Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη


ΟΡΑ τὸ μα­γιό του, τὰ πλα­στι­κὰ πα­πού­τσια, τὰ γυα­λιὰ τῆς θά­λασ­σας κι ἕ­να με­γά­λο ψά­θι­νο κα­πέ­λο, δὲν τὸ κου­νά­ει ὅ­μως ρού­πι ἀ­πὸ τὸ κα­ρε­κλά­κι του ποὺ εἶ­ναι στέ­ρε­α βαλ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ βό­τσα­λα. Οἱ κι­νή­σεις του εἶ­ναι λι­γο­στὲς κι ἔ­τσι βυ­θι­σμέ­νος ὅ­πως εἶ­ναι στὴ ρέμ­βη, τὸ βλέμ­μα του προ­δί­δει μιὰ κά­ποι­α ἀ­νη­συ­χί­α, ἴ­σως καὶ φό­βο.

       — Εἶ­πα νὰ σὲ ρω­τή­σω, ἂν καὶ νο­μί­ζω τὴν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση… οὔ­τε σή­με­ρα θὰ βου­τή­ξεις;

       — Ὄ­χι, ὄ­χι… τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ λές; Δὲν θά ’­σαι κα­λά! Για­τί νὰ μπῶ; Νὰ μὲ δαγ­κώ­σουν αὐ­τὰ τὰ πραγ­μα­τά­κια στὸ βυ­θὸ ποὺ τσιμ­πᾶ­νε;

       — Ἔ­λα, θὰ μποῦ­με μα­ζὶ καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ σὲ δαγ­κώ­σει τί­πο­τα.

       — Μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα… ἂν μπῶ ἐ­κεῖ μέ­σα, θὰ βρα­χῶ. Ξέ­ρεις πό­ση ὥ­ρα θέ­λω με­τὰ γιὰ νὰ στε­γνώ­σω; Γι’ αὐ­τὸ σοῦ λέ­ω, ἄ­σ’ το κα­λύ­τε­ρα…

       — Μά… δὲν θυ­μᾶ­σαι… στὰ κα­ρά­βια; Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα στὴ θά­λασ­σα… μιὰ ζω­ή… καὶ τώ­ρα τί;

Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λὰ τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ μέ­σα, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπαί­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: