Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ρουμπίνια καὶ Σμαράγδια



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ρουμπίνια καὶ Σμαράγδια


ΑΠΟΙΑ Παρ­θέ­νος εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­γα­ποῦ­σε μὲ πό­θον με­γά­λον τὸν χρυ­σόν, καὶ ὄ­χι τὸν Χρι­στόν, εἰς τό­σην φι­λαρ­γυ­ρί­αν ἦλ­θεν, ὁποῦ πο­τὲ δὲν ἔ­δω­κεν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην, οὔ­τε εἰς ξέ­νον, οὔ­τε εἰς γνώ­ρι­μον, οὔ­τε ἁ­πλῶς εἰς κα­νέ­να πτω­χόν· ἀλ­λὰ μή­τε κἂν εἰς Ἐκ­κλη­σί­αν ἔ­δω­κεν ὀ­βο­λόν. Πολ­λαῖς φο­ραῖς, καὶ πολ­λοὶ ὁ­σι­ώ­τα­τοι Πνευ­μα­τι­κοὶ καὶ Πα­τέ­ρες τὴν ἐ­νου­θέ­τη­σαν· ὅ­μως τὴν εἶ­χε κυ­ρι­εύ­σῃ ­τὸ δαι­μό­νιον τῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας, καὶ δὲν τοὺς ἤ­κου­ε τε­λεί­ως. Εἶ­χεν ἀ­νε­ψιὰν ἀ­πὸ τὴν ἀ­δελ­φήν της, τὴν ὁ­ποί­αν ἔ­κα­μεν ὡς θυ­γα­τέ­ρα, διὰ νὰ τὴν κλη­ρο­νο­μή­σῃ ὅ­ταν ἀ­πο­θά­νῃ, καὶ δὲν ἐ­φρόν­τι­ζεν ἡ τα­λαί­πω­ρος, διὰ νὰ κα­τα­στή­σῃ τὸν πλοῦ­τόν της εἰς τὰς οὐ­ρα­νί­ους ἀ­πο­θή­κας μὲ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην, ἀλ­λὰ νὰ τὸν ἀ­φή­κῃ εἰς χεῖ­ρας ἀ­να­ξί­ου γυ­ναί­ου, διὰ νὰ γέ­νῃ μά­λι­στα ὕ­λη τῆς αἰ­ω­νί­ου κο­λά­σε­ως. Με­γά­λη πο­νη­ρία εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ τοῦ σα­τα­νᾶ, ἤ­γουν ὁποῦ προ­φα­σί­ζον­ται πολ­λοὶ πὼς ἔ­χου­σι συγ­γε­νεῖς, ἢ τέ­κνα, ἢ γο­νεῖς, καὶ διὰ τοῦ­το τά­χα συ­νά­ζουν, διὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σουν νὰ κυ­βερ­νῶν­ται κα­τό­πι μὲ ἐ­κεῖ­να, ὁποῦ ἤ­θε­λαν τοὺς ἀ­φή­σῃ. Ὅ­μως αὐ­τὴ εἶ­ναι πλά­νη τοῦ δι­α­βό­λου εἰς τοὺς πλε­ο­νέ­κτας. Οἱ ὁ­ποῖ­οι πολ­λαῖς φο­ραῖς φαρ­μα­κεύ­ουν γο­νεῖς, φο­νεύ­ουν ἀ­δελ­φούς, καὶ ἐ­πι­βου­λεύ­ον­ται συγ­γε­νεῖς. Ὥ­στε ὁποῦ προ­φα­σί­ζον­ται μό­νον διὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σουν πρὸς κυ­βέρ­νη­σιν ἄλ­λων, ὅ­μως ὁ σκο­πὸς καὶ ἡ δι­ά­θε­σίς τους εἶ­ναι νὰ πλε­ο­νε­κτοῦ­σιν. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ὁποῦ φο­βᾶ­ται τὴν αἰ­ώ­νιον κό­λα­σιν, ὁποῦ ἀ­να­μέ­νει τοὺς φι­λαρ­γύ­ρους, ἠμ­πο­ρεῖ νὰ κυ­βερ­νή­σῃ καὶ τοὺς ἐ­δι­κούς του κα­τὰ τὴν ἀ­νάγ­κην τους, καὶ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην ἐ­κεῖ ὁποῦ δύ­νε­ται νὰ μὴν ἀ­φί­νῃ.

       Αὐ­τὴν τὴν πλα­νε­μέ­νην φι­λο­χρή­μα­τον Παρ­θέ­νον ὁ Ἅ­γιος Μα­κά­ριος ὁ Πρε­σβύ­τε­ρος (ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὴν φρον­τί­δα ἐ­κεί­νων τῶν ἀῤ­ῥώ­στων, ὁποῦ ἦ­τον καὶ μι­σε­ροὶ εἰς τὰ μέ­λη τους) ἠ­θέ­λη­σε μὲ ζῆ­λον θε­ϊ­κὸν νὰ ὠ­φε­λή­σῃ εἰς τὴν ψυ­χὴν μὲ τέ­τοι­ον τρό­πον. Μί­αν ἡ­μέ­ραν λέ­γει της κρυ­φί­ως· Εἰς τὸ χέ­ρι μου ἔ­τυ­χαν ἀ­τί­μη­ταις πέ­τραις, πολ­λὰ θαυ­μα­σταῖς καὶ εὐ­θη­ναῖς, ᾑ ὁ­ποί­αις εἶ­ναι ῥουμ­πί­νια καὶ σμα­ρά­γδια. Δὲν ἠ­ξεύ­ρω ὅ­μως ἢ ταῖς ἔ­κλε­ψαν, ἢ ταῖς ἔ­χουν ἀ­πὸ πραγ­μα­τεί­αν. Ἡ τι­μή τους εἶ­ναι πολ­λὴ καὶ δυσ­νό­η­τη, ὅ­μως αὐ­τὸς εὐ­χα­ρι­στεῖ­ται διὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α. Λοι­πὸν μὴ χά­νῃς τὸν και­ρόν, ἔ­λα νὰ πη­γαί­νω­μεν νὰ ἰ­δῇς τὰς πέ­τρας, καὶ δό­σαι πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πὸ μί­αν μο­να­χὴν πέ­τραν τὰ πέρ­νεις, καὶ ᾑ ἄλ­λαις σοῦ ἀ­πο­μέ­νουν δι­ά­φο­ρον. Τοῦ­το κα­θὼς ἤ­κου­σεν ἐ­κεί­νη ἡ φι­λάρ­γυ­ρος γυ­νή, ἔ­πε­σεν εἰς τὸν τρά­χη­λον τοῦ Ἁ­γί­ου μὲ δέ­η­σιν, νὰ τῆς ἀ­γο­ρά­σῃ τοὺς λί­θους, δί­δων­τας εὐ­θὺς καὶ τὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α, λέ­γου­σα, ὅ­τι δὲν θέ­λω νὰ φα­νῶ ἐ­γὼ εἰς τὸν που­λη­τήν.

       Πέρ­νων­τας λοι­πὸν ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος τὰ φλω­ρί­α, τὰ ἐ­ξω­δί­α­σεν ὅ­λα εἰς ταῖς ἀ­ναγ­καί­αις ὑ­πη­ρε­σί­αις τῶν πτω­χῶν καὶ μι­σε­ρῶν. Με­τὰ τοῦ­το ἐ­πέ­ρα­σε και­ρὸς πο­λύς, καὶ ἡ Παρ­θέ­νος ἐ­κεί­νη, μὲ τὸ νὰ ἦ­τον τοι­οῦ­τος ἁ­γι­ώ­τα­τος ἄν­θρω­πος, εὐ­λα­βεῖ­το νὰ τοῦ ἀ­να­θυ­μή­σῃ διὰ τὰ φλω­ρί­α, ὁποῦ τοῦ ἔ­δω­κεν. Ὅ­μως μί­αν ἡ­μέ­ραν τὸν εὗ­ρε κα­τ’ ἰ­δί­αν εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν, καὶ λέ­γει του· Τί ὁ­ρί­ζεις, Πά­τερ, διὰ τοὺς λί­θους ἐ­κεί­νους, διὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἔ­δω­κα τὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α; Λέ­γει της καὶ ὁ Ἄ­γιος· ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τὴν ἡ­μέ­ραν, ὁποῦ μοῦ ἔ­δω­κες τὰ νο­μί­σμα­τα, ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τὴν ἰ­δί­αν τὰ ἐ­πλή­ρω­σα εἰς τὴν τι­μὴν τῶν λί­θων, καὶ ἀ­νί­σως καὶ θέ­λεις, ἔ­λα εἰς τὸ πτω­χο­τρο­φεῖ­ον, νὰ τοὺς ἰ­δῇς, ὁποῦ εἶ­ναι ἐ­κεῖ φυ­λαγ­μέ­νοι. Ἐ­κεί­νη, ὡς ἤ­κου­σεν, ἦλ­θε με­τὰ χα­ρᾶς εἰς τὸ πτω­χο­τρο­φεῖ­ον, τὸ ὁ­ποῖ­ον ἦ­τον δί­πα­τον, καὶ εἰς τὸ ἀ­νώ­γει­ον εἶ­χαν ταῖς γυ­ναῖ­κες ταῖς μι­σε­ραῖς, εἰς δὲ τὸ κα­τώ­γε­ον ἐ­κεί­τον­το οἱ ἄν­δρες. Τό­τε λέ­γει ὁ Ἅ­γιος· Ποί­ους ἔ­χεις γνώ­μην νὰ ἰ­δῇς πρῶ­τον, τὰ ῥουμ­πί­νια, ἢ τὰ σμα­ρά­γδια; Καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πε­κρί­θη, ὅ,τι εἶ­ναι εἰς τὸ θέ­λη­μά του. Ὅ­θεν τὴν ἀ­νέ­βα­σεν εἰς τὰς γυ­ναῖ­κας, ὁποῦ ἐ­κεί­τον­το μι­σε­ραῖς, καὶ λέ­γει· νά τὰ ρουμ­πί­νια. Ἔ­πει­τα τῆς ἔ­δει­ξε κά­τω καὶ τοὺς ἄν­δρας, λέ­γων­τας, νά τὰ σμα­ρά­γδια. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι οἱ πο­λύ­τι­μοι λί­θοι, ἀ­πὸ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν εὑ­ρί­σκεις ἀ­κρι­βε­στέ­ρους. Ταῦ­τα ἀ­κού­ων­τας ἐ­κεί­νη, ἀ­πὸ τὴν λύ­πην της λό­γον δὲν ἐ­λά­λη­σεν, ἀλ­λὰ ἦλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κόν της, καὶ ἔ­πε­σεν εἰς τὸ κρεβ­βά­τι ἄῤ­ῥω­στη ἀ­πὸ τὴν πί­κραν της. Ὅ­μως με­τὰ ταῦ­τα, ἐ­πει­δὴ καὶ ἀ­φ’ οὗ ὑ­πάν­δρευ­σε τὴν ἀ­νε­ψιάν της, ἀ­πέ­θα­νεν ἄ­τε­κνος αὐ­τὴ ἡ ἀ­νε­ψιά, εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε διὰ ἐ­κεί­νην τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην τὸν ὅ­σιον Μα­κά­ριον, ὁ­ποῖ­ος ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν ζω­ὴν εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν, εἰς τὴν φρον­τί­δα τῶν λε­λω­βη­μέ­νων, ἑ­κα­τὸν χρό­νων γέ­ρων­τας, τὸν ὁ­ποῖ­ον ἔ­φθα­σα καὶ εἶ­δα καὶ ἐ­γὼ ὁ τα­πει­νός.



Πη­γή: Λαυ­σα­ϊ­κόν ἢ­τοι Βί­βλος πε­ρι­έ­χου­σα Δι­η­γή­σεις ἀ­σκη­τι­κὰς Ἀν­δρῶν καὶ Γυ­ναι­κῶν, με­τα­φρα­σθεῖ­σα πα­ρά τι­νος Ἀ­νω­νύ­μου ἐκ τῆς Ἑλ­λη­νί­δος εἰς ἁ­πλῆν φρά­σιν, ἐν Βε­νε­τί­ᾳ, 1866, σς. 24-26 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰκὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: