Κά­τια Στα­μα­τιά­δου: Ἡ Μι­κρὴ καὶ ἡ Με­γά­λη Για­γιά



Κά­τια Στα­μα­τιά­δου


Ἡ Μι­κρὴ καὶ ἡ Με­γά­λη Για­γιά


ΓΚΑΛΙΑ μὲ τὴν κού­κλα της στὴ με­γά­λη κα­ρέ­κλα κοί­τα­γε μιὰ τὴ για­γιὰ τὴ με­γά­λη καὶ μιὰ τὴ για­γιὰ τὴ μι­κρή. Ἡ για­γιὰ ἡ με­γά­λη, «ἡ νό­να», ὅ­πως τὴν φώ­να­ζαν, ψη­λὴ καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, μέ­σα στὴ μα­κριὰ μαύ­ρη του­α­λέ­τα της, χει­ρο­νο­μοῦ­σε νευ­ρι­α­σμέ­νη καὶ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, ἂν ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­τοι­μα, γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου της γιοῦ, τοῦ μπάρ­μπα-Γιά­ννη.

       Στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη τῆς με­γά­λης ξύ­λι­νης ντου­λά­πας καὶ τὰ ἔ­βα­λε μὲ τὴν κό­ρη της, τὴ για­γιὰ τὴ μι­κρή, ποὺ δὲν τῆς εἶ­χε κουμ­πώ­σει κα­λὰ τὸ φό­ρε­μα. Πα­ρά­ξε­νες γυ­ναῖ­κες καὶ οἱ δύ­ο στὰ μά­τια της.

       Ἡ για­γιὰ ἡ με­γά­λη εἶ­χε μεί­νει πο­λὺ νέ­α χή­ρα. Κλεί­στη­κε στὸ σπί­τι της, στὴ Σά­μη τῆς Κε­φα­λο­νιᾶς καὶ με­γά­λω­σε μό­νη τα παι­διά της. Ὁ γιός της ὁ Γιά­ννης ἦ­ταν ἡ ἀ­δυ­να­μί­α της, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα τὸ κέ­φι του. Ἦ­ταν γυ­ναι­κὰς ἔ­λε­γαν, τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ με­γά­λη ζω­ὴ καὶ τὸ χαρ­τά­κι. Ἔ­τσι χά­θη­κε καὶ ἡ πε­ρι­ου­σί­α τῆς για­γιᾶς τῆς μι­κρῆς, τῆς Κά­τε.

       Ἡ Κά­τε πῆ­γε σχο­λεῖ­ο στὶς κα­λό­γρι­ες, στὴ Ρου­μα­νί­α, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πα­ρά­πο­νό της καὶ ὄ­χι μό­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ παν­τρευ­τεῖ ἕ­ναν ἄν­τρα εἴ­κο­σι χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρό της, μὲ πολ­λὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς δι­κούς της.

       Ἡ τσι­ρι­χτὴ φω­νὴ τῆς νό­νας της ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ τῆς πέ­σει ἡ κού­κλα.

       — Φέ­ρε μου παι­δί μου, ἔ­λε­γε στὴ για­γιά της, τὰ φα­σα­μέν μου. Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα.

       Αὐ­τὰ τὰ γυ­α­λά­κια πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σα­νε μὲ τὸ μα­κρὺ χε­ρά­κι τους, μοιά­ζα­νε μὲ κιά­λια. Ξε­κί­νη­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι, πρῶ­τα ἡ νό­να, πί­σω ἡ για­γιὰ καὶ πα­ρα­πί­σω ἡ μι­κρή, σὰν μιὰ πομ­πή.

       Σὲ λί­γο ἔ­φτα­σε ὁ μπάρ­μπα-Γιά­ννης. Πο­λὺ κομ­ψὰ ντυ­μέ­νος, ἡ γρα­βά­τα του πάν­τα τὸ ἴ­διο χρῶ­μα μὲ τὸ μαν­τη­λά­κι στὴ μι­κρὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του. Μό­λις τὴν ἔ­βλε­πε, ἔ­βγα­ζε τὸ κα­πέ­λο του καὶ τὴ χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ μιὰ μι­κρὴ ὑ­πό­κλι­ση. Ξε­καρ­δί­ζον­ταν στὰ γέ­λια, τὴν ἔ­βα­ζε στὰ γό­να­τά του καὶ τῆς γέ­μι­ζε τὰ χε­ρά­κια της, μὲ ὄ­μορ­φες, πο­λύ­χρω­μες καὶ γευ­στι­κὲς κα­ρα­μέ­λες, ποὺ τό­σο τῆς ἄ­ρε­σαν. Με­τὰ τῆς ἔ­κλει­νε πο­νη­ρὰ τὸ μά­τι.

