Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ρουμπίνια καὶ Σμαράγδια



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ρουμπίνια καὶ Σμαράγδια


ΑΠΟΙΑ Παρ­θέ­νος εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­γα­ποῦ­σε μὲ πό­θον με­γά­λον τὸν χρυ­σόν, καὶ ὄ­χι τὸν Χρι­στόν, εἰς τό­σην φι­λαρ­γυ­ρί­αν ἦλ­θεν, ὁποῦ πο­τὲ δὲν ἔ­δω­κεν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην, οὔ­τε εἰς ξέ­νον, οὔ­τε εἰς γνώ­ρι­μον, οὔ­τε ἁ­πλῶς εἰς κα­νέ­να πτω­χόν· ἀλ­λὰ μή­τε κἂν εἰς Ἐκ­κλη­σί­αν ἔ­δω­κεν ὀ­βο­λόν. Πολ­λαῖς φο­ραῖς, καὶ πολ­λοὶ ὁ­σι­ώ­τα­τοι Πνευ­μα­τι­κοὶ καὶ Πα­τέ­ρες τὴν ἐ­νου­θέ­τη­σαν· ὅ­μως τὴν εἶ­χε κυ­ρι­εύ­σῃ ­τὸ δαι­μό­νιον τῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας, καὶ δὲν τοὺς ἤ­κου­ε τε­λεί­ως. Εἶ­χεν ἀ­νε­ψιὰν ἀ­πὸ τὴν ἀ­δελ­φήν της, τὴν ὁ­ποί­αν ἔ­κα­μεν ὡς θυ­γα­τέ­ρα, διὰ νὰ τὴν κλη­ρο­νο­μή­σῃ ὅ­ταν ἀ­πο­θά­νῃ, καὶ δὲν ἐ­φρόν­τι­ζεν ἡ τα­λαί­πω­ρος, διὰ νὰ κα­τα­στή­σῃ τὸν πλοῦ­τόν της εἰς τὰς οὐ­ρα­νί­ους ἀ­πο­θή­κας μὲ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην, ἀλ­λὰ νὰ τὸν ἀ­φή­κῃ εἰς χεῖ­ρας ἀ­να­ξί­ου γυ­ναί­ου, διὰ νὰ γέ­νῃ μά­λι­στα ὕ­λη τῆς αἰ­ω­νί­ου κο­λά­σε­ως. Με­γά­λη πο­νη­ρία εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ τοῦ σα­τα­νᾶ, ἤ­γουν ὁποῦ προ­φα­σί­ζον­ται πολ­λοὶ πὼς ἔ­χου­σι συγ­γε­νεῖς, ἢ τέ­κνα, ἢ γο­νεῖς, καὶ διὰ τοῦ­το τά­χα συ­νά­ζουν, διὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σουν νὰ κυ­βερ­νῶν­ται κα­τό­πι μὲ ἐ­κεῖ­να, ὁποῦ ἤ­θε­λαν τοὺς ἀ­φή­σῃ. Ὅ­μως αὐ­τὴ εἶ­ναι πλά­νη τοῦ δι­α­βό­λου εἰς τοὺς πλε­ο­νέ­κτας. Οἱ ὁ­ποῖ­οι πολ­λαῖς φο­ραῖς φαρ­μα­κεύ­ουν γο­νεῖς, φο­νεύ­ουν ἀ­δελ­φούς, καὶ ἐ­πι­βου­λεύ­ον­ται συγ­γε­νεῖς. Ὥ­στε ὁποῦ προ­φα­σί­ζον­ται μό­νον διὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σουν πρὸς κυ­βέρ­νη­σιν ἄλ­λων, ὅ­μως ὁ σκο­πὸς καὶ ἡ δι­ά­θε­σίς τους εἶ­ναι νὰ πλε­ο­νε­κτοῦ­σιν. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ὁποῦ φο­βᾶ­ται τὴν αἰ­ώ­νιον κό­λα­σιν, ὁποῦ ἀ­να­μέ­νει τοὺς φι­λαρ­γύ­ρους, ἠμ­πο­ρεῖ νὰ κυ­βερ­νή­σῃ καὶ τοὺς ἐ­δι­κούς του κα­τὰ τὴν ἀ­νάγ­κην τους, καὶ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην ἐ­κεῖ ὁποῦ δύ­νε­ται νὰ μὴν ἀ­φί­νῃ.

       Αὐ­τὴν τὴν πλα­νε­μέ­νην φι­λο­χρή­μα­τον Παρ­θέ­νον ὁ Ἅ­γιος Μα­κά­ριος ὁ Πρε­σβύ­τε­ρος (ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὴν φρον­τί­δα ἐ­κεί­νων τῶν ἀῤ­ῥώ­στων, ὁποῦ ἦ­τον καὶ μι­σε­ροὶ εἰς τὰ μέ­λη τους) ἠ­θέ­λη­σε μὲ ζῆ­λον θε­ϊ­κὸν νὰ ὠ­φε­λή­σῃ εἰς τὴν ψυ­χὴν μὲ τέ­τοι­ον τρό­πον. Μί­αν ἡ­μέ­ραν λέ­γει της κρυ­φί­ως· Εἰς τὸ χέ­ρι μου ἔ­τυ­χαν ἀ­τί­μη­ταις πέ­τραις, πολ­λὰ θαυ­μα­σταῖς καὶ εὐ­θη­ναῖς, ᾑ ὁ­ποί­αις εἶ­ναι ῥουμ­πί­νια καὶ σμα­ρά­γδια. Δὲν ἠ­ξεύ­ρω ὅ­μως ἢ ταῖς ἔ­κλε­ψαν, ἢ ταῖς ἔ­χουν ἀ­πὸ πραγ­μα­τεί­αν. Ἡ τι­μή τους εἶ­ναι πολ­λὴ καὶ δυσ­νό­η­τη, ὅ­μως αὐ­τὸς εὐ­χα­ρι­στεῖ­ται διὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α. Λοι­πὸν μὴ χά­νῃς τὸν και­ρόν, ἔ­λα νὰ πη­γαί­νω­μεν νὰ ἰ­δῇς τὰς πέ­τρας, καὶ δό­σαι πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πὸ μί­αν μο­να­χὴν πέ­τραν τὰ πέρ­νεις, καὶ ᾑ ἄλ­λαις σοῦ ἀ­πο­μέ­νουν δι­ά­φο­ρον. Τοῦ­το κα­θὼς ἤ­κου­σεν ἐ­κεί­νη ἡ φι­λάρ­γυ­ρος γυ­νή, ἔ­πε­σεν εἰς τὸν τρά­χη­λον τοῦ Ἁ­γί­ου μὲ δέ­η­σιν, νὰ τῆς ἀ­γο­ρά­σῃ τοὺς λί­θους, δί­δων­τας εὐ­θὺς καὶ τὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α, λέ­γου­σα, ὅ­τι δὲν θέ­λω νὰ φα­νῶ ἐ­γὼ εἰς τὸν που­λη­τήν.

       Πέρ­νων­τας λοι­πὸν ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος τὰ φλω­ρί­α, τὰ ἐ­ξω­δί­α­σεν ὅ­λα εἰς ταῖς ἀ­ναγ­καί­αις ὑ­πη­ρε­σί­αις τῶν πτω­χῶν καὶ μι­σε­ρῶν. Με­τὰ τοῦ­το ἐ­πέ­ρα­σε και­ρὸς πο­λύς, καὶ ἡ Παρ­θέ­νος ἐ­κεί­νη, μὲ τὸ νὰ ἦ­τον τοι­οῦ­τος ἁ­γι­ώ­τα­τος ἄν­θρω­πος, εὐ­λα­βεῖ­το νὰ τοῦ ἀ­να­θυ­μή­σῃ διὰ τὰ φλω­ρί­α, ὁποῦ τοῦ ἔ­δω­κεν. Ὅ­μως μί­αν ἡ­μέ­ραν τὸν εὗ­ρε κα­τ’ ἰ­δί­αν εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν, καὶ λέ­γει του· Τί ὁ­ρί­ζεις, Πά­τερ, διὰ τοὺς λί­θους ἐ­κεί­νους, διὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἔ­δω­κα τὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α; Λέ­γει της καὶ ὁ Ἄ­γιος· ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τὴν ἡ­μέ­ραν, ὁποῦ μοῦ ἔ­δω­κες τὰ νο­μί­σμα­τα, ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τὴν ἰ­δί­αν τὰ ἐ­πλή­ρω­σα εἰς τὴν τι­μὴν τῶν λί­θων, καὶ ἀ­νί­σως καὶ θέ­λεις, ἔ­λα εἰς τὸ πτω­χο­τρο­φεῖ­ον, νὰ τοὺς ἰ­δῇς, ὁποῦ εἶ­ναι ἐ­κεῖ φυ­λαγ­μέ­νοι. Ἐ­κεί­νη, ὡς ἤ­κου­σεν, ἦλ­θε με­τὰ χα­ρᾶς εἰς τὸ πτω­χο­τρο­φεῖ­ον, τὸ ὁ­ποῖ­ον ἦ­τον δί­πα­τον, καὶ εἰς τὸ ἀ­νώ­γει­ον εἶ­χαν ταῖς γυ­ναῖ­κες ταῖς μι­σε­ραῖς, εἰς δὲ τὸ κα­τώ­γε­ον ἐ­κεί­τον­το οἱ ἄν­δρες. Τό­τε λέ­γει ὁ Ἅ­γιος· Ποί­ους ἔ­χεις γνώ­μην νὰ ἰ­δῇς πρῶ­τον, τὰ ῥουμ­πί­νια, ἢ τὰ σμα­ρά­γδια; Καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πε­κρί­θη, ὅ,τι εἶ­ναι εἰς τὸ θέ­λη­μά του. Ὅ­θεν τὴν ἀ­νέ­βα­σεν εἰς τὰς γυ­ναῖ­κας, ὁποῦ ἐ­κεί­τον­το μι­σε­ραῖς, καὶ λέ­γει· νά τὰ ρουμ­πί­νια. Ἔ­πει­τα τῆς ἔ­δει­ξε κά­τω καὶ τοὺς ἄν­δρας, λέ­γων­τας, νά τὰ σμα­ρά­γδια. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι οἱ πο­λύ­τι­μοι λί­θοι, ἀ­πὸ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν εὑ­ρί­σκεις ἀ­κρι­βε­στέ­ρους. Ταῦ­τα ἀ­κού­ων­τας ἐ­κεί­νη, ἀ­πὸ τὴν λύ­πην της λό­γον δὲν ἐ­λά­λη­σεν, ἀλ­λὰ ἦλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κόν της, καὶ ἔ­πε­σεν εἰς τὸ κρεβ­βά­τι ἄῤ­ῥω­στη ἀ­πὸ τὴν πί­κραν της. Ὅ­μως με­τὰ ταῦ­τα, ἐ­πει­δὴ καὶ ἀ­φ’ οὗ ὑ­πάν­δρευ­σε τὴν ἀ­νε­ψιάν της, ἀ­πέ­θα­νεν ἄ­τε­κνος αὐ­τὴ ἡ ἀ­νε­ψιά, εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε διὰ ἐ­κεί­νην τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην τὸν ὅ­σιον Μα­κά­ριον, ὁ­ποῖ­ος ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν ζω­ὴν εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν, εἰς τὴν φρον­τί­δα τῶν λε­λω­βη­μέ­νων, ἑ­κα­τὸν χρό­νων γέ­ρων­τας, τὸν ὁ­ποῖ­ον ἔ­φθα­σα καὶ εἶ­δα καὶ ἐ­γὼ ὁ τα­πει­νός.



Πη­γή: Λαυ­σα­ϊ­κόν ἢ­τοι Βί­βλος πε­ρι­έ­χου­σα Δι­η­γή­σεις ἀ­σκη­τι­κὰς Ἀν­δρῶν καὶ Γυ­ναι­κῶν, με­τα­φρα­σθεῖ­σα πα­ρά τι­νος Ἀ­νω­νύ­μου ἐκ τῆς Ἑλ­λη­νί­δος εἰς ἁ­πλῆν φρά­σιν, ἐν Βε­νε­τί­ᾳ, 1866, σς. 24-26 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰκὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἰν­νᾶ, Πιν­νᾶ, Ριμ­μᾶ τῶν κρυσταλλίνων



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἰν­νᾶ, Πιν­νᾶ, Ριμ­μᾶ

τῶν κρυσταλλίνων

 

Θάλ­ψις δε­χέ­σθω τοὺς ἀ­θλη­τὰς Κυ­ρί­ου,
Ἰν­νᾶν, Πιν­νᾶν, Ῥιμ­μᾶν τε τοὺς κρυ­σταλ­λί­νους.

ΟΥΤΟΙ οἱ ἅ­γιοι τρεῖς μάρ­τυ­ρες ἦ­σαν ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν, κει­μέ­νην κα­τὰ τὸ βό­ρει­ον μέ­ρος· κρα­τη­θέν­τες δὲ ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρας βαρ­βά­ρους, πα­ρε­στά­θη­σαν εἰς τὸν ἄρ­χον­τα τῆς χώ­ρας, ὁ ὁ­ποῖ­ος βλέ­πων τοὺς μάρ­τυ­ρας ὁ­μο­λο­γοῦν­τας τὸν Χρι­στόν, κα­τε­δί­κα­σεν αὐ­τοὺς νὰ τε­λει­ώ­σω­σι τὴν ζω­ήν των μὲ τὸ κρύ­ον. Δέ­νον­ται λοι­πὸν πρῶ­τον οἱ ἅ­γιοι ἀ­πὸ ξύ­λα ὄρ­θια, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐμ­πή­χθη­σαν εἰς τὸ μέ­σον τοῦ πο­τα­μοῦ ἐν τῷ και­ρῷ τοῦ χει­μῶ­νος, ὅ­τε καὶ αὐ­τὸ τὸ φύ­σει εὐ­κί­νη­τον καὶ ὀ­λι­σθη­ρὸν νε­ρὸν δὲν δι­έ­φε­ρεν ἀ­πὸ τὰ ἀ­κί­νη­τα καὶ βα­ρέ­α σώ­μα­τα, ἐ­πει­δὴ ἦ­το ὅ­λον πα­γω­μέ­νον ἀ­πὸ τὸ ψῦ­χος. Ὅ­θεν μὲ τὴν τοια­ύτην βά­σα­νον πα­ρέ­δω­καν οἱ μα­κά­ριοι τὰς ψυ­χάς των εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ, καὶ ἔ­λα­βον τοὺς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.



Πη­γή: Συ­να­ξα­ρι­στὴς Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ἐ­πε­ξερ­γα­σθεὶς ὑ­πὸ Θ. Νι­κο­λα­ΐ­δου Φι­λα­δελ­φέ­ως, τό­μος πρῶ­τος, Ἀ­θή­νη­σι, 1868, σελ. 396.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]

 

Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος: Μικρὰ Πατερικά



Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ι ΣΥΛΛΟΓΕΣ ἀ­πο­φθεγ­μά­των ἢ ἱ­στο­ρι­ῶν ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ ἀ­σκη­τῶν καὶ ἁ­γί­ων ὑ­πῆρ­ξαν ἕ­να δι­α­χρο­νι­κῶς προ­σφι­λὲς ἀ­νά­γνω­σμα τῶν πι­στῶν χρι­στια­νῶν πρὸς ψυ­χι­κὴ ὠ­φέ­λεια καὶ πνευ­μα­τι­κὴ οἰ­κο­δο­μή. Ἀ­πει­κο­νί­ζουν μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πτυ­χὴ τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης, αὐ­τὴ τῶν ἀ­να­χω­ρη­τῶν τῆς Ἐ­ρή­μου οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­ζη­σαν μὲ τρό­πο ἀ­κραί­α ἀ­σκη­τι­κὸ σὲ τό­πους ἀ­πά­τη­τους τῆς Αἰ­γύ­πτου, τῆς Συ­ρί­ας, τῆς Πα­λαι­στί­νης καὶ τῆς Ἀ­ρα­βί­ας, κα­τὰ τὸν 4ο αἰ­ώ­να μ.Χ., ἀν­τι­δρών­τας στὴν προ­ϊ­ού­σα ἐκ­κο­σμί­κευ­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὅ­ταν αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ἐ­πί­ση­μη θρη­σκεία τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Οἱ δι­η­γή­σεις αὐ­τὲς καὶ τὰ ἀ­πο­φθέγ­μα­τα εἶ­ναι συγ­κεν­τρω­μέ­να σ’ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τὸν τί­τλο «Γε­ρον­τι­κόν» ἀ­γνώ­στου συγ­γρα­φέ­ως, συλ­λο­γὴ ποὺ δι­α­σώ­θη­κε, κυ­ρί­ως, ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση τοῦ Johannes Baptista Co­tel­lerious (Eccle­siae Grae­cae Monumenta) τὴν ὁ­ποί­α πι­στὰ ἀ­να­πα­ρῆ­γε ὁ J. P. Migne στὴν Πα­τρο­λο­γί­α του. Συγ­γε­νεῖς συλ­λο­γὲς εἶ­ναι καὶ τὸ Λαυ­σα­ϊ­κόν τοῦ Παλ­λα­δί­ου, ἀλ­λὰ καὶ τὸ Λει­μω­νά­ριον τοῦ Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου. Οἱ συλ­λο­γὲς αὐ­τὲς κα­λύ­πτουν μιὰ ἐ­πο­χὴ ἀ­πὸ τὸν 4ο ἕ­ως τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. Μί­α ἄλ­λη πα­ρεμ­φε­ρὴς πη­γὴ τέ­τοι­ων δι­η­γή­σε­ων εἶ­ναι καὶ τὰ Μη­ναῖ­α ποὺ πε­ρι­έ­χουν ὄ­χι μό­νο τὶς ἀ­κο­λου­θί­ες τῆς κά­θε ἡ­μέ­ρας τοῦ μή­να ἀλ­λὰ καὶ σύν­το­μες —ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον— δι­η­γή­σεις γιὰ τοὺς ἁ­γί­ους ποὺ κά­θε ἡ­μέ­ρα τι­μᾶ­ται ἡ μνή­μη τους. Γιὰ τοὺς ἁ­γί­ους τῆς κά­θε ἡ­μέ­ρας μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ κα­νεὶς δι­η­γή­σεις γιὰ τὸν βί­ο τους στὰ «Συ­να­ξά­ρια». Ἰ­δι­αί­τε­ρη μνεί­α ἀ­ξί­ζει νὰ κά­νου­με στὸν Μέ­γα Συ­να­ξα­ρι­στὴ τοῦ Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­τη (ἡ πιὸ πρό­σφα­τη ἔκ­δο­ση ἀ­πὸ τὸν «Δό­μο») ἀλ­λὰ καὶ στὰ Μη­ναῖ­α τῆς ἔκ­δο­σης τῆς Ἰν­δί­κτου, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νουν καὶ βί­ους νε­ώ­τε­ρον ἁ­γί­ων τῆς οἰ­κου­με­νι­κῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

       Στὴν πα­ροῦ­σα ἀν­θο­λο­γί­α συγ­κεν­τρώ­σα­με κεί­με­να ἀ­πὸ τὸ Γε­ρον­τι­κὸν ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των (εἰ­σα­γω­γὴ Μο­να­χοῦ Θε­ο­κλή­του Δι­ο­νυ­σιά­του, ἐ­πιμ. Π. Β. Πά­σχου) στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, ἐκδ. «Ἀ­στὴρ» Αλ. & Ε. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, γ΄ἔκδ.· τὸ Εἶ­πε Γέ­ρων…, τὸ γε­ρον­τι­κὸ σὲ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ἀ­πό­δο­ση ὑ­πὸ Βα­σι­λεί­ου Πέν­τζα, ἐκδ. «Ἀ­στὴρ», 1999· Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ι.Μ. Σταυ­ρο­νι­κή­τα, 1980· Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφρ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἔκδ. Ἱ.Μ. Σταυ­ρο­νι­κή­τα, 1983· τὸ Νέ­ον μαρ­τυ­ρο­λό­γιον, Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ἐκδ. «Ἀ­στὴρ», γ΄ἔκδ. 1961 καὶ ἀ­πὸ τὰ Μη­ναῖ­α, δι­α­φό­ρων ἐκ­δό­σε­ων (Σα­λί­βε­ρος, Φῶς κλπ).

       Εἴ­πα­με ὅ­τι τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ γρά­φτη­καν μὲ σκο­πὸ νὰ ἀ­πευ­θυν­θοῦν στοὺς πι­στοὺς χρι­στια­νοὺς πρὸς πνευ­μα­τι­κὴ οἰ­κο­δο­μή. Ὡ­στό­σο, ἕ­νας λό­γιος ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ στὰ κεί­με­να αὐ­τὰ καὶ ποι­κί­λα ἄλ­λα στοι­χεῖ­α ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸν τρό­πο ἀ­φή­γη­σης, τὴ γλώσ­σα ἀλ­λὰ καἰ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρον­ται. Ἐξ ἄλ­λου, οἱ συ­να­ξα­ρι­στὲς —κυ­ρί­ως— ἀλ­λὰ καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα κεί­με­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α γί­νε­ται ἐ­δῶ λό­γος ἀ­πο­τε­λοῦν βα­σι­κὴ πη­γὴ τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς λε­γο­μέ­νης Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.

       Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, ὅ­μως, εἶ­ναι ὅ­τι μᾶς με­τα­φέ­ρουν μιὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα αἰ­ώ­νων ἡ ὁ­ποί­α δὲν μᾶς κα­λεῖ σὲ μιὰ συμ­μόρ­φω­ση μὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη δε­ον­το­λο­γί­α —πα­ρ’­ ὅ­λο ποὺ ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στη­ρί­ζε­ται στὶς γνω­στὲς βα­σι­κές της ἀρ­χές— ἀλ­λὰ ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὴν προ­σω­πι­κὴ προ­σέγ­γι­ση καὶ τὴν προ­σω­πι­κὴ βί­ω­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ἐ­νῶ δη­λα­δὴ ἡ ἀ­λή­θεια ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦν εἶ­ναι μί­α, ὁ τρό­πος γιὰ νὰ βι­ω­θεῖ αὐ­τὴ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πάν­τα προ­σω­πι­κός.

       Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ποὺ ζεῖ στὴν ἐ­ρη­μί­α τῶν συγ­χρό­νων πό­λε­ων μπο­ρεῖ νὰ ἐν­τρυ­φή­σει στοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς αὐ­τοὺς θη­σαυ­ροὺς προ­κει­μέ­νου να ἀν­τι­λη­φθεῖ ποι­ός εἶ­ναι ὁ τρό­πος τῆς κα­τὰ Χρι­στὸν ζω­ῆς ὄ­χι στὰ πλαί­σια μιᾶς ἐν πολ­λοῖς ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νης ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῶν Γε­ρόν­των δὲν εἶ­ναι ἕ­νας πρα­κτι­κὸς ὁ­δη­γὸς ἑ­νὸς σύγ­χρο­νου μο­να­χοῦ. Ἀλ­λὰ ἀ­πο­κτᾶ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­ξί­α αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­δο­ση μέ­σα στους ό­ρους της σύγ­χρο­νης ζω­ῆς. Οἱ δι­η­γή­σεις αὐ­τὲς μᾶς με­τα­φέ­ρουν μιὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα αἰ­ώ­νων ἡ ὁ­ποί­α δὲν μᾶς κα­λεῖ σὲ μιὰ συμ­μόρ­φω­ση μὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη δε­ον­το­λο­γί­α —πα­ρ’­ὅ­λο ποὺ ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στη­ρί­ζε­ται στὶς γνω­στὲς βα­σι­κές της ἀρ­χές— ἀλ­λὰ ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὴν προ­σω­πι­κὴ προ­σέγ­γι­ση καὶ τὴν προ­σω­πι­κὴ βί­ω­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ἐ­νῶ δη­λα­δὴ ἡ ἀ­λή­θεια ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦν εἶ­ναι μί­α, ὁ τρό­πος γιὰ νὰ βι­ω­θεῖ αὐ­τὴ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πάν­τα προ­σω­πι­κός.

       Ὀ­φεί­λου­με ἐ­πί­σης νὰ ἐ­πι­ση­μά­νου­με τὸ ρι­ζι­κὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ πνεῦ­μα ποὺ με­τα­φέ­ρει ἡ πα­ρά­δο­ση τῶν ἀ­σκη­τῶν τῆς ἐ­ρή­μου ἐν σχέ­σει μὲ τὴν σύγ­χρο­νη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα ἢ μὲ τὶς δι­ά­φο­ρες με­θό­δους αὐ­το­βελ­τί­ω­σης ποὺ κυ­κλο­φο­ροῦν ἐν ἀ­φθο­νί­ᾳ στὶς μέ­ρες μας. Ἐ­νῶ δη­λα­δὴ οἱ μέ­θο­δοι αὐ­το­βελ­τί­ω­σης ἐμ­μέ­νουν σὲ μιὰ ἐ­γω­ι­στι­κὴ κα­τὰ βά­σιν τα­κτι­κὴ ὥ­στε νὰ «εἶ­σαι κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό σου» προ­κει­μέ­νου «νὰ εἶ­σαι κα­λὰ μὲ τοὺς ἄλ­λους» ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ θε­ω­ρί­α συ­νί­στα­ται σὲ μιὰ ἐκ βά­θρων «ἀλ­λο­τρί­ω­ση» τοῦ ἐ­γώ, ἀ­φοῦ πα­ρα­θέ­τεις τὸν ἑ­αυ­τό σου ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὸν ἄλ­λον, προ­κει­μέ­νου νὰ βρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος διὰ τοῦ θε­ϊ­κοῦ δώ­ρου τῆς ἀ­γά­πης τὸ ἀ­λη­θι­νό του πρό­σω­πο. Καὶ τὸ ἀ­λη­θι­νό μας πρό­σω­πο προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴ «δι­ά­κρι­ση»: ὁ δρό­μος τοῦ κα­θε­νὸς ἂς πο­ρεύ­ε­ται μέ­σα στὸ πλαί­σιο τῶν κα­νό­νων μιᾶς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ μιᾶς πα­ρά­δο­σης εἶ­ναι μο­να­δι­κὸς καὶ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτος

       Αὐ­τὴ ἡ «δι­ά­κρι­ση» —ὅ­ρος θε­με­λι­ώ­δης τῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας— εἶ­ναι ἕ­να κομ­βι­κὸ ση­μεῖ­ο προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με ὅ­τι οἱ ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες καὶ οἱ γε­νι­κὲς ἀρ­χὲς κα­νο­νι­στι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα κα­θό­λου δὲν συμ­βάλ­λουν στὴν δι­ά­σω­ση τῆς προ­σω­πι­κῆς ἑ­τε­ρό­τη­τας, ἀ­πε­ναν­τί­ας ὁ­δη­γοῦν στὴν ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση καὶ στὴν ἐ­ξά­λει­ψή της.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἡ τρι­βὴ μὲ τέ­τοι­α — «πε­ρι­θω­ρια­κὰ» γιὰ τὸν ση­με­ρι­νὸ λό­γιο ἀ­να­γνώ­στη— κεί­με­να εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πα­ραί­τη­το γύ­μνα­σμα προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὸ βά­ρος καὶ τὸ βά­θος μιᾶς πα­ρα­δό­σε­ως ποὺ μᾶς κα­θό­ρι­σε. Ὅ­ταν ἐν­τρυ­φή­σει κα­νεὶς σ’­αὐ­τὴ τὴν φι­λο­κα­λι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι μό­νο ἡ δι­ά­χυ­ση αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­δό­σε­ως στὴν κοι­νω­νι­κή μας ζω­ὴ μᾶς ἀ­παλ­λάσ­σει ἀ­πὸ τοὺς δε­σμοὺς τοῦ σο­γιοῦ, τῆς συγ­γέ­νειας, τῆς φα­τρί­ας, τοῦ συ­να­φιοῦ. Ἀ­πὸ τοὺς φυ­σι­κοὺς δε­σμοὺς τοῦ αἵ­μα­τος κι ἀ­πὸ τὴν λο­γι­κὴ τῆς ἰ­σχύ­ος. Ἀ­πὸ τὴν κα­τά­πτω­ση τοῦ λό­γου τοῦ Χρι­στοῦ σὲ μιὰ ἐ­ξου­σι­α­στι­κὴ θρη­σκεί­α ἕρ­μαι­ο τῶν πο­λι­τι­κῶν ἐ­ξου­σι­ῶν. Μᾶς δι­δά­σκει μὲ πολ­λα­πλοὺς τρό­πους τὴν κοι­νό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης ποὺ δὲν συν­θλί­βει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ προ­σώ­που.

       Μό­νο ἂν γνω­ρί­σου­με κα­λὰ μιὰ τέ­τοι­α πα­ρά­δο­ση —ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ τί πι­στεύ­ου­με— ἔ­χου­με μιὰ ἐλ­πί­δα νὰ γι­α­τρευ­τοῦ­με ἀ­πὸ τὴν δι­ε­γνω­σμέ­νη μας σχι­ζο­φρέ­νεια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. [Βλ. καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]

Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος (Κυ­πα­ρισ­σί­α Μεσ­ση­νί­ας, 1959). Ποι­η­τὴς καὶ φι­λό­λο­γος. Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶ­ν μὲ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴ μου­σι­κο­λο­γί­α. Ὑ­πῆρ­ξε μέ­λος τῶν ἐκ­δο­τι­κῶν ὁ­μά­δων γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς πε­ρι­ο­δι­κὲς ἐκ­δό­σει­ς Ἐ­ρου­ρέ­μ καὶ Ἴν­δι­κτος. Ἐκ­δί­δει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Κοι­νὸν τῶν Ὡ­ραί­ων Τε­χνῶν. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἀ­να­κο­μι­δή. Ἀ­κο­λου­θί­α ποι­η­μά­των καὶ τρα­γου­δι­ῶν (ἐν Πλῷ, 2016).

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης.



		

	

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Τραγούδι



Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Τρα­γού­δι


ΡΑΤΑ στὸ χέ­ρι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ κου­βά, ἕ­να κον­τά­ρι κι ἕ­να ἐρ­γα­λεῖ­ο ποὺ μοιά­ζει μὲ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα αὐ­το­κι­νή­του. Τὰ τζά­μια σου εἶ­ναι λε­ρω­μέ­να, μοῦ λέ­ει, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; Φυ­σά­ει σή­με­ρα, τοῦ λέ­ω, θὰ λε­ρω­θοῦν ἀ­μέ­σως ξα­νά. Τό­τε νὰ ‘ρθῶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή; μὲ ρω­τᾶ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ κα­λύ­τε­ρα, τοῦ λέ­ω. Εἶ­ναι κον­τός, μὲ σκοῦ­ρο πρό­σω­πο καὶ λα­δω­μέ­νο μαλ­λί, μαῦ­ρο κα­τρά­μι στρω­μέ­νο κα­λά, τὰ μά­τια του εἶ­ναι κί­τρι­να καὶ δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν πάν­τα τὸ χρῶ­μα τους. Μὴ βά­λεις ἄλ­λον, μοῦ λέ­ει, ἐ­γὼ θὰ τὰ κα­θα­ρί­σω, μό­νο πέν­τε εὐ­ρώ, ἔ­λα τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, τοῦ λέ­ω. Συ­νεν­νο­η­θή­κα­με μιὰ χα­ρά, ἂν καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του δὲν ἦ­ταν τό­σο κα­λά. Κα­θα­ρί­ζω καὶ τοῦ Τά­σου στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει. Δὲν ξέ­ρω κά­ποι­ον Τά­σο ἀ­πὸ τὸ Κιά­το, τοῦ λέ­ω. Ἔ­χει τὸ κα­φε­νεῖ­ο, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ δεί­χνει μὲ τὸ χέ­ρι του πῶς τοῦ κά­νει ὁ Τά­σος ὅ­ταν τὸν βλέ­πει. Σὲ σταυ­ρώ­νει, τοῦ λέ­ω, ὅ­πως σὲ σταύ­ρω­νε ἡ μά­να σου μι­κρό, ναί, μοῦ λέ­ει κι ἀ­μέ­σως με­τὰ μοῦ δεί­χνει μιὰ ἄλ­λη κί­νη­ση, σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει. Πρῶ­τα σὲ σταυ­ρώ­νει καὶ με­τὰ σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει. Για­τί τὰ κά­νει αὐ­τά; τοῦ λέω, δὲν ξέ­ρω, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει ξα­νά. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ ἄρ­γη­σε λί­γο, ἀλ­λὰ συ­νε­πής, εἶ­χε βρα­διά­σει, χτυ­πᾶ κι ἀ­νοί­γει ἐ­λα­φρῶς τὴν πόρ­τα, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; μοῦ λέ­ει, κα­θά­ρι­σέ τα, τοῦ λέ­ω. Πέ­ρα­σα κι ἀ­πὸ τὸν Τά­σο στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ ‘δεῖ­ξε γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα τὶς γνω­στὲς κι­νή­σεις τοῦ Τά­σου, γε­λα­στὸς πάν­τα, ἐ­γὼ δὲν ἔ­κα­να σχό­λιο για­τί τὰ εἴ­χα­με πεῖ αὐ­τά. Θὰ πά­ρω λί­γο νε­ρό, μοῦ λέ­ει, πά­ρε, τοῦ λέ­ω. Ἀ­κού­ω ἀ­πέ­ξω νὰ τρί­βει τὰ τζά­μια καὶ με­τὰ νὰ τὰ στε­γνώ­νει, ὅ­πως γρα­τσου­νά­ει ἡ γά­τα τὸ πορ­τό­φυλ­λο τὸ χει­μώ­να ποὺ κρυ­ώ­νει, δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, τέ­λει­ω­σα, μοῦ λέ­ει, ὁ­ρί­στε τὰ λε­φτά, τοῦ λέ­ω, ἐ­νῶ αὐ­τὸς κα­θά­ρι­ζε τὸ μαρ­μα­ρά­κι τῆς εἰ­σό­δου, μὴν πα­τή­σεις ἐ­δῶ, μοῦ λέ­ει, μέ­χρι νὰ στε­γνώ­σει. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μοῦ λέ­ει. Ἡ κί­νη­ση ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­χε ἀ­ραι­ώ­σει. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα καὶ βγῆ­κε. Ἀ­μέ­σως με­τὰ εἶ­πε ἕ­να τρα­γού­δι, στὴ γλώσ­σα του, ὄ­χι ὁ­λό­κλη­ρο, ἀλ­λὰ εἶ­πε με­ρι­κὰ λό­για καὶ νο­μί­ζω πὼς τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν ἕ­να εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­κό­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.



		

	

Kimon Theodorou: Boy cries about Amy



Kimon Theodorou


Boy cries about Amy


THERE ARE ONLY TWO kinds of people in this world: those who cried when Amy Winehouse left us, and the ones who didn’t cry. Zefi gave me her verdict: “You’re nuts, you didn’t even cry this much about father.” And then she said that we were talking about a junkie here anyhow ̶ Amy that is, not father ̶ and everybody knows how junkies end up. She forgot about that time three summers back when we didn’t go on holiday ̶ besides, we never go because we’re flat broke ̶ and we made do with car rides along the coast, driving from Kalamaki to Saronida. The metal  frame of the Opel was smouldering, the old wreck being a thirty-year institution, a family heirloom, with the windows open to the brim, a fan that didn’t work and a radio that hardly did either, but the old tape player could still spew out music, giving off a kind of retro feeling, ’cause who listened ̶ and still listens ̶ to music on cassette anymore? I’d filled up a tape just with ‘Rehab’ and ‘You know I’m no good’ on repeat. In a way, dear old Amy saved our lost holiday. Still, Zefi remained in the camp of those who didn’t cry and I wondered whether it was possible that we were brought into the world by the same parents. She didn’t cry when she lost the baby either; it was as if the miscarriage didn’t involve her body at all. Then, during the divorce, when she finally got rid of her husband, she almost had a party. At a random moment she had come out with a real slip-up, saying that I had no idea how much trouble I was missing because she didn’t see me getting married any time soon, at least not like I am now stuck in the wheelchair. You should have seen how much I cried about Michael Jackson. More about Amy though.



Source: First published.

Kimon Theodorou was born in Kavala in 1981. He studied journalism and European Cultural Studies. Short stories of his have been published in a number of anthologies.

Translated by Chris H. Sakellaridis

Chris H. Sakellaridis is a poet and teacher who was born in London in 1983 and grew up in Crete. He studied English at Queen Mary University, Social Anthropology at UCL and completed a Postgraduate Certificate in Education at Bath Spa. Poems and translations of his have been published in magazines and anthologies in the UK, Ireland, Spain, Italy and Greece. He has also been involved in radio production, animation and sound art.


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Πάρκο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Πάρ­κο


ΑΝΗΦΟΡΑ σὲ ἐ­ξάν­τλη­σε, μό­λις ἔ­φτα­σες, κι ἔ­χεις στα­θεῖ σὲ μί­αν ἄ­κρη νὰ ξα­πο­στά­σεις. Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι στὸ ψη­λό­τε­ρό του ση­μεῖ­ο καὶ σὲ τυ­φλώ­νει κα­θὼς ψά­χνεις τοὺς δι­κούς σου σὰν παι­δὶ μι­κρὸ πού ’­χει χά­σει τὸν δρό­μο του – κι ἔ­χεις πα­τή­σει τὰ τριά­ντα. Δρο­σί­ζεις τὸ μέ­τω­πό σου μὲ λί­γο ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ποὺ κου­βα­λᾶς στὴν πλά­τη καὶ συ­νε­χί­ζεις. Φτά­νεις στὴν οὐ­ρὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ σερ­βι­ρι­στεῖ καὶ ξαφ­νι­κὰ τὸν βλέ­πεις ὁ­λο­ζών­τα­νο νὰ στέ­κε­ται μπρο­στά σου καὶ μει­λί­χιος νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴ σει­ρά του. Ἔ­χει πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια. — Θὰ προ­χω­ρή­σε­τε ἐ­πι­τέ­λους; Τί θὰ γί­νει; — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἀ­φαι­ρέ­θη­κα. Λί­γο πιὸ πέ­ρα κά­τι ἄλ­λα γε­ρον­τά­κια μό­λις πῆ­ραν τὸ κρα­σί τους καὶ τὸ πᾶ­νε στὰ παι­διά τους, στὰ ἐγ­γό­νια καὶ στοὺς φί­λους. Ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βα­τρα­χο­πέ­δι­λα περ­νᾶ ἀ­πὸ μπρο­στά σου. «Μὴν τὰ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι», λέ­ει, «ἄ­κου­σα στὶς εἰ­δή­σεις πὼς θ’ ἀ­νέ­βει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ τὶς ἑ­πό­με­νες ὧ­ρες». «Λέ­τε νὰ βυ­θι­στοῦ­με;», τῆς ἀ­παν­τᾶς χα­μο­γε­λών­τας, καὶ συ­νε­χί­ζεις τὴ βόλ­τα σου ἀ­νά­με­σα στὶς λεῦ­κες καὶ στὶς πα­ρέ­ες πού ’­χουν στρώ­σει τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα στὸ χῶ­μα, καὶ σκέ­φτε­σαι τὸν χρό­νο – πῶς κυ­λᾶ, τὴ ζω­γρα­φιὰ ποὺ ὅ­λο ἀλ­λά­ζει χρώ­μα­τα, τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ κον­τά, τὶς γι­ορ­τὲς ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ γι­ορ­τές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

John Yiannouleas: You can go your own way


John Yiannouleas


You can go your own way


N A WEDNESDAY morning, Mr Paul, having served his time as a good husband and neighbour, thought that there was nothing else left for him to do but to leave and go as far as he could.

       He opened the door of his house, walked across the tiles on the patio, went through the gate—yet this time, with a sure-footed step, walked downhill on Phoenix Avenue and passed the luminous signs and absent-minded pensioners.

       He carried on walking until the early evening and then took the first bus headed for the outskirts of town—exactly the opposite direction from his house.

       Eleven months later, when he unexpectedly looked upon Phoenix Avenue, he continued without speaking, opened the door, hung his coat on the wooden coat hanger and understood that the other end of the world was in his house.



Source: First published.

John Yiannouleas (1962). He studied Film Direction and has directed the films: The Other Side (1985), an interview of the heretical revolutionary Agis Stinas, mentor of Cornelius Castoriadis and Good morning Managua, (1987) a travel documentary about Nicaragua of the Sandinistas. Books of his are: In 45 Square Metres (short plays, 1997) and Unexpected Garden (poems, 2006), My Unknown Words (2014) and The Cat’s Mold (forthcoming). He has published many critical texts on film and theatre in newspapers and journals.

Translated by Chris H. Sakellaridis

Chris H. Sakellaridis is a poet and teacher who was born in London in 1983 and grew up in Crete. He studied English at Queen Mary University, Social Anthropology at UCL and completed a Postgraduate Certificate in Education at Bath Spa. Poems and translations of his have been published in magazines and anthologies in the UK, Ireland, Spain, Italy and Greece. He has also been involved in radio production, animation and sound art.

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος

 

ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ τε­λεί­ω­νε τὸ δε­ξί του χέ­ρι. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν βι­δω­μέ­νο τὸ δρε­πά­νι. Κά­θε μέ­ρα, κα­θι­σμέ­νος στὸ βα­θὺ θρό­νο, κα­λοῦ­σε τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν νὰ γο­να­τί­σου­νε μπρο­στά του. Τό­τε ση­κω­νό­ταν καὶ τοὺς θέ­ρι­ζε, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν μά­θει νὰ ὑ­πο­κλί­νον­ται σω­στά. Κά­θε πρω­ὶ τοὺς θέ­ρι­ζε καὶ κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι ὑ­πέ­γρα­φε μὲ τὸ χρυ­σό του στυ­λο­γρά­φο ἐ­πι­στο­λὲς κι ἐ­πι­τα­γές. Ἤ­τα­νε ἕ­νας φο­βε­ρὸς ἀρ­χάγ­γε­λος. Μο­νά­χα στὸ θε­ὸ ἔ­βγα­ζε τὸ πη­λί­κιο καὶ μὲ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση δι­ά­πλα­τα τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα νὰ πε­ρά­σει. Ὅ­ταν μά­λι­στα ἤ­θε­λε ἰ­δι­αί­τε­ρα νὰ τὸν ὑ­πο­χρε­ώ­σει, τοῦ χά­ρι­ζε ται­νί­ες πορ­νο­γρα­φι­κές, ὅ­που πα­ρὰ φύ­σιν ἀ­σελ­γοῦ­σε σὲ βά­ρος τῶν μι­κρῶν ἡ­ρώ­ων τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν, μὲ προ­τί­μη­ση τὸ Δα­βὶδ Κό­περ­φιλντ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Οἱ κα­τα­κόμ­βες (πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, 1975).

Λί­α Με­γά­λου–Σε­φε­ριά­δη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Ποι­ή­τρια, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ διή­γη­μά της στὸ πε­ριο­δικὸ Ἐπο­χές τὸ 1966. Πρῶτο της βιβλί­ο Ὁ δρα­πέ­της στὸ δέ­ντρο (ποί­η­ση, Ἑρμῆς, 1972). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­έ­ξι βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ξέ­νες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ καὶ ἡ ἴ­δια μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τὸ 2001 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ἰ­πεκ­τσὶ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Σὰν τὸ με­τά­ξι (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1996).



		

	

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Χρῖστος Δάλκος: Ζήτω ὁ ἥλιος



Χρῖστος Δάλκος


Ζήτω ὁ ἥλιος


ΕΡΝΑΩ συ­χνά, εἴ­τε μέ τό αὐ­το­κί­νη­το, εἴ­τε μέ τά πό­δια, ἀ­πό τή γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα. Τί ἐ­στί Καρ­πού­ζας; Καρ­πού­ζας ἐ­στί ἕ­νας πα­λιός μου συμ­μα­θη­τής ἀπ᾿ τό Δη­μο­τι­κό. Τόν ἔ­βλε­πα συ­χνά πα­λι­ό­τε­ρα ἀλ­λά δέν τοῦ ἔ­δι­να γνω­ρι­μί­α, κα­τά πᾶ­σαν πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τός δέν θά μέ θυ­μό­ταν, ἴ­σως κι ἐ­γώ δέν θά τόν θυ­μό­μουν ἄν δέν τόν εἶ­χα συν­δέ­σει μέ μιάν ἀ­νά­μνη­ση.

       Εἴ­μα­στε στήν Πέμ­πτη τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ, στίς ἀ­παρ­χές τῆς ἄ­νοι­ξης, κι οἱ δά­σκα­λοι μᾶς λέ­νε πώς αὔ­ριο, ἄν κά­νῃ κα­λό και­ρό, θά πᾶ­με ἐκ­δρο­μή. Ἡ μέ­ρα περ­νά­ει μέ­σα σέ μιά γλυ­κειά προ­σμο­νή πώς αὔ­ριο, λέ­ει, θά εἶ­ναι χα­ρά θε­οῦ.

       Καί τί πι­κρή ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, τό πρω­ί τῆς ἄλ­λης μέ­ρας, πού μπλά­βα σύν­νε­φα ἔ­χουν σκε­πά­σει τόν οὐ­ρα­νό καί τόν ἥ­λιο, κι ἐ­μεῖς σκόρ­πιοι πε­ρί­λυ­ποι στό προ­αύ­λιο, νά κυτ­τᾶ­με πά­νω ψη­λά, πα­ρα­κα­λῶν­τας ἀ­πό μέ­σα μας νά σκά­σῃ μύ­τη ὁ ἥ­λιος, νά δι­ώ­ξῃ ὡς διά μα­γεί­ας τά σύν­νε­φα, ἐ­κεῖ, πέν­τε λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, ἔ­χου­με ἀ­κό­μα λί­γο και­ρό, ὅ­λα μπο­ροῦν νά συμ­βοῦν!

       Καί νά πού δυ­ό λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, μιά χλο­μή ἡ­λι­α­χτί­δα, φορ­τω­μέ­νη ὅ­λες τίς παι­δι­κές ἐλ­πί­δες, ξε­πρό­βα­λε γιά λί­γο μέ­σα ἀπ᾿ τά βα­ριά σύν­νε­φα. Τά μα­θη­τού­δια στή­σα­νε πα­νη­γύ­ρι τρε­λό κι ἀρ­χί­σα­νε νά κραυ­γά­ζου­νε τήν γνώ­ρι­μη ἰα­χή: Ἐ-κδρο-μή! Ἐ-κδρο-μή!

       Μά ἐ­γώ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐ­τά θυ­μᾶ­μαι μό­νο τόν Καρ­πού­ζα: Χο­ρο­πη­δοῦ­σε σάν τρε­λός, μέ μιά ἄ­φα­τη χα­ρά στό πρό­σω­πό του καί λές κι ἡ εἰ­κό­να του, μέ φόν­το τήν ἀ­ναι­μι­κή ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου, ἀ­κι­νη­τεῖ γιά χρό­νια στό μυα­λό μου, τά πό­δια του λυ­γι­σμέ­να κι αἰ­ω­ρού­με­να στόν ἀ­έ­ρα, τά χέ­ρια του ὑ­ψω­μέ­να θρι­αμ­βι­κά, τό γέ­λιο του, γέ­λιο παι­διοῦ πιό λαμ­πε­ρό κι ἀ­πό τόν ἥ­λιο, τήν ὥ­ρα πού κραύ­γα­ζε: «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Δέν πή­γα­με βέ­βαι­α ἐκ­δρο­μή αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα, πή­γα­με τήν ἑ­πό­με­νη πού ᾿χε ξα­στε­ριά, ὅ­μως δέν ἦ­ταν τό ἴ­διο, ἔ­λει­πε ἐ­κεί­νη ἡ γλύ­κα τῆς προ­σμο­νῆς καί ἡ πί­κρα τῆς δι­ά­ψευ­σης.

       Ἔ­κτο­τε, πάν­τως, κά­θε φο­ρά πού πέρ­να­γα, ἀ­κό­μα καί με­γά­λος, ἀ­πό τήν γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα, ἔ­λε­γα ἀ­πό μέ­σα μου: «Γειά σου ρέ Καρ­πού­ζα, Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Ὥ­σπου μιά μέ­ρα, πρίν δυ­ό χρό­νια, εἶ­δα στήν κο­λώ­να τῆς γει­το­νιᾶς του ἕ­να κη­δει­ό­ση­μο πού γνω­στο­ποι­οῦ­σε τόν θά­να­το τοῦ προ­σφι­λοῦς πα­τέ­ρα, θεί­ου καί ἀ­δελ­φοῦ Γιά­ννη Καρ­πού­ζα. Ἀμ­φι­βάλ­λω ἄν κά­ποι­ος ἀπ᾿ τούς συμ­μα­θη­τές μου τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ θυ­μό­ταν —ἤ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει— ἐ­κεί­νη τήν σκη­νή τοῦ «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!», καί δέν ξέ­ρω ἄν τήν θυ­μό­ταν στήν κα­το­πι­νή του ζω­ή κι ὁ ἴ­διος ὁ Καρ­πού­ζας.

       Αὐ­τό ὅ­μως πού μπο­ρῶ νά πῶ μέ σχε­δόν ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πώς σί­γου­ρα δέν θά τή θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).