Ναταλία Θεοδωρίδου: Στάσιμος


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου


Στάσιμος


ΦΤΑΣΑ στὴν Ἡ­φαι­στί­α με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα τῆς κά­ψας. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ χώ­ρου ἦ­ταν μό­νο ὁ γέ­ρος φύ­λα­κας τοῦ θε­ά­τρου. Ἂς ποῦ­με φύ­λα­κας, δη­λα­δή. Τί νὰ φυ­λά­ξει, πῶς, ἀ­πὸ ποι­όν; Κα­θό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φρι­χτὸ φῶς τοῦ Αὐ­γού­στου, κι ἔ­λε­γε. Γιὰ τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε, γιὰ ἕ­να σῶ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρο σμάλ­το ποὺ δὲν ἀ­γά­πη­σε τε­λι­κά, κι ἂς ἤ­θε­λε τό­σο νὰ τ’ ἀ­γα­πή­σει. Καὶ γιὰ τὸ κι­τρι­νι­α­σμέ­νο μά­τι τ’ οὐ­ρα­νοῦ, ποὺ ὅ­λα τὰ βλέ­πει καὶ ποὺ τί­πο­τα δὲ συγ­χω­ρεῖ.

            Τὸν χαι­ρέ­τη­σα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ πῆ­ρα τὸ χω­μα­τό­δρο­μο γιὰ τὸ ἀμ­φι­θέ­α­τρο. Ἡ σκό­νη κολ­λοῦ­σε στὰ πα­πού­τσια μου, στὰ μαλ­λιά μου. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ φῶς καὶ λι­θά­ρια. Καὶ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια σὲ μιὰ ἄ­κρη, μό­να, κα­τά­μο­να. Κά­που ἐ­δῶ μπο­ροῦ­σα νὰ πι­στέ­ψω πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἡ Λῆ­μνος ἡ κυ­μα­το­ζω­σμέ­νη, ἀ­πά­τη­τη, ἀ­κα­τοί­κη­τη – ἐξὸν ἀ­πὸ ἕ­ναν Φι­λο­κτή­τη, ἴ­σως.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­κεῖ, στὴ μέ­ση της ὀρ­χή­στρας. Ὁ ἥ­λιος τὸν χτυ­ποῦ­σε κα­τα­κό­ρυ­φα, μου­τζού­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό του μὲ σκι­ὲς κά­θε­τες, σὰ σπα­θι­ές. Πῆ­γα καὶ στά­θη­κα δί­πλα του, νὰ κοι­τά­ξω πρὸς τὸ κοῖ­λον, τὸν λί­θι­νο λό­φο πί­σω του· ἀρ­χαῖ­ο κί­τρι­νο καὶ ξε­ρα­ΐ­λα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τὸ Κα­στρο­βού­νι. Πῶς νὰ φω­τί­σεις αὐ­τὸν τὸν τό­πο, τὸν μυ­θι­κό, σκε­φτό­μου­να, πῶς νὰ τὸ κά­νεις δί­και­α – νὰ βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸν Φι­λο­κτή­τη, ποὺ ἄν­θρω­πο δὲ βλέ­πει.

            «Τί πᾶ­με νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε.

            Τὸν κοί­τα­ξα, μὲ κοί­τα­ξε. Ἔ­τρε­χε ὁ νοῦς τοῦ σκη­νο­θέ­τη, φαι­νό­τα­νε. Δυ­ὸ χρό­νια πα­λεύ­α­με μὲ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἀρ­χαι­ο­τή­των νὰ πά­ρου­με ἄ­δεια γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση. Καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε νὰ κά­νει πί­σω.

            Χα­μο­γέ­λα­σα, νὰ τὸν ἡ­συ­χά­σω. «Μιὰ-δυ­ὸ μπα­λαν­τέ­ζες, κι ὅ­λα γί­νον­ται» εἶ­πα.

            Κρα­τή­σα­με τὶς ση­μει­ώ­σεις μας στὸ πό­δι, σκου­πί­σα­με μέ­τω­πα σὲ μα­νί­κια, πή­ρα­με τὸ δρό­μο γιὰ τὸ λι­μά­νι, νὰ βροῦ­με τὸ θί­α­σο. Ἡ ὥ­ρα τρα­βοῦ­σε τσί­που­ρο καὶ θά­λασ­σα. Οἱ μι­κρὲς ἡ­δο­νὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ὁ Λευ­τέ­ρης πῆ­γε νὰ μᾶς μα­λώ­σει. «Θυ­μή­σου τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α» τοῦ ‘­πα. «Μιὰ μέ­ρα ἀ­χρεῖ­ος τώ­ρα καὶ ἔ­πει­τα σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή σου δό­ξα κι ἔν­τι­μος.» Γέ­λα­σε. Ἂς ἦ­ταν καὶ μέ­ρα δου­λειᾶς, ποι­ός θὰ μᾶς κα­τη­γο­ροῦ­σε;

            Ὁ θί­α­σος μό­νο ἄν­τρες: ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας, κα­λὸς φί­λος ἀ­πὸ τὰ χρό­νια της Σχο­λῆς. Ἡ­ρα­κλῆ δὲν εἴ­χα­με ζων­τα­νό, προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο μό­νο. Ὁ Φι­λο­κτή­της, ἠ­θο­ποι­ὸς πα­λιός, ἄλ­λης γε­νιᾶς καὶ στό­φας. Αὐ­τὸς δὲν ἔ­πι­νε οὔ­τε μὲ τὴν ἄ­δεια τοῦ Λευ­τέ­ρη. Δυ­ὸ δά­χτυ­λα ἔ­βα­ζε μό­νο σ’ ἕ­να πο­τη­ρά­κι γιὰ νὰ τσουγ­κρί­ζει. Καὶ πάν­τα μ’ ἕ­να λι­νὸ που­κά­μι­σο. Ὄ­χι σὰν ἐ­μᾶς ποὺ τρι­γυρ­νά­γα­με μὲ τὰ μα­γιό, σὰν τοὺς του­ρί­στες. Ὁ χο­ρὸς ἀ­πὸ ναυ­τά­κια, τε­λει­ό­φοι­τοι ἀ­πὸ τὴ Σχο­λή, κά­να­νε καὶ τὶς δι­α­κο­πές τους πα­ρεμ­πι­πτόν­τως. Καὶ μιὰ γυ­ναί­κα ὅ­λη κι ὅ­λη, ἡ ἐν­δυ­μα­το­λό­γος. Τρα­βι­ό­τα­νε μὲ τὸν Νε­ο­πτό­λε­μο. Κα­λὰ παι­διά, τα­λέν­το δὲν ἔ­λει­πε.

            Δυ­ὸ βδο­μά­δες οἱ πρό­βες πή­γα­νε κα­λά, κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σο πε­ρι­μέ­να­με. Γέ­μι­σε τὸ νη­σὶ ἀ­φί­σες, προ­πω­λή­θη­καν σχε­δὸν ὅ­λα τα εἰ­σι­τή­ρια, θὰ ἐρ­χό­ταν κό­σμος κι ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω μέ­ρη. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς πρε­μι­έ­ρας ἔ­κα­νε μιὰ ζέ­στη ἄλ­λο πρά­μα, κον­τέ­ψα­με νὰ σκά­σου­με κι ἐ­μεῖς μα­ζὶ μὲ τὰ τζι­τζί­κια. Πή­γα­με γιὰ μπά­νιο ὅ­λος ὁ θί­α­σος πα­ρέ­α. Πέ­τρα πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ λι­θά­ρι πά­νω στὸ λι­θά­ρι αὐ­τὲς οἱ θά­λασ­σες. Περ­πά­τη­σα πα­ρά­με­ρα ψά­χνον­τας λί­γη ἀμ­μου­διὰ μέ­σα στὸ νε­ρό, σα­κα­τεύ­ον­τας τὶς πα­τοῦ­σες μου στὸ με­τα­ξύ. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ἕ­να τράν­ταγ­μα. Εἶ­δα τὸ θί­α­σο ἀ­πὸ μα­κριά, κου­νοῦ­σαν χέ­ρια πό­δια καὶ φω­νά­ζα­νε. Σει­σμός. Πα­ρα­πά­τη­σα, βού­τη­ξα ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα στὸ νε­ρό, σχε­δὸν ἔ­σκι­σα τὰ χέ­ρια μου στὶς πέ­τρες. Δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα, εἴ­κο­σι, τριά­ντα. Ἔ­τρι­ξε ἡ θά­λασ­σα καὶ τὸ νη­σὶ μα­ζί.

            Θύ­μα­τα δὲν ὑ­πῆρ­ξαν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να, λί­γο-πο­λὺ ἔμ­ψυ­χο κι αὐ­τό: τὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο τῆς Ἠ­φαι­στί­ας. Κα­τέρ­ρευ­σε μέ­ρος τοῦ κοί­λου. Πα­ρά­στα­ση δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ γί­νει. Κολ­λή­σα­με ἕ­να «ΜΑΤΑΙΩΘΗΚΕ» σὲ ὅ­σες ἀ­φί­σες φτά­να­με χω­ρὶς σκά­λα. Τὰ χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ εἰ­σι­τή­ρια θὰ τὰ ἐ­πι­στρέ­φα­με τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης τὸ πῆ­ρε βα­ριά, σὰ νὰ γκρε­μί­στη­κε μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­α­τρο. Μοῦ εἶ­πε, «αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἐ­γὼ ἄλ­λο δὲν μπο­ρῶ». Πῆ­ρε τὸ πρῶ­το πλοῖ­ο γιὰ Κα­βά­λα. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ τὸν δῶ.

            Τὰ ναυ­τά­κια μας σκόρ­πι­σαν στὰ γύ­ρω νη­σιά. Ὁ Νε­ο­πτό­λε­μος μὲ τὴν ἐν­δυ­μα­το­λό­γο πῆ­γαν νὰ κά­νουν τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ Σκύ­ρο. Οἱ ἄλ­λοι γύ­ρι­σαν Ἀ­θή­να. Ἔ­μει­να ἐ­γὼ μὲ τὸν προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο Ἡ­ρα­κλῆ νὰ μα­ζέ­ψου­με τὰ σπα­σμέ­να.

            Πῆ­γα στὸ θέ­α­τρο νὰ πά­ρω τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ἠ­λε­κτρο­λο­γι­κά, νὰ πῶ κι ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο γειὰ στὰ κυ­πα­ρίσ­σια. Ὁ γέ­ρος πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴν ἴ­δια θέ­ση. Εἶ­χε ἀ­κού­σει, βέ­βαι­α, γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση.

            «Ἀ­λή­θεια κά­νε­τε πα­νιὰ τώ­ρα, παι­δί μου;» μὲ ρώ­τη­σε ὅ­ταν ἔ­φευ­γα. Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­π’ τὸν Φι­λο­κτή­τη.

            Ἔ­τσι μοῦ ‘ρ­θε ν’ ἀ­παν­τή­σω «και­ρὸς γὰρ κα­λεῖ», σὰν ἄλ­λος Νε­ο­πτό­λε­μος κι ἐ­γώ – ἡ σκέ­ψη μοῦ ‘­φε­ρε γέ­λιο, ἀλ­λὰ κρα­τή­θη­κα. Ἔ­νευ­σα. «Κι ἐ­σύ, παπ­πού, τί θὰ κά­νεις;»

            «Ἐ­γώ, ἐ­δῶ» εἶ­πε καὶ χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ πλα­ϊ­νὸ τοῦ πο­διοῦ του. «Ποῦ νὰ πά­ω, σάμ­πως, μ’ αὐ­τὸ τὸ πο­δά­ρι;»

            Εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζα χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νω. Ἔ­κα­νε ἔ­τσι, ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο το μπα­τζά­κι του νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν πλη­γὴ ἀ­πὸ κά­τω. Μ’ ἅρ­πα­ξε τὸ πύ­ο κι ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα.

            «Χρό­νια…» εἶ­πε.

            Ζα­λί­στη­κα, μοῦ ‘­πε­σαν τὰ κα­λώ­δια ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Τὰ μά­ζε­ψα ὅ­πως-ὅ­πως καὶ γύ­ρι­σα νὰ φύ­γω χω­ρὶς νὰ πῶ τί­πο­τα. Ἄ­φη­σα πί­σω τὸν Φι­λο­κτή­τη, τὴν αἰ­ώ­νια πλη­γή του νὰ κα­τα­τρώ­ει τὴ Λῆ­μνο ὁ­λό­κλη­ρη. Καὶ τὰ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια νὰ τρυ­πᾶ­νε τὸν οὐ­ρα­νό.



Πρώτη δημοσίευση: περ. Ἕνεκεν, τχ. 32, 2014.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ θρη­σκει­ο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Τμῆ­μα Media & Film Studies τοῦ School of Oriental and African Studies, University of London. Ποί­η­σή της ἔ­χει βρα­βευ­θεῖ στοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς τῆς ΧΟΝ (1ο βρα­βεῖ­ο, 2002), τῆς Μα­κε­δο­νι­κῆς Καλ­λι­τε­χνι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας «Τέ­χνη» (2ο βρα­βεῖ­ο, 2002) καὶ τῆς Ἕ­νω­σης Ἐκ­δο­τῶν Βο­ρεί­ου Ἑλ­λά­δος (1α βρα­βεῖ­α, 2001 καὶ 2002). Τὸ δι­ή­γη­μά της «Πρῶ­το Πρό­σω­πο» δι­α­κρί­θη­κε στὸν 5ο Πα­νελ­λή­νιο Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος τοῦ diavasame.gr καὶ θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­λευ­θε­ρου­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ (The BooksJournal, Platform, Contemporary Theatre Review, Performance Research), ἐ­νῶ δρά­μα της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸν τό­μο Ἡ Τέ­χνη τοῦ Δρά­μα­τος στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση (Με­ταίχ­μιο, 2007).


Εἰκόνα: Μαρ­μά­ρινη πλά­κα ἀνα­μνη­στικὴ τοῦ μύθου τοῦ Φιλο­κτή­τη. Ἀρ­χαι­­ολο­γικὸ Μουσεῖο Βραυρώνας.


Διαφημίσεις

Alexandros Vanaryotis: Materialism

 

Alexandros Vanaryotis

 

Materialism


OTH OF THEM were crying for a long time, each in the other’s arms. The bank had just confiscated their house. The house they had dreamed about for years, the one they had fixed up with love and care, the house they had raised their children in. They were crying and holding each other tightly. So tightly, as they had never held one other in the years before, when they were together, the years when they dreamed and raised their children.



Source: First published.


Alexandros Vanaryotis was born in Trikala, Thessaly in 1966. He studied at the Philosophical School of Ioannina. His books are: Stories for the end of the day (2009) and The Theory of Kites (2014).