ορ­θώ­με­θα, καὶ προ­σε­κτι­κοὶ καὶ σπου­δαῖ­οι γι­νώ­με­θα, κα­θα­ροί τε λο­γι­σμῶν αἰ­σχρῶν καὶ ἐ­πι­θυ­μι­ῶν ἀ­πρε­πῶν. Ὅ­τε τὴν ἱ­ε­ρω­σύ­νην ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν ὀ­φεί­λο­μεν εἶ­ναι ἀ­μέ­το­χοι λα­γνεί­ας καὶ ἀ­σελ­γεί­ας, δι­ό­τι ὁ ἔ­χων ἐ­πι­θυ­μί­αν εἰς πορ­νεί­αν καὶ εἰς σαρ­κι­κὰ καὶ εἰς ἄλ­λα πά­θη, πο­λυ­φα­γί­αν τε καὶ πο­λυ­πο­σί­αν, μέ­θην καὶ φι­λαρ­γυ­ρί­αν, μνη­σι­κα­κί­αν, κε­νο­δο­ξί­αν, ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, ἀ­νά­ξιος κα­θί­στα­ται τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης καὶ κα­τα­φρο­νη­τὴς καὶ ὑ­βρι­στὴς τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων· διὰ τοῦ­το προ­ο­φεί­λο­μεν ἀ­μί­αν­τοι ὑ­πάρ­χειν, ὅ­τε μέλ­λο­μεν πα­ρί­στα­σθαι τῇ ἁ­γί­ᾳ Τρα­πέ­ζῃ καὶ ὅ­τε τὴν φρι­κτὴν ἱ­ε­ρουρ­γί­αν ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν. Πολ­λοὶ τι­νὲς κα­τα­φρο­νη­τι­κῶς ταύ­την ἐ­πι­τε­λοῦ­σι, καὶ οὔ­τε ἐ­ξο­μο­λό­γη­σιν ποι­οῦ­σιν, οὔ­τε τὴν συ­νή­θη ἀ­κο­λου­θί­αν ψάλ­λου­σιν, ὣς μὴ μέλ­λον­τες δῆ­θεν ἀ­πο­θα­νεῖν, οἱ κα­τ’ ἐ­μὲ τά­λα­νες, ἀ­μνη­μο­νοῦν­τες τὴν φο­βε­ρὰν τοῦ Κυ­ρί­ου ρη­τὴν ἐν­το­λήν, ὁ γνοὺς τὸ θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ μὴ ποι­ή­σας, πολ­λὰ δα­ρή­σε­ται· ἤ­γουν ὅ­ποι­ος ἠ­ξεύ­ρει τὸ θέ­λη­μά μου καὶ δὲν τὸ κά­μνει, ἐ­κεῖ­νος με­γά­λως θὰ κο­λα­σθῇ. Τὸ λοι­πὸν ἀ­δελ­φοί μου ἰ­δοὺ ἐ­μά­θα­μεν, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο τι εἰς τὴν γῆν με­γα­λύ­τε­ρον τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης, οὔ­τε βα­σι­λεί­α, οὔ­τε ἄλ­λο τί­πο­τε, καὶ ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ἀ­νά­ξιος τῆς θεί­ας μυ­στα­γω­γί­ας καὶ δὲν παύ­σῃ, ἐ­κεῖ­νον ἐ­ὰν τὸν εὕ­ρῃ ὁ θά­να­τος ἀ­με­τα­νό­η­τον κο­λά­ζε­ται με­τὰ τοῦ Ἰ­ού­δα τοῦ Ἰ­σκα­ρι­ώ­του, εἰς ἐ­κεί­νην τὴν κό­λα­σιν ὅ­που ἄλ­λη χει­ρο­τέ­ρα δὲν εἶ­ναι. Τοί­νυν καὶ ἡ­μεῖς οἱ ἀ­να­γι­νώ­σκον­τες καὶ ἀ­κού­ον­τες ταῦ­τα, ἐκ­βι­α­σώ­με­θα ἑ­αυ­τοὺς ἀ­πὸ πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας, καὶ ποι­ή­σω­μεν τὸ θέ­λη­μα τοῦ φι­λαν­θρώ­που Θε­οῦ, ὅ­πως ἀ­ξι­ω­θῶ­μεν τῆς ἐκ δε­ξι­ῶν αὐ­τοῦ πα­ρα­στά­σε­ως εἰς τὴν δευ­τέ­ραν αὐ­τοῦ Πα­ρου­σί­αν, καὶ κλη­ρο­νό­μοι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν γε­νώ­με­θα με­τὰ τῶν δι­καί­ων· ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ τῷ Κυ­ρί­ῳ ἡ­μῶν, ᾧ ἡ δό­ξα καὶ τὸ κρά­τος καὶ ἡ προ­σκύ­νη­σις, σὺν τῷ ἀ­νάρ­χῳ αὐ­τοῦ Πα­τρί, καὶ τῷ Πα­να­γί­ῳ καὶ ἀ­γα­θῷ καὶ ζω­ο­ποι­ῷ αὐ­τοῦ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.


ἀ­ρι­στή­σας: ἀφοῦ προγευμάτισε.
ἐ­ξέ­στη­σαν: ἔμειναν ἔκθαμβοι.
ὑ­πο­λα­βών: ἀφοῦ ἔλαβε τὸ λόγο.
ἦν τι πρὸς αὐ­τόν: κάτι συνέβαινε μ’ αὐτόν.
εἴ­χον­το τῆς ὁ­δοῦ: πῆραν τὸ δρόμο.
ἔ­χεις ἀ­να­λῦ­σαι: μπορεῖ νὰ διαλυθεῖς.


Πη­γή: περ. Ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κη Βι­βλι­ο­θή­κη, ἀρ. 197-198, Βό­λος, Ἰ­α­νουά­ριος – Φε­βρουά­ριος 1953, σς 34-36 καὶ ἀρ. 199-200, Βό­λος, Μάρ­τιος Ἀ­πρί­λιος 1953, σς 83-85 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰ­κὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Τσικνοπέμπτη



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Τσι­κνο­πέμ­πτη


ΤΡΑΓΩΔΙΑ προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ­λο­κλη­ρώ­να­με τὸ τρί­το ἐ­πει­σό­διο: «Ὁ δό­λος, τὸ εἶ­ναι καὶ φαί­νε­σθαι, ἡ γνώ­ση καὶ ἡ ἄ­γνοι­α» ἦ­ταν τὰ βα­σι­κὰ θέ­μα­τα τῆς ἑ­νό­τη­τας.

       Στὸ χῶ­ρο τοῦ σχο­λεί­ου ἔ­τρε­χαν γε­γο­νό­τα καὶ ἀ­να­μέ­νον­ταν ἐ­ξε­λί­ξεις.

       «Τοὺς ἔ­πια­σε χθές, ὁ ἄν­τρας της σὲ ραν­τε­βου­δά­κι» εἶ­πε ἕ­να πρω­ὶ ὁ Μίλ­τος.

       Μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν μα­θη­μα­τι­κὸ καὶ τὴν Ἀγ­γλι­κοῦ. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως δὲν ἄ­νοι­ξε μύ­τη. Δὲν ἔ­μα­θα πο­τὲ ποὺ κα­τέ­λη­ξε ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀλ­λὰ ὅ­λα ἔ­δει­χναν νὰ κυ­λοῦν φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Τί­πο­τε δὲν τα­ρα­κού­νη­σε τὴν τελ­μα­τώ­δη ἀ­κι­νη­σί­α τοῦ σχο­λι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος.

       «Ἡ γέν­νη­ση τοῦ δρά­μα­τος, ὁ Δι­θύ­ραμ­βος καὶ οἱ γι­ορ­τὲς τοῦ Δι­ο­νύ­σου ἐ­πα­νά­λη­ψη γιὰ τέ­στ τὴν ἄλ­λη Τε­τάρ­τη», ἀ­να­κοί­νω­σα στὴν τρί­τη Γυ­μνα­σί­ου πα­ρα­μο­νὲς Τσι­κνο­πέμ­πτης, ἀ­πο­βλέ­πον­τας μὲ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη νὰ ἀ­φο­μοι­ω­θοῦν κά­ποι­ες βα­σι­κὲς γνώ­σεις πρὶν χα­θοῦν στὴ λή­θη τοῦ χρό­νου.

       Τὸ βρά­δυ τῆς Τσι­κνο­πέμ­πτης τὸ κέ­φι στὴν τα­βέρ­να εἶ­χε κο­ρυ­φω­θεῖ. Κρα­σί, χο­ρὸς καὶ μιὰ κα­λὴ μι­κρὴ ὀρ­χή­στρα ὁ­δή­γη­σαν σὲ ἔ­ξα­ψη καὶ ἔκ­στα­ση τοὺς φαι­νο­με­νι­κὰ ἄ­καμ­πτους στὴ σχο­λι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα συ­να­δέλ­φους. Κα­τὰ τὶς δώ­δε­κα ὅ­λοι ἦ­ταν στὴν πί­στα. Τὰ ζευ­γά­ρια ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν. «Κα­νεὶς δὲν ἦ­ταν κα­νε­νὸς» σὲ κεῖ­νο τὸ μπου­λού­κι τῶν ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νων προ­σώ­πων τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς ἄγ­γι­ζε τὴν ἱ­ε­ρὴ μα­νί­α. Τρεῖς φο­ρὲς ἕ­να χέ­ρι μοῦ χά­ι­δε­ψε τὸ σβέρ­κο καὶ πέ­ρα­σε τρυ­φε­ρὰ ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου. Δὲν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου, ἀλ­λὰ τῆς δι­ευ­θύν­τριας.

       Χα­ρά­μα­τα φύ­γα­με πα­ρα­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὴν τα­βέρ­να τοῦ χω­ριοῦ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα εἴ­χα­με κα­νο­νί­σει νὰ πᾶ­με τὰ παι­διὰ ἐκ­δρο­μή. Ὅ­λοι ἀ­πο­φεύ­γα­με με­τα­ξὺ μας νὰ κοι­τα­ζό­μα­στε γιὰ πο­λὺ στὰ μά­τια, σὰν νὰ ὑ­πῆρ­χε μυ­στι­κὴ συμ­φω­νί­α. Τὸ ὕ­φος μας, στὴ μί­νι συ­νε­δρί­α­ση ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κρα­τή­σει τὰ προ­σχή­μα­τα. Ἕ­να «ὤ­πα», ποὺ πέ­τα­ξε ὁ γυ­μνα­στής, μᾶς ἔ­κα­νε νὰ ξε­σπά­σου­με σὲ ἕ­να σύν­το­μο γέ­λιο.

       Τὴ Δευ­τέ­ρα κου­βεν­τι­ά­ζον­τας τὸ θέ­μα τῆς συ­ζυ­γι­κῆς πί­στης στὴν «Ἑ­λέ­νη», προ­σπά­θη­σα νὰ ἐμ­βα­θύ­νουν οἱ μα­θη­τὲς στὴν ἔν­νοι­α τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τῆς πε­ρι­πέ­τειας. Δὲν ἔ­δει­ξαν νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ δύ­ο.

       Στὸ τέ­λος τῆς ἑ­βδο­μά­δας ὁ Μίλ­τος μὲ πλη­σί­α­σε στὸ τρί­το δι­ά­λειμ­μα καὶ ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κὰ στὸ αὐ­τί μου: «Ἔ­χου­με δι­α­ζύ­γιο.»

       Ἔκ­πλη­κτος σή­κω­σα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­να καὶ κοί­τα­ξα τὸν μα­θη­μα­τι­κὸ ποὺ κα­θό­ταν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς αἴ­θου­σας. «Ὄ­χι αὐ­τός», μουρ­μού­ρι­σε πά­λι ὁ Μίλ­τος. «Ὁ Κώ­στας».

       Μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν Κώ­στα ποὺ δί­δα­σκε τὸ μά­θη­μα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ὁ Κώ­στας ἦ­ταν κον­τὰ στὰ πε­νῆν­τα πέν­τε. Εἴ­κο­σι χρό­νια παν­τρε­μέ­νος, μὲ τρί­α παι­διά.

       «Κρί­μα, εἶ­πα. Πο­λὺ κρί­μα. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ ὑ­παί­τιος;» ρώ­τη­σα μὲ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Μίλ­τος ὕ­ψω­σε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ βλέμ­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε μὲ νό­η­μα τὴ δι­ευ­θύν­τρια, ἡ ὁ­ποί­α μὲ γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη φω­το­τυ­ποῦ­σε ἔγ­γρα­φα στὸ μο­να­δι­κὸ φω­το­τυ­πι­κὸ τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ μας σχο­λεί­ου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν πα­λιὸ καὶ κα­θὼς λει­τουρ­γοῦ­σε βογ­κοῦ­σε καὶ βρυ­χό­ταν. Ὁ ἦ­χος του ἔ­μοια­ζε μὲ ἠ­χὼ ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε ἀ­πὸ βα­θιὰ δαι­δα­λώ­δη σπη­λιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­τη­ς (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­τω­ν Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρα­ς (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009), Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶ­ν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014) καὶ Κα­τὰ μῆ­κος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὁ­δοῦ (Εὔ­μα­ρος 2019).



		

	

Αὐ­γὴ Λίλ­λη: Κρέας


 

Αὐ­γὴ Λίλ­λη


Κρέ­ας


ΓΚΑΒΙΑ’ΤΙΝΑ, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα. Οἱ πρῶ­τες λέ­ξεις ποὺ ἔ­μα­θα, οἱ μό­νες ποὺ θυ­μᾶ­μαι. Τώ­ρα νὰ μὲ ρω­τή­σεις πῶς εἶ­ναι, ἂς ποῦ­με, τὸ εὐ­χα­ρι­στῶ στὰ ρώ­σι­κα, θὰ κά­νω καὶ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νὰ σοῦ πῶ σπα­σίμ­πα. Βο­δι­νό, ἀρ­νί, κο­τό­που­λο – σασ­λίκ, στὴ σού­βλα. Τὸ κα­λύ­τε­ρο κρέ­ας ποὺ ἔ­χω φά­ει πο­τέ. Τρί­α χρό­νια ἔ­κα­τσα. Κα­λὰ ἤ­τα­νε, δὲν ἔ­χω πα­ρά­πο­νο. Βα­ρε­τὰ κά­πο­τε μέν, ὁ χει­μώ­νας δὲν τὸ κου­νοῦ­σε. Στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση νὰ δι­αρ­κοῦ­σε ἕ­ξι μῆ­νες, στὴ χει­ρό­τε­ρη ὀ­κτώ. Χει­μώ­νας ὅ­μως, ὄ­χι ἀ­στεῖ­α! Πλὴν τριά­ντα, πλὴν σα­ράν­τα καὶ βά­λε. Στοὺς πλὴν εἴ­κο­σι καὶ στοὺς πλὴν δε­κα­πέν­τε ἔ­λε­γες μπαί­νει ἡ ἄ­νοι­ξη ἢ σερ­γι­α­νά­ει ἀ­κό­μα τὸ φθι­νό­πω­ρο. Ἡ Πα­ρα­σκευ­ή μας ὅ­μως ἦ­ταν στα­θε­ρή, βρέ­ξει —ποὺ δὲν ἔ­βρε­χε—, χι­ο­νί­σει —ποὺ χι­ό­νι­ζε τοῦ πού­στη—, φυ­σή­σει, ποὺ φύ­σα­γε ἀ­έ­ρας σο­βα­ρός, νὰ σὲ πά­ρει καὶ νὰ σὲ ση­κώ­σει. Ἡ Πα­ρα­σκευ­ὴ σή­μαι­νε Café Real. Ἦ­ταν τρι­ώ­ρο­φο τὸ μα­γα­ζί, ἀ­πί­στευ­τα κὶτς —παρ­δα­λὲς κουρ­τί­νες, πλα­στι­κὰ λου­λού­δια, τέ­τοι­α— καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ φω­τει­νό. Καὶ κυ­ρί­ως θο­ρυ­βῶ­δες. Ἡ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σῶν. Τὸ ἔ­χουν αὐ­τὸ οἱ ντό­πιοι. Ἀ­κοῦ­νε τὰ πάν­τα καὶ παν­τοῦ στὴ δι­α­πα­σῶν. Πᾶς στὸ μπάρ, φω­νά­ζεις. Μπαί­νεις στὸ τα­ξί, δυ­να­μώ­νει ὁ τα­ξι­τζῆς τὴ μου­σι­κὴ μὲ τὸ ποὺ σὲ βλέ­πει, φω­νά­ζεις – νὰ τὸ χα­μη­λώ­σει. Δὲν κα­τά­λα­βα πο­τὲ για­τί. Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς λί­γες τέ­χνες, ἡ μου­σι­κή, ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν. Τί νὰ ἀ­να­πτύ­ξεις μὲ τέ­τοι­α βα­ρυ­χει­μω­νιά, ἐ­ξάλ­λου; Τὴ μου­σι­κή, μό­νο μὲ ἕ­να δί­χορ­δο ντόμ­πρα δη­λα­δή, καὶ τὴν ποί­η­ση. Γιὰ θέ­α­τρο, ζω­γρα­φι­κὴ οὔ­τε λό­γος. Στὸ Café Real λοι­πὸν πη­γαί­να­με κά­θε Πα­ρα­σκευ­ή – ἦ­ταν τὸ πα­νη­γυ­ρι­κὸ κλεί­σι­μο ἄλ­λης μιᾶς δύ­σκο­λης ἑ­βδο­μά­δας. Καὶ κα­θό­μα­σταν πάν­τα στὸν τρί­το ὄ­ρο­φο. Πα­ραγ­γέλ­να­με σασ­λὶκ γκα­βι­ά­τι­να, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα. Οἱ με­ρί­δες ἦ­ταν τε­ρά­στι­ες, τὰ κομ­μά­τια τῆς σού­βλας με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως, ἀλ­λὰ κομ­μέ­να κα­λά: ἄ­φθο­να κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­να κομ­μά­τια ψη­τοῦ κρέ­α­τος ἔ­κα­ναν τὸ κα­λύ­τε­ρο σασ­λὶκ σὲ ὅ­λη τὴν πό­λη, μὴ σοῦ πῶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ χώ­ρα! Ζου­με­ρὸ ὅ­σο πρέ­πει, ψη­μέ­νο ὅ­σο πρέ­πει, μὲ λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἁ­λά­τι ἀ­πὸ ὅ,τι θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ ἕ­ναν Με­σο­γεια­κὸ μὲ χο­λη­στε­ρό­λη, πί­ε­ση καὶ τὰ τοια­ῦτα, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σο πραγ­μα­τι­κὰ πρέ­πει. Τρώ­γα­με σὰν νὰ ἤ­μα­σταν αἰ­ώ­νια πει­να­σμέ­νοι, ἀλ­λὰ μα­σού­σα­με ἀρ­γά. Ἀρ­γά, σὰν νὰ μὴ θέ­λα­με νὰ ἀ­δειά­σουν πο­τὲ οἱ πι­α­τέ­λες μὲ τὸ κρέ­ας. Καὶ με­τά, κα­τὰ τὶς ἐν­τε­κά­μι­σι, ἔ­βγαι­ναν τὰ κο­ρί­τσια. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­νά­μω­νε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, τὰ φῶ­τα μό­νο τό­τε χα­μή­λω­ναν, γιὰ νὰ ἁ­πλώ­σουν στὸν χῶ­ρο πρά­σι­να καὶ κόκ­κι­να φω­το­ρυθ­μι­κὰ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς. Καὶ ἔ­βγαι­ναν. Καὶ χό­ρευ­αν. Ἀ­να­το­λί­τι­κα. Κά­τι μπού­τια, κά­τι στή­θη, ἕ­να λί­κνι­σμα συγ­χρο­νι­σμέ­νο καὶ νω­χε­λι­κὸ καὶ τὰ δά­χτυ­λα νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ­νε θελ­κτι­κὰ ἀ­πὸ τοὺς καρ­πούς… Καὶ ἐ­μεῖς νὰ θαυ­μά­ζου­με καὶ νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­με ἀρ­γὰ ἀ­κό­μα γκα­βι­ά­τι­να, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα ἀ­πὸ τὶς γεν­ναι­ό­δω­ρες πι­α­τέ­λες. Ναί, στὸ Café Real σέρ­βι­ραν τὸ κα­λύ­τε­ρο κρέ­ας. Νὰ μὴν ξέ­ρεις τί νὰ πρω­το­φᾶς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα


ΝΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ παν­τρε­μέ­νη γυ­ναί­κα καὶ μὴ μπο­ρών­τας νὰ τὴ δε­λε­ά­σει, ἔ­πια­σε ἕ­να μά­γο καὶ τοῦ εἶ­πε: «Κά­νε την νὰ μὲ ἀ­γα­πή­σει ἢ κά­νε κά­τι γιὰ νὰ τὴ δι­ώ­ξει ὁ ἄν­τρας της.» Καὶ ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ μά­γος τὴν ἀ­μοι­βή, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὶς μα­γι­κές του μαγ­γα­νεῖ­ες καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται φο­ρά­δα. Ὅ­ταν ἦρ­θε λοι­πὸν ὁ ἄν­τρας της ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ τὴν εἶ­δε, ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ποὺ στὸ κρε­βά­τι του ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη μιὰ φο­ρά­δα. Κλαί­ει καὶ ὀ­δύ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος· μι­λά­ει στὸ ζῶ­ο καὶ ἀ­πάν­τη­ση δὲν παίρ­νει. Πα­ρα­κα­λεῖ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τοῦ χω­ριοῦ· τοὺς φέρ­νει μέ­σα, τοὺς τὴ δεί­χνει καὶ λύ­ση δὲν βρί­σκει. Ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες οὔ­τε χόρ­το ἔ­φα­γε ὡς φο­ρά­δα, οὔ­τε ψω­μὶ ὡς ἄν­θρω­πος, στε­ρη­μέ­νη κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο τρο­φές. Τε­λι­κά, γιὰ νὰ δο­ξα­σθεῖ ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ φα­νεῖ ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου, ἦρ­θε λο­γι­σμὸς στὸν ἄν­τρα της νὰ τὴν πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο· καὶ ἀ­φοῦ τῆς ἔ­βα­λε κα­πί­στρι σὰν ἄ­λο­γο, τὴν πῆ­γε στὴν ἔ­ρη­μο. Κα­θὼς λοι­πὸν πλη­σί­α­ζαν, στά­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοὶ κον­τὰ στὸ κελ­λὶ τοῦ Μα­κα­ρί­ου, ἐ­πι­τι­μών­τας τὸν ἄν­τρα της καὶ λέ­γον­τας: «Τί τὴν ἔ­φε­ρες ἐ­δῶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά­δα;» Καὶ τοὺς λέ­ει: «Γιὰ νὰ ἐ­λε­η­θεῖ». Τοῦ λέ­νε: «Καὶ τί ἔ­χει;» Τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναί­κα του καὶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἄ­λο­γο, καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι τρεῖς μέ­ρες ποὺ δὲν ἔ­χει φά­ει τί­πο­τα. Τὸ ἀ­να­φέ­ρουν στὸν Ἅ­γιο ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ προ­σευ­χό­ταν· δι­ό­τι τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ προ­σευ­χό­ταν γι’ αὐ­τήν. Ἀ­πο­κρί­νε­ται λοι­πὸν στοὺς ἀ­δελ­φοὺς ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος καὶ τοὺς λέ­ει: «Ἐ­σεῖς εἶ­στε ἄ­λο­γα, ποὺ ἔ­χε­τε μά­τια ἀ­λό­γων. Δι­ό­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε, πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῶν ἀ­πα­τη­μέ­νων.» Καὶ ἀ­φοῦ εὐ­λό­γη­σε νε­ρὸ καὶ τὴν πε­ρι­έ­λου­σε κα­θὼς ἦ­ταν γυ­μνή, εὐ­χή­θη­κε· καὶ ἀ­μέ­σως τὴν ἔ­κα­νε νὰ φα­νεῖ σὲ ὅ­λους γυ­ναί­κα. Κι ἀ­φοῦ τῆς ἔ­δω­σε τρο­φή, τὴν ἔ­κα­με νὰ φά­ει, καὶ τὴν ἀ­πέ­λυ­σε μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἐ­νῶ αὐ­τὴ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὸν Κύ­ριο. Καὶ τὴ συμ­βού­λευ­σε λέ­γον­τας: «Νὰ μὴ λεί­ψεις πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, οὔ­τε νὰ ἀ­πό­σχεις ἀ­πὸ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α· δι­ό­τι αὐ­τὰ σοῦ συ­νέ­βη­σαν, ἐ­πει­δὴ γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες δὲν προ­σῆλ­θες στὰ μυ­στή­ρια.»



Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 1980, σς 54-55.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Χαρ­τί, ψα­λί­δι



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Χαρ­τί, ψα­λί­δι

(Paper, Scissors) 


ΚΕΦΤΟΤΑΝ τί θὰ συ­νέ­βαι­νε ἂν εἶ­χε κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Γιὰ μιὰν ἐ­λά­χι­στη στιγ­μὴ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του ἡ εἰ­κό­να τοῦ σπι­τιοῦ του, γε­μά­το ἀ­πὸ προ­σεγ­μέ­νους, κομ­ψευ­ό­με­νους, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες καὶ ἀ­πάν­θρω­πα εὐ­γε­νεῖς ἀν­θρώ­πους. Τὰ που­κά­μι­σά τους θὰ ἦ­ταν γα­μι­στε­ρά, καὶ ἡ γρα­βά­τα ἑ­νὸς ἐξ αὐ­τῶν θά ’­ταν ἀ­νε­κτὴ πλὴν ἐ­λα­φρῶς ἐκ­κεν­τρι­κή, – ἂς ποῦ­με, ἐ­λα­χί­στως που­ὰ μὲ δι­ά­σπαρ­τα, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα ἔν­το­να κόκ­κι­να σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τὴ τοῦ ἔ­φε­ρε ἀ­να­γού­λα. Ἔ­στρε­ψε γιὰ ἀ­κό­μα μί­α φο­ρὰ τὸ βλέμ­μα του στὸ ση­μεί­ω­μα ποὺ ἀ­να­γρά­φον­ταν τὰ λύ­τρα. Γά­μα τα. Τὸ πο­σὸ ποὺ ζη­τοῦ­σαν ἦ­ταν ἀ­σύλ­λη­πτο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸ ση­μεί­ω­μα, πλά­ι στὸ μα­ξι­λά­ρι του, ἤ­λεγ­ξε καὶ πά­λι τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ του ἐ­πι­με­λῶς. Δὲ βρῆ­κε τί­πο­τα, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σκό­νη καὶ μιὰ μα­κριὰ λευ­κὴ κλω­στὴ ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ρα­φές. Κι ἔ­πει­τα ξα­να­δι­ά­βα­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι τη­λε­φω­νοῦ­σε στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα – ἕ­να εὐ­γε­νι­κό, πλού­σιο, ἤ­πιο καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἄ­το­μο, ὁ πλου­σι­ό­τε­ρος ἄν­θρω­πος ποὺ γνώ­ρι­ζε. Μὰ ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὴν τὸ πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στα ὑ­ψη­λό. Θὰ πλάν­τα­ζε στὸ κλά­μα σκε­πτό­με­νη τὴν κα­ϋ­μέ­νη Λώ­ρα κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α θὰ τὴν ἀ­νέ­κρι­νε. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, δὲ θὰ λο­γι­ζό­ταν ὕ­πο­πτη: ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μῆ­νες, βρι­σκό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ νὰ γεν­νή­σει τὸν δεύ­τε­ρο γιό της, ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κό, δυ­να­τὸ κοκ­κι­νο­μάλ­λη, ποὺ εἶ­χε τὰ στρα­βὰ αὐ­τιὰ καὶ τὴ μι­κρὴ σὰν κουμ­πὶ μύ­τη τοῦ νέ­ου της συ­ζύ­γου. Θυ­μή­θη­κε τὸ ἀ­χόρ­τα­γο συ­ναί­σθη­μα ποὺ βί­ω­σε ὅ­ταν εἶ­δε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη τους πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, τὸ πρω­τό­γο­νο πά­θος νὰ ἐν­το­πί­σει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του στὸ πορ­φυ­ρό, σχε­δὸν ἀ­σχη­μά­τι­στο πρό­σω­πό της. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε κοκ­κι­νο­μάλ­λα οὔ­τε εἶ­χε στρα­βὰ αὐ­τιά· χρει­ά­στη­καν κά­να δυ­ὸ χρό­νια γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὰ φρύ­δια τῆς Βε­ρό­νι­κας ἔ­μοια­ζαν μὲ τὰ δι­κά του. Ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα ἕ­νε­κα τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σής της. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ βρῆ­κε τὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὰ λύ­τρα.  «Κρα­τᾶ­με τὴ γυ­ναί­κα σου», ἔ­λε­γε. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν δι­α­στη­μι­κό. Πρὶν τέσ­σε­ρις μῆ­νες, τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­θα­βε τὴν μη­τέ­ρα του, ἑ­κα­τὸ σχε­δὸν ἄ­το­μα τὸν ἄγ­γι­ξαν, τὸν ἀγ­κά­λια­σαν, τὸν ἀ­κούμ­πη­σαν σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του. Κοί­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα του. Ἡ Λώ­ρα κοι­μό­ταν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό, ὡς συ­νή­θως. Ἕ­να ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ἁ­πα­λὸ φῶς ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὶς κα­φὲ κουρ­τί­νες ἔ­κα­νε τὸ πρη­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο πρό­σω­πό της νὰ μοιά­ζει βα­θυ­κόκ­κι­νο. Ἑ­κα­τὸ πε­ρί­που ἄ­το­μα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ με­γά­λο πλῆ­θος, γε­μά­το μὲ τσέ­πες. Δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὸ πο­σό αὐ­τό. Τρά­βη­ξε τὸ ψα­λι­δά­κι γιὰ τὰ νύ­χια ἀ­πὸ τὴ δερ­μά­τι­νή του θή­κη, ἔ­κο­ψε τὸ ση­μεί­ω­μα σὲ με­γά­λα ἀ­κα­νό­νι­στα κομ­μά­τια καὶ τὰ το­πο­θέ­τη­σε πά­νω στὴν γκρι­ζω­πὴ στε­γνὴ γλώσ­σα τῆς Λώ­ρας. Ἔ­λα, σκέ­φτη­κε, ρού­φα τα μέ­σα. Ἄν­τε, ρού­φα τα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Ἡ Λινὸρ Γκοράλικ (Li­nor Go­ra­lik / Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Πρῶτο του βιβλίο: Τὰ Καναρίνια (ποίηση, Σμίλη, 2019). Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


 

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης: Ὁ ξε­χω­ρι­στός



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Ὁ ξε­χω­ρι­στός


Ι ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ τῆς πα­ρέ­ας τοῦ κομ­μω­τη­ρί­ου ἦ­ταν ἡ με­σό­κο­πη νέ­γρα λε­σβί­α, ὁ τε­τρα­πλη­γι­κὸς χε­βυ­με­τα­λᾶς, ἡ ἐ­νε­νην­τά­χρο­νη κα­πνί­στρια καὶ ἡ ἀ­ναι­μι­κὴ φοι­τή­τρια μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση. Ἐ­πί­σης ἡ ἴ­δια ἡ κομ­μώ­τρια, ποὺ μᾶλ­λον τά ‘χε μὲ τὴ νέ­γρα : ἀ­φρά­τη, μὲ παι­δι­κὸ προ­σω­πά­κι, γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας καὶ γκρί­ζα μαλ­λιὰ σὲ κο­τσι­δά­κια. Στὸ κομ­μω­τή­ριό της ὅ­λα ἦ­ταν πα­ρά­ξε­να, ἀ­π’ τὸν πο­λύ­χρω­μο πάγ­κο μὲ τοὺς στρα­βοὺς κα­θρέ­φτες μέ­χρι τὶς ρε­τρὸ κρε­μά­στρες γιὰ τὰ μπου­φὰν καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κη­που­ρι­κῆς γιὰ τὴν ἀ­να­μο­νή. Ἐ­κεῖ­νος, πα­ρό­λο ποὺ ἔ­με­νε στὴν πα­ρα­δι­πλα­νὴ γει­το­νιά, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ κά­ποι­α ἄ­σκο­πη βόλ­τα του χω­μέ­νο σ’ ἕ­να στε­νό, δι­έ­νυ­ε εὐ­χα­ρί­στως ὅ­λη τὴν πα­ρα­πά­νω ἀ­πό­στα­ση γιὰ νὰ κου­ρεύ­ε­ται ἐ­κεῖ. Τὸν πεί­ρα­ζε ὡ­στό­σο ποὺ τοῦ φέ­ρον­ταν δι­στα­χτι­κά, συγ­κρα­τη­μέ­να, ἂν καὶ εὐ­γε­νι­κὰ καὶ μὲ λε­πτό­τη­τα, σὰ νὰ τοὺς δι­α­τά­ρασ­σε ἀ­π’ τὴ μιὰ τὴ συ­νω­μο­τι­κή τους ἡ­συ­χί­α καὶ σὰ νὰ φο­βοῦν­ταν ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη μὴν τὸν δυ­σα­ρε­στή­σουν γιὰ κά­ποι­ο λό­γο. Ἐ­πέ­με­νε ὅ­μως νὰ πη­γαί­νει καὶ νὰ πα­σχί­ζει νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει, ὥ­σπου ἄρ­χι­σαν νὰ σχη­μα­τί­ζον­ται εἰ­λι­κρι­νῆ χα­μό­γε­λα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα καὶ οἱ κου­βέν­τες νὰ μὴν στα­μα­τοῦν. Ἡ νέ­γρα τώ­ρα θὰ τοῦ μι­λοῦ­σε μὲ ἄ­νε­ση γιὰ τὴν πα­τρί­δα της, ἡ φοι­τή­τρια μὲ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση θὰ τὸν γλυ­κο­κοί­τα­ζε καὶ ἡ κομ­μώ­τρια θὰ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν ποὺ ἡ θε­ρα­πεί­α γιὰ τὴν τρι­χό­πτω­ση ποὺ τοῦ ‘χε προ­τεί­νει δὲν ἔ­πι­α­νε. Δὲν δι­έ­φε­ρε πιὰ ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους ἐ­κεῖ μέ­σα. Τό­τε ἦ­ταν πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, ἐ­πέ­λε­ξε τε­λι­κὰ ἕ­να ἄλ­λο, ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νο κομ­μω­τή­ριο, πο­λὺ κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ὑ­πέ­θε­σε πὼς θὰ τὸν κού­ρευ­αν ὅ­πως καὶ παν­τοῦ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός


ΛΕΓΕ ὁ ἀβ­βᾶς Σαβ­βά­τιος: «Ὅ­ταν ἡ­σύ­χα­ζα στὴ λαύ­ρα τοῦ ἀβ­βᾶ Φιρ­μί­νου, ἦρ­θε κά­ποι­ος λη­στὴς στὸν ἀβ­βᾶ Ζώ­σι­μο τὸν Κί­λι­κα καὶ πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὸ γέ­ρον­τα κι ἔ­λε­γε: “Κά­νε ἀ­γά­πη, γιὰ τὸ Θε­ό, για­τὶ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νος πολ­λῶν φό­νων. Κά­νε με μο­να­χό, γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω στὸ ἑ­ξῆς ἀ­πὸ τὰ κα­κά μου”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε τὸν νου­θέ­τη­σε καὶ τὸν ἔ­κα­νε μο­να­χὸ δί­νον­τάς του καὶ τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα. Με­τὰ λί­γες μέ­ρες ὅ­μως τοῦ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: “Πί­στε­ψέ με, παι­δί μου, δὲν μπο­ρεῖς νὰ μεί­νεις ἐ­δῶ, για­τὶ, ἂν τὸ ἀ­κού­σει ὁ ἄρ­χον­τας, θὰ σὲ πιά­σει. Τὸ ἴ­διο κι οἱ ἐ­χθροί σου θὰ ἔρ­θουν καὶ θὰ σὲ σκο­τώ­σουν. Ὅ­μως ἄ­κου­σέ με καὶ σὲ στέλ­νω σὲ κοι­νό­βιο μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ.” Καὶ τὸν ἔ­φε­ρε στὸ κοι­νό­βιο τοῦ ἀβ­βᾶ Δω­ρο­θέ­ου κον­τὰ στὴ Γά­ζα καὶ στὸ Μα­ϊ­ου­μᾶ. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ ἐν­νιὰ χρό­νια κι ἔ­μα­θε τὸ Ψαλ­τή­ρι κι ὅ­λη τὴ μο­να­χι­κὴ πο­λι­τεί­α, ἀ­νε­βαί­νει ξα­νὰ στὴ λαύ­ρα τοῦ Φιρ­μί­νου πρὸς τὸν γέ­ρον­τα καὶ τοῦ λέ­ει: “Κύ­ρι­ε ἀβ­βᾶ, κά­νε ἔ­λε­ος σὲ μέ­να, δῶ­σ’ μου τὰ ροῦ­χα μου τὰ κο­σμι­κὰ καὶ πά­ρε τὰ μο­να­χι­κά”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε λέ­ει λυ­πη­μέ­νος πρὸς αὐ­τόν: “Για­τί παι­δί μου;” Ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ εἶ­πε: “Νά, ὅ­πως ξέ­ρεις, πά­τερ, ἔ­χω ἐν­νιὰ χρό­νια στὸ κοι­νό­βιο καὶ νή­στε­ψα κι ἐγ­κρα­τεύ­τη­κα ὅ­σο μπο­ροῦ­σα καὶ ἔ­ζη­σα μὲ πολ­λὴ ἡ­συ­χί­α καὶ φό­βο Θε­οῦ ‘ἐν ὑ­πο­τα­γῇ’ καὶ γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ἡ ἀ­γα­θό­τη­τά Του μοῦ συγ­χώ­ρη­σε τὰ πολ­λά μου κα­κά, ἀλ­λὰ βλέ­πω κά­θε τό­σο ἕ­να παι­δὶ νὰ μοῦ λέ­ει: ‘Για­τί μὲ σκό­τω­σες;’ Αὐ­τὸ βλέ­πω στὸν ὕ­πνο καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὴν τρά­πε­ζα νὰ μοῦ λέ­ει αὐ­τὰ καὶ δὲν μ’ ἀ­φή­νει οὔ­τε ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ λοι­πόν, πά­τερ, θέ­λω νὰ φύ­γω, γιὰ νὰ πε­θά­νω ὑ­πὲρ τοῦ παι­διοῦ, για­τὶ σκό­τω­σα τὸ παι­δὶ χω­ρὶς λό­γο.” Πῆ­ρε λοι­πὸν τὰ ροῦ­χα, τὰ φό­ρε­σε, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴ λαύ­ρα καὶ πῆ­γε στὴ Δι­ό­σπο­λη, ὅ­που τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸν ἔ­πια­σαν καὶ τὸν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν.»



Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφρ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἐκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σς 181-182.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]