Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης: Εσπερινό



Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης


Ἑ­σπε­ρι­νό


ΣΩΤΗΡΗΣ τριά­ντα τεσ­σά­ρων, φορ­τη­γα­τζῆς χρό­νια ἄ­νερ­γος. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της σα­ράν­τα πέν­τε, φύ­λα­κας ἀ­να­σφά­λι­στος σὲ μιὰ μάν­τρα. Εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ δυ­ὸ τὴν πρώ­τη μὲ δε­κα­εν­νιά, δευ­τέ­ρα τώ­ρα ἀρ­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, θὰ τό ’­βγα­ζαν, ἔ­λε­γαν, ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὸ Γυ­μνά­σιο.

       Ὁ κα­βγὰς ἔ­γι­νε γιὰ τὸ ἀ­που­σι­ο­λό­γιο. Δε­κα­εν­νιὰ μὲ δε­κα­εν­νιά, ἁρ­πά­χτη­καν ποι­ός θὰ τὸ πά­ρει, ση­κώ­νει ὁ Σω­τή­ρης μιὰ κα­ρέ­κλα νὰ τὴ φέ­ρει στὸ κε­φά­λι τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη, τὴν κο­πα­νά­ει μὲ τὴ γρο­θιά του αὐ­τός, πά­ει τὸ δα­χτυ­λά­κι του τὸ δε­ξί.

       Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ βά­λα­νε νάρ­θη­κα, ἀ­πο­σπα­στι­κὸ κά­ταγ­μα. Ἐ­νη­με­ρώ­νει γυ­ρί­ζον­τας ὅ­τι δὲν θὰ πά­ει τὸ πρω­ῒ στὴ δου­λειὰ λό­γῳ ἀ­τυ­χή­μα­τος, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ξα­νάρ­θεις, τοῦ ἀ­παν­τᾶ­νε.

       Στὸν Σύλ­λο­γο τὴν ἑ­πό­με­νη, μᾶς εἴ­πα­νε ὅ­τι ἤ­τα­νε λά­θος τους καὶ δὲν θὰ τὸ ξα­να­κά­νουν. Δώ­σα­νε καὶ τὰ χέ­ρια μπρο­στά μας, ὁ Πα­να­γι­ώ­της τὸ ἀ­ρι­στε­ρό. Τοὺς ρί­ξα­με τρι­ή­με­ρη ἀ­πο­βο­λή.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης (Κο­μο­τη­νή, 1967). Εἶ­ναι φι­λό­λο­γος, ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν παι­χτεῖ στὸ θέ­α­τρο. Βι­βλί­α του: Χοι­ρι­νὸ μὲ λά­χα­νο, (Κέ­δρος, 2004), Τὸ χαρ­τό­κου­το (Πα­τά­κης, 2015), Τυ­χε­ρό (Πα­τά­κης, 2017), κ.ἄ.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: