Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis): Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση



Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση

(A Strange Impulse)


ΟΙΤΑΞΑ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου κά­τω στὸν δρό­μο. Ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε κι οἱ μα­γα­ζά­το­ρες εἶ­χαν βγεῖ ἔ­ξω νὰ ζε­στα­θοῦν καὶ νὰ χα­ζέ­ψουν τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Ὅ­μως για­τί ἄ­ρα­γε οἱ μα­γα­ζά­το­ρες κα­λύ­πτα­νε τ’ αὐ­τιά τους; Καὶ για­τί ἔ­τρε­χαν οἱ ἄν­θρω­ποι στὸν δρό­μο λὲς καὶ τοὺς κυ­νη­γοῦ­σε κά­ποι­ο τρο­με­ρὸ φάν­τα­σμα; Σύν­το­μα τὰ πάν­τα ξα­νά­γι­ναν κα­νο­νι­κά: τὸ συμ­βὰν δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ πα­ρα­φρο­σύ­νης κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν μπό­ρε­σαν ν’ ἀν­τέ­ξουν τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­π’ τὶς ζω­ές τους καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σαν σὲ κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση.



Πη­γή: Lydia Davis, The Collected Stories of Lydia Davis, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2009 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Lydia Davis, Varieties of Disturbance, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2007].

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (1947, Νορ­θάμ­πτον Μα­σα­χου­σέ­της). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρά­στρια ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γνω­στὴ κυ­ρί­ως γιὰ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τά της. Ἡ ἴ­δια θε­ω­ρεῖ κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ ὕ­φους τῆς τὴ συ­νάν­τη­σή της μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ρά­σελ Ἔν­τσον.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			

Σωτήρης Παστάκας: New York, New York ἐξ ἀναβολῆς


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


New York, New York ἐξ ­να­βο­λῆς

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΟΜΟΥΝ μὲ τὴν προ­ο­πτι­κή τῆς κα­τα­στρο­φῆς. Τὸ Αἰ­γαῖ­ο, βα­θὺ μπλέ, ἀ­σά­λευ­τα στίγ­μα­τα τὰ κα­ρά­βια καὶ τὸ ἄ­σπι­λο λευ­κὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει χρω­μα­τι­κὰ τοὺς γκρί­ζους ὄγ­κους τῶν νη­σι­ῶν, ἁ­πλώ­νον­ταν σὰν κεν­τη­μέ­νο χρά­μι. Χρώ­μα­τα καὶ σχή­μα­τα αἰχ­μά­λω­τα τῆς ἀ­σά­φειας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ ἐ­ξά­τμι­ση τοῦ νε­ροῦ καὶ ἡ φυ­σι­κὴ κού­ρα­ση τῆς μα­τιᾶς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ ἢ κα­λύ­τε­ρα, ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει μέ­σα στὸ χά­ος μιὰ γνώ­ρι­μη μορ­φή, μιὰ πα­τρί­δα. Ναί, μιὰ πα­τρί­δα ποὺ τὴν μπό­λια­σαν οἱ ὑ­γρα­σί­ες τοῦ πόν­του μὲ τὰ βα­λαν­τω­μέ­να ἀ­νε­μο­σού­ρια καὶ τὴν πυ­ρί­καυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῶν βρά­χων, θρυμ­μα­τι­σμέ­νη στὴν πρέ­σα τοῦ δι­ά­πυ­ρου μύ­δρου νὰ γί­νε­ται σκό­νη κι ἄλ­λη σκό­νη φερ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς κον­τι­νὲς στε­ρι­ές, ἀ­φρά­το βού­τυ­ρο, πα­ρα­χω­μέ­νη στὸ ρα­ϊ­διὸ τῶν βρά­χων γκα­στρω­μέ­νη, ἕ­τοι­μη νὰ γεν­νή­σει τὴν πουρ­να­ριὰ καὶ τὰ λει­ψό­χορ­τα μὲ τὴν κά­πα­ρη καὶ τὸ θρούμ­πι νὰ εὐ­ω­διά­ζουν στὴ σάρ­κα τῆς ἐ­λιᾶς, τὰ κρί­τα­μα καὶ τ’ ἄλ­λα λι­α­νο­φά­για. Μέ­σα στὸ φῶς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ τοῦ Αἰ­γαί­ου, κύ­λη­σε ξαν­θό το λά­δι –εὐ­λο­γί­α χει­μω­νι­ά­τι­κη–  στὰ σκα­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἁλ­μύ­ρα χέ­ρια, στὰ ρο­ζι­α­σμέ­να δά­κτυ­λα μὲ τοὺς δι­ογ­κω­μέ­νους σταυ­ρούς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ μπο­λι­ά­στη­κε κι ἄν­θι­σε ἡ ζω­ὴ ἀ­πο­δι­ώ­χνον­τας τὰ σκο­τά­δια τοῦ θα­νά­του».

        Γιὰ νὰ ἀν­θί­σει ἡ ζω­ὴ πε­τού­σα­με μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο ἀ­πὸ τὴν Ἀ­μορ­γό, ὅ­που ἔ­κα­να τὸ Ἀ­γρο­τι­κό, τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ὑ­παί­θρου, στὴν Ἀ­θή­να ἔ­τσι Ἀ­πρί­λιο μή­να, σὲ μιὰ πτή­ση δι­ά­σω­σης, καὶ γιὰ χρό­νια ἀ­νέ­βα­λα νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ὀ­μορ­φιὰ μὲ τὰ νη­σά­κια ἀ­νά­γλυ­φα νὰ γλι­στρᾶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τοῦ ΕΚΑΒ, καὶ νὰ ποὺ ὅ­λως τυ­χαί­ως πέ­φτουν τὰ μά­τια μου στὸ βι­βλί­ο τοῦ Ἀ­λέ­κου Ζού­κα «Στὴ Χί­ο μὲ τὸν Anatol de Meibohm», ἐ­κεῖ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Φαρ­φου­λᾶ, καὶ ἀ­νοί­γον­τάς το ἔ­πε­σα στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη σε­λί­δα. Μι­λά­ει γιὰ πτή­ση μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ χά­ρη στὴ μα­γεί­α τῆς πα­ρα­νά­γνω­σης, αὐ­τὸν τὸν ὕ­στε­ρο βαθ­μὸ τῆς ἀ­πό­λαυ­σης τοῦ κει­μέ­νου, ἐ­γὼ κα­τα­κλύ­ζο­μαι ἀ­πὸ τὸ ρυθ­μι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου, οἱ με­ταλ­λι­κὲς ἕ­λι­κες στρι­φο­γυ­ρί­ζουν καὶ γε­μί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο τους τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ὅ­πως στὴν πρώ­τη σκη­νὴ τῆς «Ἀ­πο­κά­λυ­ψης» τοῦ Κό­πο­λα, ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας ὀ­ρο­φῆς μπλέ­κε­ται μὲ τὶς ἕ­λι­κες τῶν ἑ­λι­κο­πτέ­ρων σὲ ἕ­να μον­τὰζ ποὺ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

        Τώ­ρα εἶ­ναι οἱ ἕ­λι­κες τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης σὲ ἕ­να πο­λὺ ἰ­δι­ω­τι­κὸ τα­ξί­δι-προ­σφο­ρὰ μὲ λί­γους καὶ ἐ­ξέ­χον­τες συ­να­δέλ­φους. Εἶ­ναι πά­λι Ἄ­νοι­ξη, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες πτή­σεις ποὺ ἐ­πι­τρέ­πον­ται πέν­τε χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων, καὶ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι μοῦ σφίγ­γει τὸ μπρά­τσο: Ἀ­πὸ φό­βο; Ἀ­πὸ ἀ­να­σφά­λεια; Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη; Δὲν ξέ­ρω… Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸ σπα­ρα­κτι­κὸ θέ­α­μα τῆς με­γα­λού­πο­λης πέ­ρα­σε αὐ­τό­μα­τα σὲ δεύ­τε­ρο πλά­νο, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ σκίρ­τη­μα κυ­ρι­άρ­χη­σε στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, αὐ­τὰ τὰ γυ­ναι­κεῖ­α νύ­χια ποὺ εἶ­χαν φτά­σει νὰ ξε­σκί­ζουν τρυ­φε­ρὰ τὴ γυ­μνή μου σάρ­κα ὑ­περ­κέ­ρα­σαν καὶ τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὴν ἄ­γρια ὀ­μορ­φιὰ τῆς πτή­σης, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ ξύ­πνη­μα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μέ­να πιὸ ἰ­σχυ­ρὸ κι ἀ­πὸ τὸ μου­σι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κό­πτε­ρου, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ μον­τὰζ στὴν ται­νί­α γί­νε­ται ἡ εἰ­σα­γω­γὴ στὶς πρῶ­τες νό­τες τοῦ «The End» τῶν Doors.

        Χά­ρη σ’ αὐ­τὴ τὴ μί­ξη τῶν ἤ­χων, ποὺ οἱ εἰ­δι­κοὶ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν ἀν­τι­γρά­ψουν ἀ­πὸ τὶς ἀ­νώ­τε­ρες νο­η­τι­κές μας λει­τουρ­γί­ες, τὴ συ­νεί­δη­ση γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με μὲ ἄλ­λα λό­για, ἔμ­πλε­ξαν μὲς στὸ μυα­λό μου δύ­ο ἀ­να­βο­λές: ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς πε­ρι­γρα­φῆς τῆς πτή­σης μου μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο, καὶ ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ τὴ συ­νά­δελ­φο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, για­τί δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ κά­λε­σμα καὶ νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψω σὲ ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι, μὲ τοὺς βόμ­βους τῶν δι­ά­φο­ρων ἑ­λι­κό­πτε­ρων νὰ βου­ί­ζουν στὰ αὐ­τιά μου, βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καὶ πά­τη­σα στὴ Μαυ­ρο­μι­χά­λη 18 μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος κι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, αὐ­τὴ μὲ τὸν Ἀ­λέ­κο Ζού­κα.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015)


Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Haris Psarras: Circe’s Hall


Haris Psarras


Circe’s Ηall


T’S BEEN years since I last dreamt of Circe’s palace. I came to live in a concrete city.      I made my home in a place of humid nights where dreams dry out. No more unwelcome midnight hauntings. I was lucky to escape her spell, fleeing the island and regaining control. That’s what I tell myself when I grieve for the loss of those dreams.

        One day though, my landlady asked if I knew Circe. A strange question. She asked at breakfast, with her back to me, sitting as usual at her loom. “Of course I know her,” I replied, “she’s a figment of my ancestors’ imagination.” She turned towards me and said: “I’m not talking about Homer’s world. I mean our Circe, our world.” She then changed the subject to current affairs, what she had read in the papers, to fashion and the arts.

        After we talked for a while, she reminded me that I should hurry to work, to my duty. And she was right. I got up, and with a heavy heart left the house. I crossed the woods, passing lions and wolves, and arrived at the pigsty. That’s where I work every day. I feed the pigs and cry, recognising in their eyes my downtrodden companions.


Source: First published in Greek in Planodion-Bonsai Stories (2011).


Haris Psarras was born in Athens in 1982. He studied law in Athens and Oxford. He holds a PhD from the University of Edinburgh. He has held posts at St Catharine’s College, Cambridge and Southampton Law School. His most recent book of poetry, Gloria in Excelsis, was published in 2017. His poetry and flash fiction have been translated into English, French, German, Italian, Romanian, Slovenian and Spanish.


Translated by

Chris H. Sakellaridis is a poet and teacher who was born in London in 1983 and grew up in Crete. He studied English at Queen Mary University, Social Anthropology at UCL and completed a Postgraduate Certificate in Education at Bath Spa. Poems and translations of his have been published in magazines and anthologies in the UK, Ireland, Spain, Italy and Greece. He has also been involved in radio production, animation and sound art.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη


ΟΡΑ τὸ μα­γιό του, τὰ πλα­στι­κὰ πα­πού­τσια, τὰ γυα­λιὰ τῆς θά­λασ­σας κι ἕ­να με­γά­λο ψά­θι­νο κα­πέ­λο, δὲν τὸ κου­νά­ει ὅ­μως ρού­πι ἀ­πὸ τὸ κα­ρε­κλά­κι του ποὺ εἶ­ναι στέ­ρε­α βαλ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ βό­τσα­λα. Οἱ κι­νή­σεις του εἶ­ναι λι­γο­στὲς κι ἔ­τσι βυ­θι­σμέ­νος ὅ­πως εἶ­ναι στὴ ρέμ­βη, τὸ βλέμ­μα του προ­δί­δει μιὰ κά­ποι­α ἀ­νη­συ­χί­α, ἴ­σως καὶ φό­βο.

       — Εἶ­πα νὰ σὲ ρω­τή­σω, ἂν καὶ νο­μί­ζω τὴν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση… οὔ­τε σή­με­ρα θὰ βου­τή­ξεις;

       — Ὄ­χι, ὄ­χι… τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ λές; Δὲν θά ’­σαι κα­λά! Για­τί νὰ μπῶ; Νὰ μὲ δαγ­κώ­σουν αὐ­τὰ τὰ πραγ­μα­τά­κια στὸ βυ­θὸ ποὺ τσιμ­πᾶ­νε;

       — Ἔ­λα, θὰ μποῦ­με μα­ζὶ καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ σὲ δαγ­κώ­σει τί­πο­τα.

       — Μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα… ἂν μπῶ ἐ­κεῖ μέ­σα, θὰ βρα­χῶ. Ξέ­ρεις πό­ση ὥ­ρα θέ­λω με­τὰ γιὰ νὰ στε­γνώ­σω; Γι’ αὐ­τὸ σοῦ λέ­ω, ἄ­σ’ το κα­λύ­τε­ρα…

       — Μά… δὲν θυ­μᾶ­σαι… στὰ κα­ρά­βια; Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα στὴ θά­λασ­σα… μιὰ ζω­ή… καὶ τώ­ρα τί;

Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λὰ τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ μέ­σα, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπαί­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan): Ὁ ἐ­χθρός



Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan)


Ὁ ἐ­χθρός

(The Enemy)


ΑΠΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἔ­χω ἕ­ναν ἀ­μεί­λι­κτο ἐ­χθρὸ κι ἂς μὴν ξέ­ρω τ’ ὄ­νο­μά του. Δὲν ξέ­ρω οὔ­τε πῶς μοιά­ζει. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ἂν τύ­χαι­νε κι ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φω, δὲν θὰ γι­νό­μουν κα­θό­λου σο­φό­τε­ρη. Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ πί­στευ­α πὼς σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐρ­χό­μα­σταν πο­τὲ πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο, κά­ποι­ο ἔν­στι­κτο θὰ μὲ προ­ει­δο­ποι­οῦ­σε· ὅ­μως τώ­ρα πιὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς εἶ­ναι ἔ­τσι. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ποὺ μοῦ εἶ­ναι ξέ­νος· ὅ­μως εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸ νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ος τὸν ὁ­ποῖ­ο γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ – ἴ­σως εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ τὸν βλέ­πω κά­θε μέ­ρα. Δι­ό­τι ἂν δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο πρό­σω­πο ἀ­π’ τὸ ἄ­με­σό μου πε­ρι­βάλ­λον, πῶς κα­τα­φέρ­νει κι ἔ­χει στὴ δι­ά­θε­σή του τό­σο λε­πτο­με­ρῆ πλη­ρο­φό­ρη­ση γιὰ τὴν κά­θε μου κί­νη­ση; Φαν­τά­ζει ἀ­δύ­να­το τὸ νὰ πά­ρω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πό­φα­ση —ἀ­κό­μη κι ἂν ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἕ­να τό­σο ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ὅ­πως τὸ νὰ ἐ­πι­σκε­φτῶ κά­ποι­ον φί­λο τὸ ἀ­πό­γευ­μα— κι ὁ ἐ­χθρός μου νὰ μὴν τὸ ξέ­ρει καὶ νὰ μὴν κά­νει ὅ,τι πρέ­πει προ­κει­μέ­νου νὰ μὲ φέ­ρει σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση. Προ­φα­νῶς εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­λὰ πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος καὶ γιὰ τὰ πιὸ σο­βα­ρὰ ζη­τή­μα­τα.

       Τὸ ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν κά­νει τὴ ζω­ὴ ἀ­νυ­πό­φο­ρη, δι­ό­τι εἶ­μαι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ πα­ρα­τη­ρῶ τοὺς πάν­τες μὲ τὴν ἴ­δια κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν ὑ­πάρ­χει —χω­ρὶς ὑ­περ­βο­λὴ— οὔ­τε μί­α ψυ­χὴ ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ ἐμ­πι­στευ­τῶ.

       Κα­θὼς οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, βρί­σκω πὼς ἀ­νη­συ­χῶ  ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο γι’ αὐ­τὸ τὸ οἰ­κτρὸ πρό­βλη­μα· στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ ἔ­χει γί­νει ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μι­λῶ μὲ κά­ποι­ον, πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται στὰ κρυ­φά, ψά­χνον­τας κά­ποι­ο ση­μά­δι ποὺ θ’ ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὸν προ­δό­τη πού ’­ναι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὲ κα­τα­στρέ­ψει. Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ στὴ δου­λειά μου, δι­ό­τι δια­ρκῶς ἀ­πα­σχο­λῶ τὸ μυα­λό μου μὲ τὸ ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἐ­χθροῦ μου καὶ τὴν αἰ­τί­α τοῦ μί­σους του. Ποι­ά πρά­ξη μου εἶ­ναι δυ­να­τὸν νά ’­χει προ­κα­λέ­σει τέ­τοι­α ἀ­νη­λε­ῆ κα­τα­δί­ω­ξη; Σκα­λί­ζω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴν πε­ρα­σμέ­νη μου ζω­ὴ καὶ δὲν βρί­σκω τὸ νῆ­μα. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, πάν­τως, ἡ κα­τά­στα­ση νὰ μὴν ἔ­χει προ­κύ­ψει ἀ­πὸ κά­ποι­ο δι­κό μου λά­θος ἀλ­λὰ νὰ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τυ­χαῖ­α καὶ μό­νο συμ­βάν­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα. Ἴ­σως εἶ­μαι τὸ θύ­μα κά­ποι­ας μυ­στι­κῆς πο­λι­τι­κῆς, θρη­σκευ­τι­κῆς ἢ οἰ­κο­νο­μι­κῆς μη­χα­νορ­ρα­φί­ας – κά­ποι­ας πε­λώ­ριας καὶ σκι­ώ­δους συ­νω­μο­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα εἶ­ναι τό­σο σκο­τει­νὰ ποὺ μοιά­ζουν, στὸν ἀ­μύ­η­το, ἐν­τε­λῶς ἐ­κτὸς λο­γι­κῆς· ἔ­χουν βά­λει σκο­πό, λό­γου χά­ρη, κά­τι τό­σο κα­τα­φα­νῶς ἀ­νό­η­το ὅ­πως εἶ­ναι ὁ ἀ­φα­νι­σμὸς ὅ­λων τὸν κοκ­κι­νο­τρί­χη­δων ἢ ὅ­λων ὅ­σοι ἔ­χουν κρε­α­το­ε­λιὰ στὸ ἀ­ρι­στε­ρό τους πό­δι.

       Λό­γῳ τῆς κα­τα­δί­ω­ξης αὐ­τῆς ἡ προ­σω­πι­κή μου ζω­ὴ ἔ­χει ἤ­δη οὐ­σι­α­στι­κὰ κα­τα­στρα­φεῖ. Οἱ φί­λοι μου καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου κρα­τοῦν ἀ­πο­στά­σεις, ἡ δη­μι­ουρ­γι­κή μου ἐρ­γα­σί­α ἔ­χει πα­γώ­σει, ἔ­χω γί­νει φο­βι­σμέ­νη, κα­τη­φὴς κι εὐ­έ­ξα­πτη, δὲν πι­στεύ­ω σὲ μέ­να, ἀ­κό­μα κι ἡ φω­νή μου βγαί­νει μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ ἴ­σα ποὺ ἀ­κού­γε­ται.

       Θὰ σκε­φτή­κα­τε πὼς ὁ ἐ­χθρός μου θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ συμ­πο­νέ­σει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή· πώς, βλέ­πον­τας τὸ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το χά­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο μὲ ἔ­χει σύ­ρει, θὰ τοῦ ἀρ­κοῦ­σε ἡ ἐκ­δί­κη­ση καὶ θὰ μὲ ἄ­φη­νε στὴν ἡ­συ­χί­α μου. Ὄ­χι ὅ­μως, τὸ γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ πὼς δὲν θὰ κά­νει πο­τὲ πί­σω. Δὲν θὰ φτά­σει πο­τὲ νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­στρέ­ψει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τοῦ τέ­λους· δι­ό­τι τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἑ­βδο­μά­δες ἔ­χουν ὑ­πο­πέ­σει στὴν ἀν­τί­λη­ψή μου ἀρ­κε­τὰ σα­φεῖς ἐν­δεί­ξεις πὼς ἔ­χει ἀρ­χί­σει καὶ ἀ­παγ­γέλ­λει ψευ­δεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ἐ­ναν­τί­ον μου μὲ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα. Δὲν θ’ ἀρ­γή­σει ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα ποὺ θὰ μὲ πά­ρουν μα­κριά. Νύ­χτα θά ’­ναι, πι­θα­νό­τα­τα, ὅ­ταν θὰ μὲ γυ­ρέ­ψουν. Δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν πε­ρί­στρο­φα, οὔ­τε καὶ χει­ρο­πέ­δες· τὰ πάν­τα θά ’­ναι ἥ­συ­χα καὶ στὴ θέ­ση τους, θά ’­ναι δύ­ο ἢ τρεῖς ἄν­τρες καὶ θὰ φο­ροῦν στο­λὲς ἢ λευ­κὲς πο­δι­ές, κι ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους θὰ κρα­τᾶ μιὰ ἔ­νε­ση ὑ­πο­δό­ρια. Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς θὰ γί­νει μὲ μέ­να. Τὸ ξέ­ρω πὼς εἶ­μαι κα­τα­δι­κα­σμέ­νη καὶ δὲν σκο­πεύ­ω νὰ πα­λέ­ψω ἐ­νάν­τια στὴ μοί­ρα μου. Τὰ γρά­φω αὐ­τὰ μο­νά­χα γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, ὅ­ταν πιὰ δὲν θὰ μὲ βλέ­πε­τε, πὼς ὁ ἐ­χθρός μου ἐν­τέ­λει θρι­άμ­βευ­σε.



Πηγή: Anna Kavan, Asylum Piece and Other Stories, London and Chester Springs, Peter Owen, 2001 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Anna Kavan, Asylum Piece and Other Stories, London, Jonathan Cape, 1940].

Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan) (1901, Κά­νες-1968, Λον­δί­νο). Βρε­τα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος. Βα­φτί­στη­κε Ἔ­λεν Γοὺν­τς καὶ στὰ πρῶ­τα της γρα­πτὰ χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ ἐ­πώ­νυ­μο Φέρ­γκι­ου­σον τοῦ πρώ­του της συ­ζύ­γου. Τὸ 1940 υἱ­ο­θέ­τη­σε τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο μιᾶς ἐκ τῶν ἡ­ρω­ί­δων ποὺ εἶ­χε πλά­σει καὶ μα­ζὶ κι ἕ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Τὸ Asylum Piece ἦ­ταν τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε ὡς Ἄν­να Κα­βάν. Τὸ πιὸ γνω­στό της ἔρ­γο εἶ­ναι τὸ Ice (1967) καὶ κυ­κλο­φό­ρη­σε λί­γο πρὶν τὸν θά­να­τό της.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ: Βρέ, παιδί


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ


Βρέ, παι­δί


ΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΗΡΑΝ τὸ δί­πλω­μα ὁ­δή­γη­σης, κι ὅ­ταν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἄλ­λου­ς στὸ χω­ριό, μοῦ ’­λε­γε νὰ γρά­φω σ’ ἕ­να χαρ­τά­κι τί χρει­α­ζό­ταν νὰ τοῦ φέ­ρου­με. Μιὰ φο­ρά, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κα­λο­καί­ρι, μὲς στὰ πολ­λά, ἦ­ταν κι ἕ­να ἀ­πο­σμη­τι­κό, καὶ τοῦ τὸ πῆ­ρα σὲ σπρέ­ι καὶ πο­λὺ μον­τέρ­νο, νὰ γε­λά­σει. Μέ­ρες με­τά, στό­μω­σε χω­ρὶς λό­γο – τὸν βρῆ­κα μὲ μιὰ βε­λό­να νὰ πα­λεύ­ει νὰ ξε­βου­λώ­σει τὴν τρυ­πί­τσα. Δὲν τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ μοῦ ’­πε: «Βρέ, παι­δί, ὅ­ταν ξα­να­κα­τέ­βε­τε, πά­ρε μου ἕ­να ἄλ­λο.» Με­τὰ τὸ ξέ­χα­σα, ἔ­φυ­γαν κι οἱ ἄλ­λοι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το γιὰ τὴν Ἀ­θή­να —ἐ­γὼ εἶ­χα πεῖ ὅ­τι θὰ κά­τσω μέ­χρι τὸν Σε­πτέμ­βρη– καὶ μεί­να­με στὸ σπί­τι οἱ δυ­ό μας. Πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα, ξε­νυ­χτοῦ­σα κα­μιὰ φο­ρὰ μὲ τὰ παι­διά, ξυ­πνοῦ­σα ἀρ­γὰ καὶ κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ νὰ φᾶ­με. Τὸν εἶ­χε πιά­σει ἔ­γνοι­α γιὰ τὴ σχο­λὴ —δε­ν εί­χα πεῖ ὅ­τι σκε­φτό­μουν ν’ ἀλ­λά­ξω τμῆ­μα— μοῦ ’­χε δώ­σει καὶ κεῖ­νο τὸ βι­βλί­ο λα­ο­γρα­φί­ας πιὸ πα­λιὰ —φω­το­τυ­πί­ες τό ’­χε, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα στὸ δέ­σι­μο— κι ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­μα­σταν μὲ ρω­τοῦ­σε ποῦ καὶ ποῦ κά­τι σχε­τι­κό, νὰ δεῖ ἂν τὸ δι­ά­βα­ζα. Δὲν τὸ δι­ά­βα­ζα. Ὅ­πως καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο ὅλο τὸ κα­λο­καί­ρι. Τὸ μυα­λό μου τό ’­νι­ω­θα πρη­σμέ­νο ἀ­πὸ ἀγ­χω­μέ­νες σκέ­ψεις, δὲν μπο­ροῦ­σε κά­τι νὰ μπεῖ – οὔ­τε νὰ βγεῖ. Μι­λοῦ­σα μό­νο ὅ­σο χρει­α­ζό­ταν, ἀ­νοι­γό­κλει­να ντου­λά­πια, ἔ­πλε­να τὰ πιά­τα, ξά­πλω­να κολ­λη­τὰ στὸν δρο­σε­ρὸ τοῖ­χο – αὐ­τὴ ἡ η­συ­χί­α κι ἡ ἐ­πα­να­λη­πτι­κό­τη­τα μὲ ἀ­να­κού­φι­ζε. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­χα μεί­νει. Κά­τι μέ­ρες πρὶν φύ­γω, μι­λοῦ­σε μὲ τὴ μα­μὰ στὸ τη­λέ­φω­νο, μᾶλ­λον τὸν ρώ­τη­σε πῶς τὰ πᾶ­με καὶ τὸν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει «Σὰν ξέ­νοι εἴ­μα­στε στὸ σπί­τι». Τραν­τά­χτη­κα. Με­τά, σκέ­φτη­κα ὁ­ρι­στι­κὰ «Εἶ­μαι ψυ­χρή».

        Τὸν χει­μώ­να, στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, πά­λι μούγ­γα. Κα­θό­μουν στὸ δι­πλα­νὸ κρε­βά­τι καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σα πα­ρά­ται­ρα. Κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια πά­νω κά­τω —πῶς καὶ δὲν ἔ­βρι­σκαν στὸ πά­τω­μα;—  καὶ σκε­φτό­μουν πὼς αὐ­τὸς μπρο­στά μου δὲν τοῦ μοιά­ζει.

        Με­τὰ πέ­θα­νε, καὶ πέ­ρα­σε και­ρός· καὶ δὲν ἔ­χω γί­νει ἀ­κό­μα αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι νὰ γί­νω. Κι ὅ­πο­τε τὸ σκέ­φτο­μαι, θυ­μᾶ­μαι τὸ χα­λα­σμέ­νο ἀ­πο­σμη­τι­κὸ ποὺ δὲν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται πιά, καὶ τὸ ἀ­δι­ά­βα­στο βι­βλί­ο, καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ κι αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ (1985, Αθήνα) Σπούδασε Παιδαγωγική στὴ Φιλο­σοφικὴ Σχολὴ Αθηνῶν καὶ Ἐπικοινωνία στὴν Ἀγγλία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐρ­γάζεται ὡς μεταφράστρια ὑποτιτλισμοῦ.


Πηγὴ Κούτση: 50 τετραγωνικά


Πη­γὴ Κού­τση


50 τε­τρα­γω­νι­κά


ΥΠΝΗΣΑ ἀπότομα. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πῆ­ρα μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ὴ καὶ μὲ ἐ­πία­σαν τὰ κλά­μα­τα. Σὰν νὰ μὲ γέν­νη­σε ἡ μά­να μου ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου καὶ βρέ­θη­κα σὲ ἕ­να ἄ­γνω­στο γιὰ μέ­να μέ­ρος. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ ἤ­μουν καὶ για­τί βρι­σκό­μουν ἐ­κεῖ.

.       Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα.

.      Ση­κώ­θη­κα μὲ πό­νους. Εἶ­χα πια­στεῖ. Φῶς ἐ­λά­χι­στο ἀ­πὸ ἕ­να μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Ἔ­κα­νε ἀ­φό­ρη­τη ζέ­στη καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ στά­ζει καυ­τός. Κυ­λοῦ­σε χω­ρὶς στα­μα­τη­μὸ πά­νω στοὺς ὤ­μους μου.

.      Προ­σπά­θη­σα νὰ ἀ­νοί­ξω τοὺς δι­α­κό­πτες ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε ρεῦ­μα. Ἔ­τρε­ξα φο­βι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Κλει­δω­μέ­νη. Ὁ ἱ­δρώ­τας ἄρ­χι­σε νὰ πα­γώ­νει πά­νω στὴν πλά­τη μου. Ἤ­μουν φυ­λα­κι­σμέ­νη; Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ πῶς βρέ­θη­κα ἐ­κεῖ καὶ ἡ ἀ­γω­νί­α ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς τὸ μυα­λό μου.

.      Ἄρ­χι­σα νὰ οὐρ­λιά­ζω μή­πως μὲ ἀ­κού­σει κα­νείς. Κα­μί­α ἀ­πάν­τη­ση. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος.

.      Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ ἀ­πό­γνω­σης καὶ μό­λις συ­νῆλ­θα, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρι­ερ­γα­στῶ τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­μουν. Μιὰ μι­κρὴ κου­ζί­να, ἕ­να δω­μά­τιο, ἕ­να μπά­νιο μι­κρό, ἕ­να σα­λό­νι. Ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα πε­ρί­που 50 τε­τρα­γω­νι­κῶν.

.      Ἄ­νοι­ξα στὴν τύ­χη ἕ­να ντου­λά­πι νὰ βρῶ ἕ­να πο­τή­ρι. Γέ­μι­σα μὲ νε­ρὸ νὰ σβή­σω τὴ δί­ψα μου. Δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ βρί­σκο­μαι. Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου. Ὅ­λα στὴ θέ­ση τους. Πεν­τα­κά­θα­ρα. Κά­θι­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, μέ­σα στὴν κου­ζί­να.

.      Πε­ρί­με­να.

.      Πε­ρί­με­να μή­πως γί­νει κά­τι. Μή­πως ξε­κλει­δώ­σει κά­ποι­ος τὴν πόρ­τα. Πρέ­πει νὰ πέ­ρα­σα ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα κοι­τών­τας τὴ βρύ­ση. Τὴν ἄ­φη­σα νὰ στά­ζει λί­γο. Ὁ ἦ­χος τῆς στα­γό­νας ποὺ πέ­φτει μοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α. Μοῦ θύ­μι­ζε ὅ­τι δὲν ἔ­χω πε­θά­νει. Με­τροῦ­σα τὸ χρό­νο, ἔ­τσι πε­ρι­μέ­νον­τας.

.      Ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας ἄλ­λος θό­ρυ­βος μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἦ­χος ἀ­πὸ ἕ­να πέ­ταγ­μα. Εἶ­χε μπεῖ μιὰ μύ­γα. Τί πα­ρά­ξε­νο! Ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κε αὐ­τὴ ἡ μύ­γα; Ση­κώ­θη­κα καὶ ἔ­ψα­χνα μὲ μα­νί­α νὰ βρῶ ἀ­πὸ ποῦ μπο­ρεῖ νὰ βρῆ­κε εἴ­σο­δο. Δὲν ἔ­βρι­σκα. Ἄρ­χι­σα νὰ τὴν κυ­νη­γά­ω μπᾶς καὶ τὴν ἀ­νάγ­κα­ζα νὰ φύ­γει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ ἦρ­θε. Νὰ δῶ ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δρα­πε­τεύ­σω καὶ ἐ­γώ. Αὐ­τὴ ἡ μύ­γα ἦ­ταν ἡ ὑ­πο­ψί­α μιᾶς ἐλ­πί­δας. Τί­πο­τα. Κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα.

.      Κου­ρά­στη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω ἕ­να μπά­νιο. Ἔ­ψα­ξα νὰ βρῶ πε­τσέ­τα. Τὴ βρῆ­κα. Ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Κοι­μή­θη­κα. Δὲν ὀ­νει­ρεύ­τη­κα τί­πο­τα.

.      Ξύ­πνη­σα πά­λι στὸ ἴ­διο σπί­τι. Δὲν μπο­ροῦ­σα πά­λι νὰ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἄρ­χι­σα νὰ φω­νά­ζω μὲ ὅ­ση δύ­να­μη μπο­ροῦ­σα. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σα τοὺς τοί­χους. Πῆ­ρα ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ ἔ­σπα­σα μὲ δύ­να­μη, μή­πως κά­ποι­ος ἀ­κού­σει. Κα­νείς. Λι­πο­θύ­μη­σα. Ἔ­μει­να πολ­λὴ ὥ­ρα στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ ση­κω­θῶ. Προ­σπα­θοῦ­σα μὲ μα­νί­α νὰ μὴν τρε­λα­θῶ. Νὰ μὴ χά­σω τὰ λο­γι­κά μου.

.      Ἄ­κου­σα πά­λι ἐ­κεί­νη τὴ μύ­γα. Εἶ­χε ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Ἡ μύ­γα δι­α­ο­λι­ζό­ταν στὸν χῶ­ρο, ἡ βρύ­ση ἔ­στα­ζε. Κά­τι εἶ­ναι καὶ αὐ­τό. Πα­ρέ­α.

.      Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἔ­τσι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λα­βαί­νω πό­τε εἶ­ναι πρω­ὶ καὶ πό­τε βρά­δυ. Μοῦ τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σε ἡ ἀ­χτί­δα φω­τὸς ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὸ μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι.

.      Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν καὶ ἄρ­χι­σα νὰ χά­νω τὸ κου­ρά­γιο μου. Ἔ­κλει­σα τὴ βρύ­ση καὶ σκό­τω­σα τὴν πα­λι­ο­μύ­γα. Ἤ­θε­λα κά­ποι­ον νὰ μι­λή­σω.

.      Βρῆ­κα κά­τι πο­λύ­χρω­μες κι­μω­λί­ες.

.      Ἄ­νοι­ξα τὸ κου­τί. Εἶ­δα τὰ χρώ­μα­τα. Ξε­κί­νη­σα νὰ ζω­γρα­φί­ζω τοὺς τοί­χους.

.      Ζω­γρά­φι­σα ἕ­ναν ἄν­τρα. Ἔ­πει­τα ἕ­να παι­δὶ καὶ ἕ­ναν κῆ­πο. Τί ὡ­ραῖ­α! Ἔ­νι­ω­σα τε­ρά­στια χα­ρὰ ὅ­ταν ὁ­λο­κλή­ρω­σα τὴ ζω­γρα­φιά μου. Τὰ χρώ­μα­τα ἔ­δω­σαν ζω­ὴ στὸ μουν­τὸ τοῖ­χο. Ἔ­φτια­ξα μιὰ δι­κιά μου οἰ­κο­γέ­νεια. Πάν­τα τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Νὰ ἔ­χω ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ ἕ­να παι­δί… Τὶ κα­λά!

.      Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς μι­λά­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς ἀ­κού­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ κά­νω σχέ­δια μα­ζί του. Ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λὰ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρά­ξε­νο σπί­τι. Ἄρ­χι­σα νὰ μὴ θέ­λω νὰ φύ­γω.

.      Τρα­γου­δοῦ­σα καὶ κα­νά­κευ­α τὸ παι­δί. Μα­γεί­ρευ­α γιὰ τὸν σύ­ζυ­γο. Κά­να­με σχέ­δια γιὰ τὸ ποῦ θὰ πᾶ­με τὶς γι­ορ­τές, τὸ κα­λο­καί­ρι. Τοὺς ἀ­γά­πη­σα πο­λύ. Τοὺς γέ­λα­γα, τοὺς ἔ­κα­να ἀ­στεί­α. Συ­ζη­τοῦ­σα μα­ζί τους αὐ­τὰ ποὺ μὲ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν. Καὶ ἔ­φτια­χνα κά­θε μέ­ρα τὸν χρω­μα­τι­στό μου κῆ­πο.

.      Περ­νοῦ­σε ἔ­τσι ὁ και­ρός. Καὶ ἡ ἀ­πό­γνω­ση, ἡ τά­ση γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἄρ­χι­σαν νὰ γί­νον­ται μα­κρι­νὴ ἀ­νά­μνη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πο­λὺ ὄ­μορ­φα ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω πιά.

.      Ἔ­γι­να ἕ­να μὲ τὸ σπί­τι. Καὶ οἱ ζω­γρα­φι­ές μου ζων­τά­νε­ψαν καὶ δὲν ἤ­μουν πιὰ μό­νη.

.      Τώ­ρα με­ση­μέ­ρια­σε καὶ ἔ­νι­ω­σα τὴν κοι­λιά μου πει­να­σμέ­νη. Ἔ­φα­γα ἕ­να πα­ξι­μά­δι ποὺ βρῆ­κα. Τὸ ἔ­φα­γα μὲ λαι­μαρ­γί­α καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι μοῦ κά­θε­ται στὸ λαι­μό. Πνί­γο­μαι. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὸ βγά­λω. Χά­νω τὶς αἰ­σθή­σεις μου. Κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι πε­θαί­νω. Κε­νό.

.      Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ ἀ­πό­το­μα. Πά­λι μὲ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ή. Πρέ­πει νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ γνω­ρί­ζω αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος. Εἶ­ναι τὸ δι­κό μου σπί­τι. Ἦ­ταν ὄ­νει­ρο τε­λι­κά. Εἶ­μαι ἐ­κεῖ ποὺ θέ­λω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κουτὶ μὲ τιμαλφῆ I.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κου­τὶ μὲ τι­μαλ­φῆ Ι.


«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ὀ­μορ­φιὰ δί­χως κίν­δυ­νο» μὲ φόν­το ἀν­θο­δέ­σμη ἀ­πὸ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα κι ἕ­να μο­νό­φθαλ­μο ἀν­θρω­πά­κι – ἢ μή­πως εἶ­ναι ἥ­λιος;


Μή­τρα ἀ­πὸ χα­ρα­κτι­κὸ μὲ κε­ρα­μο­σκε­πὲς καὶ που­λιὰ νὰ πε­τᾶ­νε – ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ με­λα­νιοῦ.


Πα­λιὸς με­ταλ­λι­κὸς ἀ­να­πτή­ρας τύ­που zippo μὲ σκα­λι­σμέ­νη μιὰ χε­λώ­να.


Κα­ρα­βά­κι καὶ χαρ­τα­ε­τός – κάρ­τες ἀ­πὸ γκα­λε­ρί.


Σπα­σμέ­νη συρ­μά­τι­νη χορ­δὴ μὶ καν­τί­νι.


­δει­ο μπου­κά­λι μι­νι­α­τού­ρα ἀ­πὸ κά­ποι­ο μπράν­τι – γοτ­θι­κὴ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὴν ἐ­τι­κέ­τα.


Λί­γος σπάγ­γος.


«Τὸ φαν­τα­στι­κὸ ζῶ­ο ἐ­ναν­γκλόμ… γιὰ νὰ τρα­φεῖ βου­τά­ει στὸ νε­ρό» μὲ μὼβ μαρ­κα­δό­ρο σὲ σκι­σμέ­νη σε­λί­δα τε­τρα­δί­ου – Michaux.


Τρυ­πη­μέ­νο γα­λα­ζο­πρά­σι­νο βό­τσα­λο πε­ρα­σμέ­νο σὲ σκοι­νά­κι… πο­λὺ κον­τὰ ἕ­να κο­χύ­λι ἄ­σπρο μὲ κα­φέ, τρυ­πη­μέ­νο κι αὐ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett): Ὁ δρόμος



Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett)


Ὁ δρό­μος

(The Way)


8


Ο ΔΡΟΜΟΣ στρι­φο­γυρ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὸ κά­τω ὣς τὸ ἄ­νω ἄ­κρο κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ πά­λι κά­τω ἕ­νας ἄλ­λος δρό­μος. Καὶ πά­λι κά­τω. Οἱ δρό­μοι δι­α­σταυ­ρώ­νον­ταν στὸ μέ­σο λί­γο-πο­λὺ τῆς δι­α­δρο­μῆς. Λί­γο πα­ρα­πά­νω καὶ λί­γο πα­ρα­κά­τω ἀ­πὸ τὸ μέ­σο τοῦ ἀ­νή­φο­ρου καὶ τοῦ κα­τή­φο­ρου. Οἱ δρό­μοι ἦ­ταν μο­νό­δρο­μοι. Ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τέ­βεις τὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ ἀ­νέ­βη­κες ὅ­πως καὶ τὸ ν’ ἀ­νέ­βεις τὸν δρό­μο ποὺ κα­τέ­βη­κες. Οὔ­τε ἐν ὅ­λῳ ἀ­π’ τὸ ἄ­νω ἢ τὸ κά­τω ἄ­κρο οὔ­τε ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τῆς δι­α­δρο­μῆς. Ὁ δρό­μος γιὰ πί­σω ἦ­ταν ἐ­κεῖ καὶ τὸ ἐ­κεῖ ἦ­ταν πάν­το­τε πί­σω. Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἅ­παξ στὸ ἄ­νω ἢ στὸ κά­τω ἄ­κρο νὰ κά­νεις παύ­ση ἢ νὰ μὴν κά­νεις. Προ­τοῦ ἀ­νέ­βεις πά­λι ἢ κα­τέ­βεις. Αἴφ­νης γιὰ λί­γο μό­νο στὰ δυ­ὸ ἄ­κρα ἀ­φη­μέ­νη ἡ βού­λη­ση ἐ­λεύ­­θε­ρη. Βά­δι­σμα πά­νω κά­τω μὲ τὸ ἴ­διο πάν­το­τε ἀρ­γό, βα­ρὺ βῆ­μα. Ἕ­να πό­δι τὸ δευ­τε­ρό­λε­πτο ἢ ἕ­να μί­λι τὴν ὥ­ρα καὶ βά­λε. Κι ἔ­τσι ἀ­π’ τὸ ἄ­νω καὶ τὸ κά­τω ἄ­κρο ἴ­σα­με τὰ σταυ­ρο­δρό­μια θὰ μπο­ροῦ­σαν τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νὰ ἔ­χουν ἀ­ριθ­μη­θεῖ μὲ γνω­στὸ ὕ­ψος καὶ βά­θος. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔ­χουν ἀ­ριθ­μη­θεῖ. Ἀγ­κά­θια ἔ­κλει­ναν ἀ­πὸ παν­τοῦ τὸν δρό­μο. Τοὺς δρό­μους. Ἡ ἴ­δια πάν­τα κα­τα­χνιά. Τὸ ἴ­διο ἡ­μί­φως. Σὰν νά ’­χει πά­ψει ἡ γῆ νὰ γυ­ρί­ζει. Κι­νού­με­νη ἄμ­μος κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια. Κι ἔ­τσι κα­νέ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ ἀ­πο­μει­νά­ρια κα­νέ­να ση­μά­δι ὅ­τι κα­νεὶς πρίν. Οὔ­τε ἕ­νας λοι­πὸν πο­τὲ πρὶν –



Ἐμ­πρὸς καὶ πί­σω στὸν ἴ­διο αὐ­τὸ ἔ­ρη­μο στρι­φο­γυ­ρι­στὸ μο­νό­δρο­μο. Κά­τω χα­μη­λὰ στὴ δύ­ση ἢ στὴν ἀ­να­το­λὴ στα­μα­τη­μέ­νος ὁ ἥ­λιος. Σὰν νά ’χεῖ πά­ψει ἡ γῆ νὰ γυ­ρί­ζει. Μα­κρὲς σκι­ὲς πρὶν καὶ με­τά. Ἴ­διος βη­μα­τι­σμὸς κι ἀ­προ­σμέ­τρη­τος χρό­νος. Ἴ­δια ἄ­γνοι­α τοῦ πό­σο μα­κριά. Ἴ­δια ἀ­νά­παυ­λα καὶ στὸ ἕ­να ἄ­κρο καὶ στὸ ἄλ­λο νὰ κά­νεις παύ­ση ἢ νὰ μὴν κά­νεις. Καὶ στὸ ἕ­να σα­θρὸ ἄ­κρο καὶ στὸ ἄλ­λο. Κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἐμ­πρὸς ἢ πί­σω. Ἀ­π’ ἄ­κρο σ’ ἄ­κρο τῆς κε­νό­τη­τας οἱ πα­τη­μέ­νοι δρό­μοι τό­σο κα­λὰ στε­ρε­ω­μέ­νοι σὰν πε­ρι­φραγ­μέ­νοι. Σὰν τὸ μά­τι νὰ κοι­τᾶ κε­νὸ ἀ­πέ­ραν­το. Στὸ ἀ­πέ­ραν­το πέ­ρας ἢ στὸ φῶς τῆς ἀ­παρ­χῆς. Βρα­χῶ­δες ὑ­πέ­δα­φος κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια. Κι ἔ­τσι κα­νέ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ ἀ­πο­μει­νά­ρια κά­ποι­ο ση­μά­δι ὅ­τι κα­νεὶς πρίν. Οὔ­τε ἕ­νας λοι­πὸν πο­τὲ πρὶν –



Πη­γή: Sa­muel Be­ckett, Com­pany. Ill Seen Ill Said. Worst­ward Ho. Stir­rings Still, ἐ­πιμ. Dirk Van Hulle, Λον­δί­νο, faber and faber, 2009 [πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Col­lege Lite­ra­ture 8/3 (Φθι­νό­πω­ρο 1981) μὲ τί­τλο «Cris­cross to In­fini­ty»].

Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett) (1906, Φόξ­ροκ-1989, Πα­ρί­σι). Ἰρ­λαν­δὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἔ­γι­νε κυ­ρί­ως γνω­στὸς γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα, κα­τα­πιά­στη­κε ὅ­μως καὶ μὲ τὴν πρό­ζα, τὴν ποί­η­ση καὶ τὸν κρι­τι­κὸ λό­γο γρά­φον­τας μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­χέ­ρεια στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ γαλ­λι­κὰ καὶ με­τα­φρά­ζον­τας ὁ ἴ­διος κα­τὰ κα­νό­να τὰ κεί­με­νά του ἀ­πὸ τὴ μιὰ γλώσ­σα στὴν ἄλ­λη. Τὸ 1969 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ναταλία Θεοδωρίδου: Στάσιμος


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου


Στάσιμος


ΦΤΑΣΑ στὴν Ἡ­φαι­στί­α με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα τῆς κά­ψας. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ χώ­ρου ἦ­ταν μό­νο ὁ γέ­ρος φύ­λα­κας τοῦ θε­ά­τρου. Ἂς ποῦ­με φύ­λα­κας, δη­λα­δή. Τί νὰ φυ­λά­ξει, πῶς, ἀ­πὸ ποι­όν; Κα­θό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φρι­χτὸ φῶς τοῦ Αὐ­γού­στου, κι ἔ­λε­γε. Γιὰ τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε, γιὰ ἕ­να σῶ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρο σμάλ­το ποὺ δὲν ἀ­γά­πη­σε τε­λι­κά, κι ἂς ἤ­θε­λε τό­σο νὰ τ’ ἀ­γα­πή­σει. Καὶ γιὰ τὸ κι­τρι­νι­α­σμέ­νο μά­τι τ’ οὐ­ρα­νοῦ, ποὺ ὅ­λα τὰ βλέ­πει καὶ ποὺ τί­πο­τα δὲ συγ­χω­ρεῖ.

            Τὸν χαι­ρέ­τη­σα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ πῆ­ρα τὸ χω­μα­τό­δρο­μο γιὰ τὸ ἀμ­φι­θέ­α­τρο. Ἡ σκό­νη κολ­λοῦ­σε στὰ πα­πού­τσια μου, στὰ μαλ­λιά μου. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ φῶς καὶ λι­θά­ρια. Καὶ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια σὲ μιὰ ἄ­κρη, μό­να, κα­τά­μο­να. Κά­που ἐ­δῶ μπο­ροῦ­σα νὰ πι­στέ­ψω πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἡ Λῆ­μνος ἡ κυ­μα­το­ζω­σμέ­νη, ἀ­πά­τη­τη, ἀ­κα­τοί­κη­τη – ἐξὸν ἀ­πὸ ἕ­ναν Φι­λο­κτή­τη, ἴ­σως.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­κεῖ, στὴ μέ­ση της ὀρ­χή­στρας. Ὁ ἥ­λιος τὸν χτυ­ποῦ­σε κα­τα­κό­ρυ­φα, μου­τζού­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό του μὲ σκι­ὲς κά­θε­τες, σὰ σπα­θι­ές. Πῆ­γα καὶ στά­θη­κα δί­πλα του, νὰ κοι­τά­ξω πρὸς τὸ κοῖ­λον, τὸν λί­θι­νο λό­φο πί­σω του· ἀρ­χαῖ­ο κί­τρι­νο καὶ ξε­ρα­ΐ­λα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τὸ Κα­στρο­βού­νι. Πῶς νὰ φω­τί­σεις αὐ­τὸν τὸν τό­πο, τὸν μυ­θι­κό, σκε­φτό­μου­να, πῶς νὰ τὸ κά­νεις δί­και­α – νὰ βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸν Φι­λο­κτή­τη, ποὺ ἄν­θρω­πο δὲ βλέ­πει.

            «Τί πᾶ­με νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε.

            Τὸν κοί­τα­ξα, μὲ κοί­τα­ξε. Ἔ­τρε­χε ὁ νοῦς τοῦ σκη­νο­θέ­τη, φαι­νό­τα­νε. Δυ­ὸ χρό­νια πα­λεύ­α­με μὲ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἀρ­χαι­ο­τή­των νὰ πά­ρου­με ἄ­δεια γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση. Καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε νὰ κά­νει πί­σω.

            Χα­μο­γέ­λα­σα, νὰ τὸν ἡ­συ­χά­σω. «Μιὰ-δυ­ὸ μπα­λαν­τέ­ζες, κι ὅ­λα γί­νον­ται» εἶ­πα.

            Κρα­τή­σα­με τὶς ση­μει­ώ­σεις μας στὸ πό­δι, σκου­πί­σα­με μέ­τω­πα σὲ μα­νί­κια, πή­ρα­με τὸ δρό­μο γιὰ τὸ λι­μά­νι, νὰ βροῦ­με τὸ θί­α­σο. Ἡ ὥ­ρα τρα­βοῦ­σε τσί­που­ρο καὶ θά­λασ­σα. Οἱ μι­κρὲς ἡ­δο­νὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ὁ Λευ­τέ­ρης πῆ­γε νὰ μᾶς μα­λώ­σει. «Θυ­μή­σου τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α» τοῦ ‘­πα. «Μιὰ μέ­ρα ἀ­χρεῖ­ος τώ­ρα καὶ ἔ­πει­τα σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή σου δό­ξα κι ἔν­τι­μος.» Γέ­λα­σε. Ἂς ἦ­ταν καὶ μέ­ρα δου­λειᾶς, ποι­ός θὰ μᾶς κα­τη­γο­ροῦ­σε;

            Ὁ θί­α­σος μό­νο ἄν­τρες: ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας, κα­λὸς φί­λος ἀ­πὸ τὰ χρό­νια της Σχο­λῆς. Ἡ­ρα­κλῆ δὲν εἴ­χα­με ζων­τα­νό, προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο μό­νο. Ὁ Φι­λο­κτή­της, ἠ­θο­ποι­ὸς πα­λιός, ἄλ­λης γε­νιᾶς καὶ στό­φας. Αὐ­τὸς δὲν ἔ­πι­νε οὔ­τε μὲ τὴν ἄ­δεια τοῦ Λευ­τέ­ρη. Δυ­ὸ δά­χτυ­λα ἔ­βα­ζε μό­νο σ’ ἕ­να πο­τη­ρά­κι γιὰ νὰ τσουγ­κρί­ζει. Καὶ πάν­τα μ’ ἕ­να λι­νὸ που­κά­μι­σο. Ὄ­χι σὰν ἐ­μᾶς ποὺ τρι­γυρ­νά­γα­με μὲ τὰ μα­γιό, σὰν τοὺς του­ρί­στες. Ὁ χο­ρὸς ἀ­πὸ ναυ­τά­κια, τε­λει­ό­φοι­τοι ἀ­πὸ τὴ Σχο­λή, κά­να­νε καὶ τὶς δι­α­κο­πές τους πα­ρεμ­πι­πτόν­τως. Καὶ μιὰ γυ­ναί­κα ὅ­λη κι ὅ­λη, ἡ ἐν­δυ­μα­το­λό­γος. Τρα­βι­ό­τα­νε μὲ τὸν Νε­ο­πτό­λε­μο. Κα­λὰ παι­διά, τα­λέν­το δὲν ἔ­λει­πε.

            Δυ­ὸ βδο­μά­δες οἱ πρό­βες πή­γα­νε κα­λά, κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σο πε­ρι­μέ­να­με. Γέ­μι­σε τὸ νη­σὶ ἀ­φί­σες, προ­πω­λή­θη­καν σχε­δὸν ὅ­λα τα εἰ­σι­τή­ρια, θὰ ἐρ­χό­ταν κό­σμος κι ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω μέ­ρη. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς πρε­μι­έ­ρας ἔ­κα­νε μιὰ ζέ­στη ἄλ­λο πρά­μα, κον­τέ­ψα­με νὰ σκά­σου­με κι ἐ­μεῖς μα­ζὶ μὲ τὰ τζι­τζί­κια. Πή­γα­με γιὰ μπά­νιο ὅ­λος ὁ θί­α­σος πα­ρέ­α. Πέ­τρα πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ λι­θά­ρι πά­νω στὸ λι­θά­ρι αὐ­τὲς οἱ θά­λασ­σες. Περ­πά­τη­σα πα­ρά­με­ρα ψά­χνον­τας λί­γη ἀμ­μου­διὰ μέ­σα στὸ νε­ρό, σα­κα­τεύ­ον­τας τὶς πα­τοῦ­σες μου στὸ με­τα­ξύ. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ἕ­να τράν­ταγ­μα. Εἶ­δα τὸ θί­α­σο ἀ­πὸ μα­κριά, κου­νοῦ­σαν χέ­ρια πό­δια καὶ φω­νά­ζα­νε. Σει­σμός. Πα­ρα­πά­τη­σα, βού­τη­ξα ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα στὸ νε­ρό, σχε­δὸν ἔ­σκι­σα τὰ χέ­ρια μου στὶς πέ­τρες. Δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα, εἴ­κο­σι, τριά­ντα. Ἔ­τρι­ξε ἡ θά­λασ­σα καὶ τὸ νη­σὶ μα­ζί.

            Θύ­μα­τα δὲν ὑ­πῆρ­ξαν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να, λί­γο-πο­λὺ ἔμ­ψυ­χο κι αὐ­τό: τὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο τῆς Ἠ­φαι­στί­ας. Κα­τέρ­ρευ­σε μέ­ρος τοῦ κοί­λου. Πα­ρά­στα­ση δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ γί­νει. Κολ­λή­σα­με ἕ­να «ΜΑΤΑΙΩΘΗΚΕ» σὲ ὅ­σες ἀ­φί­σες φτά­να­με χω­ρὶς σκά­λα. Τὰ χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ εἰ­σι­τή­ρια θὰ τὰ ἐ­πι­στρέ­φα­με τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης τὸ πῆ­ρε βα­ριά, σὰ νὰ γκρε­μί­στη­κε μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­α­τρο. Μοῦ εἶ­πε, «αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἐ­γὼ ἄλ­λο δὲν μπο­ρῶ». Πῆ­ρε τὸ πρῶ­το πλοῖ­ο γιὰ Κα­βά­λα. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ τὸν δῶ.

            Τὰ ναυ­τά­κια μας σκόρ­πι­σαν στὰ γύ­ρω νη­σιά. Ὁ Νε­ο­πτό­λε­μος μὲ τὴν ἐν­δυ­μα­το­λό­γο πῆ­γαν νὰ κά­νουν τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ Σκύ­ρο. Οἱ ἄλ­λοι γύ­ρι­σαν Ἀ­θή­να. Ἔ­μει­να ἐ­γὼ μὲ τὸν προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο Ἡ­ρα­κλῆ νὰ μα­ζέ­ψου­με τὰ σπα­σμέ­να.

            Πῆ­γα στὸ θέ­α­τρο νὰ πά­ρω τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ἠ­λε­κτρο­λο­γι­κά, νὰ πῶ κι ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο γειὰ στὰ κυ­πα­ρίσ­σια. Ὁ γέ­ρος πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴν ἴ­δια θέ­ση. Εἶ­χε ἀ­κού­σει, βέ­βαι­α, γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση.

            «Ἀ­λή­θεια κά­νε­τε πα­νιὰ τώ­ρα, παι­δί μου;» μὲ ρώ­τη­σε ὅ­ταν ἔ­φευ­γα. Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­π’ τὸν Φι­λο­κτή­τη.

            Ἔ­τσι μοῦ ‘ρ­θε ν’ ἀ­παν­τή­σω «και­ρὸς γὰρ κα­λεῖ», σὰν ἄλ­λος Νε­ο­πτό­λε­μος κι ἐ­γώ – ἡ σκέ­ψη μοῦ ‘­φε­ρε γέ­λιο, ἀλ­λὰ κρα­τή­θη­κα. Ἔ­νευ­σα. «Κι ἐ­σύ, παπ­πού, τί θὰ κά­νεις;»

            «Ἐ­γώ, ἐ­δῶ» εἶ­πε καὶ χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ πλα­ϊ­νὸ τοῦ πο­διοῦ του. «Ποῦ νὰ πά­ω, σάμ­πως, μ’ αὐ­τὸ τὸ πο­δά­ρι;»

            Εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζα χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νω. Ἔ­κα­νε ἔ­τσι, ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο το μπα­τζά­κι του νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν πλη­γὴ ἀ­πὸ κά­τω. Μ’ ἅρ­πα­ξε τὸ πύ­ο κι ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα.

            «Χρό­νια…» εἶ­πε.

            Ζα­λί­στη­κα, μοῦ ‘­πε­σαν τὰ κα­λώ­δια ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Τὰ μά­ζε­ψα ὅ­πως-ὅ­πως καὶ γύ­ρι­σα νὰ φύ­γω χω­ρὶς νὰ πῶ τί­πο­τα. Ἄ­φη­σα πί­σω τὸν Φι­λο­κτή­τη, τὴν αἰ­ώ­νια πλη­γή του νὰ κα­τα­τρώ­ει τὴ Λῆ­μνο ὁ­λό­κλη­ρη. Καὶ τὰ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια νὰ τρυ­πᾶ­νε τὸν οὐ­ρα­νό.



Πρώτη δημοσίευση: περ. Ἕνεκεν, τχ. 32, 2014.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ θρη­σκει­ο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Τμῆ­μα Media & Film Studies τοῦ School of Oriental and African Studies, University of London. Ποί­η­σή της ἔ­χει βρα­βευ­θεῖ στοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς τῆς ΧΟΝ (1ο βρα­βεῖ­ο, 2002), τῆς Μα­κε­δο­νι­κῆς Καλ­λι­τε­χνι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας «Τέ­χνη» (2ο βρα­βεῖ­ο, 2002) καὶ τῆς Ἕ­νω­σης Ἐκ­δο­τῶν Βο­ρεί­ου Ἑλ­λά­δος (1α βρα­βεῖ­α, 2001 καὶ 2002). Τὸ δι­ή­γη­μά της «Πρῶ­το Πρό­σω­πο» δι­α­κρί­θη­κε στὸν 5ο Πα­νελ­λή­νιο Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος τοῦ diavasame.gr καὶ θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­λευ­θε­ρου­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ (The BooksJournal, Platform, Contemporary Theatre Review, Performance Research), ἐ­νῶ δρά­μα της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸν τό­μο Ἡ Τέ­χνη τοῦ Δρά­μα­τος στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση (Με­ταίχ­μιο, 2007).


Εἰκόνα: Μαρ­μά­ρινη πλά­κα ἀνα­μνη­στικὴ τοῦ μύθου τοῦ Φιλο­κτή­τη. Ἀρ­χαι­­ολο­γικὸ Μουσεῖο Βραυρώνας.