Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Τραγούδι



Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Τρα­γού­δι


ΡΑΤΑ στὸ χέ­ρι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ κου­βά, ἕ­να κον­τά­ρι κι ἕ­να ἐρ­γα­λεῖ­ο ποὺ μοιά­ζει μὲ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα αὐ­το­κι­νή­του. Τὰ τζά­μια σου εἶ­ναι λε­ρω­μέ­να, μοῦ λέ­ει, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; Φυ­σά­ει σή­με­ρα, τοῦ λέ­ω, θὰ λε­ρω­θοῦν ἀ­μέ­σως ξα­νά. Τό­τε νὰ ‘ρθῶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή; μὲ ρω­τᾶ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ κα­λύ­τε­ρα, τοῦ λέ­ω. Εἶ­ναι κον­τός, μὲ σκοῦ­ρο πρό­σω­πο καὶ λα­δω­μέ­νο μαλ­λί, μαῦ­ρο κα­τρά­μι στρω­μέ­νο κα­λά, τὰ μά­τια του εἶ­ναι κί­τρι­να καὶ δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν πάν­τα τὸ χρῶ­μα τους. Μὴ βά­λεις ἄλ­λον, μοῦ λέ­ει, ἐ­γὼ θὰ τὰ κα­θα­ρί­σω, μό­νο πέν­τε εὐ­ρώ, ἔ­λα τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, τοῦ λέ­ω. Συ­νεν­νο­η­θή­κα­με μιὰ χα­ρά, ἂν καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του δὲν ἦ­ταν τό­σο κα­λά. Κα­θα­ρί­ζω καὶ τοῦ Τά­σου στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει. Δὲν ξέ­ρω κά­ποι­ον Τά­σο ἀ­πὸ τὸ Κιά­το, τοῦ λέ­ω. Ἔ­χει τὸ κα­φε­νεῖ­ο, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ δεί­χνει μὲ τὸ χέ­ρι του πῶς τοῦ κά­νει ὁ Τά­σος ὅ­ταν τὸν βλέ­πει. Σὲ σταυ­ρώ­νει, τοῦ λέ­ω, ὅ­πως σὲ σταύ­ρω­νε ἡ μά­να σου μι­κρό, ναί, μοῦ λέ­ει κι ἀ­μέ­σως με­τὰ μοῦ δεί­χνει μιὰ ἄλ­λη κί­νη­ση, σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει. Πρῶ­τα σὲ σταυ­ρώ­νει καὶ με­τὰ σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει. Για­τί τὰ κά­νει αὐ­τά; τοῦ λέω, δὲν ξέ­ρω, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει ξα­νά. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ ἄρ­γη­σε λί­γο, ἀλ­λὰ συ­νε­πής, εἶ­χε βρα­διά­σει, χτυ­πᾶ κι ἀ­νοί­γει ἐ­λα­φρῶς τὴν πόρ­τα, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; μοῦ λέ­ει, κα­θά­ρι­σέ τα, τοῦ λέ­ω. Πέ­ρα­σα κι ἀ­πὸ τὸν Τά­σο στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ ‘δεῖ­ξε γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα τὶς γνω­στὲς κι­νή­σεις τοῦ Τά­σου, γε­λα­στὸς πάν­τα, ἐ­γὼ δὲν ἔ­κα­να σχό­λιο για­τί τὰ εἴ­χα­με πεῖ αὐ­τά. Θὰ πά­ρω λί­γο νε­ρό, μοῦ λέ­ει, πά­ρε, τοῦ λέ­ω. Ἀ­κού­ω ἀ­πέ­ξω νὰ τρί­βει τὰ τζά­μια καὶ με­τὰ νὰ τὰ στε­γνώ­νει, ὅ­πως γρα­τσου­νά­ει ἡ γά­τα τὸ πορ­τό­φυλ­λο τὸ χει­μώ­να ποὺ κρυ­ώ­νει, δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, τέ­λει­ω­σα, μοῦ λέ­ει, ὁ­ρί­στε τὰ λε­φτά, τοῦ λέ­ω, ἐ­νῶ αὐ­τὸς κα­θά­ρι­ζε τὸ μαρ­μα­ρά­κι τῆς εἰ­σό­δου, μὴν πα­τή­σεις ἐ­δῶ, μοῦ λέ­ει, μέ­χρι νὰ στε­γνώ­σει. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μοῦ λέ­ει. Ἡ κί­νη­ση ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­χε ἀ­ραι­ώ­σει. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα καὶ βγῆ­κε. Ἀ­μέ­σως με­τὰ εἶ­πε ἕ­να τρα­γού­δι, στὴ γλώσ­σα του, ὄ­χι ὁ­λό­κλη­ρο, ἀλ­λὰ εἶ­πε με­ρι­κὰ λό­για καὶ νο­μί­ζω πὼς τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν ἕ­να εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­κό­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: