Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renee Thompson): Πε­ρι­ου­σια­κὰ στοι­χεῖ­α



Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renée Thompson)


Πε­ρι­ου­σια­κὰ στοι­χεῖ­α

(Assets)


ΘΕΛΑ νὰ σοῦ πῶ ἀ­πὸ κον­τὰ ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ γυ­ρί­σω σπί­τι», εἶ­πε ἡ Σά­ρα. «Θέ­λω δι­α­ζύ­γιο.» Ἔ­πι­α­σε τὸ πο­τό της κι ἤ­πι­ε μιὰ γου­λιά, ἀλ­λὰ ἡ κί­νη­ση ἦ­ταν ἀ­δέ­ξια, ἀ­μή­χα­νη. Ὁ Μπὲν κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲν τῆς ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Τὸ εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε.

       «Πῆ­γα σὲ δι­κη­γό­ρο», συ­νέ­χι­σε. «Λέ­ει ὅ­τι δι­και­οῦ­μαι τὸ μι­σὸ ράν­τσο καὶ τὴ μι­σὴ ἐ­πι­χεί­ρη­ση – ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν θὰ τό ’­κα­να πο­τέ, νὰ σοῦ πά­ρω τὴ δου­λειά.»

       «Ὅ­μως τὸ μι­σὸ ράν­τσο; Αὐ­τὸ δὲν ἔ­χεις πρό­βλη­μα νὰ τὸ πά­ρεις, ἔ;»

       «Τὸ ράν­τσο εἶ­ναι καὶ δι­κό μου», εἶ­πε κι ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ πιά­σει τὴν τσάν­τα της. Ση­κώ­θη­κε, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο καί, κα­θὼς βά­δι­ζε πί­σω ἀ­π’ τὸν Μπέν, ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­να­δεύ­τη­κε καὶ ξαφ­νι­κὰ ζε­στά­θη­κε. Ὁ Μπὲν τὴν αἰ­σθάν­θη­κε ποὺ κον­το­στά­θη­κε δι­στα­κτι­κή. Κι ἔ­πει­τα ὁ ἀ­έ­ρας δρό­σι­σε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε φύ­γει, ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­θό­ρυ­βα τὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renée Thompson) γεν­νή­θη­κε στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Ἔ­γρα­ψε δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὴ Γέ­φυ­ρα στὸ Βα­λεν­τά­ιν (The Bridge at Valentine) καὶ τὸν Κυ­νη­γὸ τοῦ φτε­ροῦ (The Plume Hunter). Σπού­δα­σε Πε­ρι­βαλ­λον­το­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Σα­κρα­μέν­το. Κα­τὰ και­ροὺς ἔ­χει ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τῶν ΗΠΑ, εἴ­τε κον­τὰ σὲ κα­τα­φύ­για ἄ­γριας ζω­ῆς εἴ­τε ἐν­τός των ὁ­ρί­ων τους. Σή­με­ρα ζεῖ στὸ Φόλ­σομ τῆς Κα­λι­φόρ­νιας.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.


			

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου: Vice versa



Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου


Vice versa

 

ΚΑΝΑΝ ἔ­ρω­τα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ Λί­μα τοῦ Πε­ροῦ. Ἦ­ταν τὸ πρῶ­το τους τα­ξί­δι. Μοι­ρά­ζον­ταν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι ἀλ­λὰ καὶ τὴν φι­λο­σο­φί­α τοῦ ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Καὶ μιὰ καὶ γνω­ρί­στη­καν λί­γο πρὶν τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς ἀ­πο­φά­σι­σαν τὸ πρῶ­το τους τα­ξί­δι νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Στὸ Νό­τιο Ἠ­μι­σφαί­ριο. Ἐ­κεῖ ποὺ τὰ ἀ­στέ­ρια τοῦ οὐ­ρά­νιου θό­λου εἶ­ναι ἀν­τί­στρο­φα. Ὅ­πως καὶ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἄλ­λω­στε στὴ σχέ­ση τους. Ἀν­τί­στρο­φα, του­λά­χι­στον, γιὰ τὴ συμ­βα­τι­κὴ λο­γι­κή. Ἐ­κεί­νη 39, ἐ­κεῖ­νος 31. Ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ τὸ Νό­το, ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ τὸ Βορ­ρᾶ. Ἐ­κεί­νη δη­μό­σια ὑ­πάλ­λη­λος, ἐ­κεῖ­νος τρα­γου­δι­στής. Συ­ναν­τή­θη­καν σὲ ἕ­να θέ­α­τρο. Ἐ­κεῖ ἀν­τάλ­λα­ξαν ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρα­τε­τα­μέ­νο καὶ βα­θὺ βλέμ­μα. Τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρε ποι­ός ἦ­ταν. Τῆς τὸ εἶ­πε ἡ φί­λη της ποὺ τὴ συ­νό­δευ­ε. Κι ἀ­πὸ τό­τε ἡ φω­νή του ἕν­τυ­σε τὶς ἀ­νέ­ρα­στες νύ­χτες τῆς ἰ­δα­νι­κῆς σχέ­σης τους. Ἀ­νέ­ρα­στες για­τί δὲν ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ­νος. Ἰ­δα­νι­κὴ για­τί δὲν ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ­νος καὶ ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως καὶ ὅ­που τὰ ἤ­θε­λε ἐ­κεί­νη. Για­τὶ ἡ σχέ­ση τους ξε­κί­νη­σε καὶ τε­λεί­ω­σε σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρα­τε­τα­μέ­νο καὶ βα­θὺ βλέμ­μα ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τὰ κε­νὰ καὶ τὶς λα­χτά­ρες της.



Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­σμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ὰ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρὰ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Δυσλειτουργία



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Δυσ­λει­τουρ­γί­α


K. ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν Z. ἕ­να δῶ­ρο ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­ποι­ου προ­σώ­που ἐ­πι­θυ­μεῖ διὰ τῆς τέ­χνης τῆς μα­γεί­ας.

       Μό­λις τοῦ ἔ­δω­σε τὸ ρα­βδὶ ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ ἔ­δι­νε στὸν Ζ. τὴν ἐν λό­γῳ μα­γι­κὴ δύ­να­μη, ὁ Ζ. ἄγ­γι­ξε ἀ­μέ­σως μὲ αὐ­τὸ τὸν ὦ­μο τῆς Κ.

       Ἡ Κ. τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὸ δῶ­ρο δὲν λει­τουρ­γεῖ.


 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ilías Zachariadis: Anochece



Ilías Zachariadis


Anochece


Cada uno está solo sobre el corazón de la tierra
traspasado por un rayo de sol:
y de pronto anochece.
Salvatore Quasimodo
 

VANZA por la playa, de vez en cuando echa un vistazo al camino, después su mirada vuelve al mar que se extiende inmóvil y, arropado por la luz del día que se marcha, le vienen a la mente fragmentos de conversaciones, imágenes tiernas, eróticas, un hombro, una cintura, un pecho, un glúteo, miradas femeninas atraídas por un cuerpazo de uno noventa que sale del mar, el zumbido de las promesas en la arena. Terminó el Verano se vaciaron las playas, se perdieron oportunidades y siente la necesidad de enamorarse de ser objeto de deseo.

       Su mirada capta una figura esbelta que se acerca, se decide allí mismo, es su oportunidad. La mujer se detiene, saluda, extiende la mano hacia su brazo, su oportunidad, la conoce desde hace mucho, tal vez hubo algo entre ellos, se decide allí mismo, tan oficialmente como sea posible, «quiero casarme contigo». La mujer comprende que habla en serio, le dice «tu mujer está aquí a tu lado, tienes hijos y nietos y, al fin y al cabo, ¿para qué quieres casarte pasados ya los ochenta?».

       Se retira, atraviesa pasillos, escaleras, sótanos, busca pedacitos de vida que se le escapan, su mirada vuelve de nuevo hacia el mar, las barcas van y vienen, se deslizan sin ruido sobre el agua y su necesidad de enamorarse está ahí, insistente, no se ha movido ni un paso, ni siquiera un poco, mientras el mar sigue en calma.



Fuente: página web ΠλανόδιονΙστορίες Μπονζάι, 21 de septiembre de 2019.

Ilías Zachariadis [Ηλίας Ζαχαριάδης]. Ha nacido en la isla de Icaria y vive en Atenas. Es psiquiatra.

Traducción: Natalia Velasco Urquiza. Revisión: Konstantinos Paleologos.



		

	

Stathis Koutsounis: Cerezas



Stathis Koutsounis


Cerezas

 

— ¿VAMOS a por cerezas?

       La propuesta tuvo lugar en el único recreo del horario de tarde. Eran alrededor de las cuatro y en una hora saldríamos de clase. Lo propuso Diamandís. No a todos, solo a Dina, a Yanis y a mí. No sé si nos escogió o si simplemente se topó de casualidad con nosotros en el mismo momento en que le vino la idea. Diamandís era un año mayor y mucho más alto y robusto que nosotros. Había suspendido y repetía curso. Estábamos en segundo de primaria.

       La reacción fue entusiástica.

       — Síííííí, exclamamos todos a la vez, sin pensarlo.

       Durante la hora de la clase estaba tan emocionado que no le prestaba atención a la maestra, una mujer gorda y cascarrabias, con un moño en lo alto de la cabeza que parecía un casco medieval. Me gustaba mucho Dina, quería estar con ella todo el rato, pero Diamandís también le tenía el ojo echado. A mí él me caía mal, me fastidiaba que casi todas nuestras compañeras de clase lo rondaran descaradamente. Dina era una chica guapa y jovial, con la piel clara como el trigo, labios carnosos y ojos de un profundo color azulado. Cuando la miraba me sentía alterado, aunque no entendía por qué. Por el camino me asaltó otro miedo. Solo teníamos un cerezo, en la parte alta del pueblo, cerca de la casa de Diamandís, pero era enorme. ¿Sería capaz de subirme? Y qué vergüenza, delante de Dina, si no lo conseguía…

       Por el camino íbamos chinchándonos.

       — Vamos a subir a Dina al cerezo, que nos eche las cerezas para comérnoslas, dijo Yanis en un momento dado.

       — Sí, claro…, respondió ella entre risas.

       Nada más llegar, Diamandís trepó al árbol como un felino y llegó rápido a la copa. Todos lo mirábamos con admiración y envidia. Tras dos o tres intentos fallidos, Yanis también lo consiguió.

       Yo ni siquiera lo intenté. Estaba avergonzado pero intentaba aparentar indiferencia. Miraba discretamente a Dina; por suerte, no me hizo ningún comentario. Admiraba la bonita falda plisada y sus piernas esbeltas. Los otros arriba estaban comiendo y, de cuando en cuando, junto con los huesos que escupían, dejaban caer también alguna cereza. Yo las recogía y se las ofrecía cortésmente a ella. Sonreía con recogijo y las masticaba ávidamente. Se le pusieron los labios rojos del jugo, como si llevara pintalabios.

       — Venga, come tú también, me decía.

       A mí lo único que me importaba era complacerla, ganarme su simpatía.

       En un momento dado escuchamos una voz gritar desde lo alto.

       — ¡Dina!

       Vemos entonces a Diamandís, que sostenía un puñado enorme de cerezas en las manos.

       — Toma, cógelas, le dice, y las deja caer separando las manos.

       Las cerezas nos llovieron encima. Brillaban al azul del cielo como pequeños globos rojos que chocaban unos con otros y se desperdigaban por todas partes, describiendo órbitas desordenadas. Ni alzando los brazos conseguíamos atrapar más de una o dos, y había más de veinte. Entonces Dina, en un acto reflejo, se levanta de repente la falda para coger el mayor número de cerezas posible, formando un canasto de tela.

       Por una fracción de segundo veo sus piernas por encima de la rodilla, allí donde nunca las había visto: dos torrentes moldeados blancos como la nieve y, en el punto donde confluían, en medio de un prado de césped rubio, una gran cereza alargada de color rosa, rajada por delante de arriba a abajo.

       Se me cortó el aliento. Me mareé y me quedé sin habla. No podía entender cómo exactamente había llegado allí, entre sus piernas, aquella extraña cereza. El corazón me latía con fuerza y se me empezaron a entumecer los miembros.

       Mientras tanto ella, con una amplia sonrisa, venga, me dice, coge, y me tiende la falda, llena de cerezas.



Fuente: Μικροκύματα, 99+1 minicuentos de los escritores de la Asociación Griega de Autores. Edición de periódico H Εφημερίδα των Συντακτών, 2019.

Stathis Koutsounis [Στάθης Κουτσούνης] (1959) es poeta y ensayista. Trabaja en la educación secundaria privada.

Traducción: Natalia Velasco Urquiza. Revisión: Konstantinos Paleologos.



		

	

Dimitris Kalokiris: Vita brevis



Dimitris Kalokiris


Vita brevis


Ser, res



Fuente: del libro Tο μουσείο των αριθμών, διηγήσεις και εικονίσματα, (edi­cio­nes Άγρα, 2001).

Dimitris Kalokiris [Δημήτρης Καλοκύρης]. Nació en Rethimnon (Creta) en 1948. Es Premio Nacional de Relato y traductor de Borges al griego. Edita la revista literaria Χάρτης.

Traducción: Konstantinos Paleologos.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἡ μεταστραφεῖσα πόρνη



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἡ μεταστραφεῖσα πόρνη


ΥΟ ΤΙΝΕΣ τῶν γε­ρόν­των ἀ­πήρ­χον­το ἀ­πὸ Αἰ­γῶν εἰς Ταρ­σὸν τῆς Κι­λι­κί­ας καὶ ἐλ­θόν­τες εἰς παν­δο­χεῖ­ον κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­αν Θε­οῦ, ἐ­φ’ ᾧ ἀ­να­πα­ῆ­ναι αὐ­τούς (ἦν γὰρ καύ­σων), εὗ­ρον ἐ­κεῖ τρεῖς νε­ω­τέ­ρους ἀ­περ­χο­μέ­νους εἰς Αἴ­γας, ἔ­χον­τας με­θ’ ἑ­αυ­τῶν μί­αν πόρ­νην. Οἱ οὖν γέ­ρον­τες ἐ­κά­θι­σαν κα­τ’ ἰ­δί­αν. Λα­βὼν δὲ ὁ εἷς γέ­ρων ἐκ τοῦ πη­ρί­ου αὐ­τοῦ τὸ ἅ­γιον Εὐ­αγ­γέ­λιον, ἀ­νε­γί­νω­σκεν. Ἡ δὲ πόρ­νη ἡ οὖ­σα με­τὰ τῶν νε­ω­τέ­ρων, ὡς εἶ­δε τὸν γέ­ρον­τα ἀ­να­γι­νώ­σκον­τα, κα­τα­λεί­ψα­σα τοὺς νε­ω­τέ­ρους, ἐλ­θοῦ­σα ἐ­κά­θι­σεν πλη­σί­ον τοῦ γέ­ρον­τος. Ὁ δὲ γέ­ρων ἀ­πο­τι­να­ξά­με­νος αὐ­τῇ λέ­γει.

       «Πο­λὺ φαί­νει, ὦ ἀ­θλί­α, ἀ­ναι­δής· οὐκ ᾐ­δέ­σθης πλη­σί­ον ἡ­μῶν ἐλ­θεῖν καὶ κα­θί­σαι;»

       Ἡ δὲ ἀ­πε­κρί­θη λέ­γου­σα.

       «Μή, πά­τερ, μὴ βδε­λύ­ξῃ με. Εἰ γὰρ καὶ πε­πλη­ρω­μέ­νη ὑ­πάρ­χω πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλ­λ’ οὖν οὐκ ἀ­πώ­σα­το τὴν προ­σελ­θοῦ­σαν αὐ­τῷ πόρ­νην ὁ Δε­σπό­της τῶν ἁ­πάν­των ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ὸς ἡ­μῶν.»

       Ὁ δὲ γέ­ρων ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῇ.

       «Ἀλ­λ’ ἡ πόρ­νη ἐ­κεί­νη οὐ­κέ­τι ἔ­μει­νε πόρ­νη.»

       Ἡ δὲ λέ­γει αὐ­τῷ.

       «Ἐλ­πί­ζω εἰς τὸν Υἱ­ὸν τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὅ­τι ἀ­πὸ τῆς σή­με­ρον οὐ­δὲ ἐ­γὼ με­νῶ ἐν τῇ ἁ­μαρ­τί­ᾳ ταύ­τῃ.»

       Καὶ κα­τα­λι­ποῦ­σα τοὺς νε­ω­τέ­ρους καὶ τὰ αὑ­τῆς πάν­τα, ἠ­κο­λού­θη­σε τοῖς γέ­ρου­σιν, καὶ ἔ­βα­λον αὐ­τὴν εἰς μο­να­στή­ριον, πλη­σί­ον Αἰ­γῶν, τὸ λε­γό­με­νον τοῦ Νακ­κι­βᾶ. Ταύ­την κἀ­γὼ ἑ­ώ­ρα­κα γραῦν, πολ­λῇ συ­νέ­σει δι­ά­γου­σαν, καὶ πα­ρ’ αὐ­τὴν ἀ­κή­κο­α ταῦ­τα.


Γιὰ μιὰ πόρ­νη ποὺ με­τα­στρά­φη­κε

Δυ­ὸ γέ­ρον­τες φεύ­γα­νε ἀ­π’ τὶς Αἰ­γὲς γιὰ τὴν Ταρ­σὸ τῆς Κι­λι­κί­ας καὶ φθά­σα­νε σ’ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο κα­τὰ τὴν οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ ἀ­να­παυ­θοῦ­νε, για­τὶ εἶ­χε καύ­σω­να, καὶ βρῆ­καν ἐ­κεῖ τρεῖς νε­α­ροὺς ποὺ εἶ­χαν μα­ζί τους μιὰ πόρ­νη. Οἱ γέ­ρον­τες λοι­πὸν κά­θι­σαν κά­που ἀ­πό­με­ρα. Κι ὁ ἕ­νας γέ­ρον­τας ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸν σάκ­κο του τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο καὶ δι­ά­βα­ζε. Καὶ ἡ πόρ­νη ποὺ ἦ­ταν μα­ζὶ μὲ τοὺς νε­α­ροὺς μό­λις τὸν εἶ­δε νὰ δι­α­βά­ζει, ἄ­φη­σε τοὺς νε­α­ροὺς κι ἦρ­θε καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸν γέ­ρον­τα. Κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά του καὶ τῆς λέ­ει:

       «Ἄ­θλια, μοῦ φαί­νε­σαι πο­λὺ ἀ­ναι­δής. Δὲν ντρά­πη­κες νὰ ‘ρθεῖς καὶ νὰ κα­θί­σεις κον­τά μας;»

       Κι αὐ­τὴ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ τοῦ λέ­ει:

       «Μή, πά­τερ, μὴ μὲ ἀ­πο­παίρ­νεις. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­μαι βου­τηγ­μέ­νη ὅ­λη μὲς στὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δι­ω­ξε τὴν πόρ­νη ποὺ πῆ­γε κον­τά του ὁ Δε­σπό­της τῶν ὅ­λων ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ός μας.»

       Κι ὁ γέ­ρον­τας τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε:

       «Ναί, ἀλ­λὰ ἡ πόρ­νη ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­μει­νε πιὰ πόρ­νη.»

       Καὶ τοῦ λέ­ει ἐ­κεί­νη:

       «Ἐλ­πί­ζω στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὅ­τι ἀ­πὸ σή­με­ρα οὔ­τε ἐ­γὼ θὰ μεί­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν ἁ­μαρ­τί­α.»

       Κι ἄ­φη­σε τοὺς νε­α­ροὺς καὶ τὰ δι­κά της ὅ­λα, ἀ­κο­λού­θη­σε τοὺς γέ­ρον­τες καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σ’ ἕ­να μο­να­στή­ρι, κον­τὰ στὶς Αἰ­γές, ποὺ τὸ λέ­γα­νε Νακ­κι­βᾶ. Αὐ­τὴν κι ἐ­γὼ τὴν εἶ­δα γριά, νὰ ζεῖ μὲ με­γά­λη σύ­νε­ση καὶ ἀ­π’ αὐ­τὴν τὰ ἄ­κου­σα αὐ­τά. [Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 60-63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder): Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

 



Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder)


Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

(We declare the war over breakfast)


ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ συσ­σω­ρεύ­ε­ται ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρό, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἔ­χω προ­σε­κτι­κὰ το­πο­θε­τή­σει τὸ ἁ­λά­τι δί­πλα στὸν δε­ξί μου ἀγ­κώ­να. Τὸ νὰ τὸ φτά­σεις θὰ σή­μαι­νε μιὰ ἀ­προ­κά­λυ­πτη εἰ­σβο­λὴ στὸν προ­σω­πι­κό μου χῶ­ρο, κι ἔ­τσι, ἀντ’ αὐ­τοῦ, χα­μη­λώ­νεις τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να.

       «Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις τὸ ἁ­λά­τι.»

       Συ­νε­χί­ζω νὰ πρι­ο­νί­ζω τὸ μί­ζε­ρο λευ­κὸ λί­πος τοῦ μπέ­ι­κον ποὺ ἔ­χω στὸ πιά­το μου. Ἔ­χει μεί­νει ἀ­κό­μα λί­γος κρύ­ος κα­φὲς στὴν κα­φε­τι­έ­ρα ποὺ ἀ­γό­ρα­σα πρὶν τρί­α χρό­νια καὶ τὴν ὁ­ποί­α ἀρ­νεῖ­σαι νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις, για­τὶ λὲς ὅ­τι ὁ κα­φὲς ποὺ κά­νει ἔ­χει με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση.

       «Τζέ­ι­σον. Τὸ ἁ­λά­τι.»

       Ἀ­νοι­γο­κλεί­νω τὰ μά­τια μου σὰν νὰ ἔ­χω μό­λις ξυ­πνή­σει καὶ σὲ κοι­τά­ζω μὲ ἔκ­φρα­ση ἤ­πιας ἔκ­πλη­ξης. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να προ­σε­κτι­κὰ σχε­δι­α­σμέ­νο βλέμ­μα ποὺ ζυ­γί­ζει τὸν βαθ­μὸ ἀ­πο­ρί­ας στὸν τό­νο σου καὶ τὸν βαθ­μὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει πλη­γω­θεῖ ὁ ἐ­γω­ι­σμός σου, μα­ζὶ μὲ λί­γη πα­ρα­πά­νω δό­ση ἀ­νο­χῆς. Κα­νεὶς ἀ­π’ τοὺς δυ­ό μας δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ τί ση­μαί­νει.

       «Μμ;» ρω­τά­ω.

       «Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ.» Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἁρ­πά­ζεις τὸ ἁ­λά­τι καὶ τὸ ρί­χνεις θυ­μω­μέ­να πά­νω στὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό. Σὲ πα­ρα­τη­ρῶ ποὺ τὸ κά­νεις μὲ συ­νο­φρυ­ω­μέ­νο μέ­τω­πο, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νω τὰ φρύ­δια μου καὶ φου­σκώ­νω ἐ­λα­φρῶς πρὸς τὰ ἔ­ξω τὰ χεί­λη μου σὲ μιὰ εὔ­θυ­μη ἔκ­φρα­ση. Στὴν μά­χη γιὰ τὸ ποι­ός κερ­δί­ζει τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις μπρο­στὰ στὸ ἀ­ό­ρα­το κοι­νό μας, μό­λις κα­τά­φε­ρα ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ χτύ­πη­μα.

       Τώ­ρα εἶ­ναι ὥ­ρα γιὰ μιὰ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­ση τα­κτι­κῆς, γιὰ νὰ φα­νῶ συγ­κα­τα­βα­τι­κός. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις τὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό σου καὶ τὴν ἐ­λα­στι­κὴ μά­ζα τῆς ὀ­με­λέ­τας, σοῦ τεί­νω συμ­φι­λι­ω­τι­κά το χέ­ρι γιὰ νὰ πά­ρω τὸ πιά­το σου, ἀλ­λὰ μὲ προ­σπερ­νᾶς μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ νε­ρο­χύ­τη.

       Εἶ­μαι φι­λι­κός, ἤ­ρε­μος καὶ σὲ στρα­τη­γι­κὰ προ­νο­μια­κὴ θέ­ση.

       Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα ἐ­πει­σό­δια αὐ­τὴ τὴ βδο­μά­δα. Και­ρο­φυ­λα­κτοῦ­με. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, ὅ­μως, πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο νω­ρὶς ἰ­σχυ­ρι­ζό­με­νη πο­νο­κέ­φα­λο καὶ ‘γὼ κά­νω ὅ­λο τὸν ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πα­θη­τι­κὸ θό­ρυ­βο, ἐ­νῶ βλέ­πω μὲ τὸ ἕ­να μά­τι τὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Jonathan Ross.  Δὲν εἶ­ναι μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­ω τὸ μουγ­κρη­τὸ ἀ­πὸ τὸ σκου­πι­δι­ά­ρι­κο τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ ὅ­ταν τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ καὶ κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τρέ­χον­τας γιὰ νὰ πε­τά­ξω τὸν πα­ρα­γε­μι­σμέ­νο σά­κο. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σες, βέ­βαι­α, νὰ εἶ­χες τη­ρή­σει τὴν συμ­φω­νί­α γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ εἴ­χα­με κά­νει ἔ­χον­τας πο­νο­κέ­φα­λο, κι ἔ­τσι ἤ­μουν ἐ­γὼ αὐ­τὸς ποὺ ἔ­γι­να ρε­ζί­λι σέρ­νον­τας μὲ τὶς πι­τζά­μες ἔ­ξω τὸν κά­δο.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Θὰ ξα­να­πέ­σω στὸ κρε­βά­τι. Θὰ πι­ῶ μι­σὸ φλυ­τζά­νι τσά­ι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρον­τί­σω νὰ σκορ­πί­σω λί­γη ζά­χα­ρη στὸν πάγ­κο δί­πλα στὸν βρα­στή­ρα καὶ ἀ­φή­σω τὴν ὑ­πό­λοι­πη πά­νω στὸν μι­σο­ά­δει­ο στε­γνω­τή­ρα πιά­των, τὸ φα­κε­λά­κι τοῦ τσα­γιοῦ πα­ρα­τη­μέ­νο στὸ πο­τή­ρι, ἕ­τοι­μο γιὰ τὸ δεῖς ὅ­ταν θὰ κα­τέ­βεις.

       Πρό­κει­ται γιὰ πό­λε­μο, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση. Καὶ ὅ­λα τα μέ­σα δι­και­ο­λο­γοῦν­ται.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα https://thepygmygiant.com/2016/01/31/the-art-of-war/.

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder) ζεῖ, δι­α­βά­ζει καὶ γρά­φει στὸ νό­τιο Λον­δί­νο καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­τι οἱ ἥ­ρω­ες τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά


ΛΕΓΟΝ πε­ρί τι­νος Ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λῶ εἰς Σκῆ­τιν, ὅ­τι ποι­μὴν ἦν ἄ­γροι­κος· καὶ ἰ­δὼν γυ­ναῖ­κα ἐν γα­στρὶ ἔ­χου­σαν ἐν τῷ ἀ­γρῷ, ἐ­νερ­γη­θεὶς ὑ­πὸ τοῦ δι­α­βό­λου εἶ­πε· θέ­λω ἰ­δεῖν πῶς τὸ βρέ­φος κεῖ­ται ἐν τῇ κοι­λί­ᾳ αὐ­τῆς· καὶ ἀ­ναρ­ρή­ξας αὐ­τήν, εἶ­δε τὸ βρέ­φος· καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­πά­τα­ξεν αὐ­τὸν ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ· καὶ κα­τα­νυ­γείς, ἦλ­θεν εἰς Σκῆ­τιν, καὶ ἀ­νήγ­γει­λε τοῖς πα­τρά­σιν ὃ ἐ­ποί­η­σεν· ἤ­κου­σε δὲ αὐ­τῶν ψαλ­λόν­των· αἱ ἡ­μέ­ραι τῶν ἐ­τῶν ἡ­μῶν ἐν αὐ­τοῖς ἑ­βδο­μή­κον­τα ἔ­τη· ἐ­ὰν δὲ ἐν δυ­να­στεί­αις, ὀ­γδο­ή­κον­τα· καὶ τὸ πλεῖ­ον αὐ­τῶν κό­πος καὶ πό­νος· καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· εἰ­μὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα ἐ­τῶν, μί­αν εὐ­χὴν μὴ ποι­ή­σας· καὶ νῦν ἐ­ὰν ζή­σω ἄλ­λα τεσ­σα­ρά­κον­τα ἔ­τη, οὐ παύ­ο­μαι εὐ­χό­με­νος τῷ Θε­ῷ, ἵ­να συγ­χω­ρή­σῃ μοι τὰς ἁ­μαρ­τί­ας μου· οὐ­δὲ γὰρ ἐρ­γό­χει­ρον ἐ­ποί­ει· ἀλ­λὰ πάν­το­τε ηὔ­χε­το, λέ­γων· ἥ­μαρ­τον ὡς ἄν­θρω­πος, ὡς Θε­ὸς ἱ­λά­σθη­τι· καὶ γέ­γο­νεν αὐ­τῷ ἡ εὐ­χὴ αὕ­τη, εἰς με­λέ­την νυ­κτὸς καὶ ἡ­μέ­ρας· ἦν δὲ ἀ­δελ­φὸς μέ­νων με­τ’ αὐ­τοῦ· καὶ ἤ­κου­σεν αὐ­τοῦ λέ­γον­τος· ὤ­χλη­σά σοι Κύ­ρι­ε, ἄ­φες μοι, ἵ­να ἀ­να­παύ­σω­μαι μι­κρόν· καὶ ἐ­γέ­νε­το αὐ­τῷ πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅ­τι συ­νε­χώ­ρη­σεν αὐ­τῷ ὁ Θε­ὸς πά­σας τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τοῦ, καὶ τὸ τῆς γυ­ναι­κός· εἰς δὲ τὸ παι­δί­ον οὐκ ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θη· καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ τις τῶν γε­ρόν­των, ὅ­τι καὶ τὸ τοῦ παι­δί­ου συ­νε­χώ­ρη­σέ σοι ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ ἀ­φί­ει σε ἐν πό­νῳ, ὅ­τι συμ­φέ­ρει τῇ ψυ­χῇ σου.


* * *


ΕΛΕΓΑΝ γιὰ κά­ποι­ον ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λὼ στὴν Σκή­τη, ὅ­τι ὡς κο­σμι­κὸς ἦ­ταν ἀ­γροῖ­κος τσο­πά­νης. Κι ὅ­ταν κά­πο­τε εἶ­δε στὸ χω­ρά­φι μιὰ γυ­ναί­κα ἔγ­κυ­ο, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν δι­ά­βο­λο, εἶ­πε: «θέ­λω νὰ δῶ πῶς κά­θε­ται τὸ βρέ­φος μέ­σα στὴν κοι­λιά της.» Κι ἀ­φοῦ τὴν ἔ­σχι­σε, εἶ­δε τὸ βρέ­φος. Κι ἀ­μέ­σως τὸν πό­νε­σε δυ­να­τὰ ἡ καρ­διά του. Καὶ κα­τα­συν­τριμ­μέ­νος ἦλ­θε στὴ Σκή­τη καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στοὺς πα­τέ­ρες αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε. Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη τοὺς ἄ­κου­σε νὰ ψέλ­νουν: «οἱ ἡ­μέ­ρες τῆς ζω­ῆς μας ἕ­ως ἑ­βδο­μήν­τα χρό­νια· κι ἂν εἴ­μα­στε δυ­να­τοί, ὀ­γδόν­τα. Τὰ πα­ρα­πά­νω κό­πος καὶ πό­νος.» Καὶ τοὺς εἶ­πε: «εἶ­μαι σα­ράν­τα χρο­νῶν καὶ μιὰ προ­σευ­χὴ δὲν ἔ­κα­μα. Καὶ τώ­ρα, ἂν ζή­σω ἄλ­λα σα­ράν­τα χρό­νια, δὲν θὰ παύ­σω νὰ προ­σεύ­χο­μαι στὸ Θε­ό νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σει τὶς ἁ­μαρ­τί­ες.» Καὶ δὲν ἔ­φτια­χνε τί­πο­τε πρὸς τὸ ζῆν μὲ τὰ χέ­ρια του· πα­ρὰ προ­σευ­χό­ταν πάν­το­τε λέ­γον­τας: «ὡς ἄν­θρω­πος ἁ­μάρ­τη­σα, ὡς Θε­ὸς λυ­πή­σου ­με.» Καὶ τού­τη ἡ προ­σευ­χὴ ἦ­ταν ἡ με­λέ­τη του μέ­ρα καὶ νύ­χτα. Ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ος ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­με­νε μα­ζί του· καὶ τὸν ἄ­κου­σε νὰ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε, σὲ ἐ­νό­χλη­σα· ἄ­σε μὲ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ λι­γά­κι.» Καὶ ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς τοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὅ­λες τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, ἀ­κό­μη καὶ ἐ­κεί­νη τῆς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ παι­δὶ δὲν ἔ­μα­θε κά­τι· καὶ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες τοῦ εἶ­πε ὅ­τι καὶ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ παι­διοῦ σοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ σὲ ἀ­φή­νει νὰ πο­νᾶς, ἐ­πει­δὴ αὐτὸ συμ­φέ­ρει τὴν ψυ­χή σου. (Με­τά­φρα­ση: Γ.Π.)



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 20.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Σπύ­ρος Κρό­κος: Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου



Σπύ­ρος Κρό­κος


Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου


ΕΡΝΩ ΤΗΝ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ξύ­λι­νο παγ­κά­κι, δί­πλα ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τη­μέ­νη πλά­στιγ­γα γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς τά­βλες ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸν λει­τουρ­γι­κό του κορ­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῶν και­ρι­κῶν συν­θη­κῶν καὶ τοῦ χρό­νου, ἔ­χουν σα­πί­σει καὶ δι­α­λυ­θεῖ. Οἱ κα­ρό­βι­δες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὸ με­ταλ­λι­κὸ σκε­λε­τὸ μὲ τὰ ξύ­λα τῆς πλά­της καὶ τοῦ κα­θί­σμα­τος ποὺ ἀ­πέ­μει­ναν, ἔ­χουν ρι­λα­ξά­ρει, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ συν­δέ­σεις νὰ ξε­θυ­μά­νουν. Ἔ­τσι, ἡ πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὸ σύ­νο­λο τῆς κα­τα­σκευ­ῆς σὲ μιὰ ἄ­ναρ­χη τα­λάν­τω­ση πό­τε δε­ξιὰ καὶ πό­τε ἀ­ρι­στε­ρά, δί­νον­τας, γιὰ ὅ­ποι­ον κά­θε­ται, τὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­κού­σιας συμ­με­το­χῆς του σὲ θε­α­τρι­κὴ φαρ­σο­κω­μω­δί­α. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χο­μαι ἐ­δῶ. Ἰ­δι­αί­τε­ρά τα δρο­σε­ρὰ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κα δει­λι­νὰ καὶ τὰ μουν­τὰ χει­με­ρι­νὰ ἀ­πο­με­σή­με­ρα. Τό­τε ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νο στὴ σι­γα­λιὰ τῆς ἐγ­κα­τά­λει­ψης, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νο ἀ­πὸ τὸν τσίγ­κο τοῦ ὑ­πο­στέ­γου, ἐκ­φρά­ζει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του κα­τὰ τρό­πο ἐκ­κω­φαν­τι­κό. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ρη­μαγ­μέ­νου το­πί­ου μὲ σα­γη­νεύ­ει, ἀ­σκών­τας μου πα­ράλ­λη­λα μιὰ ἕλ­ξη μυ­στη­ρια­κή, σχε­δὸν ἱ­ε­ρή. Μιὰ ἱ­ε­ρό­τη­τα ποὺ ἐ­φορ­μεῖ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζει ἡ ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος καὶ μνή­μης, τό­σο ἐ­πά­νω στὸ πα­ρὸν ποὺ βι­ώ­νε­ται, ὅ­σο καὶ στὸ μέλ­λον ποὺ σχε­δι­ά­ζε­ται καὶ προσ­δο­κᾶ­ται.

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κά­θε­ται πο­τέ. Τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κι­νεῖ­ται. Ὅ­πως τό­τε. Ἀρ­γὰ καὶ με­θο­δι­κά. Ἐ­πι­θε­ω­ρών­τας τὶς πα­ρο­πλι­σμέ­νες σι­δη­ρο­τρο­χι­ὲς καὶ τοὺς σκα­σμέ­νους στὸν ἥ­λιο στρω­τῆ­ρες, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται ἀ­δι­ά­κο­πα ἀ­πὸ τὴ μί­α ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ στὴν ἄλ­λη. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς φρέ­σκιας πίσ­σας ἔ­χει ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τῶν ἀ­γρι­ό­χορ­των ποὺ ἔ­χουν φυ­τρώ­σει πα­ρα­πλεύ­ρως τῶν γραμ­μῶν. Ξα­να­σαί­νει στὸ γε­ρα­σμέ­νο σῶ­μα τῆς γῆς ποὺ πό­τι­σε μὲ ἱ­δρώ­τα, ἀ­γω­νί­ες, ἄγ­χη, ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Οἱ δεῖ­κτες τοῦ με­γά­λου ρο­λο­γιοῦ τῆς ἀ­πο­βά­θρας ἔ­χουν ἀ­πὸ χρό­νια πα­γώ­σει καὶ ἡ δί­γλωσ­ση πι­να­κί­δα τοῦ σταθ­μοῦ δὲν ἔ­χει πλέ­ον δη­λω­τι­κὸ νό­η­μα ἄ­φι­ξης γιὰ κα­νέ­ναν τα­ξι­δι­ώ­τη. Ὁ ὑ­γρὸς δυ­τι­κὸς ἄ­νε­μος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὶς σκου­ρι­α­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες ποὺ τὴν κρα­τᾶ­νε δε­μέ­νη στὸ στέ­γα­στρο, σ’ ἕ­να ἄρ­ρυθ­μο μοι­ρο­λό­ι ἀ­να­μνή­σε­ων κι ἀ­να­πό­λη­σης. Δὲν εἶ­ναι μό­νο οἱ μνῆ­μες ἀ­πὸ τοὺς συ­ριγ­μοὺς τοῦ τραί­νου κα­θὼς μπαί­νει στὸ σταθ­μό, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες καὶ οἱ ἦ­χοι ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ή: οἱ δο­νή­σεις ἀ­πὸ τὶς τρα­βέρ­σες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὶς ρά­γες ὅ­ταν τὸ σι­δε­ρέ­νιο φί­δι κυ­λά­ει ἐ­πά­νω τους, οἱ κλαγ­γὲς τῆς πέ­δη­σης, ὁ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὸς ἦ­χος τῶν φα­να­ρι­ῶν καὶ οἱ μπά­ρες ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὰ γει­το­νι­κὰ πα­σά­για, τὸ λε­φού­σι τῶν ἐ­πι­βα­τῶν μὲ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές τους καὶ ἡ σπου­δή τους γιὰ ἐ­πι­βί­βα­ση καὶ ἀ­πο­βί­βα­ση, τὸ σφύ­ριγ­μα τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ὁ στριγ­κὸς ἦ­χος τῶν σι­δη­ρο­τρο­χι­ῶν ἀ­πὸ τοὺς ἑ­λιγ­μοὺς ποὺ ἐ­κτε­λεῖ ὁ κλει­δοῦ­χος.

       Τὸ βλέμ­μα μου ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ δι­κό του κα­θὼς αὐ­τὸ δι­α­τρέ­χει τὰ τρί­α με­γά­λα μπλὲ παν­τζού­ρια —κλει­στὰ πλέ­ον— στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο τοῦ δί­πα­του κτη­ρί­ου. Στιγ­μὲς ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ πα­ρα­κο­λου­θῶ νὰ κα­τε­βαί­νει νο­η­τὰ τὴ βαμ­μέ­νη μὲ κα­φε­τὶ λα­δομ­πο­γιὰ δρύ­ι­νη σκά­λα, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη στὸ ἰ­σό­γει­ο. Τώ­ρα στέ­κε­ται στὴν ξύ­λι­νη, ξε­φλου­δι­σμέ­νη, δί­φυλ­λη πόρ­τα τῆς εἰ­σό­δου, μὲ τὴν το­ξο­ει­δὴ κά­σα καὶ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα. Ἡ ζω­ὴ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν τῶν σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶν κυ­λοῦ­σε πάν­τα δί­πλα στὸ σταθ­μό. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λες δύ­ο κα­τοι­κί­ες, μι­κρό­τε­ρες, ἰ­σό­γει­ες αὐ­τές, στὴν πί­σω πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ. Ἔ­βλε­παν στὸν ἀ­κά­λυ­πτο χῶ­ρο μὲ τοὺς φοί­νι­κες καὶ τὶς λε­μο­νι­ές. Πα­ρα­τη­ρῶ μα­ζί του τὶς ἄ­δει­ες ἀ­πο­βά­θρες κι ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὶς λο­γι­ῶν-λο­γι­ῶν ψυ­χὲς ποὺ τὶς μοι­ρά­στη­καν: φοι­τη­τές, ἐρ­γα­ζό­με­νοι, του­ρί­στες, τα­ξι­δευ­τές, φαν­τά­ροι, μα­θη­τές, τυ­χο­δι­ῶ­κτες. Χι­λιά­δες πρό­σω­πα πό­τι­σαν τὸ χῶ­μα αὐ­τὸ μὲ δά­κρυ­α, εἴ­τε ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση τῆς ἀν­τά­μω­σης εἴ­τε ἀ­πὸ τοὺς λυγ­μοὺς τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Ἡ στέρ­φα γῆ δὲ μαρ­τυ­ρᾶ σή­με­ρα τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς ἔν­δο­ξους χρό­νους της. Βι­ώ­νω τὴ βου­βή του θλί­ψη κα­θὼς πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ γε­μά­το φθο­ρὲς ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο κτί­ριο, ποὺ νο­μο­τε­λεια­κὰ θὰ τὸ ὁ­δη­γή­σουν σὲ κα­τάρ­ρευ­ση. Πάν­τα πο­νᾶς ὅ­ταν κά­τι ξε­ρι­ζώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή σου. Μὲ κοι­τά­ζει. Νο­μί­ζω πὼς ἔ­χει βουρ­κώ­σει. Ἴ­σως νὰ βούρ­κω­σα ἐ­γώ… Κα­τα­φέρ­νω νὰ ση­κω­θῶ ἀ­πὸ τὸ παγ­κά­κι ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­μαι γιὰ κάμ­πο­σα δευ­τε­ρό­λε­πτα ὡς κομ­πάρ­σος, σὲ ἄλ­λη μί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­κό­τρο­πα σκη­νο­θε­τη­μέ­νες πα­ρα­στά­σεις του. Βα­δί­ζω πρὸς ἐ­κεῖ­νον προ­σπα­θών­τας νὰ μι­λή­σω κα­θα­ρὰ καὶ στα­θε­ρά, κοι­τών­τας τον στὰ μά­τια.

       «Πα­τέ­ρα μή­πως νὰ πη­γαί­νου­με; Τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ au­to­mo­tri­ce φαί­νε­ται πὼς ἔ­βα­λε κα­θυ­στέ­ρη­ση…». Κά­νω μιὰ προ­σπά­θεια νὰ χα­μο­γε­λά­σω, μά­ται­η…

       «Πᾶ­με ἀ­γό­ρι μου» ἀ­πο­κρί­νε­ται σφίγ­γον­τας τὰ χεί­λη σὲ μιὰ γλυ­κό­πι­κρη ἔκ­φρα­ση.

       Κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ἐ­πι­τα­χύ­νω γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βω. Περ­πα­τῶ πλά­ι του. Ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι καὶ τοῦ σφίγ­γω τὸν ὦ­μο. Ἀν­τα­πο­δί­δει χτυ­πών­τας με στορ­γι­κὰ στὴν πλά­τη. Γυ­ρί­ζω τὸ κε­φά­λι ὠ­θού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ὁρ­μέμ­φυ­τη ἀ­νάγ­κη τῆς στερ­νῆς μα­τιᾶς. Ἀν­τι­κρί­ζω τὸ πε­ρι­φραγ­μέ­νο πί­σω μέ­ρος τοῦ σταθ­μοῦ. Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς ἄ­κου­σα τὸ «κλὶκ» τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς. Κα­ρὲ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς ἀρ­χί­ζουν νὰ ξε­τυ­λί­γον­ται στὸ πα­νὶ τῆς μνή­μης, ρά­θυ­μα κι ἐ­πι­λε­κτι­κά. Κα­τα­νι­κῶ τὴν πρό­κλη­ση καὶ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι. Σὲ μιὰ τυ­χαί­α συ­νάν­τη­ση μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ἔ­μα­θα πὼς πά­ει και­ρὸς ποὺ οἱ φοί­νι­κες ἔ­χουν ξε­ρα­θεῖ. Ἀ­λή­θεια… πό­σο θὰ ἤ­θε­λα νὰ μυ­ρί­σω τὰ ἄν­θη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς δί­φο­ρες λε­μο­νιές…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ διδάσκει στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς, ἐ­νῶ βρί­σκον­ται σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη οἱ με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Οἱ πει­ρα­μα­τι­σμοὶ του ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται πρὸς τὸ πα­ρὸν στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὸ μι­κρὸ-δι­ή­γη­μα.