       Ἤ­ξε­ραν καὶ οἱ δύ­ο ὅ­τι ἡ νό­να εἶ­χε κλει­στο­φο­βί­α καὶ ὁ μπάρ­μπα-Γιάν­νης τῆς εἶ­χε πεῖ νὰ πη­γαί­νει ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­τα­νε καὶ νὰ τῆς κλεί­νει τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη φο­βι­σμέ­νη, πρῶ­τα τῆς φώ­να­ζε, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν κα­λό­πια­νε. «Ἄ­νοι­ξε κα­λὸ παι­δά­κι καὶ ἐ­γὼ θὰ σοῦ δώ­σω κα­ρα­μέ­λα.» Ἡ μι­κρὴ τὴν ἄ­νοι­γε γρή­γο­ρα καὶ μό­λις ἔ­παιρ­νε τὴν κα­ρα­μέ­λα, τσοὺκ τὴν ξα­νά­κλει­νε. Μέ­χρι νὰ τὴν κα­τα­λά­βουν καὶ νὰ τὴν μα­λώ­σουν, προ­λά­βαι­νε καὶ μά­ζευ­ε ἀρ­κε­τὲς κα­ρα­μέ­λες. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μυ­στι­κό τους μὲ τὸν μπάρ­μπα-Γιάν­νη καὶ ἐ­κεῖ­νος σὰν ἐ­πι­βρά­βευ­ση, τῆς ἔ­δι­νε μιὰ με­γά­λη σο­κο­λά­τα.

       Τώ­ρα θὰ πή­γαι­νε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴ μα­μά του καὶ ἡ μι­κρὴ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ γε­λοῦ­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πράγ­μα­τι, μό­λις κά­θι­σε κον­τά της ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει μπᾶς καὶ τὸν ἀ­κού­σει. Μά­ται­α. Τό­τε ἦρ­θε ἡ για­γιὰ ἡ μι­κρὴ κρα­τών­τας τὸ ἄ­δει­ο ρό­λο ἀ­πὸ τὸ χαρ­τὶ τῆς του­α­λέ­τας. Ἡ νό­να τὸ ἔ­βα­λε στὸ αὐ­τί, μὲ μιὰ με­γα­λό­πρε­πη κί­νη­ση ποὺ ἅρ­μο­ζε στὴ θέ­ση της καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε μό­λις ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του.

       Τί πλά­κα τε­λι­κὰ ποὺ εἶ­χαν οἱ με­γά­λοι!



Κά­τια (Δρού­στα) Στα­μα­τιά­δου γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε στὴ Σχο­λὴ Δο­ξιά­δη Δι­α­κό­σμη­ση Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν Χώ­ρων, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­φοί­τη­σε τὸ 1976. Στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε πά­νω στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό της γιὰ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Κα­τό­πιν ξε­κί­νη­σε νὰ δου­λεύ­ει σὲ ξε­νό­γλωσ­σα ἑλ­λη­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη δι­α­φή­μι­σης καὶ δη­μο­σί­ων σχέ­σε­ων. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἔ­γρα­φε θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­μως δὲν δη­μο­σί­ευ­σε πο­τέ. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ὁ­μά­δες δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι μέ­λος ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κῶν θε­α­τρι­κῶν ὁ­μά­δων. Ἔ­κτο­τε, κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους (Κρυ­στα­λί­α Πα­τού­λη, Ἀ­δέ­σπο­τα. 45 Ἀ­φη­γή­σεις γιὰ τὴν παι­δι­κὴ καὶ τὴν ἐ­φη­βι­κὴ ἡ­λι­κί­α, Τα­ξι­δευ­τής, Ἀ­θή­να 2019), ἐ­νῶ ἔ­χει λά­βει μέ­ρος σὲ ἀρ­κε­τὲς ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὲς πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: